Τῇ 11ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Λουκᾶ τοῦ νέου, Ἐπισκόπου Συμφερουπόλεως, τοῦ θαυματουργοῦ.

Ὁ Ἅ­γι­ος Λου­κᾶς ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να παγ­κό­σμι­ο φαι­νό­με­νο ἀ­πό­λυ­τα κα­τα­γε­γραμ­μέ­νο. Ἐ­λά­χι­στες φο­ρές στήν Νε­ώ­τε­ρη Χρι­στι­α­νι­κή Ἱ­στο­ρί­α, θεῖ­ες δυ­νά­μεις κά­νουν τό­σο ἐμ­φα­νῆ τήν πα­ρου­σί­α τους σέ ἀν­θρώ­πι­νο ὄν καί πα­ρα­μέ­νουν μα­ζί του προ­στα­τεύ­ον­τάς το μέ­χρι τόν φυ­σι­κό θά­να­το. Στήν πε­ρί­πτω­σι τοῦ Ἁ­γί­ου Λου­κᾶ ἡ ἐ­πι­βί­ω­σί του καί μό­νο ἀ­πο­τε­λεῖ κο­ρυ­φαί­α ἀ­πό­δει­ξι τῆς ἄ­με­σης σχέ­σεώς του μέ τό Θεῖ­ο.

Ὁ Ἅ­γι­ος Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Λου­κᾶς ὁ Ἰ­α­τρός, κα­τά κό­σμον Βα­λεν­τίν τοῦ Φέ­λιξ Βόι­νο-Γι­α­σε­νέτ­σκι, γεν­νή­θη­κε στίς 14/27 Ἀ­πρι­λί­ου 1877 στό Κέρ­τς τῆς χερ­σο­νή­σου τῆς Κρι­μαί­ας. Τό οἰ­κο­γε­νει­α­κό πε­ρι­βάλ­λον, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­σε, ἦ­ταν ἰ­δι­ό­μορ­φο, κα­θώς ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κός, ἐ­νῷ ἡ μη­τέ­ρα του, ἄν καί ὀρ­θό­δο­ξη, πε­ρι­ω­ρι­ζό­ταν σέ κα­λές πρά­ξεις, χω­ρίς νά συμ­με­τέ­χη ἐ­νερ­γά στήν λα­τρευ­τι­κή ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Πο­λύ νω­ρίς με­τα­κο­μί­ζουν στό Κί­ε­βο. Στό Κί­ε­βο ὁ Βα­λεν­τίν ἀ­πο­φα­σί­ζει νά σπου­δά­ση Ἰ­α­τρι­κή. Παίρ­νει τό πτυ­χί­ο του τό 1903 καί πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα ὀ­φθαλ­μο­λο­γί­ας.

Τό 1904, μέ τό ξέ­σπα­σμα τοῦ Ρω­σο - Ἰ­α­πω­νι­κοῦ πο­λέ­μου, βρέ­θη­κε στήν Ἄ­πω Ἀ­να­το­λή, ὅ­που ἐρ­γά­σθη­κε ὡς χει­ρουρ­γός μέ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἐ­κεῖ συ­ναν­τή­θη­κε καί μέ τήν Ἄν­να Βα­σι­λί­εβ­να Λάν­σκα­γι­α, τήν μέλ­λου­σα σύ­ζυ­γό του, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε τέσ­σε­ρα παι­δι­ά. Σέ ἡ­λι­κί­α 38 ἐ­τῶν ἔ­χα­σε τήν σύ­ζυ­γό του ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­σι. Δέν ξα­να­παν­τρεύ­θη­κε καί ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τόν τά­φο της συ­χνά, ὅ­ταν τό ἐ­πέ­τρε­παν οἱ συν­θῆ­κες τῆς τα­ρα­χώ­δους ζω­ῆς του.

Με­τά τό τέ­λος τοῦ πο­λέ­μου ἐρ­γά­ζε­ται σέ δι­ά­φο­ρα ἐ­παρ­χι­α­κά νο­σο­κο­μεῖ­α. Οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες του εἶ­ναι τό­σες πολ­λές, πού ἡ φή­μη του ἐ­ξα­πλώ­νε­ται γρή­γο­ρα καί ἀ­σθε­νεῖς κα­τα­φθά­νουν ἀ­πό παν­τοῦ. Τήν ἴ­δι­α ἐ­πο­χή με­λε­τᾶ σχε­τι­κά μέ τήν το­πι­κή ἀ­ναι­σθη­σί­α καί συν­τάσ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἄρ­θρα. Δι­α­πρέ­πει στίς ἐγ­χει­ρή­σεις τῶν ὀ­φθαλ­μῶν καί ἀ­πο­φα­σί­ζει νά ἀ­σχο­λη­θῆ μέ τήν θε­ρα­πεί­α τῶν πυ­ο­γό­νων λοι­μώ­ξε­ων.

Ἡ ρω­σι­κή ἐ­πα­νά­στα­σι εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει καί ἡ ἐκ­κλη­σί­α βρέ­θη­κε στό στό­χα­στρο τῶν Μπολ­σε­βί­κων. Ἡ κα­τά­στα­σι εἶ­χε ξε­φύ­γει ἀ­πό κά­θε ἔ­λεγ­χο. Τό­τε ὁ Βα­λεν­τίν συ­νε­λή­φθη γι­ά πρώ­τη φο­ρά. Αἰ­τί­α ἦ­ταν ἡ συ­κο­φαν­τί­α ἑ­νός νο­σο­κό­μου. Μέ τήν βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἀ­λή­θει­α καί ὁ γι­α­τρός ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος. Ἡ πε­ρι­πέ­τει­α αὐ­τή ὅ­μως, πα­ρά τό αἴ­σι­ο τέ­λος της, ἀ­να­στά­τω­σε τήν Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πα­σχε ἤ­δη ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­σι, καί ἡ ὑ­γεί­α της ἐ­πι­δει­νώ­θη­κε σέ βαθ­μό πού λί­γες ἡ­μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ὑ­πέ­κυ­ψε. Με­τά τόν θά­να­τό της ὁ γι­α­τρός ἐμ­πι­στεύ­θη­κε τά παι­δι­ά του στήν Σο­φί­α Σερ­γκέ­γεβ­να, μί­α πι­στή νο­σο­κό­μα, ἡ ὁ­ποί­α τούς στά­θη­κε σάν δεύ­τε­ρη μη­τέ­ρα γι­ά πολ­λά χρό­νι­α.

Ὁ ἅ­γι­ος Λου­κᾶς ὡς ἰ­α­τρός δη­μο­σί­ευ­σε σα­ράν­τα ἐ­πι­στη­μο­νι­κά ἔρ­γα. Τά πρῶ­τα 12 χρό­νι­α τῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τάς του εἶ­χε ἤ­δη δη­μο­σι­εύ­σει τά δε­κα­εν­νέ­α ἀ­πό τά σα­ράν­τα ἔρ­γα του. Τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε πο­λύ ἡ γε­νι­κή ἀ­ναι­σθη­σί­α, πού ὅ­πως ἔ­λε­γε, τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη «ἦ­ταν πο­λύ πι­ό ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­πό τήν ἴ­δι­α τήν χει­ρουρ­γι­κή ἐ­πέμ­βα­σι». Γύ­ρω στό 1909 κα­τά­φε­ρε νά βρῆ ἕ­ναν ἁ­πλό καί σί­γου­ρο μα­ζί τρό­πο το­πι­κῆς ἀ­ναι­σθη­σί­ας. Μέ τήν δι­κή του μέ­θο­δο ἔ­κα­νε 538 ἐγ­χει­ρή­σεις μέ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α. Τό­τε ἦ­ταν 33 ἐ­τῶν. Ἕ­να κλασ­σι­κό ἔρ­γο του, τό ὁ­ποῖ­ο ἐκ­δό­θη­κε τό 1934, εἶ­ναι τό βι­βλί­ο «Δο­κί­μι­α γι­ά τήν χει­ρουρ­γι­κή τῶν πυ­ο­γό­νων λοι­μώ­ξε­ων».Τι­μή­θη­κε μέ τό Βρα­βεῖ­ο Στά­λιν, τήν κο­ρυ­φαί­α δι­ά­κρι­σι τῆς προ­πο­λε­μι­κῆς Ρω­σί­ας. Ὁ ἴ­δι­ος ἀ­πεῖ­χε ἀ­πό τήν ἀ­πο­νο­μή (ἀν­τί­δρα­σι ἀ­δι­α­νό­η­τη ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή) χα­ρί­ζον­τας τό χρη­μα­τι­κό πο­σό ἀ­πό τό βρα­βεῖ­ο Στά­λιν στούς πτω­χούς. Ὅ­μως στό βι­βλί­ο αὐ­τό δέν φαι­νό­ταν μό­νο ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή κα­τάρ­τι­σι τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἀλ­λά καί ἡ ἀ­γά­πη του γι­ά τούς ἀ­σθε­νεῖς. Σέ ἕ­να ση­μεῖ­ο γρά­φει: «Ξε­κι­νῶντας τήν ἐ­ξέ­τα­σι, ὁ γι­α­τρός πρέ­πει νά ἔ­χη ὑ­π’ ὄ­ψι του ὄ­χι μό­νο τήν κοι­λι­α­κή χώ­ρα, ἀλ­λά τόν ἀ­σθε­νῆ ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου, τόν ὁ­ποῖ­ο δυ­στυ­χῶς οἱ γι­α­τροί συ­νή­θως ἀ­πο­κα­λοῦν '­πε­ρί­πτω­σι'. Ὁ ἄν­θρω­πος φο­βᾶ­ται καί εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­σμέ­νος, ἡ καρ­δι­ά του σπαρ­τα­ρᾶ, ὄ­χι μό­νο μέ τήν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κή ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξε­ως, ἀλ­λά καί μέ τήν με­τα­φο­ρι­κή της ση­μα­σί­α. Γι’ αὐ­τό πρέ­πει νά δυ­να­μώ­σε­τε τήν καρ­δι­ά του ὄ­χι μό­νο μέ κάμ­φο­ρα ἤ digulen, ἀλ­λά πρέ­πει νά ἀ­παλ­λά­ξε­τε τόν ἀ­σθε­νῆ ἀ­πό τό ἄγ­χος καί τήν ψυ­χο­λο­γι­κή φόρ­τι­σι. Ὁ ἀ­σθε­νής δέν πρέ­πει νά δῆ τό χει­ρουρ­γι­κό τρα­πέ­ζι, τά ἕ­τοι­μα ἐρ­γα­λεῖ­α, τούς ἀν­θρώ­πους μέ ἰ­α­τρι­κές μπλοῦ­ζες, μέ τίς μά­σκες στά πρό­σω­πα καί τά γάν­τι­α στά χέ­ρι­α. Κοι­μί­στε τόν ἐ­κτός τοῦ χώ­ρου τοῦ χει­ρουρ­γεί­ου. Ἐ­πί­σης φρον­τί­στε νά εἶ­ναι ζε­στός καθ’ ὅ­λη τήν δι­άρ­κει­α τῆς ἐγ­χει­ρή­σε­ως, δι­ό­τι εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό».

Ὁ ἅ­γι­ος Λου­κᾶς ἦ­ταν πάν­το­τε πι­στός Χρι­στι­α­νός. Δέν ἔ­χα­νε λει­τουρ­γί­α καί πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ὄρ­θι­ος ὅ­λες τίς παν­νυ­χί­δες καί τούς Ὄρ­θρους, τά Σάβ­βα­τα, τίς Κυ­ρι­α­κές καί τίς ἡ­μέ­ρες τῶν ὀρ­θό­δο­ξων γι­ορ­τῶν. Στό χει­ρουρ­γεῖ­ο εἶ­χε πάν­τα τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, μπρο­στά στήν ὁ­ποί­α προ­σευ­χό­ταν γι­ά λί­γα λε­πτά πρίν ἀ­πό κά­θε ἐ­πέμ­βα­σι. Ἔ­πει­τα μέ ἕ­να βαμ­βά­κι πο­τι­σμέ­νο στό ἰ­ώ­δι­ο ἔ­κα­νε τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ στό σῶ­μα τοῦ ἀ­σθε­νοῦς, ἐ­κεῖ πού θά γι­νό­ταν ἡ το­μή. Μό­νο με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­λε­γε μέ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα, «τό νυ­στέ­ρι». Οἱ ἄ­θε­οι συ­νά­δελ­φοί του γρή­γο­ρα τόν συ­νή­θι­ζαν καί δέν ἔ­δι­ναν ση­μα­σί­α, ἐ­νῷ οἱ θρη­σκευ­ό­με­νοι τά εὕρι­σκαν αὐ­τά πο­λύ φυ­σι­κά.

Ὅ­μως στίς ἀρ­χές τοῦ 1920 μί­α ἀ­πό τίς ἐ­πι­τρο­πές ἐ­λέγ­χου τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­ταν τό­τε, ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά ξε­κρε­μά­σουν τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ ἅ­γι­ος Λου­κᾶς νά ἀρ­νῆ­ται νά μπῆ στό χει­ρουρ­γεῖ­ο. Πα­ράλ­λη­λα ἡ σύ­ζυ­γος ἑ­νός ἀ­πό τά στε­λέ­χη τοῦ κόμ­μα­τος εἰ­σή­χθη στό νο­σο­κο­μεῖ­ο ὡς ἔ­κτα­κτο πε­ρι­στα­τι­κό καί ζη­τοῦ­σε νά χει­ρουρ­γη­θῆ μό­νο ἀ­πό τόν Βό­ι­νο-Γι­α­σε­νέτ­σκι, καί ἔτ­σι ὁ σύ­ζυ­γός της τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι, ἄν ἡ ἐγ­χεί­ρη­σ­ι γι­νό­ταν, τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἡ εἰ­κό­να θά ἦ­ταν στήν θέ­σι της. Ἡ ἐγ­χεί­ρη­σι ἔ­γι­νε καί ἦ­ταν ἐ­πι­τυ­χής καί ὁ σύ­ζυ­γος τῆς ἄρ­ρω­στης κρά­τη­σε τήν ὑ­πό­σχε­σί του.

Τό 1921, 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου ὁ Βα­λεν­τίν Βό­ι­νο-Γι­α­σε­νέτ­σκι χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας καί ἀρ­γό­τε­ρα (1923) Ἐ­πί­σκο­πος Τα­σκέν­δης. Ἀ­πό τό­τε συν­δύ­α­ζε ποι­μαν­τι­κά καί ἱ­ε­ρα­τι­κά κα­θή­κον­τα. Τό κα­λο­καίρι τοῦ 1923 ἡ «ζῶ­σα ἐκ­κλη­σί­α» κά­νει τήν ἐ­πί­θε­σί της καί ἐ­κτο­πί­ζει τόν ἐ­πί­σκο­πο Ἰν­νο­κέν­τι­ο. Ὁ κλῆ­ρος καί ὁ λα­ός τῆς Τα­σκέν­δης, ὄν­τας στό ἔ­λε­ος τῶν σχι­σμα­τι­κῶν, ἐ­κλέ­γουν στήν θέ­σι τοῦ ἐ­πι­σκό­που τόν π. Βα­λεν­τίν Βό­ι­νο - Γι­α­σε­νέτ­σκι. Ἡ κου­ρά του σέ μο­να­χό ἔ­γι­νε κρυ­φά στό σπί­τι τοῦ ἱ­ε­ρέ­α - κα­θη­γη­τῆ. Κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο ὄ­νο­μα γι­ά τό νέ­ο ἐ­πί­σκο­πο κρί­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τοῦ ἀ­πο­στό­λου, εὐ­αγ­γε­λι­στῆ, ἁ­γι­ο­γρά­φου καί ἰ­α­τροῦ Λου­κᾶ. Στήν συ­νέ­χει­α τα­ξί­δε­ψε ὡς Πεν­τζι­κέντ, γι­ά νά χει­ρο­το­νη­θῆ ἐ­πί­σκο­πος. Πα­ρέ­μει­νε ἀρ­χί­α­τρος τοῦ Γε­νι­κοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου Τα­σκέν­δης, χει­ρουρ­γοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νά καί πα­ρέ­δι­νε μα­θή­μα­τα στήν Ἰ­α­τρι­κή Σχο­λή πάν­τα μέ τό ρά­σο καί τόν σταυ­ρό του. Ἀ­πό τό 1922 καί μέ­χρι τήν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή γνώ­ρι­σε συλ­λή­ψεις, βα­σα­νι­στή­ρι­α, ἐ­ξο­ρί­ες καί κα­κου­χί­ες. Φυ­λα­κί­σθη­κε καί ἐ­ξω­ρί­σθη­κε συ­νο­λι­κά ἕν­τε­κα χρό­νι­α. Σέ ὅ­λο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα ἐ­ξα­σκοῦ­σε τήν ἰ­α­τρι­κή, βο­η­θῶντας ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη.

Οἱ λό­γοι τῶν δι­ώ­ξε­ών του ἦ­ταν οἱ γε­νι­κοί δι­ωγ­μοί κα­τά τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων καί ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἄρ­νη­σι τοῦ ἐ­πι­σκό­που Λου­κᾶ νά ὑ­πο­στη­ρί­ξη τήν «Ζων­τα­νή Ἐκ­κλη­σί­α», ἕ­να ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου τό σο­βι­ε­τι­κό κα­θε­στώς προ­σπα­θοῦ­σε νά ἐ­λέγ­ξη τούς πι­στούς. Σο­βα­ρό λό­γο ἔ­παι­ξε καί ἡ ἀν­τι­πά­θει­α ἑ­νός κομ­μα­τι­κοῦ στε­λέ­χους, ὀ­νό­μα­τι Πέ­τερς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­θε­λε νά κα­τα­δι­κά­ση σέ θά­να­το κά­ποι­ους ἰ­α­τρούς, πού ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­δι­α­φο­ρί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σέ ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λά στήν πο­λύ­κρο­τη δί­κη, πού ἀ­κο­λού­θη­σε, δέν τά κα­τά­φε­ρε, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς κα­τά­θε­σης τοῦ ἐ­πι­σκό­που Λου­κᾶ. Οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες αὐ­τές οὐ­σι­α­στι­κά κα­τέ­στρε­ψαν τήν ὑ­γεί­α τοῦ ἁ­γί­ου Λου­κᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος τά τε­λευ­ταῖα 9 ἔ­τη τῆς ζω­ῆς του ἦ­ταν τυ­φλός ἀ­πό γλαύ­κω­μα.

Στήν δι­άρ­κει­α τοῦ Δευ­τέ­ρου Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου δι­ηύ­θυ­νε τό στρα­τι­ω­τι­κό νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ Κρασ­νο­γι­άρσκ, ἐ­νῷ ἦ­ταν καί ἐ­πί­σκο­πος τῆς πό­λε­ως αὐ­τῆς. Τό 1946 ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Λου­κᾶς βρα­βεύ­θη­κε μέ τό βρα­βεῖ­ο Στά­λιν γι­ά τήν ἡ­ρω­ι­κή ἐρ­γα­σί­α του στόν Β΄ Παγ­κό­σμι­ο Πό­λε­μο, καί γι­ά τήν με­γά­λη  προ­σφο­ρά του στήν ἰ­α­τρι­κή ἐ­πι­στή­μη.

Στά 70 του χρό­νι­α γί­νε­ται ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Συμ­φε­ρου­πό­λε­ως καί Κρι­μαί­ας. Ἐ­κεῖ τό ἔρ­γο του εἶ­ναι δύ­σκο­λο. Ἡ φτώ­χει­α ἔ­χει πά­ρει τέ­τοι­ες δι­α­στά­σεις, πού ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά ταΐζη, κα­θη­με­ρι­νά, στό σπί­τι του, τούς ἄ­πο­ρους τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Στρέ­φει τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή, κα­θώς τόν ἀ­πο­κλεί­ουν ἀ­πό κά­θε ἐ­πι­στη­μο­νι­κό συ­νέ­δρι­ο. Κά­νει ὑ­πε­ράν­θρω­πες προ­σπά­θει­ες, γι­ά νά ἀ­νοί­ξουν ἐκ­κλη­σί­ες. Ταυ­τό­χρο­να προ­σπα­θεῖ νά πα­τά­ξη τήν ἀ­μέ­λει­α καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν ἱ­ε­ρέ­ων το­νί­ζον­τας, πώς πρέ­πει οἱ ἴ­δι­οι νά ἀ­πο­τε­λοῦν πα­ρά­δειγ­μα πρός μί­μη­σι γι­ά τούς πι­στούς. Πα­ράλ­λη­λα ἐ­ξα­σκεῖ τό ἔρ­γο τοῦ ἰ­α­τροῦ προ­σφέ­ρον­τας ἀ­ναρ­γύ­ρως τίς ὑ­πη­ρε­σί­ες του στόν πά­σχον­τα ἄν­θρω­πο. Ἀ­κο­λου­θῶντας τό ὑ­πό­δειγ­μα τοῦ Θε­αν­θρώ­που ὅ­λη του τήν ζω­ή «δι­ῆλ­θεν εὐ­ερ­γε­τῶν καί ἰ­ώ­με­νος».

Μέ τήν βελ­τί­ω­σι στίς σχέ­σεις Ἐκ­κλη­σί­ας - Κρά­τους ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος βρί­σκει τήν εὐ­και­ρί­α νά ἐ­πι­στρέ­ψη στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ἀ­σχο­λί­α, δη­λα­δή τό κή­ρυγ­μα. «Θε­ω­ρῶ βα­σι­κό ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κό μου κα­θῆ­κον νά κη­ρύτ­τω παν­τοῦ καί πάν­τα τόν Χρι­στό», ση­μει­ώ­νει ὁ ἴ­δι­ος. Ἀ­πό τά κη­ρύγ­μα­τά του κα­τα­γρά­φη­καν πε­ρί­που 750, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τέ­λε­σαν 12 τό­μους (4500 σε­λί­δες) καί ἔ­χουν χα­ρα­κτη­ρι­σθῆ «ἐ­ξαι­ρε­τι­κό φαι­νό­με­νο στήν σύγ­χρο­νη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή καί θε­ο­λο­γί­α».

Τήν Ἄ­νοι­ξι τοῦ 1952 ἐ­πι­δει­νώ­νε­ται ἡ ὅ­ρα­σί του, ἐ­νῷ στίς ἀρ­χές τοῦ 1956 τυ­φλώ­νε­ται ὁ­ρι­στι­κά, χω­ρίς νά παύ­ση νά τε­λῆ ἀ­πό στή­θους τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, νά κη­ρύτ­τη καί νά δι­ευ­θύ­νη τήν ἐ­πι­σκο­πή. Τό 1953 τόν Στά­λιν δι­α­δέ­χε­ται ὁ Νι­κή­τας Κρουτ­σώφ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξε­κί­νη­σε νέ­ο κῦ­μα δι­ωγ­μῶν κα­τά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού κο­ρυ­φώ­νε­ται τό 1959. Ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος με­ρι­μνᾶ γι­ά τό ποί­μνι­ό του καί προ­σπα­θεῖ νά τοῦ δώ­ση κου­ρά­γι­ο.

Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή γρά­φει στόν με­γα­λύ­τε­ρο υἱ­ό, τόν Μι­χα­ήλ: «Εἶ­ναι ὅ­λο καί πι­ό δύ­σκο­λο νά δι­ευ­θύ­νη κα­νείς τίς ὑ­πο­θέ­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ἐκ­κλη­σί­ες κλεί­νουν ἡ μί­α με­τά τήν ἄλ­λη, δέν ὑ­πάρ­χουν ἱ­ε­ρεῖς καί ὁ ἀ­ριθ­μός τους ὅ­λο καί ἐ­λατ­τώ­νε­ται... Κα­τά τό­πους ἡ ἀν­τί­δρα­σι φθά­νει μέ­χρι ἐ­ξε­γέρ­σε­ως κα­τά τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας μου. Δέν μπο­ρῶ νά τό ὑ­πο­φέ­ρω στά ὀ­γδόν­τα μου χρό­νι­α. Ἀλ­λά μέ τήν βο­ή­θει­α τοῦ Κυ­ρί­ου συ­νε­χί­ζω τό δύ­σκο­λο ἔρ­γο μου».

Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ κό­σμου πρός τόν ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Λου­κᾶ ἦ­ταν ἔκ­δη­λη. Ἀ­κό­μα καί ἀλ­λό­θρη­σκοι ἤ ἄ­πι­στοι τόν ἔ­βλε­παν μέ σε­βα­σμό. Ὁ ἀ­ρχι­ε­πί­σκο­πος εἶ­ναι ἤ­δη 84 ἐ­τῶν. Δι­αι­σθά­νε­ται πώς τό τέ­λος του πλησι­ά­ζει. Τά Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1960 λει­τουρ­γεῖ γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά καί γι­ά τόν και­ρό, πού ἀ­πο­μέ­νει, πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στό νά κη­ρύτ­τη. Τε­λι­κά τήν Κυ­ρι­α­κή 11 Ἰ­ου­νί­ου 1961, ἡ­μέ­ρα πού ἑορ­τά­ζουν οἱ Ἅ­γι­οι Πάν­τες τῆς Ἁ­γί­ας Ρω­σί­ας, κοι­μή­θη­κε ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος - ἰ­α­τρός Λου­κᾶς Βό­ι­νο - Γι­α­σε­νέτ­σκι. Πα­ρά τήν ἔν­το­νη ἀν­τί­δρα­σι τῶν Κομ­μα­τι­κῶν, ἡ κη­δεί­α τοῦ ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που με­τα­τρά­πη­κε σέ λα­ϊ­κή ἐ­πα­νά­στα­σι. Ἡ Ε.Π. Λέ­ικ­φελντ πε­ρι­γρά­φει: «Οἱ δρό­μοι πλημ­μύ­ρη­σαν ἀ­πό γυ­ναι­κοῦ­λες μέ ἄ­σπρα μαν­τή­λι­α στά κε­φά­λι­α. Προ­χώ­ρη­σαν σι­γά - σι­γά μπρο­στά ἀ­πό τήν σο­ρό τοῦ Δε­σπό­τη. Ἀ­κό­μη καί οἱ γε­ρόν­τισ­σες δέν πή­γαι­ναν πί­σω. Τρεῖς σει­ρές τεν­τω­μέ­νων χε­ρι­ῶν λές καί ὡ­δη­γοῦ­σαν τό αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ δρό­μος μέ­χρι καί τό κοι­μη­τή­ρι­ο ἦ­ταν στρω­μέ­νος μέ τρι­αν­τά­φυλ­λα. Καί μέ­χρι τήν πόρ­τα τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου ἀ­κου­γό­ταν πά­νω ἀ­πό τά κε­φά­λι­α μέ τά ἄ­σπρα μαν­τή­λι­α ὁ ὕ­μνος: «Ἅ­γι­ος ὁ Θε­ός, Ἅ­γι­ος Ἰ­σχυ­ρός, Ἅ­γι­ος Ἀ­θά­να­τος, ἐ­λέ­η­σον ἡμᾶς». Ὅ,τι καί νά ἔ­λε­γαν σέ αὐ­τό τό πλῆ­θος, ὅ­σο καί ἄν προ­σπα­θοῦ­σαν νά τούς κά­νουν νά σι­ω­πή­σουν, ἡ ἀ­πάν­τη­σι ἦ­ταν μί­α· “κη­δεύ­ου­με τόν ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πό μας” ».

Ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Λου­κᾶς φέ­ρε­ται ἀ­πό τούς πι­στούς νά ἐμ­φά­νι­σε πολ­λά πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα, ὅ­σο ἀ­κό­μα ζοῦ­σε. Ὑ­πάρ­χουν κα­τα­­γραμ­μέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­σθε­νῶν, ὅ­τι ἔ­κα­νε ὀρ­θή δι­ά­γνω­σι τῆς ἀ­σθέ­νει­άς τους μέ τό πού τούς ἔ­βλε­πε, ἐ­νῷ ἄλ­λοι ἰ­α­τροί, πού τούς εἶ­χαν ἐ­ξε­τά­σει, τούς εὕ­ρι­σκαν ὑ­γι­εῖς. Πολ­λοί ἔ­χουν ἐ­πί­σης δη­λώ­σει, ὅ­τι δι­α­πί­στω­σαν, ὅ­τι εἶ­χε δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα, καί ἄλ­λοι ὅ­τι τούς θε­ρά­πευ­σε μέ τήν προ­σευ­χή του, ἰ­δί­ως κα­τά τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νι­α τῆς ζω­ῆς του, πού δέν ἔ­βλε­πε πλέ­ον, γι­ά νά χει­ρουρ­γῆ. Δι­ώ­χθη­κε, συ­κο­φαν­τή­θη­κε, φυ­λα­κί­στη­κε καί ἐ­ξω­ρί­σθη­κε. Τά βά­σα­να, οἱ φυ­λα­κές τῆς Σι­βη­ρί­ας καί τό πο­λι­κό κρύ­ο θά ἔ­πρε­πε νά τόν εἶ­χαν σκο­τώ­σει δε­κά­δες φο­ρές. Ἡ ἐ­ξου­σί­α μέ τίς δο­λο­πλο­κί­ες της θά ἔ­πρε­πε μέ τήν σει­ρά της νά τόν εἶ­χε ἐ­κτε­λέ­σει. Ἡ Θεϊ­κή πα­ρου­σί­α συ­νε­χῶς πα­ρεμ­βαί­νει καί ἐ­νερ­γεῖ στήν ζω­ή τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που. Μι­σό αἰ­ῶ­να ὁ Ἄγ­γε­λος τοῦ Θε­οῦ πε­ρι­βάλ­λει μέ ἀ­ό­ρα­το πέ­πλο προ­στα­σί­ας ἕ­ναν Ἰ­α­τρό πού χω­ρίς κἄν νά τό γνω­ρί­ζη ἔ­μελ­λε νά σώ­ση χι­λι­ά­δες ζω­ές καί νά ἁ­γι­ά­ση σέ ἐ­πο­χές σκό­τους. Γι­ά 55 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νι­α προ­κα­λοῦ­σε μέ τήν ζω­ή, τήν πί­στι καί τά λό­γι­α του, τίς δυ­νά­μεις τοῦ κα­κοῦ καί τίς νι­κοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νά, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας τό με­γα­λεῖ­ο τῆς Θεί­ας προ­στα­σί­ας. Ὁ Ἅ­γι­ος Λου­κᾶς ἀ­πο­δει­κνύ­ει πε­ρί­τρα­να πώς ὅποιον ὁ Θε­ός ἀ­πο­φά­σι­σε νά δι­α­τη­ρή­ση, οὔ­τε δει­νά πο­λέ­μων, οὔ­τε ἐ­ξο­ρί­ες σέ πο­λι­κές θερ­μο­κρα­σί­ες ἀλ­λά οὔ­τε κἄν οἱ φυ­λα­κές τῆς ὑ­πέρ-σι­βη­ρί­ας μπο­ροῦν νά λυ­γί­σουν. Ὁ Κύ­ρι­ος στό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου Λου­κᾶ εὐ­λό­γη­σε καί ἀ­νύ­ψω­σε τήν ἐ­πι­στή­μη καί τήν ἔ­ρευ­να τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­κεῖ αὐ­τή νά μένη πάν­τα συν­δε­­μέ­νη μέ τήν πί­στι καί τήν γνῶ­σι.

Τόν Νο­έμ­βρι­ο τοῦ 1995 ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἅ­γι­ος μέ ἀ­πό­φα­σι τῆς Οὐ­κρα­νι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Στίς 24-25 Μαΐ­ου 1996 ἦρ­θε καί ἡ ἐ­πί­ση­μη ἀ­να­κή­ρη­ξί του ἀ­πό τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τῆς Ρω­σί­ας. Στίς 17 Μαρ­τί­ου 1996 ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του ἀ­πό τόν ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Λά­ζα­ρο καί μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς, μπρο­στά σέ 40.000 πε­ρί­που πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους. Λέ­γε­ται, ὅ­τι βρέ­θη­καν ἡ καρ­δι­ά του καί τμή­μα­τα τοῦ ἐγ­κε­φά­λου του ἀ­δι­ά­φθο­ρα, ἐ­νῷ ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α  ἐ­ξερ­χό­ταν ἀ­πό τά λεί­ψα­νά του.

Ἀ­ξί­ζει νά ση­μει­ω­θῆ ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ἅ­γι­ος Λου­κᾶς ἦ­ταν στό Γε­νι­σέ­ι­σκ, ἐ­πι­χεί­ρη­σε μί­α πρω­το­πο­ρι­α­κή καί δυ­σκο­λώ­τα­τη ἐ­πέμ­βα­σι. Τοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­να νέ­ο ἄν­δρα μέ βα­ρει­ά νε­φρι­κή ἀ­νε­πάρ­κει­α σέ ἀ­πελ­πι­στι­κή κα­τά­στα­σι. Ὁ ἐ­πί­σκο­πος γι­α­τρός, μήν ἔ­χον­τας ἄλ­λη λύ­σι, ἀ­πο­φά­σι­σε νά κά­νη μί­α «ἡ­ρω­ι­κή» ἐ­πέμ­βα­σι καί ἐ­πε­χεί­ρη­σε με­τα­μό­σχευ­σι νε­φροῦ ἀ­πό μο­σχά­ρι στό νε­α­ρό ἀ­σθε­νῆ, πα­ρά τά πε­νι­χρά μέ­σα, πού δι­έ­θε­τε.

 Ὁ ἰ­α­τρός, πού δι­η­γή­θη­κε τό γε­γο­νός αὐ­τό, χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη τήν ἐ­πέμ­βα­σι, δί­χως ἄλ­λες λε­πτο­μέ­ρει­ες γι­ά τό πό­σο ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­σθε­νής, τά με­τεγ­χει­ρη­τι­κά προ­βλή­μα­τα κ. λπ. Πα­ρό­λο πού ἦ­ταν ἡ πρώ­τη ἐγ­χεί­ρη­σι με­τα­μο­σχεύ­σεως, δέν ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στή, προ­φα­νῶς γι­ά πο­λι­τι­κούς λό­γους. Δέν θά ἔ­πρε­πε νά προ­βλη­θῆ ἕ­νας «ἐ­χθρός τοῦ λα­οῦ»! Γι’ αὐ­τό ἐ­πί­ση­μα ὡς πρώ­τη τέ­τοι­α ἐγ­χεί­ρη­σι θε­ω­ρεῖ­ται τοῦ κα­θη­γη­τῆ Ι. Ι. Βο­ρώ­νη τό 1934 (μί­α δε­κα­ε­τί­α με­τά), ὅ­ταν ἔ­κα­νε με­τα­μό­σχευ­σι νε­φροῦ χοί­ρου σέ μί­α γυναίκα μέ οὐ­ραι­μί­α.

Πη­γές: Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Λου­κᾶς Βό­ι­νο-Γι­α­σε­νέτ­σκι, ἕ­νας ἅ­γι­ος ποι­μέ­νας καί ἰ­α­τρός χει­ρουρ­γός (1877-1961)», τοῦ Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Νε­κτα­ρί­ου Ἀν­τω­νό­που­λου. Ἔκδ. Ἀ­κρί­τας, 9η ἀ­να­τύ­πω­σι, Ἀ­θή­να 2003.

Νέ­ος Συ­να­ξα­ρι­στής…, Μά­ι­ος, σελ. 332-335.

http://el.wikipedia.org/

www.agiosloukas.or

agioritikovima.gr

saint.gr



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης