14 ΙΟΥΛΙΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

 Τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα εἶ­ναι Ἰ­ω­σήφ, υἱ­ός τοῦ Γεωρ­γί­ου Μω­υ­σῆ, πού ἦ­ταν υἱ­ός τοῦ Μου­χά­να Ἄλ-Χαν­τάντ, γνω­στός ὡς Πα­τέρας Ἰ­ω­σήφ Μου­χά­να Ἄλ-Χαν­τάντ. Χαι­ρό­ταν νά συ­στή­νη τόν ἑ­αυ­τό του ὡς ἄ­το­μο τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ κα­τα­γω­γή ἦ­ταν ἀ­πό τήν Βη­ρυ­τό, καί ἡ πα­τρί­δα του ἦ­ταν ἡ Δα­μα­σκός, καί ὅ­τι εἶ­χε τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι. Οἱ βι­ο­γρά­φοι τοῦ Ἰ­ω­σήφ τόν πε­ρι­γρά­φουν ὡς ἱ­ε­ρέ­α με­τρί­ου ἀ­να­στή­μα­τος, μέ λευ­κή χροι­ά, ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ ἐμ­φά­νι­σι, με­γά­λο μέ­τω­πο, ἔ­ξυ­πνα μά­τι­α καί θα­μνώ­δη γε­νει­ά­δα.

Γεν­νή­θη­κε τό Μά­ι­ο τοῦ 1793, σέ μί­α φτω­χή, ἀλ­λά εὐ­σε­βῆ οἰ­κο­γέ­νει­α. Σέ νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α ἔ­μα­θε τά ἀ­ρα­βι­κά καί με­ρι­κά ἑλ­λη­νι­κά. Ἐ­πει­δή ὁ πα­τέ­ρας του δέν μπο­ροῦ­σε νά πλη­ρώ­ση­ τά δί­δα­κτρα, ἀ­πο­φά­σι­σε νά στα­μα­τή­ση τήν ἐκ­παί­δευ­σί του καί νά τόν βά­λη νά ἐρ­γα­σθῆ στήν βι­ο­μη­χα­νί­α τοῦ με­τα­ξι­οῦ. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α του γι­ά γνῶ­σι δέν εἶ­χε σβή­σει λό­γῳ τῆς φτώ­χει­ας. Ἄρ­χι­σε νά δου­λεύ­η ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα καί μά­θαι­νε γράμ­μα­τα ἀ­πό μό­νος του τό βρά­δυ. Τό πι­ό πι­θα­νό εἶ­ναι, ὅ­τι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός του, ὁ Μω­υ­σῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἕ­νας κα­λά ἐκ­παι­δευ­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας στήν ἀ­ρα­βι­κή γλῶσ­σα, νά τόν εἶχε ὠ­θή­σει στό νά ἔ­χη μί­α τέ­τοι­α ἐ­πι­θυ­μί­α πρός τήν γνῶ­σι. Ὁ Μω­υ­σῆς εἶ­χε μί­α μι­κρή βι­βλι­ο­θή­κη στό σπί­τι, στήν ὁ­ποί­α ὁ Ἰ­ω­σήφ ξε­κί­νη­σε τήν με­λέ­τη του, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς ὁ Μω­υ­σῆς ἔ­φυ­γε ἀ­πό αὐ­τή τήν ζω­ή στήν ἡ­λι­κί­α τῶν εἴ­κο­σι πέν­τε ἐτῶν. Ἡ δᾴ­δα τῆς γνώ­σε­ως, ὡ­στό­σο, συ­νέ­χι­σε νά καί­η στήν καρ­δι­ά τοῦ Ἰ­ω­σήφ.

Ἀ­πό τήν ἡ­λι­κί­α τῶν δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐτῶν, ὁ νε­α­ρός ἄν­δρας ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη τά βι­βλί­α τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του, ἀλ­λά ἦ­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, ἐπειδή μπο­ροῦ­σε νά κα­τα­νο­ή­ση μό­νο λί­γο ἀ­πό αὐ­τά πού δι­ά­βα­ζε. Στήν συ­νέ­χει­α σπού­δα­σε κά­τω ἀ­πό τήν κα­θο­δή­γη­σι ἑ­νός Δα­μα­σκη­νοῦ μου­σουλ­μά­νου σο­φοῦ, τόν Μο­χά­μεντ Ἄλ- Ἀτ­τάρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς με­γα­λύ­τε­ρους λό­γι­ους τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ἀ­πό αὐ­τόν ἔ­μα­θε ἀ­ρα­βι­κά, λο­γι­κή, τήν τέ­χνη τῆς συ­ζη­τή­σεως καί νά λο­γι­κεύ­ε­ται σω­στά. Ὡ­στό­σο, δι­έ­κο­ψε τίς σπου­δές του, λόγῳ δι­δά­κτρων καί ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νά ἐ­πι­στρέ­ψη στόν πα­λαι­ό τρό­πο ζω­ῆς του: νά ἐρ­γά­ζε­ται τήν ἡμέρα καί νά μα­θαί­νη γράμ­μα­τα ἀ­πό μό­νος του τό βρά­δυ. Ἡ Βί­βλος ἦ­ταν τό πι­ό ση­μαν­τι­κό βι­βλί­ο. Σπού­δα­σε θε­ο­λο­γί­α καί ἱ­στο­ρί­α κά­τω ἀ­πό τόν κ. Γι­ώρ­γι­ο Σι­α­χαν­τέχ Σαμ­πάχ. Ξε­κί­νη­σε τό­τε νά δι­δά­σκη ἀ­πό τό σπί­τι του καί συ­νά­μα ἔ­μα­θε ἐ­βραϊ­κά ἀ­πό ἕ­ναν ἑ­βραῖ­ο μα­θη­τή του. Ἡ ἐ­πί­μο­νη προ­σπά­θει­ά του ἄ­να­ψε τόν φό­βο τῶν γο­νέ­ων του, ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ἀν­τι­με­τω­πί­ση τήν ἴ­δι­α μοῖ­ρα μέ τόν ἀ­δερ­φό του. Γι’ αὐ­τό τόν ἔ­δω­σαν σέ γά­μο μέ μί­α Δα­μα­σκη­νή κο­πέλ­λα, τῆς ὁ­ποί­ας τό ὄ­νο­μα ἦ­ταν Μα­ρι­άμ Ἄλ- Κούρ­σι, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀ­κό­μα δε­κα­εν­νι­ά ἐ­τῶν (1812). Ὁ γά­μος, ὡ­στό­σο, δέν τόν ἔ­στρε­ψε μα­κρι­ά ἀ­πό τήν ἄ­σκη­σι τῆς γνώ­σε­ως.

Ἕ­νε­κα τῆς ἔν­τι­μης φή­μης του ὑ­πέ­πε­σε στήν ἀν­τί­λη­ψι τῆς ἐ­νο­ρί­ας του στήν Δα­μα­σκό καί τόν ζή­τη­σε ὁ Πα­τρι­άρ­χης Σε­ρα­φείμ (1813-1823) γι­ά νά τόν δι­ο­ρί­ση ὡς ποι­μέ­να τους. Ὁ Πα­τρι­άρ­χης τόν χει­ρο­τό­νη­σε δι­ά­κο­νο καί μέ­σα σέ μί­α ἑ­βδο­μά­δα ἱ­ε­ρέ­α, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀ­κό­μα εἴ­κο­σι τεσ­σά­ρων χρό­νων (1817). Ὅ­ταν ὁ δι­ά­δο­χος τοῦ Σε­ρα­φείμ, Πα­τρι­άρ­χης Με­θό­δι­ος (1824-1850), γνώ­ρι­σε τήν θέρ­μη, τήν εὐ­σέ­βει­α, τήν γνῶ­σι καί τήν τόλ­μη του, αὐ­τός τόν ἀ­νέ­δει­ξε σέ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α, καί τοῦ ἔ­δω­σε τόν τί­τλο: Μέ­γας Οἰ­κο­νό­μος. Λαμ­βά­νον­τας με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον στό νά κη­ρύτ­τη γι­ά πολ­λά χρό­νι­α ἀ­πό τόν ἄμ­βω­να τοῦ Πα­τρι­αρ­χι­κοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ Να­οῦ (Ἄλ- Μα­ρι­α­μέ­ιχ), πέ­τυ­χε ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα στά κη­ρύγ­μα­τά του. Με­ρι­κοί ἄν­θρω­ποι τόν θε­ω­ροῦ­σαν ὡς τόν δι­ά­δο­χο τοῦ Χρυ­σο­στό­μου. Ἡ ἠ­χώ ἀ­πό τά κη­ρύγ­μα­τά του ἀν­τι­λα­λοῦ­σε ἀ­κό­μη μέ­χρι τίς ἀρ­χές τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ῶ­να. Ὁ Χαμ­πίπ Ἄλ- Ζαΐ­ατ, ἕ­νας Μελ­χί­της (Οὐ­νί­της) συγ­γρα­φέ­ας, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ἦ­ταν γνω­στός με­τα­ξύ τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἀ­ρά­βων ἀ­πό τήν γνῶ­σι καί τά κη­ρύγ­μα­τά του. Ἐ­κτός ἀ­πό τά κη­ρύγ­μα­τά του ἦ­ταν ἐ­πι­με­λής στό νά δώ­ση πα­ρη­γο­ρι­ά στούς κα­τα­βε­βλη­μέ­νους, νά πα­ρη­γο­ρῆ τούς πα­θόν­τες, νά βο­η­θᾶ τούς φτω­χούς καί νά ἐ­νι­σχύ­η τούς ἀ­δύ­να­τους. Τό 1848, ὅ­ταν ἐ­ξα­πλώ­θηκε ὁ κί­τρι­νος πυ­ρε­τός στήν Δα­μα­σκό, ὁ πα­τήρ Ἰ­ω­σήφ δό­θη­κε μέ με­γά­λη θέρ­μη ὑ­πη­ρε­τῶντας τούς ἀρ­ρώ­στους, καί στήν τα­φή τῶν νε­κρῶν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­βλε­παν στό πρό­σω­πό του τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­πε: "Ἐν παν­τί θλι­βό­με­νοι ἀλ­λ’ οὐ στε­νο­χω­ρού­με­νοι, ἀ­πο­ρού­με­νοι ἀλ­λ’ οὐκ ἑ­ξα­πο­ρού­με­νοι, δι­ω­κό­με­νοι ἀλ­λ’ οὐκ ἐγ­κα­τα­λει­πό­με­νοι, κα­τα­βαλ­λό­με­νοι ἀλ­λ’ οὐκ ἀ­πολ­λύ­με­νοι, πάν­το­τε τήν νέ­κρω­σιν τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τι πε­ρι­φέ­ρον­τες, ἵ­να καί ἡ ζω­ή τοῦ Ἰ­η­σοῦ ἐν τῷ σώ­μα­τι ἡμῶν φα­νε­ρω­θῇ" (Β΄ Κορ. 4,8-10). Κα­τά­φε­ρε νά με­τα­στρέ­ψη τούς ἀν­θρώ­πους μα­κρι­ά ἀ­πό πολ­λές ἀ­νορ­θό­δο­ξες πα­ρα­δό­σεις κα­τά τήν δι­άρ­κει­α ἀρ­ρα­βώ­νων, τούς γά­μους καί τίς κη­δεῖ­ες. Ὅ­πως ἦ­ταν ἄ­ξι­ος γι­ά τήν οἰ­κο­δό­μη­σι τῶν ψυ­χῶν, ἦ­ταν καί ἄ­ξι­ος γι­ά τήν οἰ­κο­δό­μη­σι ἐκ­κλη­σι­ῶν. Τό 1845 ἀ­πο­κα­τά­στη­σε τήν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, πού ἦ­ταν δί­πλα στόν Πα­τρι­αρ­χι­κό Κα­θε­δρι­κό Να­ό, ἀλ­λά κά­η­κε ἀ­πό πυρ­κα­γι­ά κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῶν φρι­κτῶν γε­γο­νό­των τοῦ 1860.

Ἡ Πα­τρι­αρ­χι­κή Σχο­λή συν­δέ­θη­κε τόν δέ­κα­το ἔ­να­το αἰ­ῶ­να μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ πα­τρός Ἰ­ω­σήφ, μέ­χρι πού ἔ­γι­νε γνω­στή ὡς Σχο­λή του. Ἀ­νέ­λα­βε τήν Σχο­λή τό 1836. Τό­τε κα­τέ­βα­λε κά­θε δυ­να­τή προ­σπά­θει­α, γι­ά νά τήν ἀ­να­πτύ­ξη, δι­ο­ρί­ζον­τας δι­οι­κη­τι­κό συμ­βού­λι­ο δι­οι­κή­σεως, καί ἔ­δω­σε στούς κα­θη­γη­τές τα­κτι­κούς μι­σθούς. Ἀ­νη­συ­χί­α τοῦ πα­τρός Ἰ­ω­σήφ ἦ­ταν νά ἐκ­παι­δεύ­ση τό μυ­α­λό τῶν Ὀρ­θό­δο­ξων νέ­ων, καί "νά τούς προ­ε­τοι­μά­ση γι­ά τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη, γι­ά νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν τό ποί­μνι­ο μέ ἕ­να χρή­σι­μο τρό­πο". Τό ὅ­ρα­μά του ἦ­ταν νά αὐ­ξή­ση τό ἐν­δι­α­φέ­ρον γι­ά θε­ο­λο­γι­κές με­λέ­τες. Τό 1852, κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς θητείας τοῦ Πα­τρι­άρ­χη Ἰ­ε­ρο­θέ­ου (1850-1885), ὁ πα­τήρ Ἰ­ω­σήφ πῆ­ρε τήν πρω­το­βου­λί­α νά ἀ­νοί­ξη τμῆ­μα Θε­ο­λο­γι­κῶν Σπου­δῶν, προ­σπα­θῶντας νά τό ἀ­νυ­ψώ­ση στό ἐ­πί­πε­δο τῶν ἄλ­λων Θε­ο­λο­γι­κῶν Σχο­λῶν στόν Ὀρ­θό­δο­ξο Κό­σμο. Δώ­δε­κα μα­θη­τές φοί­τη­σαν σέ αὐ­τό, καί ὅ­λοι τους ἔ­γι­ναν ἐ­πί­σκο­ποι στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Τό μαρ­τύ­ρι­ό του τό 1860 θά θέ­ση τέ­λος στό ὄ­νει­ρό του, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ὡς στό­χο νά κα­θι­ε­ρώ­ση τό τμῆ­μα σέ στέ­ρε­ες βά­σεις. Ἀ­νά­σα­νε στούς μα­θη­τές του τό πνεῦ­μα τῆς εἰ­ρή­νης καί τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, τό ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νά βρε­θῆ με­τα­ξύ τῶν ἁ­γί­ων, μέ­χρι πού αὐ­τό τό θεῖ­ο πνεῦ­μα ἐ­ξα­πλώ­θηκε σάν ἁ­λυ­σί­δα πέ­ρα ἀ­πό τούς φοι­τη­τές καί ἀ­πο­φοί­τους, γι­ά νά φθά­ση ὅ­λους τούς γνω­στούς, συ­να­δέλ­φους καί φί­λους τους.

Ἔτ­σι, ἡ δι­δα­σκα­λί­α του ἔ­γι­νε εὐ­ρέ­ως δι­α­δε­δο­μέ­νη καί ἡ ἐκ­παί­δευ­σι πού πα­ρέ­δι­δε, ἔ­φε­ρε τόν καρ­πό τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἀ­να­φέ­ρε­ται, ὅ­τι ἦ­ταν γι­ά ἕ­να χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα ἕ­νας ἀ­πό τούς δι­δά­σκον­τες στήν Σχο­λή Μπα­λα­μάντ, με­τα­ξύ του 1833 καί τοῦ 1840.

Ἕ­να ἀ­πό τά κύ­ρι­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αὐ­τοῦ τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α ἦ­ταν ἡ φτώ­χει­α του. Ὠ­ρι­σμέ­νες πη­γές ἀ­να­φέ­ρουν, ὅ­τι ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α του στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν χω­ρίς πλη­ρω­μή. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­λη­θι­νός πι­στός, ἔν­θερ­μος στήν πί­στι του, ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ὑ­πο­μο­νε­τι­κός, δί­και­ος, πρᾶ­ος, ἥ­συ­χος, τα­πει­νός, συμ­πο­νε­τι­κός καί ἕ­νας φι­λι­κός ἄν­θρω­πος. Δέν τοῦ ἄ­ρε­σε νά μι­λά­η γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του, ἔνοι­ω­θε ἀ­μη­χα­νί­α ἀ­πό τόν ἔ­παι­νο τῶν ἄλ­λων, δέν ἤ­ξε­ρε πῶς νά τούς ἀ­παν­τή­ση. Ἦ­ταν σο­φός καί ὑ­πο­μο­νε­τι­κός στήν ποι­μαν­τι­κή του φρον­τί­δα. Ὡς λό­γι­ος, ἦ­ταν ὁ κα­θη­γη­τής με­τα­ξύ τῶν κα­θη­γη­τῶν, τό ἀ­στέ­ρι τῆς Ἀ­να­το­λῆς, κα­θώς καί ὁ δι­α­νο­ού­με­νος, πού ἔ­φερ­νε ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Πολ­λοί μή Ὀρ­θό­δο­ξοι σύγ­χρο­νοι ἄν­θρω­ποι μαρ­τυ­ροῦν, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς με­γά­λους Χρι­στι­α­νούς λό­γι­ους τῆς ἐ­πο­χῆς του. “Στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, ἦ­ταν ἕ­να πο­λύ δι­α­κρι­τι­κό πρό­σω­πο· στήν γνῶ­σι του δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς σάν καί αὐ­τόν, ἐ­κτός ἀ­πό τόν George Lian. Ὡς κλη­ρι­κός ἔ­χει θε­ω­ρη­θῆ με­γά­λος θε­ο­λό­γος, μί­α ὑ­πε­ρη­φά­νει­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἕ­νας Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρας καί ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα γι­ά τήν δι­και­ο­σύ­νη καί τήν εὐ­σέ­βει­α”. Αὐ­τά εἶ­ναι τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α Ἰ­ω­σήφ τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ: Εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους τοῦ Θε­οῦ.

Δέν ἔ­χου­με κα­μί­α γνῶ­σι γι­ά τό μέ­γε­θος τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του, δι­ό­τι εἴ­τε ἔ­χει τυ­λιχ­θῆ στίς φλό­γες ἤ λε­η­λα­τή­θη­κε κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῶν κα­τα­στρο­φῶν τοῦ 1860, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τό στε­φά­νι τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ὁ ἀ­νη­ψι­ός του, Ἰ­ω­σήφ Ἀ­βρα­άμ Ἄλ- Χαν­τάντ ἀ­νέ­φε­ρε, ὅ­τι ὁ Πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ κα­τεῖ­χε πε­ρί­που 1827 βι­βλί­α (ἤ μᾶλ­λον 2827 βι­βλί­α) κα­τά τό ἔ­τος 1840. Τά γρα­πτά του ἦ­ταν πολ­λά: συ­νέ­κρι­νε τό βι­βλί­ο τῶν Ψαλ­μῶν, τήν σύ­νο­ψι προ­σευ­χῶν, τό Λει­τουρ­γι­κόν, καί τό βι­βλί­ο τῶν Ἐ­πι­στο­λῶν στήν ἀρ­χι­κή ἑλ­λη­νι­κή τους γλῶσ­σα. Με­τέ­φρα­σε στά ἀ­ρα­βι­κά τό κα­τη­χη­τι­κό βι­βλί­ο τοῦ Φι­λα­ρέ­του, Μη­τρο­πο­λί­τη Μό­σχας. Οἱ ἐκ­δό­σεις του ἦ­ταν ἀ­κρι­βεῖς, ὅ­πως "ἕ­να αὐ­θεν­τι­κό ἀ­ση­μέ­νι­ο νό­μι­σμα". Σύν­τα­ξε τήν με­τά­φρα­σι τοῦ ἱ­ε­ρο­δι­α­κό­νου Ἀμ­πτου­λάχ Ἄλ- Φα­τέλ Ἄλ Ἀν­τά­κι τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου γι­ά τήν Γέν­νη­σι, κα­θώς καί τρι­άν­τα κη­ρύγ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου. Ὡ­λο­κλή­ρω­νε τά χει­ρό­γρα­φά του μέ τόν ἀ­κό­λου­θο κο­λο­φῶνα:  "Αὐ­τό τό βι­βλί­ο ἦ­ταν ἀν­τι­γρα­φή ἀ­πό ἕ­να πα­λι­ό χει­ρό­γρα­φο, καί εἶ­ναι τε­λεί­ως ταυ­τό­ση­μό του" καί μέ τήν σφρα­γῖ­δα του καί τήν ὑ­πο­γρα­φή του τό ἐ­κτύ­πω­νε.

 Ὅ­λες οἱ Ὀρ­θό­δο­ξες ἐ­κτυ­πω­τι­κές ἑ­ται­ρεῖ­ες, ὅ­πως τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στήν Βη­ρυ­τό, τοῦ Ἁ­γί­ου Τά­φου στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, τά ἀ­ρα­βι­κά τυ­πο­γρα­φεῖ­α στήν Ρω­σί­α βα­σί­ζον­ταν στόν Πα­τέ­ρα Ἰ­ω­σήφ γι­ά τήν σύν­τα­ξι καί τήν ἐ­πι­μέ­λει­α τῶν βι­βλί­ων τους. Στήν θε­ο­λο­γί­α, τήν λο­γο­τε­χνί­α καί τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κό­τη­τα, ἡ σφρα­γῖ­δα του ἦ­ταν σφρα­γῖδα ἐμ­πι­στο­σύ­νης. Σέ με­τα­φρά­σεις ἀ­πό τά ἑλ­λη­νι­κά στά ἀ­ρα­βι­κά καί ἀ­πό τά ἀ­ρα­βι­κά στά ἑλ­λη­νι­κά, ἕ­νω­σε τίς προ­σπά­θει­ές του μέ τό Γι­άν­νη Πα­πα­δό­που­λο. Ἔ­κα­νε μί­α με­γά­λη συμ­βο­λή στήν ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α τῆς ἀ­ρα­βι­κῆς με­τα­φρά­σεως τῆς Βί­βλου, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι γνω­στή ὡς ἡ ἔκ­δο­σι τοῦ Λον­δί­νου.

Ὅ­λα τά σχέ­δι­α, πού ἐκ­πο­νή­θη­καν ἀ­πό τόν κ. Φά­ρες Ἄλ-Σίν­τι­ακ καί τόν κ. Lee, ἔ­πρε­πε νά δι­ορ­θω­θοῦν ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα Ἰ­ω­σήφ, πού τά σύγ­κρι­νε μέ τήν ἑλ­λη­νι­κή καί τήν ἑ­βρα­ϊ­κή γλῶσ­σα. Στήν λο­γο­τε­χνι­κή προ­σφο­ρά του ἔ­δει­ξε τήν ἀν­το­χή του, τήν πί­στι καί ὀρ­θό­τη­τά του. Δέν ἔ­χου­με κα­μί­α γνῶ­σι γι­ά τά δι­κά του συγ­γράμ­μα­τα, ἐ­κτός ἀ­πό με­ρι­κά ἄρ­θρα. Προ­φα­νῶς δέν θε­ω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του ἄ­ξι­ο νά συμ­βα­δί­ση μέ τούς με­γά­λους Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ ἴ­δι­ος πε­ρι­ω­ρί­σθη­κε στήν με­τά­φρα­σι καί ἐ­πι­μέ­λει­α, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τά γρα­πτά τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στούς πι­στούς ὡς μί­α κα­θα­ρή, ἀ­κέ­ραι­α καί ἄ­φθαρ­τη κλη­ρο­νο­μι­ά.

Κα­τά τήν ἐ­πο­χή τοῦ πα­τρός Ἰ­ω­σήφ τό πρό­βλη­μα τῆς ἀν­τι­με­τω­πίσεως τῶν Μελ­χι­τῶν - πού ἦ­ταν πρό­σφα­τα μέ­ρος τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας - ἦ­ταν τό πι­ό δύ­σκο­λο καί πι­ό ὀ­δυ­νη­ρό ἀ­πό τά ἐμ­πό­δι­α, πού ἀν­τι­με­τώ­πι­σαν οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή, ὅ­λες οἱ ἐ­πι­δι­ώ­ξεις κα­τευ­θύν­θη­καν πρός τούς σχι­σμα­τι­κούς, γι­ά νά τούς φέ­ρουν πί­σω στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ὡ­ρι­σμέ­νοι ἀ­κο­λού­θη­σαν τόν δρό­μο τῆς πο­λι­τι­κῆς καί δι­οι­κη­τι­κῆς πιέ­σεως, ἄλ­λοι ἀ­κο­λού­θη­σαν τόν δρό­μο γι­ά τήν ἐ­πί­τευ­ξι ἀ­μοι­βαί­ας συμ­φω­νί­ας. Ὁ πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ ἀ­νή­κει στήν δεύ­τε­ρη ὁ­μά­δα. Μι­σοῦ­σε τήν βί­α. Τό μέ­τρο τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας του εἶ­ναι ἄ­γνω­στο σέ μᾶς, ἀλ­λά αὐ­τά, πού συ­νέ­βη­σαν τό 1857 καί τά ἑ­πό­με­να χρό­νι­α, δεί­χνουν, ὅ­τι τό ὅ­ρα­μά του ἦ­ταν πι­ό σω­στό ἀ­πό ἄλ­λους. Με­ρι­κοί εἶ­παν, ὅ­τι, ἄν τό μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ Πα­τρός Ἰ­ω­σήφ δέν λάμ­βα­νε χώ­ρα κα­τά τήν σφα­γή τοῦ 1860, θά εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νά φέ­ρη πί­σω τούς ὑ­πό­λοι­πους Μελ­χῖ­τες στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι.

Ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ Πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ ἦ­ταν - τόν δέ­κα­το ἔ­να­το αἰ­ῶ­να - ὁ σπου­δαι­ό­τε­ρος ἄν­δρας τῆς Ἀ­να­γεν­νή­σεως στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ἡ Ἀν­τι­ό­χει­α ἦ­ταν σέ μί­α ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη κα­τά­στα­σι: Οἱ προ­τε­στάν­τες ἱ­ε­ρα­πό­στο­λοι ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νερ­γη­τι­κοί καί ἐ­πι­θε­τι­κοί, ἐ­νῷ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν ἀ­νί­κα­νη καί ἀ­δύ­να­μη, μέ­σα στήν ἄ­γνοι­α καί στήν φτώ­χει­α. Ξε­κι­νῶντας ἀ­πό τό 1724 οἱ ἱ­ε­ράρ­χες ἦ­ταν ξέ­νοι πρός τήν γῆ καί στόν ἀ­γῶ­να τοῦ λα­οῦ της. Ἡ Ἀν­τι­ό­χει­α ζοῦ­σε κά­τω ἀ­πό κη­δε­μο­νί­α μέ τό πρό­σχη­μα, ὅ­τι πρό­κει­ται νά δι­α­λυ­θῆ καί νά γί­νη στα­δι­α­κά Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή. Στό ὄ­νο­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τό­σο ἡ Κωνσταντινούπολι ὅ­σο καί ἡ Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ κα­τένει­μαν με­τα­ξύ τους τήν ἐ­ξου­σί­α τοῦ δι­ο­ρι­σμοῦ ἐ­πι­σκό­πων τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας, προ­σπα­θῶντας νά κα­θο­ρί­σουν τήν μοῖ­ρα της. Τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη δέν ὑ­πῆρ­χαν ἱ­κα­νοί ἱ­ε­ρεῖς, οὔ­τε ποι­μαν­τι­κή φρον­τί­δα. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας θά μπο­ροῦ­σε νά πε­ρι­γρα­φῆ ὡς ἕ­να πλοῖ­ο, πού πλή­γη­κε ἀ­πό τά κύ­μα­τα καί ἦ­ταν ἕ­τοι­μο νά βυ­θι­σθῆ. Μέσα σέ αὐτές τίς προκλήσεις καί τούς κιν­δύ­νους, ὁ πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ ἄν­θη­σε ὡς νέ­ο θε­ϊ­κό κλω­νά­ρι, ἔ­χον­τας με­γά­λη θέρ­μη πρός τόν Θε­ό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ στήν γῆ... στήν συ­νέ­χει­α, ξε­κί­νη­σε ἡ ἀ­να­γέν­νη­σι… Ἡ ζω­ή τοῦ Πα­τέ­ρα Ἰ­ω­σήφ, πού ἦταν· θέρ­μη, εὐ­σέ­βει­α, φτώ­χει­α, ἀ­γά­πη τῆς γνώ­σε­ως, συ­νε­χι­ζό­με­νη ποι­μαν­τι­κή φρον­τί­δα, κη­ρύγ­μα­τα, κα­θο­δή­γη­σι, συγ­γράμ­μα­τα, με­τα­φρά­σεις, τό σχο­λεῖ­ο καί ἡ ἐ­πα­γρύ­πνη­σι, δη­μι­ούρ­γη­σε μί­α ἀ­τμό­σφαι­ρα ἀ­να­ζω­ο­γο­νήσεως, ἔ­δω­σε πνευ­μα­τι­κά κί­νη­τρα, συ­νε­πῆ­ρε τίς καρ­δι­ές καί ἐ­νί­σχυ­σε τήν ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα. Μί­α νέ­α γε­νι­ά καί μί­α νέ­α κα­τεύ­θυν­σι ἀν­θη­σε. Πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό πε­νήντα ἡ­γέ­τες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας με­λέ­τη­σαν κά­τω ἀ­πό τήν κα­θο­δή­γη­σί του καί ἔ­γι­ναν ἄ­γρυ­πνοι, ὅ­πως ἦ­ταν καί αὐ­τός: ὁ Πα­τρι­άρ­χης Με­λέ­τι­ος Ἄλ Ντου­μά­νι (+1906), ὁ πρῶ­τος αὐ­τό­χθο­νας Πα­τρι­άρ­χης ἀ­πό τό 1724, ὁ Γα­βρι­ήλ Σα­τί­λα, Μη­τρο­πο­λί­της τῆς Βη­ρυ­τοῦ καί τοῦ Λι­βά­νου (+1901), ὁ με­γά­λος λό­γι­ος Γε­ρά­σι­μος Γι­α­ρέντ (+1899), κ. λπ. Αὐ­τό πού λαχ­τα­ροῦ­σε, ἐ­πι­τεύ­χθη­κε κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς ζω­ῆς του καί με­τά τόν θά­να­τό του. Πολ­λές φορές ἐ­πα­νέ­λα­βε: "Φύ­τευ­σα τόν σπό­ρο στόν ἀ­λη­θι­νό ἀμ­πε­λῶ­να τοῦ Χρι­στοῦ καί εἶ­μαι σέ ἀ­να­μο­νή γι­ά τήν συγ­κο­μι­δή του". Ὅ­λα αὐ­τά τά πράγ­μα­τα μπο­ρεῖ νά ἐ­ξη­γη­θοῦν ἀ­πό τήν δή­λω­σι τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη Γα­βρι­ήλ Σα­τί­λα: "Τά ἀ­στέ­ρι­α τῆς Δα­μα­σκοῦ εἶ­ναι τρί­α: Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Δα­μα­σκη­νός καί ὁ Ἰ­ω­σήφ Ἄλ- Χαν­τάντ". Ἡ ζω­ή του θά πρέ­πει νά στε­φθῆ μέ ἕ­να τέ­λος ἴ­σο μέ τήν εὐ­σέ­βει­ά του καί τήν με­γά­λη του ἀ­γά­πη, γιά τήν ὁ­ποί­α θά δο­ξά­ζου­με τόν Θε­ό μέ­σα ἀ­πό τό μαρ­τύ­ρι­ό του.

Στίς 9 Ἰ­ου­λί­ου 1860, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε ἡ σφα­γή (ἀ­πό τούς Δρού­ζους) στήν Δα­μα­σκό, πολ­λοί Χρι­στι­α­νοί κα­τέ­φυ­γαν στόν Πα­τρι­αρ­χι­κό Κα­θε­δρι­κό Να­ό (Ἄλ- Μα­ρι­α­μέ­ιχ). Με­ρι­κοί ἦλ­θαν ἀ­πό τίς πό­λεις τοῦ Λι­βά­νου, Χά­σμπαι­α καί Ρά­σαι­α, ὅ­που ἄρ­χι­σε ἡ σφα­γή καί ὅ­που ἔ­λα­βαν χώ­ρα φόνοι. Ἀ­κο­λου­θῶντας τήν πα­ρά­δο­σι τῶν ἱ­ε­ρέ­ων στήν Δα­μα­σκό, ὁ πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ συ­νή­θι­ζε νά κρα­τᾶ τήν ἀ­πο­σκευ­ή τῆς Κοι­νω­νί­ας στό σπί­τι του. Κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τῆς σφα­γῆς τοῦ 1860 ἔ­κρυ­ψε τήν ἀ­πο­σκευ­ή τῆς Κοι­νω­νί­ας κά­τω ἀ­πό τά μα­νί­κι­α του καί πῆ­γε πη­δῶντας ἀ­πό μί­α στέ­γη στήν ἄλ­λη πρός τόν Κα­θε­δρι­κό Να­ό. Πέ­ρα­σε ὅ­λη τή νύχ­τα δί­νον­τας ἐ­νί­σχυ­σι καί ἐν­θάρ­ρυν­σι στούς Χρι­στι­α­νούς, γι­ά νά ἀν­τι­με­τω­πί­σουν τήν κα­τά­στα­σι, διότι οἱ ἐ­πι­τι­θέ­με­νοι μπο­ρεῖ νά σκο­τώ­σουν τό σῶ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦν νά σκο­τώ­σουν τήν ψυ­χή. Δι­η­γῶντας τους τό μαρ­τύ­ρι­ο κά­ποι­ων ἁ­γί­ων, τούς προ­σκά­λε­σε νά μι­μη­θοῦν τήν ζω­ή τους. Τό πρω­ί τῆς Τρί­της 10 Ἰ­ου­λί­ου οἱ δι­ῶ­κτες ἐ­πι­τέ­θη­καν ἐμ­πό­λε­μα στήν Μη­τρό­πο­λι, λῃ­στεύ­ον­τας, σκο­τώ­νον­τας καί καί­γον­τας τά πάν­τα. Πολ­λοί μάρ­τυ­ρες σφα­γι­ά­σθη­καν, ἄλ­λοι βγῆ­καν στούς δρό­μους καί στά σο­κά­κι­α. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­τούς ἦ­ταν καί ὁ πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ. Κα­θώς περ­πα­τοῦ­σε στούς δρό­μους, ἕ­νας (Δροῦ­ζος) θρη­σκευ­τι­κός με­λε­τη­τής, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς ἐ­πι­τι­θέ­με­νους, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τόν Ἰ­ω­σήφ, ἐ­πει­δή τε­λευ­ταῖ­α τόν εἶ­χε ἀ­ναι­ρέ­σει σέ μί­α συ­ζή­τη­σι με­τα­ξύ τους. Βλέ­πον­τάς τον, φώ­να­ξε: "Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἡ­γέ­της τῶν Χρι­στι­α­νῶν. Ἄν τόν σκο­τώ­σου­με, θά σκο­τώ­σου­με ὅ­λους τούς Χρι­στι­α­νούς!" Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά τά λό­γι­α ὁ πα­τέ­ρας Ἰ­ω­σήφ κα­τά­λα­βε, ὅ­τι εἶ­χε ἔρ­θει τό τέ­λος του. Ἔβ­γα­λε τήν ἀ­πο­σκευ­ή τῆς Κοι­νω­νί­ας, καί κοινώνησε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Οἱ δι­ῶ­κτες τοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν μέ τά τσε­κού­ρι­α τους, σάν νά ἦ­ταν ξυ­λο­κό­ποι, καί πα­ρα­μόρ­φω­σαν τό σῶ­μα του. Ἔ­δε­σαν τά πό­δι­α του μέ σχοι­νι­ά καί τόν ἔ­συ­ραν πά­νω στούς δρό­μους μέ­χρι πού τό σῶ­μα του δι­α­με­λίσ­θη­κε. Ἄν καί πέ­θα­νε ὡς μάρ­τυ­ρας, ἡ ζω­ή του, ἡ ἐ­πα­γρύ­πνη­σί του καί τά δει­νά του ἦ­ταν μάρ­τυ­ρες τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς του. Ἔ­γι­νε ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα πρός μί­μη­σι καί εὐ­λο­γί­α, γι­ά νά ἀ­πο­κτη­θῆ καί ἕ­νας με­σί­της τοῦ Κυ­ρί­ου μας Χρι­στοῦ καί Σωτῆρα Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, στόν ὁποῖον ἄς εἶ­ναι ἡ δό­ξα γι­ά πάν­τα. Ἀ­μήν.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης