Η Οικογένεια κατά τους Τρεις Ιεράρχες

Βέβαια τὸ πρῶτο μέλημα εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ σωστοῦ συντρόφου. Καὶ αὐτὸ τὸ θέμα συνδέεται στενά, κατὰ τὴν διδασκαλία τῶν ἱερῶν Πατέρων

slide- Η Οικογένεια κατά τους Τρεις Ιεράρχες

Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον γνωστὰ ἒργα τοῦ ἁγίου, τὸ ὁποῖο ἒχει βοηθήσει ἀμέτρητες ψυχές στὸν Ἀόρατο Πόλεμο, τὸν ὁποῖο διεξάγουν κατὰ τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ.

slide-Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο ΔΙ­Α­ΒΟ­ΛΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑ­ΓΕΙΑ.

῾Ο ἀ­κο­ί­μη­τος ἐ­χθρός τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σω­τη­ρί­ας εἷ­ναι ὁ δι­ά­βο­λος. Ποι­ός εἷ­ναι ὅ­μως πῶς μᾶς πο­λε­μεῖ καὶ πῶς ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται;

slide- Ο ΔΙ­Α­ΒΟ­ΛΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑ­ΓΕΙΑ.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Σέ ἁπλό καί κατανυκτικό Βυζαντινό ὕφος. Σελ. 660

slide-ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓ. ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΙΑΣΚΑΛΟΥ ΣΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΙ ΜΕ ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΙΛΟΔΟΦΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣΙΤΟΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΠΛΕΟΝ.

slide-ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓ. ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ
Προτάσεις Μελέτης
left right

ΣΥΝΑΞΑΡΙ

2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί B΄, ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου
Πρω­το­μάρ­τυ­ρος καί Ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου.

 Ἔ­χεις Σι­ών πάμ­πολ­λα θεῖ­α καί ξέ­να,

Νε­κρόν Στε­φά­νου δός πό­λει Κων­σταν­τί­νου.

Δευ­τε­ρί­ῃ νέ­κυ­ος Στε­φά­νου γί­νετ’ ἀ­να­κο­μι­δή.

 

+ Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν χρό­νια πολ­λά ὕ­στε­ρα ἀ­πό τό μαρ­τύ­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρα καί Ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου, δη­λα­δή χρό­νια 304, καί ἀ­φοῦ τε­λει­ώ­θη­κ­αν μέ τό μαρ­τύ­ριο πολ­λοί Χρι­στια­νοί, τό­τε ἡ εἰ­ρή­νη δι­α­δέ­χθη­κε τήν τα­ρα­χή καί ἡ οἰ­κου­μέ­νη γέ­μι­σε ἀ­πό ἐ­λευ­θε­ρί­α καί ἡ­συ­χί­α. Καί ὅ­λες οἱ φυ­λα­κές ἄ­δεια­σαν ἀ­πό τούς φυ­λα­κι­σμέ­νους Χρι­στια­νούς καί ὅ­λα τά βα­σα­νι­στή­ρια τῶν τυ­ράν­νων ἔ­παυ­σαν, ἐ­πει­δή βα­σί­λευ­σε ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος, ὁ χρι­στι­α­νι­κώ­τα­τος καί πρῶ­τος βα­σι­λιά τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων. Τό­τε λοι­πόν φα­νε­ρώ­θη­κε καί ὁ πο­λύ­τι­μος θη­σαυρός, δη­λα­δή τό πα­νί­ε­ρο λεί­ψα­νο τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα καί Ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο· Ἕ­νας ἄν­θρω­πος κα­τοι­κοῦ­σε στό χω­ριό ἐ­κεῖ­νο, ὅ­που ἦ­ταν κρυμ­μέ­νο τό τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα λεί­ψα­νο, γέ­ρον­τας στήν ἡ­λι­κί­α, Ἱ­ε­ρέ­ας στό ἀ­ξί­ω­μα καί σε­βά­σμιος στήν ζω­ή, Λου­κια­νός (ἤ Λου­κιλ­λια­νός) λε­γό­με­νος. Σ’ αὐ­τόν λοι­πόν ἐμ­φα­νί­σθη­κε δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές ὁ Ἅ­γιος Στέ­φα­νος καί τοῦ ἔ­δει­ξε τόν τό­πο, ὅ­που βρι­σκό­ταν κρυμ­μέ­νο τό λεί­ψα­νό του. Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας φα­νέ­ρω­σε τήν ὀ­πτα­σί­α στόν τό­τε Πα­τριά­ρχη τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ Ἰ­ω­άν­νη. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης γε­μᾶ­τος ἀ­πό πολ­λή χα­ρά πῆ­γε στόν τό­πο, πού εἰ­δο­ποι­ή­θη­κε, μα­ζί μέ τούς κλη­ρι­κούς του καί, ἀ­φοῦ ἔ­σκα­ψε, βρῆ­κε τό ξύ­λι­νο κι­βώ­τιο μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο. Ἔ­γι­νε λοι­πόν ἀ­μέ­σως με­γά­λος σει­σμός καί βγῆ­κε εὐ­ω­δί­α με­γά­λη, εὐ­ω­δι­ά­ζον­τας ὅ­σους βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ. Ἀ­πό τούς Οὐ­ρα­νούς δέ ἐ­πά­νω ἀ­κού­σθη­καν φω­νές ἀγ­γε­λι­κές, λέ­γουν­τας· «Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῶ καί ἐ­πί γῆς εἰ­ρή­νη, ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α». Μά­λι­στα οἱ φω­νές αὐ­τές ἀ­κού­ον­ταν σέ ἀ­πό­στα­σι δέ­κα στα­δί­ων πε­ρί­που, ἀλ­λά καί θε­ρα­πεῖ­ες γί­νον­ταν σέ ἐ­κεί­νους, ­πού ἔ­πα­σχαν ἀ­πό δι­ά­φο­ρα πά­θη, κη­ρύτ­τον­τας τήν τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα χά­ρι[1].

Ἀ­φοῦ λοι­πόν προ­σκύ­νη­σε ὁ Πα­τριά­ρχης μέ εὐ­φρο­σύ­νη καί χα­ρά τό ἅ­γιο ἐ­κεῖ­νο σῶ­μα, μα­ζί μέ ὅ­λους τούς κλη­ρι­κούς καί τούς πα­ρα­τυ­χόν­τες λα­ϊ­κούς, τό­τε τό σή­κω­σαν μέ λαμ­πά­δες καί ψαλ­μῳ­δί­ες καί θυ­μι­ά­μα­τα καί ἔ­τσι μέ ὅ­λη τήν πρέ­που­σα τι­μή τό πῆ­γαν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί τό το­πο­θέ­τη­σαν στήν ἁ­γί­α Σι­ών. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­κτι­σε Να­ό στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου μέ­σα στήν πό­λι Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ἕ­νας ἄρ­χον­τας συγ­κλη­τι­κός, Ἀ­λέ­ξαν­δρος λε­γό­με­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ πα­ρα­κά­λε­σε πο­λύ τόν Πα­τριά­ρχη Ἰ­ω­άν­νη, τόν ἔ­πει­σε νά ἀ­πο­θέ­ση τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο στό Να­ό ἐ­κεῖ­νο. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σαν πέν­τε χρό­νια, ἀ­σθέ­νη­σε ὁ κτί­το­ρας τοῦ Να­οῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρος. Τό­τε κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­να ξύ­λι­νο κι­βώ­τιο περ­σέ­ας, δη­λα­δή ρο­δα­κι­νιᾶς, πα­ρό­μοι­ο μέ τό κι­βώ­τιο, ­πού εἶ­χε τό λεί­ψα­νο τοῦ Στε­φά­νου καί τό ἔ­βα­λε κον­τά στό κι­βώ­τιο τοῦ ἁ­γί­ου λει­ψά­νου. Καί ἀ­φοῦ πέ­θα­νε, το­πο­θε­τή­θη­κε καί τό λεί­ψα­νο μέ­σα στό και­νούρ­γιο κι­βώ­τιο.

Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό ὀ­κτώ χρό­νια, ὅ­ταν βα­σί­λευ­ε ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος καί πα­τρι­άρ­χευ­ε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι ὁ θεῖ­ος Μη­τρο­φά­νης, τό­τε ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­νω­τέ­ρω ἀ­πο­θα­νόν­τος Ἀ­λέ­ξαν­δρου, Ἰ­ου­λια­νή στό ὄ­νο­μα, ἐ­πει­δή ἐ­νω­χλεῖ­το μέν ἀ­πό πολ­λούς νά δευ­τε­ρο­­παν­δρευ­θῆ γι­ά τόν πλοῦ­το καί τήν ὀ­μορ­φιά της, αὐ­τή ὅ­μως δέν ἤ­θε­λε, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν σκέ­φθη­κε νά κά­νη τό ἑ­ξῆς πρᾶγ­μα· δη­λα­δή νά πά­ρη τό σῶ­μα τοῦ ἄν­δρα της καί νά πά­η στόν πα­τέ­ρα της καί στήν πα­τρί­δα της τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι.

Ὁ­πό­τε πῆ­γε στόν τό­τε Πα­τριά­ρχη τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ Ἅ­γιο Κύ­ριλ­λο καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τήν ἀ­φή­ση νά πά­ρη τό κι­βώ­τιο, ­πού εἶ­χε τό λεί­ψα­νο τοῦ ἄν­δρα της. Ἀλ­λ’ ὁ Ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος δέν τήν ἄ­φη­νε νά τό πά­ρη. Γι’ αὐ­τό ἔ­γρα­ψε ἐ­κεί­νη στόν πα­τέ­ρα της γιά τήν ὑ­πό­θε­σι αὐ­τή καί μέ τήν συ­νερ­γα­σί­α τοῦ πα­τέ­ρα, ἔ­στει­λε ὁ βα­σι­λιάς σά­κρα, δη­λα­δή βα­σι­λι­κή προ­στα­γή, ὅ­τι ἔ­χει ἄ­δεια νά πά­ρη τό λεί­ψα­νο τοῦ ἄν­δρα της καί νά ἀ­νε­βῆ στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι.

Ὁ­πό­τε, ἐ­πει­δή ὁ Πα­τριά­ρχης δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νά ἐ­ναν­τι­ω­θῆ, ἔ­δω­σε ἄ­δεια στήν γυ­ναῖ­κα γι­ά νά πά­η νά τό πά­ρη. Μέ θεί­α Πρό­νοι­α ὅ­μως, πλα­νέ­θη­κε ἡ γυ­ναί­κα καί ἀν­τί νά πά­ρη τό κι­βώ­τιο τοῦ ἄν­δρα της, ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ­νο καί πῆ­ρε τό ὅ­μοι­ο ἐ­κεί­νου κι­βώ­τιο, τό ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­εῖ­χε τό τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου λεί­ψα­νο. Καί, ἀ­φοῦ τό ἔ­βα­λε αὐ­τό ἐ­πά­νω σέ ἕ­ναν θρό­νο καί τόν θρό­νο τόν φόρ­τω­σε ἐ­πά­νω σέ ὑ­πο­ζύ­γιο, ἄρ­χι­σε τόν πρός τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι δρό­μο[2]. Σέ ὅ­λη τήν νύ­κτα ἀ­κού­ον­ταν στόν ἀ­έ­ρα μέ­χρι ἀ­πό­στα­σι δέ­κα ση­μεί­ων ὕ­μνοι ἀγ­γε­λι­κοί καί δο­ξο­λο­γί­α θε­ο­πρε­πής, πού ἔ­λε­γε· «Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ καί ἐ­πί γῆς εἰ­ρή­νη, ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α». Τά δέ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να γέ­μι­σαν ἀ­πό εὐ­ω­δί­α ἑ­νός μύ­ρου πολ­λοῦ καί εὐ­ω­δέ­στα­του. Καί οἱ δαί­μο­νες ἀ­πό μα­κρυ­ά κλαί­γον­τας, ἀλ­λοί­μο­νό μας!, φώ­να­ζαν, μέ φω­νές συ­χνές, δι­ό­τι ὁ Στέ­φα­νος περ­νᾶ ἀ­πό ἀ­νά­με­σά μας καί μᾶς πλη­γώ­νει ἀ­ό­ρα­τα.

 Ὅ­ταν λοι­πόν ἔ­φθα­σε ἡ γυ­ναί­κα στήν πα­ρα­θα­λάσ­σια πό­λι τῆς Ἀ­σκά­λω­νος, βρῆ­κε κα­ρά­βι καί, ἀ­φοῦ ἔ­δω­σε ὡς ναῦ­λο πε­νῆν­τα φλου­ριά, ξε­κί­νη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ γι­ά τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Τά ὅ­σα θαύ­μα­τα ὅ­μως ἔ­γι­ναν στόν δρόμο καί ὅ­σα ση­μεῖ­α τε­λέ­σθη­καν, ἀ­δύ­να­το εἶ­ναι νά τά γρά­ψου­με, ἀ­γα­πῶν­τας τήν συν­το­μί­α.

Ὅ­ταν λοι­πόν ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φθα­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­τι ἔρ­χε­ται τό λεί­ψα­νο τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στε­φά­νου· τοῦ ἔ­γι­νε δέ γνω­στό καί τά σχε­τι­κά μέ τήν γυ­ναῖ­κα τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου, ἡ ὁ­ποί­α, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά του, τοῦ δι­η­γή­θη­κε μέ λε­πτο­μέ­ρεια, πῶς συ­νέ­βη ἡ ὑ­πό­θε­σι ἀ­πό τήν ἀρ­χή μέ­χρι τό τέ­λος. Τό­τε ὁ φι­λευ­σε­βέ­στα­τος βα­σι­λιάς Κων­σταν­τῖ­νος, ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά, γέ­μι­σε ἀ­πό χα­ρά καί ἀ­γαλ­λί­α­σι.

Ὁ­πό­τε πρό­στα­ξε τόν Πα­τριά­ρχη καί ὅ­λο τόν κλῆ­ρο, νά βγοῦν καί νά προ­ϋ­παν­τή­σουν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο μέ τι­μή πο­λύ με­γά­λη καί εὐ­λά­βεια, καί ἔ­τσι νά τό φέ­ρουν μέ­σα στά βα­σι­λι­κά πα­λά­τια. Τό­τε λοι­πόν, πό­σα θαύ­μα­τα ἔ­γι­ναν, ἀ­δύ­να­το εἶ­ναι νά τά πε­ρι­γρά­ψη κα­νείς μέ ἀ­κρί­βεια. Ἔ­σερ­ναν λοι­πόν τά ζων­τα­νά τήν ἅ­μα­ξα, ἐ­πά­νω στήν ὁ­ποί­α ἦ­ταν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, ἕ­ως ὅ­του ἔ­φθα­σαν στήν το­πο­θε­σί­α, πού λέ­γε­ται Κων­σταν­τιά­νες καί ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως κτυ­ποῦ­σαν τά ζων­τα­νά, γι­ά νά προ­σω­ρή­σουν πα­ρα­πέ­ρα, τό­τε ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά μί­λη­σε μέ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή λέ­γον­τας· «Για­τί μᾶς δέρ­νε­τε; ἐ­δῶ πρέ­πει νά ἀ­πο­τε­θῆ τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο». Αὐ­τή τήν φω­νή ἄ­κου­σαν τό­σο ὁ Πα­τριά­ρχης, ὅ­σο καί ὅ­λοι ὅ­σοι πα­ρα­βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ καί ἔ­δω­σαν με­γα­λό­φω­να δό­ξα στόν Θε­ό. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τά καί ὁ πι­στό­τα­τος βα­σι­λιάς, ἔ­γι­νε ἐκ­στα­τι­κός καί ἀ­μέ­σως ἔ­κτι­σε Να­ό στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο στό ὄ­νο­μα τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα, «εἰς δό­ξαν καί αἶ­νον» τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.

Στόν Να­ό δέ ἐ­κεῖ­νο τε­λεῖ­ται κά­θε ἔ­τος ἡ τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Σύ­να­ξι καί ἑ­ορ­τή. Καί ἡ εὕ­ρε­σι τοῦ λει­ψά­νου αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ἑ­ορ­τά­ζε­ται κα­τά τήν 15η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἐ­νῶ ἡ μνή­μη του κα­τά τήν 27η Δε­κεμ­βρί­ου[3].

 

[1] Ἀναφέρουμε ἐ­δῶ καί αὐτά τά ἀ­ξι­ό­λο­γα, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­να­φέ­ρει ὁ Νι­κή­τας ὁ Ρή­τορας καί φι­λό­σο­φος στόν ἱ­στο­ρι­κό Λό­γο, ­πού γρά­φει γιά τήν εὕρεσι τῶν λει­ψά­νων τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου. Λέ­ει λοιπόν ἐ­κεῖ, ὅ­τι ὁ σο­φός Γα­μα­λι­ήλ, ὁ δι­δά­σκα­λος τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει ὁ θε­η­γό­ρος Λου­κᾶς στίς Πρά­ξεις, ὁ ὁποῖος ἦταν καί συγ­γε­νής του Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, (με­ρι­κοί μάλιστα ἰσχυρίζονται, ὅ­τι ἦταν δι­δά­σκα­λος καί τοῦ Βαρ­νά­βα καί τοῦ Στε­φά­νου), αὐτός, λέ­ω, γνωρίζοντας τήν ἐ­νά­ρε­τη πο­λι­τεί­α τοῦ Στε­φά­νου, πα­ρα­κά­λε­σε τούς Ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους καί τοῦ ἔ­δωσαν τό ἅ­γι­ό του λεί­ψα­νο. Παίρνοντας λοιπόν αὐτό ὁ Γα­μα­λι­ήλ, τό ἔ­θα­ψε στό κοι­μη­τή­ρι, ­πού εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σμέ­νο γιά τόν ἑαυτό του, στό ­δι­κό του χω­ριό, τό ὁ­ποῖ­ο ἦταν μα­κριά ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ἕ­ως εἴ­κο­σι μί­λια. Πῆ­γαν μα­ζί καί οἱ Ἀ­πό­στο­λοι καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν.

Τό­τε καί ὁ Νι­κό­δη­μος, ὁ ἀ­νε­ψιός τοῦ Γα­μα­λι­ήλ, ὁ ὁποῖος ­πῆ­γε τήν νύ­κτα πρός τόν Ἰ­η­σοῦ καί ­δι­δά­χθηκε ἀπό αὐτόν τά σω­τή­ρι­α, τό­τε λέ­ω, ὁ Νι­κό­δη­μος, ἀφοῦ κατανύχθηκε στήν τα­φή τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, πα­ρε­κά­λε­σε τόν Κο­ρυ­φαῖ­ο Πέ­τρο καί τόν ­βά­πτι­σε. Ὅταν ὅμως τό ἔμαθαν αὐτό οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι, ἀ­να­θε­μά­τι­σαν τόν Νι­κό­δη­μο καί τόν ἔ­δει­ραν μέ πολ­λές καί πι­κρές πλη­γές καί πῆραν τήν περιουσία του. Ὁ Γα­μα­λι­ήλ, θεῖ­ος ὄντας τοῦ Νι­κόδη­μου, τόν ­πῆ­ρε στήν οἰκία του, ἀλλ’ ὁ Νι­κό­δη­μος μέ­σα στίς πλη­γές ἐ­κεῖνες τε­λει­ώ­θηκε καί ἔ­γι­νε Μάρ­τυρας τοῦ Ἰ­η­σοῦ, ἐνῶ τό λεί­ψα­νό του ἐν­τα­φί­α­σε ὁ Γα­μα­λι­ήλ κον­τά στό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά καί ὁ Γα­μα­λι­ήλ βα­πτί­σθη­κε. (Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος, Ὁ­μιλ. ιθ΄ εἰς τάς Πρά­ξεις, ὅ­τι ὁ Γα­μα­λι­ήλ πί­στε­ψε πρίν ἀ­πό τόν Παῦ­λο. Ἀ­να­φέ­ρουν δέ με­ρι­κοί, ὅ­τι βα­πτί­σθη­κε ἀ­πό τόν Πέ­τρο καί τόν Ἰ­ω­άν­νη. Βλέ­πε στήν νε­ο­τύ­πω­τη Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δα). Αὐ­τοῦ τοῦ Γα­μα­λι­ήλ ἦ­ταν μα­θη­τής καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Βαρ­νά­βας, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ Κλή­μης ὁ Στρω­μα­τέ­ας καί ὁ Εὐ­σέ­βιος καί ὁ Ἐ­πι­φά­νιος, καί βλέ­πε στίς 11 Ἰ­ου­νί­ου. Πα­ρό­μοι­α καί ὁ υἱ­ός τοῦ Γα­μα­λι­ήλ Ἀ­βελ­βούλ βα­πτί­σθη­κε, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν νέ­ος ἕ­ως εἴ­κο­σι ἐ­τῶν, ὡ­ραῖ­ος καί ἐ­νά­ρε­τος καί σο­φός, μά­λι­στα ἦ­ταν παρ­θέ­νος καί κα­θα­ρός. Με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό πέ­θα­ναν καί οἱ δύ­ο εὐ­σε­βῶς καί ὁ­σί­ως, ὁ Γα­μα­λι­ήλ δη­λα­δή καί ὁ υἱ­ός του. Ὁ­πό­τε ἔ­θα­ψαν καί τῶν δύ­ο τά λεί­ψα­να κον­τά στά λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου καί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου.

Τόν και­ρό πού ἐπρόκειτο νά φα­νε­ρω­θῆ τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ἐμφανίσθηκε ὁ θεῖ­ος Στέ­φα­νος στόν Ἱ­ε­ρέ­α Λου­κι­α­νό, φο­ρῶντας ἄ­σπρο στι­χά­ρι, τό ὁ­ποῖ­ο ἦταν γε­μᾶ­το ἀ­πό τό στοι­χεῖ­ο τοῦ σίγ­μα, πού φανέρωνε τό ὄ­νο­μα Στέ­φα­νος, τό δέ σῖγ­μα ἐ­κεῖ­νο ἦταν κόκ­κι­νο καί χρυ­σό. Εἶ­χε ἐπίσης μαλ­λιά ξαν­θά ὁ Ἅ­γι­ος καί πε­ρίχρυσα, πού ἔφθαναν μέχρι τούς ὤ­μους του· φοροῦσε ὑ­πο­δή­μα­τα μέ χρυ­σᾶ λου­ριά δε­μέ­να· ­κρατοῦσε στό χέ­ρι του χρυ­σό ρα­βδί, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἄγ­γι­ξε τρεῖς φο­ρές τόν Ἱ­ε­ρέ­α καί τόν ­κά­λε­σε μέ τό ὄνομά του καί τοῦ εἶ­πε ποῦ εἶ­ναι ­θαμ­μέ­νο τό λεί­ψα­νό του. Πρό­σθε­σε δέ καί αὐτό, ὅ­τι κον­τά του ἦταν ἐν­τα­φι­α­σμέ­να καί τά λεί­ψα­να τοῦ Νι­κο­δή­μου, τοῦ Γα­μα­λι­ήλ καί τοῦ Ἀ­βελ­βούλ τοῦ υἱ­οῦ του.

     Ἀφοῦ ἔσκαψαν λοι­πόν τόν τό­πο βρῆ­καν καί τά τέσ­σε­ρα κιβώτια, μέ­σα στά ὁ­ποῖ­α ἦταν τοποθετη­μέ­να τά λεί­ψα­να τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου καί τῶν λοι­πῶν τρι­ῶν. Ἐ­πά­νω σέ κά­θε κιβώτιο ἦταν ­γραμ­μέ­νο τό ὄ­νο­μα τοῦ καθε­νός μέ συ­ρι­α­κή γλῶσ­σα. Τό κιβώτιο ὅ­μως τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου κινεῖτο μό­νο του καί πο­λύ φῶς εἶ­χε τρι­γύ­ρω του καί πολ­λή εὐ­ω­δί­α ἔβ­γαι­νε ἀ­πό αὐ­τό. Ἔ­γι­νε ἀκόμη καί σει­σμός φο­βε­ρός. Παίρ­νον­τας ὁ Πα­τρι­άρ­χης Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων τό τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου λεί­ψα­νο μέ ὅ­λον τόν κλῆ­ρο καί τόν λα­ό, τό ­πῆ­γαν στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί τό ἀ­πό­θε­σαν μέ­σα στό θυ­σι­α­στή­ρι­ο τῆς Ἁ­γί­ας Σι­ών. Ἔ­λε­γαν δέ αὐτοί πού εἶδαν τό ἅ­γι­ο ἐ­κεῖ­νο λεί­ψα­νο, ὅ­τι οἱ πλη­γές, ­πού ἔ­γι­ναν ἀ­πό τά κτυ­πή­μα­τα τῶν πε­τρῶν, ἔ­λαμ­παν ­σάν τά ἄ­στρα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ.

[2] . Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Θε­ο­φά­νης καί ὁ Κε­δρη­νός ἀ­να­φέ­ρουν, ὅ­τι ἔ­στει­λε ὁ μι­κρός Θε­ο­δό­σιος ἐ­λε­η­μο­σύ­νη με­γά­λη στόν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο, γι­ά νά τήν μοι­ρά­ση στούς πτω­χούς. Καί ἕ­να σταυ­ρό χρυ­σό μέ πο­λύ­τι­μους λί­θουςν, γιά νά το­πο­θε­τη­θῆ στόν τό­πο τοῦ Κρα­νί­ου. Ἔ­στει­λε δέ καί ὁ Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων τήν δε­ξιά χεῖ­ρα αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα στήν ἀ­δελ­φή τοῦ βα­σι­λιᾶ, τήν Πουλ­χε­ρί­α, ἡ ὁ­ποί­α δε­ξιά, ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Χαλ­κη­δό­να, ἐμ­φα­νί­σθη­κε στήν Πουλ­χε­ρί­α ὁ Ἅ­γιος Στέ­φα­νος λέ­γον­τάς της· «Νά, πέ­τυ­χες ἐ­κεῖ­νο, ­πού ἐ­πι­θυ­μοῦ­σες· ἐ­γώ ἔ­φθα­σα στήν Χαλ­κη­δό­να». Ὁ­πό­τε βγῆ­κε μέ τόν βα­σι­λιά γιά τήν προ­ϋ­πάν­τη­σι τοῦ λει­ψά­νου. Στήν συ­νέ­χεια ἔ­κτι­σε Να­ό τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρα, στόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­βα­λε τό εὐ­ῶ­δες ἐ­κεῖ­νο κει­μή­λιο κα­τά τό 20ό ἔ­τος τῆς βα­σι­λεί­ας Θε­ο­δο­σί­ου, τοῦ ἀ­δελ­φοῦ της. (Βλέ­πε σελ. 311 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Ἴ­σως ὅ­μως ἡ δε­ξιά χεῖ­ρα νά ἔ­μει­νε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί δέν με­τα­φέρ­θη­κε ὅ­λο τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι.

 

[3]   Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα σώ­ζε­ται λό­γος στήν ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Καί πῶς ἄν τις αἰ­τί­ας ἡμᾶς ἁ­παλ­λά­ξοι καί μώ­μου;».

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

9 ΜΑΙΟΥ Η ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΣΥΝΑΞΑΡΙ

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

 Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀν­τω­νί­νου, κα­τά τό ἔ­τος 140, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό ἕ­να χω­ριό τῆς πα­λαι­ᾶς Ρώ­μης, θυ­γα­τέ­ρα ὄν­τας γο­νέ­ων Χρι­στια­νῶν, πού ἐ­λέ­γον­το Ἀ­γά­θων καί Πο­λι­τεί­α, οἱ ὁ­ποῖ­οι δι­α­φυ­λάτ­τον­τας μέ ἐ­πι­μέ­λεια τίς ἐν­το­λές τοῦ Κυ­ρί­ου, ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι, γι’ αὐ­τό­ καί ἀ­δι­ά­λει­πτα πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τόν Κύ­ριο, νά τούς δώ­ση τέ­κνο.

Ὁ Θε­ός, ὅ­μως, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐκ­πλη­ρώ­νει τό θέ­λη­μα ἐ­κεί­νων πού τόν σέ­βον­ται, τούς χά­ρι­σε θυ­γα­τέ­ρα, τήν ὁ­ποία ὠ­νό­μα­σαν στό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα Πα­ρα­σκευ­ή, ἐ­πει­δή γεν­νή­θη­κε κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας Πα­ρα­σκευ­ή. Αὐ­τή λοι­πόν, ἀ­φοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε τόν ἑ­αυ­τό της στόν Θε­ό ἀ­πό τίς μη­τρι­κές ἀγ­κά­λες, δι­δα­σκό­ταν ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα της καί ­νου­θε­τεῖ­το. Καί ἀ­φοῦ ἔ­μα­θε ἡ Ἁ­γί­α τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, πάν­το­τε με­λε­τοῦ­σε τίς θεῖ­ες Γρα­φές καί μέ­νον­τας στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τήν ἁ­γί­α προ­σευ­χή. Ὅ­ταν ὅ­μως πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς της, μοί­ρα­σε ὅ­λα τά ὑ­πάρ­χον­τά της στούς πτω­χούς καί ἡ ἴ­δια, ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε μο­να­χή καί ντύ­θη­κε τό σχῆ­μα τῶν Μο­να­ζου­σῶν, βγῆ­κε στόν κό­σμο, κη­ρύτ­τον­τας τό ὄ­νο­μα Χρι­στοῦ τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ μας. Ἔ­τσι καί πολ­λούς Ἕλ­λη­νες ἔ­φε­ρε στήν θε­ο­γνω­σί­α. Με­ρι­κοί Ἑ­βραῖ­οι ὅ­μως τήν δι­έ­βα­λαν στόν τό­τε αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀν­τω­νῖ­νο, λέ­γον­τας, ὅ­τι μί­α γυ­ναῖ­κα, Πα­ρα­σκευ­ή λε­γό­με­νη, κη­ρύτ­τει τόν Ἰ­η­σοῦ, τόν Υἱ­ό τῆς Μα­ρί­ας, τόν ὁ­ποῖ­ο σταύ­ρω­σαν οἱ προ­πά­το­ρές μας.

Μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, πρό­στα­ξε νά φέ­ρουν τήν Ἁ­γί­α μπρο­στά του. Βλέ­πον­τάς την ὅ­μως, ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος καί ἐκ­στα­τι­κός γι­ά τήν σύ­νε­σι καί τήν ὀ­μορ­φιά της. Ὁ­πό­τε τῆς λέ­ει· «Ἐ­άν πει­σθῆς στά λό­γιά μου, κό­ρη, καί θυ­σιά­σης στούς θε­ούς, θά γί­νης κλη­ρο­νό­μος πολ­λῶν χα­ρι­σμά­των καί ἀ­γα­θῶν. Ἐ­άν ὅ­μως δέν πει­σθῆς, νά γνω­ρί­ζης, ὅ­τι θά σέ πα­ρα­δώ­σω σέ πολ­λά βά­σα­να». Τό­τε ἡ Ἁ­γί­α μέ ἀν­δρει­ω­μέ­νο λο­γι­σμό, ἀ­πο­κρί­θη­κε πρός τόν βα­σι­λιά· «Πο­τέ μή μοῦ συμ­βῆ νά ἀρ­νη­θῶ τό ὄ­νο­μα Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ μου! «Θε­οί πού δέν δη­μι­ούρ­γη­σαν τόν οὐ­ρα­νό καί τήν γῆ, ἄς ἐ­ξα­φα­νι­σθοῦν ἀ­πό τήν γῆ», ὅ­πως λέ­ει ὁ Προ­φή­της Ἱ­ε­ρε­μί­ας (Ἱ­ε­ρεμ. 10, 11). Ὁ βα­σι­λιάς, ἀ­φοῦ ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό, πρό­στα­ξε νά πυ­ρα­κτώ­σουν μί­α πε­ρι­κε­φα­λαί­α, δη­λα­δή μπαρ­πού­τα σι­δε­ρέ­νια, καί νά τήν βά­λουν στήν κε­φα­λή τῆς Ἁ­γί­ας. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, δια­φυλά­χθη­κε ἡ Ἁ­γί­α ἀ­βλα­βής μέ θε­ϊ­κή δρο­σιά. Ὁ­πό­τε ἀ­πό τό θαῦ­μα αὐ­τό, πί­στε­ψαν ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα πολ­λοί Ἕλ­λη­νες στόν Χρι­στό. Στήν συ­νέ­χεια πρό­στα­ξε ὁ βα­σι­λιάς καί ἔ­κα­ψαν δυ­να­τά ἕ­να κα­ζά­νι, γε­μᾶ­το ἀ­πό λά­δι καί πίσ­σα καί μέ­σα σ’ αὐ­τό ἔ­βα­λαν τήν Ἁ­γί­α. Μέ­νον­τας ὅ­μως ἡ Μάρ­τυ­ρας στό μέ­σο του κα­ζα­νιοῦ, φαι­νό­ταν ὅ­τι δρο­σί­ζε­ται. Ὁ­πό­τε βλέ­πον­τάς την ὁ βα­σι­λιάς, εἶ­πε· «Ράν­τι­σέ με ἀ­πό τό λά­δι καί τήν πίσ­σα, Πα­ρα­σκευ­ή, γι­ά νά γνω­ρί­σω, ἄν ἡ πίσ­σα καί τό λά­δι καῖ­νε». Ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­φοῦ γέ­μι­σε τά χέ­ρια της, ἔρ­ρι­ξε στό πρό­σω­πο τοῦ βα­σι­λιᾶ καί ἀ­μέ­σως τυ­φλώ­θη­καν οἱ ὀφθαλμοί του. Τό­τε φώ­να­ζε μέ με­γά­λη φω­νή λέ­γον­τας· «Ἐ­λέ­η­σέ με δού­λη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ καί θά πι­στέ­ψω στόν Θε­ό ­πού κη­ρύτ­τεις». Ἀ­μέ­σως λοι­πόν ἔ­λα­βε τό φῶς τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του, ὁ­πό­τε πί­στε­ψε στόν Χρι­στό ὁ ἴ­διος καί ὅ­λοι οἱ δο­ρυ­φό­ροι του, δη­λα­δή οἱ σω­μα­το­φύ­λα­κές του καί ἔ­λα­βαν τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος.

 Ἡ Ἁ­γί­α β­γαί­νοντας ἀ­πό ἐ­κεῖ, ­πῆ­γε σέ ἄλ­λες πό­λεις καί χω­ριά κη­ρύτ­τοντας τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Πη­γαί­νοντας λοιπόν σέ ἄλ­λη πό­λι, στήν ὁ­ποί­α ­βα­σί­λευ­ε ἕ­νας ἄν­θρω­πος, Ἀ­σκλη­πι­ός λεγό­με­νος, ὡδηγήθηκε μ­προ­στά του καί, ἀφοῦ ἐπικαλέσθηκε τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί σφράγισε τόν ἑαυτό της μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, ὡ­μο­λό­γη­σε τόν ἑαυτό της Χρι­στια­νή καί ­κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό Θε­ό τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ βα­σι­λιάς, ­τα­ρά­χθηκε καί τήν ἔστειλε σέ ἕ­ναν δρά­κον­τα φο­βε­ρώ­τα­το, πού ἔμενε ἔξω ἀπό τήν πόλι, στόν ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θιζ­αν καί ἔρ­ρι­χναν τούς κα­τα­δι­κα­σμέ­νους σέ θά­να­το καί τούς ἔ­τρω­γε. Ὅταν λοιπόν ἡ Ἁ­γί­α ­πῆ­γε στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, βλέ­πον­τάς ­την ὁ δρά­κοντας, ­σφύ­ρι­ζε δυνατά καί, ἀφοῦ ἄνοιξε τό στό­μα του, ἔβ­γα­λε κα­πνό πο­λύ. Ἡ Ἁ­γί­α τότε, ἀφοῦ πλησίασε κον­τά στόν δρά­κον­τα, εἶ­πε· «Ἔφθα­σε, ὦ θη­ρί­ο, ἐ­ναν­τί­ον σου ἡ ὀρ­γή τοῦ Θε­οῦ». Καί κατόπιν, ἀφοῦ φύσηξε τόν δρά­κον­τα, ἔκανε τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. Τό­τε ὁ δρά­κοντας, ἀφοῦ σφύριξε δυνατά, ­σχί­σθηκε στά δύ­ο καί ἐξα­φα­νί­σθηκε. Βλέ­πον­τας ὅμως ὁ βα­σι­λιάς καί οἱ συνοδοί του τό θαῦμα αὐτό, πί­στεψαν ὅ­λοι στόν Χρι­στό.

Ἡ Ἁ­γί­α ἀ­να­χω­ρῶν­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆ­γε σέ ἄλ­λη πό­λι στήν ὁ­ποί­α βα­σί­λευ­ε ἄλ­λος βα­σι­λιάς, Τα­ρά­σιος ὀ­νό­μα­τι. Αὐ­τός, ὅ­ταν ἔ­μα­θε γιά τήν Ἁ­γί­α, τήν πα­ρου­σί­α­σε στό δι­κα­στή­ριο. Ἀ­φοῦ ρω­τή­θη­κε λοι­πόν ἀ­πό αὐ­τόν ἡ Ἁ­γί­α, ὡ­μο­λό­γη­σε τόν ἑ­αυ­τό της Χρι­στια­νή καί τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό ἀ­να­κή­ρυ­ξε. Ὁ­πό­τε το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­σα σέ ἕ­να κα­ζά­νι, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν γε­μᾶ­το ἀ­πό λά­δι καί πίσ­σα καί μο­λύ­βι καί  ἀ­πό κά­τω ἄ­να­βε φω­τιά. Πα­ρου­σι­ά­σθη­κε ὅ­μως Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί ψύ­χρα­νε τό κα­ζά­νι καί τά εἴ­δη πού ἦ­ταν μέ­σα του. Ἔ­τσι πα­ρέ­μει­νε ἀ­πό αὐ­τά ἀ­βλα­βής ἡ τοῦ Χρι­στοῦ Μάρ­τυς. Καί ἄλ­λα ἀ­κό­μη βά­σα­να τῆς ἔ­κα­νε ὁ ἀ­πάν­θρω­πος τύ­ραν­νος, ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σε νά με­τα­κι­νή­ση τήν στα­θε­ρή πί­στι της. Ὁ­πό­τε στό τέ­λος ἀ­πέ­κο­ψε τήν τι­μί­α της κε­φα­λή καί ἔ­τσι πέ­τα­ξε ἡ ψυ­χή τῆς μα­κά­ριας νι­κη­φό­ρα στίς αἰ­ώ­νι­ες μο­νές. 

ΜΥΝΗΜΑΤΑ

Το καλυτερο φαρμακο για την καθε δοκιμασια μας ειναι η μεγαλυτερη δοκιμασια των συνανθρωπων μας, αρκει να την φερουμε στον λογισμο μας.

 

ΜΗΝΥΜΑΤΑ

 

Γί­νε κοι­νω­νὸς τῆς λύ­πης τῶν ἄλ­λων μὲ τὴν κο­πι­α­στι­κὴ προ­σευ­χὴ καὶ προ­σο­χὴ τῆς καρδιᾶς σου, καὶ θὰ ἀ­νοι­χθῆ πρὶν ἀ­πὸ τὰ αἰ­τή­μα­τά σου ἡ πη­γὴ τοῦ θεί­ου ἐ­λέ­ους.

 

 

banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης