Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ἀποτελεῖ ἕνα παγκόσμιο φαινόμενο ἀπόλυτα καταγεγραμμένο. Ἐλάχιστες φορές στήν Νεώτερη Χριστιανική Ἱστορία, θεῖες δυνάμεις κάνουν τόσο ἐμφανῆ τήν παρουσία τους σέ ἀνθρώπινο ὄν καί παραμένουν μαζί του προστατεύοντάς το μέχρι τόν φυσικό θάνατο. Στήν περίπτωσι τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ ἡ ἐπιβίωσί του καί μόνο ἀποτελεῖ κορυφαία ἀπόδειξι τῆς ἄμεσης σχέσεώς του μέ τό Θεῖο.
Ὁ Ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς ὁ Ἰατρός, κατά κόσμον Βαλεντίν τοῦ Φέλιξ Βόινο-Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στίς 14/27 Ἀπριλίου 1877 στό Κέρτς τῆς χερσονήσου τῆς Κριμαίας. Τό οἰκογενειακό περιβάλλον, μέσα στό ὁποῖο μεγάλωσε, ἦταν ἰδιόμορφο, καθώς ὁ πατέρας του ἦταν Ρωμαιοκαθολικός, ἐνῷ ἡ μητέρα του, ἄν καί ὀρθόδοξη, περιωριζόταν σέ καλές πράξεις, χωρίς νά συμμετέχη ἐνεργά στήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας.
Πολύ νωρίς μετακομίζουν στό Κίεβο. Στό Κίεβο ὁ Βαλεντίν ἀποφασίζει νά σπουδάση Ἰατρική. Παίρνει τό πτυχίο του τό 1903 καί παρακολουθεῖ μαθήματα ὀφθαλμολογίας.
Τό 1904, μέ τό ξέσπασμα τοῦ Ρωσο - Ἰαπωνικοῦ πολέμου, βρέθηκε στήν Ἄπω Ἀνατολή, ὅπου ἐργάσθηκε ὡς χειρουργός μέ μεγάλη ἐπιτυχία. Ἐκεῖ συναντήθηκε καί μέ τήν Ἄννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τήν μέλλουσα σύζυγό του, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά. Σέ ἡλικία 38 ἐτῶν ἔχασε τήν σύζυγό του ἀπό φυματίωσι. Δέν ξαναπαντρεύθηκε καί ἐπισκεπτόταν τόν τάφο της συχνά, ὅταν τό ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες τῆς ταραχώδους ζωῆς του.
Μετά τό τέλος τοῦ πολέμου ἐργάζεται σέ διάφορα ἐπαρχιακά νοσοκομεῖα. Οἱ ἐπιτυχίες του εἶναι τόσες πολλές, πού ἡ φήμη του ἐξαπλώνεται γρήγορα καί ἀσθενεῖς καταφθάνουν ἀπό παντοῦ. Τήν ἴδια ἐποχή μελετᾶ σχετικά μέ τήν τοπική ἀναισθησία καί συντάσσει ἐπιστημονικά ἄρθρα. Διαπρέπει στίς ἐγχειρήσεις τῶν ὀφθαλμῶν καί ἀποφασίζει νά ἀσχοληθῆ μέ τήν θεραπεία τῶν πυογόνων λοιμώξεων.
Ἡ ρωσική ἐπανάστασι εἶχε ἤδη ἀρχίσει καί ἡ ἐκκλησία βρέθηκε στό στόχαστρο τῶν Μπολσεβίκων. Ἡ κατάστασι εἶχε ξεφύγει ἀπό κάθε ἔλεγχο. Τότε ὁ Βαλεντίν συνελήφθη γιά πρώτη φορά. Αἰτία ἦταν ἡ συκοφαντία ἑνός νοσοκόμου. Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀλήθεια καί ὁ γιατρός ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Ἡ περιπέτεια αὐτή ὅμως, παρά τό αἴσιο τέλος της, ἀναστάτωσε τήν Ἄννα, ἡ ὁποία ἔπασχε ἤδη ἀπό φυματίωσι, καί ἡ ὑγεία της ἐπιδεινώθηκε σέ βαθμό πού λίγες ἡμέρες ἀργότερα ὑπέκυψε. Μετά τόν θάνατό της ὁ γιατρός ἐμπιστεύθηκε τά παιδιά του στήν Σοφία Σεργκέγεβνα, μία πιστή νοσοκόμα, ἡ ὁποία τούς στάθηκε σάν δεύτερη μητέρα γιά πολλά χρόνια.
Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὡς ἰατρός δημοσίευσε σαράντα ἐπιστημονικά ἔργα. Τά πρῶτα 12 χρόνια τῆς δραστηριότητάς του εἶχε ἤδη δημοσιεύσει τά δεκαεννέα ἀπό τά σαράντα ἔργα του. Τόν ἀπασχολοῦσε πολύ ἡ γενική ἀναισθησία, πού ὅπως ἔλεγε, τήν ἐποχή ἐκείνη «ἦταν πολύ πιό ἐπικίνδυνη ἀπό τήν ἴδια τήν χειρουργική ἐπέμβασι». Γύρω στό 1909 κατάφερε νά βρῆ ἕναν ἁπλό καί σίγουρο μαζί τρόπο τοπικῆς ἀναισθησίας. Μέ τήν δική του μέθοδο ἔκανε 538 ἐγχειρήσεις μέ μεγάλη ἐπιτυχία. Τότε ἦταν 33 ἐτῶν. Ἕνα κλασσικό ἔργο του, τό ὁποῖο ἐκδόθηκε τό 1934, εἶναι τό βιβλίο «Δοκίμια γιά τήν χειρουργική τῶν πυογόνων λοιμώξεων».Τιμήθηκε μέ τό Βραβεῖο Στάλιν, τήν κορυφαία διάκρισι τῆς προπολεμικῆς Ρωσίας. Ὁ ἴδιος ἀπεῖχε ἀπό τήν ἀπονομή (ἀντίδρασι ἀδιανόητη ἐκείνη τήν ἐποχή) χαρίζοντας τό χρηματικό ποσό ἀπό τό βραβεῖο Στάλιν στούς πτωχούς. Ὅμως στό βιβλίο αὐτό δέν φαινόταν μόνο ἡ ἐπιστημονική κατάρτισι τοῦ συγγραφέα, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη του γιά τούς ἀσθενεῖς. Σέ ἕνα σημεῖο γράφει: «Ξεκινῶντας τήν ἐξέτασι, ὁ γιατρός πρέπει νά ἔχη ὑπ’ ὄψι του ὄχι μόνο τήν κοιλιακή χώρα, ἀλλά τόν ἀσθενῆ ἐξ ὁλοκλήρου, τόν ὁποῖο δυστυχῶς οἱ γιατροί συνήθως ἀποκαλοῦν 'περίπτωσι'. Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται καί εἶναι ἀπελπισμένος, ἡ καρδιά του σπαρταρᾶ, ὄχι μόνο μέ τήν κυριολεκτική σημασία τῆς λέξεως, ἀλλά καί μέ τήν μεταφορική της σημασία. Γι’ αὐτό πρέπει νά δυναμώσετε τήν καρδιά του ὄχι μόνο μέ κάμφορα ἤ digulen, ἀλλά πρέπει νά ἀπαλλάξετε τόν ἀσθενῆ ἀπό τό ἄγχος καί τήν ψυχολογική φόρτισι. Ὁ ἀσθενής δέν πρέπει νά δῆ τό χειρουργικό τραπέζι, τά ἕτοιμα ἐργαλεῖα, τούς ἀνθρώπους μέ ἰατρικές μπλοῦζες, μέ τίς μάσκες στά πρόσωπα καί τά γάντια στά χέρια. Κοιμίστε τόν ἐκτός τοῦ χώρου τοῦ χειρουργείου. Ἐπίσης φροντίστε νά εἶναι ζεστός καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἐγχειρήσεως, διότι εἶναι πάρα πολύ σημαντικό».
Ὁ ἅγιος Λουκᾶς ἦταν πάντοτε πιστός Χριστιανός. Δέν ἔχανε λειτουργία καί παρακολουθοῦσε ὄρθιος ὅλες τίς παννυχίδες καί τούς Ὄρθρους, τά Σάββατα, τίς Κυριακές καί τίς ἡμέρες τῶν ὀρθόδοξων γιορτῶν. Στό χειρουργεῖο εἶχε πάντα τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, μπροστά στήν ὁποία προσευχόταν γιά λίγα λεπτά πρίν ἀπό κάθε ἐπέμβασι. Ἔπειτα μέ ἕνα βαμβάκι ποτισμένο στό ἰώδιο ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ στό σῶμα τοῦ ἀσθενοῦς, ἐκεῖ πού θά γινόταν ἡ τομή. Μόνο μετά ἀπό αὐτά ἔλεγε μέ ἐπισημότητα, «τό νυστέρι». Οἱ ἄθεοι συνάδελφοί του γρήγορα τόν συνήθιζαν καί δέν ἔδιναν σημασία, ἐνῷ οἱ θρησκευόμενοι τά εὕρισκαν αὐτά πολύ φυσικά.
Ὅμως στίς ἀρχές τοῦ 1920 μία ἀπό τίς ἐπιτροπές ἐλέγχου τοῦ νοσοκομείου, ὅπου ἐργαζόταν τότε, ἔδωσε ἐντολή νά ξεκρεμάσουν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἅγιος Λουκᾶς νά ἀρνῆται νά μπῆ στό χειρουργεῖο. Παράλληλα ἡ σύζυγος ἑνός ἀπό τά στελέχη τοῦ κόμματος εἰσήχθη στό νοσοκομεῖο ὡς ἔκτακτο περιστατικό καί ζητοῦσε νά χειρουργηθῆ μόνο ἀπό τόν Βόινο-Γιασενέτσκι, καί ἔτσι ὁ σύζυγός της τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι, ἄν ἡ ἐγχείρησι γινόταν, τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἡ εἰκόνα θά ἦταν στήν θέσι της. Ἡ ἐγχείρησι ἔγινε καί ἦταν ἐπιτυχής καί ὁ σύζυγος τῆς ἄρρωστης κράτησε τήν ὑπόσχεσί του.
Τό 1921, 26 Ἰανουαρίου ὁ Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι χειροτονήθηκε ἱερέας καί ἀργότερα (1923) Ἐπίσκοπος Τασκένδης. Ἀπό τότε συνδύαζε ποιμαντικά καί ἱερατικά καθήκοντα. Τό καλοκαίρι τοῦ 1923 ἡ «ζῶσα ἐκκλησία» κάνει τήν ἐπίθεσί της καί ἐκτοπίζει τόν ἐπίσκοπο Ἰννοκέντιο. Ὁ κλῆρος καί ὁ λαός τῆς Τασκένδης, ὄντας στό ἔλεος τῶν σχισματικῶν, ἐκλέγουν στήν θέσι τοῦ ἐπισκόπου τόν π. Βαλεντίν Βόινο - Γιασενέτσκι. Ἡ κουρά του σέ μοναχό ἔγινε κρυφά στό σπίτι τοῦ ἱερέα - καθηγητῆ. Καταλληλότερο ὄνομα γιά τό νέο ἐπίσκοπο κρίθηκε ἐκεῖνο τοῦ ἀποστόλου, εὐαγγελιστῆ, ἁγιογράφου καί ἰατροῦ Λουκᾶ. Στήν συνέχεια ταξίδεψε ὡς Πεντζικέντ, γιά νά χειροτονηθῆ ἐπίσκοπος. Παρέμεινε ἀρχίατρος τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Τασκένδης, χειρουργοῦσε καθημερινά καί παρέδινε μαθήματα στήν Ἰατρική Σχολή πάντα μέ τό ράσο καί τόν σταυρό του. Ἀπό τό 1922 καί μέχρι τήν τελευταία του πνοή γνώρισε συλλήψεις, βασανιστήρια, ἐξορίες καί κακουχίες. Φυλακίσθηκε καί ἐξωρίσθηκε συνολικά ἕντεκα χρόνια. Σέ ὅλο αὐτό τό διάστημα ἐξασκοῦσε τήν ἰατρική, βοηθῶντας ὅσους εἶχαν ἀνάγκη.
Οἱ λόγοι τῶν διώξεών του ἦταν οἱ γενικοί διωγμοί κατά τῶν Ὀρθοδόξων καί ἡ ἰδιαίτερη ἄρνησι τοῦ ἐπισκόπου Λουκᾶ νά ὑποστηρίξη τήν «Ζωντανή Ἐκκλησία», ἕνα ἐκκλησιαστικό πραξικόπημα, μέσῳ τοῦ ὁποίου τό σοβιετικό καθεστώς προσπαθοῦσε νά ἐλέγξη τούς πιστούς. Σοβαρό λόγο ἔπαιξε καί ἡ ἀντιπάθεια ἑνός κομματικοῦ στελέχους, ὀνόματι Πέτερς, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά καταδικάση σέ θάνατο κάποιους ἰατρούς, πού ἀντιμετώπιζαν κατηγορίες ἀδιαφορίας ἀπέναντι σέ ἀσθενεῖς, ἀλλά στήν πολύκροτη δίκη, πού ἀκολούθησε, δέν τά κατάφερε, ἐξ αἰτίας τῆς κατάθεσης τοῦ ἐπισκόπου Λουκᾶ. Οἱ ταλαιπωρίες αὐτές οὐσιαστικά κατέστρεψαν τήν ὑγεία τοῦ ἁγίου Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος τά τελευταῖα 9 ἔτη τῆς ζωῆς του ἦταν τυφλός ἀπό γλαύκωμα.
Στήν διάρκεια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου διηύθυνε τό στρατιωτικό νοσοκομεῖο τοῦ Κρασνογιάρσκ, ἐνῷ ἦταν καί ἐπίσκοπος τῆς πόλεως αὐτῆς. Τό 1946 ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς βραβεύθηκε μέ τό βραβεῖο Στάλιν γιά τήν ἡρωική ἐργασία του στόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καί γιά τήν μεγάλη προσφορά του στήν ἰατρική ἐπιστήμη.
Στά 70 του χρόνια γίνεται ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως καί Κριμαίας. Ἐκεῖ τό ἔργο του εἶναι δύσκολο. Ἡ φτώχεια ἔχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, πού ἀναγκάζεται νά ταΐζη, καθημερινά, στό σπίτι του, τούς ἄπορους τῆς περιοχῆς. Στρέφει τό ἐνδιαφέρον του στήν ἐκκλησιαστική ζωή, καθώς τόν ἀποκλείουν ἀπό κάθε ἐπιστημονικό συνέδριο. Κάνει ὑπεράνθρωπες προσπάθειες, γιά νά ἀνοίξουν ἐκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεῖ νά πατάξη τήν ἀμέλεια καί τήν ἀδιαφορία τῶν ἱερέων τονίζοντας, πώς πρέπει οἱ ἴδιοι νά ἀποτελοῦν παράδειγμα πρός μίμησι γιά τούς πιστούς. Παράλληλα ἐξασκεῖ τό ἔργο τοῦ ἰατροῦ προσφέροντας ἀναργύρως τίς ὑπηρεσίες του στόν πάσχοντα ἄνθρωπο. Ἀκολουθῶντας τό ὑπόδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ὅλη του τήν ζωή «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος».
Μέ τήν βελτίωσι στίς σχέσεις Ἐκκλησίας - Κράτους ὁ ἀρχιεπίσκοπος βρίσκει τήν εὐκαιρία νά ἐπιστρέψη στήν ἀγαπημένη του ἀσχολία, δηλαδή τό κήρυγμα. «Θεωρῶ βασικό ἀρχιερατικό μου καθῆκον νά κηρύττω παντοῦ καί πάντα τόν Χριστό», σημειώνει ὁ ἴδιος. Ἀπό τά κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τά ὁποῖα ἀποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες) καί ἔχουν χαρακτηρισθῆ «ἐξαιρετικό φαινόμενο στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή καί θεολογία».
Τήν Ἄνοιξι τοῦ 1952 ἐπιδεινώνεται ἡ ὅρασί του, ἐνῷ στίς ἀρχές τοῦ 1956 τυφλώνεται ὁριστικά, χωρίς νά παύση νά τελῆ ἀπό στήθους τήν θεία Λειτουργία, νά κηρύττη καί νά διευθύνη τήν ἐπισκοπή. Τό 1953 τόν Στάλιν διαδέχεται ὁ Νικήτας Κρουτσώφ, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε νέο κῦμα διωγμῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας, πού κορυφώνεται τό 1959. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μεριμνᾶ γιά τό ποίμνιό του καί προσπαθεῖ νά τοῦ δώση κουράγιο.
Ἐκείνη τήν ἐποχή γράφει στόν μεγαλύτερο υἱό, τόν Μιχαήλ: «Εἶναι ὅλο καί πιό δύσκολο νά διευθύνη κανείς τίς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησίες κλείνουν ἡ μία μετά τήν ἄλλη, δέν ὑπάρχουν ἱερεῖς καί ὁ ἀριθμός τους ὅλο καί ἐλαττώνεται... Κατά τόπους ἡ ἀντίδρασι φθάνει μέχρι ἐξεγέρσεως κατά τῆς ἀρχιερατικῆς ἐξουσίας μου. Δέν μπορῶ νά τό ὑποφέρω στά ὀγδόντα μου χρόνια. Ἀλλά μέ τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου συνεχίζω τό δύσκολο ἔργο μου».
Ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου πρός τόν ἀρχιεπίσκοπο Λουκᾶ ἦταν ἔκδηλη. Ἀκόμα καί ἀλλόθρησκοι ἤ ἄπιστοι τόν ἔβλεπαν μέ σεβασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶναι ἤδη 84 ἐτῶν. Διαισθάνεται πώς τό τέλος του πλησιάζει. Τά Χριστούγεννα τοῦ 1960 λειτουργεῖ γιά τελευταία φορά καί γιά τόν καιρό, πού ἀπομένει, περιορίζεται στό νά κηρύττη. Τελικά τήν Κυριακή 11 Ἰουνίου 1961, ἡμέρα πού ἑορτάζουν οἱ Ἅγιοι Πάντες τῆς Ἁγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ὁ ἀρχιεπίσκοπος - ἰατρός Λουκᾶς Βόινο - Γιασενέτσκι. Παρά τήν ἔντονη ἀντίδρασι τῶν Κομματικῶν, ἡ κηδεία τοῦ ἀρχιεπισκόπου μετατράπηκε σέ λαϊκή ἐπανάστασι. Ἡ Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οἱ δρόμοι πλημμύρησαν ἀπό γυναικοῦλες μέ ἄσπρα μαντήλια στά κεφάλια. Προχώρησαν σιγά - σιγά μπροστά ἀπό τήν σορό τοῦ Δεσπότη. Ἀκόμη καί οἱ γερόντισσες δέν πήγαιναν πίσω. Τρεῖς σειρές τεντωμένων χεριῶν λές καί ὡδηγοῦσαν τό αὐτοκίνητο. Ὁ δρόμος μέχρι καί τό κοιμητήριο ἦταν στρωμένος μέ τριαντάφυλλα. Καί μέχρι τήν πόρτα τοῦ κοιμητηρίου ἀκουγόταν πάνω ἀπό τά κεφάλια μέ τά ἄσπρα μαντήλια ὁ ὕμνος: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Ὅ,τι καί νά ἔλεγαν σέ αὐτό τό πλῆθος, ὅσο καί ἄν προσπαθοῦσαν νά τούς κάνουν νά σιωπήσουν, ἡ ἀπάντησι ἦταν μία· “κηδεύουμε τόν ἀρχιεπίσκοπό μας” ».
Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς φέρεται ἀπό τούς πιστούς νά ἐμφάνισε πολλά πνευματικά χαρίσματα, ὅσο ἀκόμα ζοῦσε. Ὑπάρχουν καταγραμμένες μαρτυρίες ἀσθενῶν, ὅτι ἔκανε ὀρθή διάγνωσι τῆς ἀσθένειάς τους μέ τό πού τούς ἔβλεπε, ἐνῷ ἄλλοι ἰατροί, πού τούς εἶχαν ἐξετάσει, τούς εὕρισκαν ὑγιεῖς. Πολλοί ἔχουν ἐπίσης δηλώσει, ὅτι διαπίστωσαν, ὅτι εἶχε διορατικό χάρισμα, καί ἄλλοι ὅτι τούς θεράπευσε μέ τήν προσευχή του, ἰδίως κατά τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, πού δέν ἔβλεπε πλέον, γιά νά χειρουργῆ. Διώχθηκε, συκοφαντήθηκε, φυλακίστηκε καί ἐξωρίσθηκε. Τά βάσανα, οἱ φυλακές τῆς Σιβηρίας καί τό πολικό κρύο θά ἔπρεπε νά τόν εἶχαν σκοτώσει δεκάδες φορές. Ἡ ἐξουσία μέ τίς δολοπλοκίες της θά ἔπρεπε μέ τήν σειρά της νά τόν εἶχε ἐκτελέσει. Ἡ Θεϊκή παρουσία συνεχῶς παρεμβαίνει καί ἐνεργεῖ στήν ζωή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Μισό αἰῶνα ὁ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ περιβάλλει μέ ἀόρατο πέπλο προστασίας ἕναν Ἰατρό πού χωρίς κἄν νά τό γνωρίζη ἔμελλε νά σώση χιλιάδες ζωές καί νά ἁγιάση σέ ἐποχές σκότους. Γιά 55 ὁλόκληρα χρόνια προκαλοῦσε μέ τήν ζωή, τήν πίστι καί τά λόγια του, τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ καί τίς νικοῦσε καθημερινά, ἀποδεικνύοντας τό μεγαλεῖο τῆς Θείας προστασίας. Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ἀποδεικνύει περίτρανα πώς ὅποιον ὁ Θεός ἀποφάσισε νά διατηρήση, οὔτε δεινά πολέμων, οὔτε ἐξορίες σέ πολικές θερμοκρασίες ἀλλά οὔτε κἄν οἱ φυλακές τῆς ὑπέρ-σιβηρίας μποροῦν νά λυγίσουν. Ὁ Κύριος στό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ εὐλόγησε καί ἀνύψωσε τήν ἐπιστήμη καί τήν ἔρευνα τῶν ἀνθρώπων, ἀρκεῖ αὐτή νά μένη πάντα συνδεμένη μέ τήν πίστι καί τήν γνῶσι.
Τόν Νοέμβριο τοῦ 1995 ἀνακηρύχθηκε ἅγιος μέ ἀπόφασι τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στίς 24-25 Μαΐου 1996 ἦρθε καί ἡ ἐπίσημη ἀνακήρηξί του ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Ρωσίας. Στίς 17 Μαρτίου 1996 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του ἀπό τόν ἀρχιεπίσκοπο Λάζαρο καί μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, μπροστά σέ 40.000 περίπου παρευρισκόμενους. Λέγεται, ὅτι βρέθηκαν ἡ καρδιά του καί τμήματα τοῦ ἐγκεφάλου του ἀδιάφθορα, ἐνῷ ἄρρητη εὐωδία ἐξερχόταν ἀπό τά λείψανά του.
Ἀξίζει νά σημειωθῆ ὅτι, ὅταν ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ἦταν στό Γενισέισκ, ἐπιχείρησε μία πρωτοποριακή καί δυσκολώτατη ἐπέμβασι. Τοῦ ἔφεραν ἕνα νέο ἄνδρα μέ βαρειά νεφρική ἀνεπάρκεια σέ ἀπελπιστική κατάστασι. Ὁ ἐπίσκοπος γιατρός, μήν ἔχοντας ἄλλη λύσι, ἀποφάσισε νά κάνη μία «ἡρωική» ἐπέμβασι καί ἐπεχείρησε μεταμόσχευσι νεφροῦ ἀπό μοσχάρι στό νεαρό ἀσθενῆ, παρά τά πενιχρά μέσα, πού διέθετε.
Ὁ ἰατρός, πού διηγήθηκε τό γεγονός αὐτό, χαρακτηρίζει ἐπιτυχημένη τήν ἐπέμβασι, δίχως ἄλλες λεπτομέρειες γιά τό πόσο ἔζησε ὁ ἀσθενής, τά μετεγχειρητικά προβλήματα κ. λπ. Παρόλο πού ἦταν ἡ πρώτη ἐγχείρησι μεταμοσχεύσεως, δέν ἔγινε εὐρύτερα γνωστή, προφανῶς γιά πολιτικούς λόγους. Δέν θά ἔπρεπε νά προβληθῆ ἕνας «ἐχθρός τοῦ λαοῦ»! Γι’ αὐτό ἐπίσημα ὡς πρώτη τέτοια ἐγχείρησι θεωρεῖται τοῦ καθηγητῆ Ι. Ι. Βορώνη τό 1934 (μία δεκαετία μετά), ὅταν ἔκανε μεταμόσχευσι νεφροῦ χοίρου σέ μία γυναίκα μέ οὐραιμία.
Πηγές: Ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς Βόινο-Γιασενέτσκι, ἕνας ἅγιος ποιμένας καί ἰατρός χειρουργός (1877-1961)», τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Νεκταρίου Ἀντωνόπουλου. Ἔκδ. Ἀκρίτας, 9η ἀνατύπωσι, Ἀθήνα 2003.
Νέος Συναξαριστής…, Μάιος, σελ. 332-335.
http://el.wikipedia.org/
www.agiosloukas.or
agioritikovima.gr
saint.gr


Login