Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Ὁ­σι­ο­μάρτυρος Δαυ­ΐδ (†1813). 26η Ιουνίου


 

Ὁ Ἅ­γι­ος Νε­ο­μάρ­τυρας καί Ὁ­σι­ο­μάρ­τυρας Δα­βίδ κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τίς Κυ­δω­νι­ές (Ἀ­ϊ­βα­λί), πό­λι τῆς Μ. Ἀ­σί­ας. Σέ νε­α­ρή ἡ­λι­κί­α ἦλ­θε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἐ­κά­ρη μο­να­χός στήν Σκή­τη τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νας. Ζοῦ­σε κον­τά στόν γέ­ρον­τά του τήν θε­ά­ρε­στη ζω­ή τῶν μο­να­χῶν. Πρω­το­στά­τη­σε γι­ά τήν ἐκ βά­θρων ἀ­να­καί­νι­σι τῶν να­ῶν τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως στήν κο­ρυ­φή τοῦ Ἄ­θω καί τῆς Πα­να­γί­ας πι­ό κά­τω, κα­θώς καί τήν κα­τα­σκευ­ή δε­ξα­με­νῶν γι­ά τήν συγ­κέν­τρω­σι πό­σι­μου νε­ροῦ, γι­ά τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σι τῶν μο­να­χῶν καί τῶν προ­σκυ­νη­τῶν. Γι­ά τόν λό­γο αὐ­τό εἶ­χε πά­ει στήν Σμύρ­νη τῆς Μ. Ἀ­σί­ας, ὅ­που συγ­κέν­τρω­σε χρή­μα­τα ἀ­πό τούς εὐ­σε­βεῖς χρι­στι­α­νούς καί μέ τά χρή­μα­τα αὐ­τά ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­κα­τα­σκευ­ή τῶν να­ῶν.

 

Ο ἐ­νά­ρε­τος αὐ­τός μο­να­χός ἔ­χον­τας φλο­γε­ρό πό­θο, νά μαρ­τυ­ρή­ση γι­ά τόν Χρι­στό, πῆ­γε στήν Μα­γνη­σί­α τῆς Μ. Ἀ­σί­ας, ὅ­που προ­κά­λε­σε συ­ζή­τη­σι μέ κά­ποι­ους Τούρ­κους γι­ά θέ­μα­τα πί­στε­ως. Αὐ­τοί τόν μα­στί­γω­σαν, τόν πλή­γω­σαν στό κε­φά­λι καί τόν ἔ­δι­ω­ξαν κα­κήν κα­κῶς, δέν τόν θα­νά­τω­σαν ὅ­μως, πρός με­γά­λη του λύ­πη. Ἐ­πέ­στρε­ψε στό Ἅ­γι­ο Ὄρος, στόν γέ­ρον­τά του, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θοῦ­σε, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος τούς κιν­δύ­νους μιᾶς τέ­τοι­ας ἀ­πο­φά­σεως, νά τόν ἀ­πο­τρέ­ψη ἀ­πό τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του. Ὁ Δα­βίδ ὅ­μως ἔ­φυ­γε γι­ά τίς Κα­ρυ­ές, ὅ­που βρι­σκό­ταν ὁ ἐ­πί­σκο­πος Παγ­κρά­τι­ος, πρώ­ην Χρι­στου­πό­λε­ως, τόν ὁ­ποῖ­ο συμ­βου­λεύ­θη­κε καί, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε εὐ­λο­γί­α καί συγ­χώ­ρη­σι, ἦλ­θε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τόν ἴ­δι­ο και­ρό στήν Βα­το­πε­δι­νή Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, ζοῦ­σε κά­ποι­ος μο­να­χός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐξ αἰ­τί­ας ὑ­πε­ρη­φά­νει­ας πλα­νή­θη­κε σέ ση­μεῖ­ο νά δε­χθῆ ὁ­ρά­μα­τα δαι­μό­νων, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν πα­ρώ­τρυ­ναν νά ἀ­σπα­σθῆ τήν δυσ­σε­βῆ πλά­νη τοῦ Μω­ά­μεθ. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θαν οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες τόν ἔ­κλει­σαν στήν κα­λύ­βη του, γι­ά νά μή δι­α­φύ­γη καί γί­νη παί­γνι­ο τῶν δαι­μό­νων.

Αὐ­τός ὅ­μως, σκο­τι­σμέ­νος ἀ­πό τίς σα­τα­νι­κές συμ­βου­λές, πή­δη­ξε τή νύχ­τα ἀ­πό ἕ­να πα­ρα­θυ­ρά­κι χω­ρίς νά πά­θη μά­λι­στα τί­πο­τα καί ἔ­φυ­γε γι­ά τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Λί­γο ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τήν βρῆ­κε κά­ποι­ο Τοῦρ­κο νά κοι­μᾶ­ται στό ὕ­παι­θρο καί τό ἄ­λο­γό του δί­πλα δε­μέ­νο. Πῆ­ρε τό ἄ­λο­γο καί ἔ­φθα­σε ἔ­φιπ­πος στήν πό­λι. Οἱ φρου­ροί τῆς πύ­λης τόν ρώ­τη­σαν τί θέ­λει καί τούς εἶ­πε ὅτι εἶ­ναι ἁ­γι­ο­ρεί­της μο­να­χός, ὅτι ἔ­μα­θε γι­ά τήν θρη­σκεί­α τους καί θέ­λει νά γί­νη μουσουλμᾶνος. Αὐ­τοί μέ πολ­λή χα­ρά τόν ὡδήγη­σαν στόν Κρι­τή. Στό με­τα­ξύ τόν ρώ­τη­σαν ποῦ βρῆ­κε τό ἄ­λο­γο, κα­θώς ἀ­πα­γο­ρευ­ό­ταν οἱ ὑ­πό­δου­λοι, νά ἔ­χουν ἄ­λο­γα καί τούς ἀ­πάν­τη­σε ὄτι τοῦ τό χά­ρι­σε ὁ Μω­ά­μεθ. Τό που­λά­ει μά­λι­στα εἶ­πε τρι­άν­τα γρό­σι­α καί ἐ­κεῖ­νοι τοῦ ἔ­δω­σαν τρι­άν­τα ἀρ­γύ­ρι­α. Ἦρ­θε ὅ­μως ὕ­στε­ρα ὁ κά­το­χος τοῦ ἀ­λό­γου καί ἀ­πο­δεί­χθη­κε ἡ πλά­νη του. Ὅ­λα αὐ­τά προ­ξέ­νη­σαν με­γά­λη λύ­πη στούς χρι­στι­α­νούς καί ἀν­τί­θε­τα ἀ­γαλ­λί­α­σι καί χα­ρά στούς ἀ­γα­ρη­νούς καί τούς Ἑ­βραί­ους.

Ὁ Δα­βίδ, ὅ­ταν ἔ­μα­θε τά γε­γο­νό­τα μέ τόν μο­να­χό, ἀ­πο­φά­σι­σε νά τόν    συ­ναν­τή­ση κρυ­φά καί νά προ­σπα­θή­ση νά τόν συμ­βου­λεύ­ση, μή­πως καί ἀ­να­νή­ψη. Ἄν δέ γι­νό­ταν ἀν­τι­λη­πτός, ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νά ὁ­μο­λο­γή­ση καί ἔτ­σι νά ἐ­πι­τύ­χη τόν σκο­πό, γι­ά τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἔλ­θει. Οἱ Τοῦρ­κοι πρό­σε­χαν, μή­πως πά­η κα­νέ­νας χρι­στι­α­νός καί τόν με­τα­στρέ­ψη.

Ὁ μο­να­χός Δα­βίδ προ­σποι­ή­θη­κε ὅτι ἔ­χει κά­ποι­α ὑ­πό­θε­σι μα­ζί του καί πρέ­πει νά μι­λή­σουν. Ἔτ­σι τόν ἄ­φη­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τό­τε ἄρ­χι­σε νά τόν νου­θε­τῆ, ὥ­στε νά τόν φέ­ρη σέ ἐ­πί­γνω­σι καί με­τά­νοι­α. Τόν ἄ­κου­σε ὅ­μως κά­ποι­ος Τουρ­καλ­βα­νός, πού ἤ­ξε­ρε ἑλ­λη­νι­κά, καί ἀ­μέ­σως τόν συ­νέ­λα­βαν, τόν ἔ­δε­σαν καί τόν πῆ­γαν στόν κρι­τή. Ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε ὁ κρι­τής, ἔ­δω­σε δι­α­τα­γή νά ἀ­παγ­χο­νι­σθῆ ἀ­μέ­σως, μή­πως καί γί­νη αἰ­τί­α νά ἀλ­λά­ξη γνώ­μη ὁ ἄλ­λος. Πράγ­μα­τι, χω­ρίς ἀρ­γο­πο­ρί­α, ἄν καί εἶ­χε νυχ­τώ­σει, τόν συ­νέ­λα­βαν καί τόν ἀ­παγ­χό­νι­σαν.

Ὁ μαρ­τυ­ρι­κός του θά­να­τος προ­ξέ­νη­σε με­γά­λη χα­ρά στούς Χρι­στι­α­νούς, ἀν­τί­βα­ρο τῆς λύ­πης, πού γεύ­θη­καν μέ τήν ἄρ­νη­σι τοῦ ἄλ­λου ψευ­δο­μο­να­χοῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο τε­λι­κά οἱ ἀ­σε­βεῖς ὡδήγη­σαν νά πε­ρι­τμη­θῆ καί τόν συ­νέ­ζευ­ξαν καί μέ μί­α ἄ­σε­μνη Ὀ­θω­μα­νί­δα καί δυ­στυ­χῶς πο­λύ γρή­γο­ρα εἶ­χε ἄ­σχη­μο θά­να­το, τε­λει­ώ­νον­τας τήν ζω­ή του μέ­σα στήν πλά­νη. Ὁ δέ μα­κά­ρι­ος Δα­βίδ μέ τόν δι­πλό στέ­φα­νο τῆς ἀ­σκή­σε­ως καί τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου συ­να­γάλ­λε­ται με­τά τῶν ἁ­γί­ων Ὁ­σι­ο­μαρ­τύ­ρων, πρε­σβεύ­ον­τας γι­ά μᾶς.

Πη­γές: Συ­να­ξα­ρι­στής Νε­ο­μαρ­τύ­ρων…, σελ. 644-646.

Μω­υ­σέ­ως Μο­να­χοῦ…,  ὅ. π.,  σελ. 551.

churchsynaxarion.blogspot.com

http://www.agioritikovima.gr



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης