Τῇ 20ῇ τοῦ αὐ¬τοῦ μη¬νός μνή¬μη τοῦ Ἁ¬γί¬ου Ἰ¬ω¬άν¬νου τῆς Κρο¬στάν¬δης (1829- † 1908).

Τῇ 20τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου  τῆς Κρο­στάν­δης (1829- † 1908).

Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης (Ἰ­βάν) Ἴ­λιτς Σέρ­γι­εφ γεν­νή­θη­κε στίς 18 Ὀκτωβρίου 1829, ἡ­μέ­ρα ἑ­ορ­τῆς τοῦ με­γά­λου Σλαύ­ου Ὁ­σί­ου Ἰ­ω­άν­νου τῆς Ρί­λας (Βουλ­γα­ρί­ας), τοῦ ὁ­ποί­ου πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα. Τό χω­ριό του λέ­γε­ται Σού­ρα στό νο­μό Ἀρ­χάγ­γελσκ στήν βο­ρει­νή Λευ­κή θά­λασ­σα τῆς Ρω­σί­ας. Ὁ πα­τέ­ρας του Ἠ­λί­ας (Ἴ­λιτς) Μι­χα­ή­λο­βιτς Σέρ­γι­εφ ἦ­ταν ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος ἱ­ε­ρο­ψάλ­της τῆς ἐ­νο­ρια­κῆς ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ χω­ριοῦ. Ἡ μη­τέ­ρα του Θε­ο­δώ­ρα Βλά­σι­εβ­να ἦ­ταν λί­γο μορ­φω­μέ­νη. Ὁ παπ­ποῦς του ἦ­ταν ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­πό γέ­νος ἱ­ε­ρα­τι­κό. Ἡ θεί­α λα­τρεί­α καί ἡ αὐ­στη­ρή νη­στεί­α ἦ­ταν οἱ βά­σεις τῆς παι­δι­κῆς του κα­τη­χή­σε­ως, πα­ρό­τι γεν­νή­θη­κε κα­χε­κτι­κός καί βα­πτί­σθη­κε τή νύ­χτα τῆς γεν­νή­σε­ώς του.

Ὅ­ταν ἔ­γι­νε 6 ἐ­τῶν ἄρ­χι­σε ἡ μη­τέ­ρα του νά τοῦ πα­ρα­δί­δη μα­θή­μα­τα. Σέ ἡ­λι­κί­α 10 ἐ­τῶν στάλ­θη­κε στήν ἐ­νο­ρια­κή σχο­λή τοῦ Ἀρ­χάγ­γελσκ. Τε­λεί­ω­σε 22 ἐ­τῶν τό Θε­ο­λο­γι­κό Σε­μι­νά­ριο καί μέ κρα­τι­κή ὑ­πο­τρο­φί­α στάλ­θη­κε στήν θε­ο­λο­γι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α τῆς Πετρουπόλεως. Τό­τε πέθανε ὁ πα­τέ­ρας του σέ ἡ­λι­κί­α 48 ἐ­τῶν. Μέ ὅ­πλο τόν καλ­λι­γρα­φι­κό γρα­πτό του χα­ρα­κτῆ­ρα, ἔγινε γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας καί μέ πε­νι­χρό μι­σθό 9 ρού­βλια τόν μῆ­να ἔζησε αὐ­τός καί ἡ μη­τέ­ρα του. Ἐ­νῷ εἶ­χε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά γί­νη ἱ­ε­ρα­πό­στο­λος στήν μα­κρι­νή Κί­να, στό τέ­ταρ­το ἔ­τος τῶν σπου­δῶν πέρασε βα­θειά κα­τά­θλι­ψι, πού ὅ­μως τήν ξε­πέρασε σι­γά-σι­γά. Με­λέ­τη­σε τά γρα­πτά πολ­λῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στά­θη­κε ὅ­μως ἰ­δι­αί­τε­ρα στόν Ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο καί τόν Φι­λά­ρε­το Μό­σχας. Στήν Ἀ­κα­δη­μί­α ἐ­πι­πλέ­ον δι­δά­χθη­κε ὅ­λες τίς τό­τε γνω­στές ἐ­πι­στῆ­μες.

Εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­ναγ­καῖ­ο νά ση­μει­ώ­σου­με, ὅ­τι ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης εἶ­ναι καρ­πός τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἀ­να­γεν­νή­σε­ως, πού ση­μει­ώ­θη­κε στά τέ­λη τοῦ 18ου καί ἀρ­χές τοῦ 20οῦ αἰ­ῶ­να, πα­ρό­τι αὐ­τή δέν ση­μά­δε­ψε καί­ρια καί πλή­ρως τήν Ρω­σι­κή θε­σμι­κή Ἐκ­κλη­σί­α. Νά θυ­μί­σου­με, ὅ­τι ἡ ἀρ­χή ἔ­γι­νε μέ τόν στά­ρετς Πα­ΐ­σιο Βε­λι­τσκόφ­σκυ (1722-1794) πού ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ὡς ἅ­γιος τό 1988 ἀ­πό τήν Ρω­σι­κή Ἐκ­κλη­σί­α.

Πνευ­μα­τι­κοί ἀ­πό­γο­νοι καί καρ­ποί ἦ­σαν πολ­λοί ἀ­κό­μα. Ἀ­νά­με­σά τους ὁ ὅ­σιος Σε­ρα­φείμ τοῦ Σά­ρωφ (1759 -1833, μνή­μη 2 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἀ­να­γνώ­ρι­σι τό 1903), ἡ ὁ­σί­α Ξέ­νη Γκριγ­κό­ρι­εβ­να, ἡ διά Χρι­στόν σα­λή (1732 – 1806/1814, ἀ­να­γν. τό 1988), ὁ ὅ­σιος Ἀμ­βρό­σιος τῆς Ὄ­πτι­να (1812-1891, ἀ­να­γν. τό 1988), ὁ μη­τρο­πο­λί­της Μό­σχας Πλά­των, μη­τρο­πο­λί­της Πε­τρου­πό­λε­ως Γα­βρι­ήλ, ὁ ἐ­πί­σκο­πος Ἰ­γνά­τιος Μπραν­τσα­νί­νωφ (1807-1867, ἀ­να­γν. τό 1988), ὁ ὅ­σιος Θε­ο­φά­νης ὁ ἔγ­κλει­στος (1815-1894, ἀ­να­γν. τό 1988, ὁ ἅ­γιος Σι­λουα­νός ὁ Ἀ­θω­νί­της, ὁ γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος τοῦ Ἔσ­σεξ, κ. λπ.

Στό τέ­λος τῶν σπου­δῶν του ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κά τήν σκέ­ψι τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς, δι­ό­τι ἔ­νοι­ω­σε τήν ἀ­νάγ­κη τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου φω­τι­σμοῦ τοῦ δι­κοῦ του λα­οῦ. Ἔ­τσι τοῦ προ­τάθηκε ἡ θέ­σι ἱ­ε­ρέ­α στόν κα­θε­δρι­κό να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­α τοῦ Πρω­τό­κλη­του στήν Κρον­στάν­δη, ἡ ὁ­ποί­α, στό νη­σί Κό­τλι­νε τοῦ Φιν­νι­κοῦ κόλ­που, ἦ­ταν τό­πος ἐ­ξο­ρί­ας κά­θε «πα­ρα­στρα­τη­μέ­νου» μι­κρο­α­στοῦ. Ὁ γέ­ρον­τας ἱ­ε­ρέ­ας Κων­σταν­τῖ­νος Νετ­βί­τσκυ τοῦ ζή­τη­σε ἐ­πι­πλέ­ον καί αὐ­τός δέ­χτη­κε, νά νυμ­φευ­θῆ καί τήν κό­ρη του Ἐ­λισ­σά­βετ Κων­σταν­τί­νοβ­να.

Στίς 11 Νοεμβρίου 1855 (26 ἐ­τῶν) ἔ­γι­νε δι­ά­κο­νος καί τήν ἑ­πό­με­νη πρε­σβύ­τε­ρος ἀ­πό τόν ἐ­πί­σκο­πο Χρι­στό­φο­ρο Βιν­νί­τσκυ, στόν να­ό τῶν Ἁ­γί­ων Πέ­τρου καί Παύ­λου. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πιά Ἰ­ω­άν­νης, γιά νά βρί­σκε­ται σέ ἱ­ε­ρα­τι­κή ἐ­γρή­γορ­σι, βά­ζει αὐ­στη­ρούς κα­νό­νες στόν ἑ­αυ­τό του. Τούς τη­ρεῖ ὅ­λους μέ­χρι τέ­λους τῆς ζω­ῆς του, ἐ­κτός ἀ­πό αὐ­τόν πού τόν ἤ­θε­λε νά ἡ­συ­χά­ζη πο­λύ στό σπί­τι, διότι οἱ ἀ­νάγ­κες τῶν πο­νε­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν του ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό ὅ,τι ὑ­πο­λό­γι­ζε. Ἡ σύ­ζυ­γός του ἔγινε μέ αὐ­τα­πάρ­νη­σι βο­η­θός στό ἔρ­γο του καί με­τά ἀ­πό ἕ­να χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα συ­να­πο­φάσισαν τε­λι­κά νά ζή­σουν χω­ρίς παι­διά, σάν ἀ­δέλ­φια..

Στόν τό­πο ἐ­ξο­ρί­ας, στήν Κρον­στάν­δη, ἀ­κό­μη καί τά παι­διά ἀ­πό 7 ἐ­τῶν ἦ­ταν πα­ρα­στρα­τη­μέ­να καί ἐ­πι­κίν­δυ­να. Γρή­γο­ρα ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης κα­τά­λα­βε πώς ὅ­λοι ἀ­νή­κουν στό ποί­μνιό του. Ἡ προ­σέγ­γι­σι ἄρ­χι­σε ἀ­πό τά παι­διά, δι­ό­τι, ὅ­πως ἔ­λε­γε, κρα­τοῦν ἕ­να μέ­ρος ἀ­πό τό ἀρ­χι­κό με­γα­λεῖ­ο τῆς εἰ­κό­νας τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­κο­λού­θη­σαν σι­γά-σι­γά καί οἱ με­γά­λοι. Ἡ μέ­ρι­μνά του ἁ­πλώ­θη­κε καί ἀγ­κά­λι­α­σε καί ψυ­χές ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἐ­νο­ρί­α του. Ἐν­θάρ­ρυ­νε κά­θε ἄν­δρα καί γυ­ναί­κα, ἀρ­κεῖ νά ἔ­βλε­πε καί τόν πα­ρα­μι­κρό σπιν­θῆ­ρα στίς ψυ­χές τους.

Μοί­ρα­ζε τό­σα ἀ­πό τά πε­νι­χρά του ἔ­σο­δα, πού γιά τό σπί­τι του δέν εἶ­χε οὔ­τε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα. Ἔ­φθα­νε σέ αὐ­τό πολ­λές φο­ρές χω­ρίς τά πα­πού­τσια του. Οἱ φτω­χοί καί πα­ρα­με­λη­μέ­νοι ἦ­ταν στήν καρ­διά του. Τούς ἀ­γό­ρα­ζε πολ­λές φο­ρές τρό­φι­μα ὁ ἴ­διος, τούς ἔ­φερ­νε για­τρό, τούς πή­γαι­νε στό φαρ­μα­κεῖ­ο. Πάν­τα πί­σω του ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πλῆ­θος ζη­τιά­νων.

Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νά προ­κα­λῆ δυ­σφο­ρί­α στήν «ὑ­ψη­λή κοι­νω­νί­α» τῆς Κρον­στάν­δης. Ὅ­μως αὐ­τός ἐ­πι­τί­θε­το καί ἐ­νο­χλοῦ­σε πλού­σιους καί πο­λι­τι­κούς πα­ρά­γον­τες πρός τήν κα­τεύ­θυν­σι λύ­σε­ως τῶν προ­βλη­μά­των τῶν φτω­χῶν καί ἐ­ξό­ρι­στων, πα­ρό­λη τήν χλεύ­η, πού δε­χό­ταν.

Ἡ βά­σι τῆς φι­λαν­θρω­πι­κῆς του δρά­σε­ως στη­ρι­ζό­ταν στό νά ὀρ­γα­νώ­ση αὐ­τούς πού μπο­ροῦ­σαν νά βο­η­θοῦν. Μέ συ­χνά κη­ρύγ­μα­τα ἀ­νέ­λυ­ε τίς πο­λύ­πλευ­ρες αἰ­τί­ες τῆς Κρον­σταν­δι­κῆς πε­νί­ας καί ἐ­παι­τεί­ας. Κα­τά­φε­ρε σύν­το­μα λοι­πόν νά ἱ­δρυ­θοῦν πτω­χο­κο­μεῖ­α, ἐρ­γα­τι­κές πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές σχο­λές καί ἔ­τσι νά δο­θῆ ἀ­νά­λο­γα στόν κα­θέ­να κα­τοι­κί­α καί ἐρ­γα­σί­α. Ἔμ­βλη­μά του ἡ κοι­νω­νι­κή ἀλ­λη­λεγ­γύ­η.

Ἄς ἀ­να­φέ­ρου­με μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του:

- Τό 1874 συγ­κρο­τεῖ ἐ­νο­ρια­κή πρό­νοι­α γιά τούς φτω­χούς.

- Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1882, ἐγ­και­νιά­ζει ἐρ­γα­τι­κή ἑ­στί­α. Τό ἵ­δρυ­μα αὐ­τό με­γά­λω­σε καί ἔ­γι­νε πο­λυ­δύ­να­μο, ὅ­που εὕ­ρι­σκαν γνώ­σεις καί ἐρ­γα­σί­α παι­διά καί ἀ­πό­κληροι. Τό 1902 δού­λευ­αν σέ αὐ­τό 7281 ἐρ­γα­ζό­με­νοι.

-Τό 1903 ἡ στοι­χει­ώ­δης σχο­λή τοῦ ἱ­δρύ­μα­τος εἶ­χε 259 παι­διά, τό τμῆ­μα ζω­γρα­φι­κῆς 30 ἄ­το­μα, τό ἐρ­γα­στή­ρι ξυ­λουρ­γι­κῶν εἰ­δι­κο­τή­των 61 ἄ­το­μα, τό γυ­ναι­κεῖ­ο τμῆ­μα 50 ἄ­το­μα. Δι­έ­θε­τε ἐ­πι­πλέ­ον ἐρ­γα­στή­ρι ὑ­πο­δη­μα­το­ποι­ί­ας, ζω­ο­λο­γι­κή συλ­λο­γή καί τμῆ­μα γυ­μνα­στι­κῆς.

-Ἐ­κτός ἀ­πό τά ἱ­δρύ­μα­τα λει­τουρ­γοῦ­σαν ἀ­κό­μη τό σχο­λεῖ­ο τῆς Κυ­ρια­κῆς, τό κέν­τρο λα­ϊ­κῶν δι­α­λέ­ξε­ων, τό λα­ϊ­κό ἀ­να­γνω­στή­ριο καί ἡ δα­νει­στι­κή βι­βλι­ο­θή­κη.

-Ἡ ἐ­νο­ρια­κή πρό­νοι­α συν­τη­ροῦ­σε ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο - νη­πι­α­γω­γεῖ­ο καί ἐ­ξο­χι­κό οἴ­κη­μα γιά παι­διά, πτω­χο­κο­μεῖ­ο, ξε­νῶ­να γιά ἀ­στέ­γους καί κέν­τρο ἰ­α­τρι­κῆς βο­ή­θειας. Τό 1896 πέ­ρα­σαν δω­ρε­άν ἀ­πό τό ἰ­α­τρεῖ­ο αὐ­τό 2721 ἀ­σθε­νεῖς, ἐ­νῷ ἡ λαϊκή τρα­πε­ζα­ρί­α ἑ­τοί­μα­ζε σέ κα­θη­με­ρι­νή βά­σι 400 ἕ­ως 800 με­ρί­δες φα­γη­τοῦ.

-Πρέ­πει βε­βαί­ως νά το­νι­σθῆ, ὅ­τι ἡ ποι­κί­λη βο­ή­θεια δι­νό­ταν σέ ὅ­λους, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό κα­τα­γω­γή ἤ θρη­σκευ­τι­κή ὁ­μο­λο­γί­α. Ἔ­τσι ἡ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νη πῆ­ρε παν­ρω­σι­κές δι­α­στά­σεις, σέ μί­α ἐ­πο­χή μά­λι­στα, πού οἱ ἅ­γιοι ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στοι (καί κυ­ρί­ως στά μο­να­στή­ρια, ἐ­νῷ λι­γό­τε­ροι ἦ­ταν στίς ἐ­νο­ρί­ες).

-Ἐ­πι­στέ­γα­σμα αὐ­τῆς του τῆς πο­ρεί­ας ἦταν ἡ ἵ­δρυ­σι στήν Πετρού-πολι γυ­ναι­κεί­ας μο­νῆς ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νης στόν Ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τῆς Ρί­λας, ἡ ἵ­δρυ­σι τῆς μο­νῆς Βο­ρον­τσόφ­σκυ στό Ριμ­πίν­σκυ τῆς ἐ­παρ­χί­ας Πσκόφ καί τῆς μο­νῆς Πι­ου­χτί­τσκυ στήν Ρω­σι­κή Πο­λω­νί­α.

Ἰ­δι­αί­τε­ρη μέ­ρι­μνα ἔ­δει­χνε γιά τό χω­ριό του. Ἔ­κτι­σε ἐ­κεῖ τρι­συ­πό­στα­το πέ­τρι­νο να­ό ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στόν Ἅγ. Νι­κό­λα­ο, τόν Ἅγ. Ἰ­ω­άν­νη τῆς Ρί­λας καί τήν Ἁγ. Πα­ρα­σκευ­ή. Ἵ­δρυ­σε ἀ­κό­μη ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἀ­δελ­φό­τη­τα, σχο­λεῖ­ο, παι­δι­κή στέ­γη, πρι­ο­νι­στή­ριο καί συ­νε­ται­ρι­σμό. Κα­τό­πιν δη­μι­ούρ­γη­σε ἱ­ε­ρά γυ­ναι­κεί­α μο­νή ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στόν Ἅγ. Ἰ­ω­άν­νη τῆς Ρί­λας.  Τό 1912 ἡ μο­νή εἶ­χε 120 μο­να­χές, ἐ­νῷ δι­έ­θε­τε ξε­χω­ρι­στή σκή­τη κον­τά στό χω­ριό καί με­τό­χι στό Ἀρ­χάγ­γελσκ.

Ἐ­πί 32 χρό­νια ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης ἐρ­γά­σθη­κε ὡς παι­δα­γω­γός (1857-1862 στήν πε­ρι­φε­ρεια­κή σχο­λή Κρον­στάν­δης καί 1862-1889 στό Γυ­μνά­σιό της). Βα­σι­κή του ἀρ­χή ἦ­ταν ἡ ἁ­πλό­τη­τα στήν δι­δα­σκα­λί­α. Θε­ω­ροῦ­σε ὅτι ἡ γνῶ­σι εἶ­ναι ἀ­πέ­ραν­τη, γι’ αὐ­τό καί εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά ἐ­κλε­γῆ γιά τά παι­διά μό­νο τό πιό ἀ­πα­ραί­τη­το τμῆ­μα της. Γιά νά δη­μι­ουρ­γη­θῆ ἕ­να ἁρ­μο­νι­κό σύ­στη­μα θε­ω­ροῦ­σε, πώς ἡ μόρ­φω­σι εἶ­ναι ἀ­χώ­ρι­στη ἀ­πό τήν ἀ­γω­γή τῆς καρ­διᾶς, ἡ ὁ­ποί­α καί προ­η­γεῖ­ται.

Σάν δά­σκα­λος ἀ­πέ­φευ­γε νά τι­μω­ρῆ, δί­δα­σκε μέ συ­ζή­τη­σι, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τίς ἐ­κλε­κτές πε­ρι­κο­πές ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, προ­κα­λοῦ­σε ἐ­ρω­τή­μα­τα, ἐν­θάρ­ρυ­νε τήν παι­δι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α καί πρω­το­βου­λί­α. Τά παι­διά, ἐν­θου­σι­α­σμέ­να μα­ζί του, ἐ­λεύ­θε­ρα τόν ἔ­κα­μναν ἐ­ξο­μο­λό­γο τους.

Ἦλ­θε σύν­το­μα ἀν­τί­θε­τος μέ τή Ρω­σι­κή συ­νή­θεια τῆς «μί­ας φο­ρᾶς τό χρό­νο» Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας. Ἡ προ­σω­πι­κή ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι, πού ἔ­κα­νε, ἦ­ταν συ­χνά πο­λύ­ω­ρη, ἔ­τσι τό με­γά­λο πλῆ­θος τῶν πι­στῶν τόν ὡ­δή­γη­σε σέ ἀ­να­βί­ω­σι τῆς κοι­νῆς ἐ­ξο­μο­λο­γήσεως. Κα­τα­δί­κα­ζε μέ αὐ­στη­ρό­τη­τα τήν χλι­α­ρό­τη­τα καί τόν τυ­πι­κό εὐ­σε­βι­σμό τῆς Ρω­σι­κῆς κοι­νω­νί­ας, πού εἶ­χε ὑ­πο­βαθ­μί­σει τήν με­το­χή στήν θεί­α Κοι­νω­νί­α σέ μί­α “ἅ­παξ τοῦ ἔ­τους ὑ­πο­χρέ­ω­σι” καί τήν Θε­αν­δρι­κή ζω­ή τῆς ἐκ­κλη­σί­ας στό ἐ­πί­πε­δο τῶν “ἐ­θί­μων”.

Δέν εἶ­ναι ἑ­πο­μέ­νως τυ­χαῖ­ο, ὅ­τι τό 1890 κα­θη­με­ρι­νά τόν ζη­τοῦ­σαν γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι 150 - 300 πι­στοί. Στήν Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἡ Θεί­α Κοι­νω­νί­α δι­αρ­κοῦ­σε πά­νω ἀ­πό 2 ὧ­ρες. Ἔ­γι­νε λοι­πόν ἕ­νας «στά­ρετς», πού ἔ­κα­ναν σέ αὐ­τόν ἐ­λεύ­θε­ρη ὑ­πα­κο­ή χι­λιά­δες πι­στοί, δι­ό­τι ἄ­νοι­ξε και­νούρ­γιους δρό­μους μέ­νον­τας πι­στός στήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι.

Ὅ­σο πα­ρά­δο­ξο καί ἄν φαί­νε­ται ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης ἔ­κα­νε με­γά­λες, πολ­λές καί ποι­κί­λες πε­ρι­ο­δεῖ­ες. Τίς ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε σέ τα­κτά δι­α­στή­μα­τα. Αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται στήν ἀ­νάγ­κη πού δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ ἀ­πή­χη­σι τῆς ζω­ῆς του πέ­ρα ἀ­πό τήν Κρο­στάν­δη καί ἡ τε­ρά­στια ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, πού εἶ­χε.

Τά τα­ξί­δια αὐ­τά ἄρ­χι­σαν τό 1888 πη­γαί­νον­τας κά­θε χρό­νο στό χω­ριό του Σού­ρα. Τά ὑ­πό­λοι­πα τα­ξί­δια - πε­ρι­ο­δεῖ­ες ἔ­γι­ναν στό Βο­ρο­νέζ, Χάρ­κο­βο, Κί­ε­βο, Κούρσκ, Ὀ­δησ­σό, Βαρ­σο­βί­α καί Βε­ρο­λί­νο. Στό ἐν­δι­ά­με­σο ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι στα­μα­τοῦ­σε συ­χνά. Σέ μί­α ἐν­δι­ά­με­ση στά­σι στό Ρί­ζο­βο πέ­ρα­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ 100.000 ὀ­νό­μα­τα. Ὑ­πῆρ­χαν ἡ­μέ­ρες, πού περ­νοῦ­σαν 7.000 ἕ­ως 8.000 ἄ­το­μα.

Συ­χνά τα­ξί­δευ­ε μέ τραῖ­νο. Ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­ζον­ταν νά συν­δέ­σουν 10-12 βα­γό­νια συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά, γιά νά ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν τούς ἀν­θρώ­πους, πού προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν συ­ναν­τή­σουν!

Ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης μέ τήν προ­σευ­χή ἦ­ταν αἴ­τιος πολ­λῶν θαυ­μά­των, ἐ­νῷ ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­κό­μη σέ γρα­πτές πα­ρα­κλή­σεις ἤ καί σέ τη­λε­γρα­φή­μα­τα πι­στῶν καί μή. Πολ­λές θε­ρα­πεῖ­ες ἀ­να­φέ­ρον­ται στίς βι­ο­γρα­φί­ες του ἐν ζω­ῇ, ἀλ­λά καί με­τά θά­να­τον.

Ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἴ­διος γιά ση­μεῖ­ο θε­ρα­πεί­ας, πού σχε­τι­ζό­ταν μέ τήν θεί­α με­τά­λη­ψι: «Ἕ­νας ἄρ­ρω­στος ἔ­πα­σχε ἀ­πό θα­νά­σι­μο ἕλ­κος στο­μά­χου. Ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­πί ἐν­νέ­α ἡ­μέ­ρες χω­ρίς πα­ρα­μι­κρή ἀ­να­κού­φι­σι ἀ­πό τούς για­τρούς. Κοι­νώ­νη­σε μέ στα­θε­ρή πί­στι. Προ­η­γου­μέ­νως προ­σευ­χή­θη­κα θερ­μά γι’ αὐ­τόν. Τό ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἴ­διας μέ­ρας θε­ρα­πεύ­θη­κε καί τό βρά­δι, ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τό κρε­βά­τι!»

Ὅ­ταν οἱ ἀ­σθε­νεῖς ἦ­ταν πά­ρα πολ­λοί, ἔ­κα­νε καί σύν­το­μη Ἀκο­λου­θί­α τοῦ ἁ­για­σμοῦ καί δέ­η­σι συγ­χω­ρη­τι­κή τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τοῦ ἀρ­ρώ­στου. Μί­α τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­σι θε­ρα­πεί­ας ἦ­ταν τῆς πριγ­κί­πισ­σας Εἰ­ρή­νης Βλα­δι­μή­ροβ­να Μπα­ρι­α­τίν­σκα­για, πού δη­μο­σι­εύ­θη­κε τό 1892 στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Γραζ­ντα­νίν», ὅ­που ἀ­να­φέ­ρε­ται: «... Ἡ κα­τα­δι­κα­σμέ­νη ἀ­πό δι­ε­τί­ας νά κά­θε­ται δια­ρκῶς στήν κα­ρέ­κλα λό­γῳ πα­ρα­λύ­σε­ως τῶν κά­τω ἄ­κρων 13ετής κό­ρη, με­τά τήν προ­σευ­χή τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νου πρός ἀ­νέκ­φρα­στη χα­ρά ὅ­λων ση­κώ­θη­κε καί περ­πά­τη­σε». Τήν ἄρ­ρω­στη πριγ­κί­πισ­σα νο­σή­λευ­αν χω­ρίς ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­χρι τό­τε οἱ κα­λύ­τε­ροι για­τροί Ρά­ουχ­φο­ους, Ριμ­πάλ­κιν καί Μερ­ζε­έφ­σκυ.

Οἱ πε­ρι­πτώ­σεις θε­ρα­πεί­ας τυ­φλῶν ξε­χώρισαν ἀ­πό τίς ἄλ­λες, ἐ­πει­δή χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε σχε­δόν πάν­τα ἁ­για­σμό. Ὁ ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Μπο­γου­τσάρ­σκυ Σε­ρα­φείμ δι­η­γεῖ­ται, ὅ­τι «ἕ­νας τυ­φλός ὡ­δη­γή­θη­κε στό σταθ­μό Γο­λούτ τήν ὥ­ρα, πού στάθ­μευ­ε τό τραῖ­νο μέ τό ὁ­ποῖ­ο τα­ξί­δευ­ε ὁ π. Ἰ­ω­άν­νης. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἔ­δω­σε ἐν­το­λή νά βγά­λη ὁ ἄρ­ρω­στος τό μαν­τή­λι ἀ­πό τά μά­τια του. Ἔ­ψα­λε τήν ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁ­για­σμοῦ, ἔ­βρε­ξε τό μαν­τή­λι στό ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό καί ἔ­νι­ψε τρεῖς φο­ρές τά μά­τια τοῦ τυ­φλοῦ. Ξαφ­νι­κά ὁ τυ­φλός φώ­να­ξε: «Βλέ­πω! Βλέ­πω! …».

-Ὁ ἐ­πί­σκο­πος Πε­τσέρσκ Ἰ­ω­άν­νης ἀ­φη­γή­θη­κε στό Βε­λι­γρά­δι γιά τόν κα­θη­γη­τή Α. Ι. Ἀ­λε­ξάν­τρωφ ὅτι «ἄρ­γη­σε νά ἔλ­θη στήν πα­ρά­κλη­σι σέ ἕ­να σπί­τι τῆς πό­λε­ως Κα­ζάν. Θέ­λον­τας νά μεί­νη ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος στά­θη­κε στό δι­πλα­νό δω­μά­τιο. Ὅ­λοι ἀ­σπά­ζον­ταν τόν Σταυ­ρό τοῦ π. Ἰ­ω­άν­νη καί αὐ­τός στρά­φη­κε στό πί­σω μέ­ρος τῆς πόρ­τας, πού κρυ­βό­ταν ὁ Ἀ­λε­ξάν­τρωφ καί φώ­να­ξε: «Για­τί ὁ κα­θη­γη­τής δέν ἔρ­χε­ται;». Ὅ­ταν αὐ­τός πα­ρου­σι­ά­σθη­κε τόν ρώ­τη­σε: «Φο­βᾶ­στε τόν Σταυ­ρό; Για­τί αὐ­τό; Ἀ­φοῦ μά­λι­στα πο­λύ γρή­γο­ρα θά τόν δί­νε­τε καί σέ ἄλ­λους νά τόν ἀ­σπα­σθοῦν…». Με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό τόν ἄ­φη­σε ἡ γυ­ναί­κα του, πῆ­ρε δι­α­ζύ­γιο καί κά­ρη­κε μο­να­χός. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε πρύ­τα­νις τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας καί Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας. Καί ἐ­νῷ κα­τά τό 1907 ἤ­δη ἦ­ταν ἐ­πί­λε­κτο μέ­λος πολ­λῶν κοι­νω­φε­λῶν ὀρ­γα­νώ­σε­ων, δι­ω­ρί­σθη­κε καί μέ­λος τῆς Ἱ. Συ­νό­δου. Ὅ­μως πο­τέ δέν ἔ­κα­νε χρῆ­σι τοῦ δι­και­ώ­μα­τος νά συμ­με­τά­σχη. Τά πα­ρά­ση­μα πού τοῦ ἔ­δω­σαν, ἔ­δι­ναν ἀ­φορ­μές γιά ἐ­πι­κρί­σεις.

Βα­ρειά ἄρ­ρω­στος τόν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1908, χω­ρίς νά κα­τα­λύ­η τήν νη­στεί­α τῶν Χρι­στου­γέν­νων, τέ­λε­σε γιά τε­λευ­ταί­α φο­ρά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α στίς 10-12-1908. Εἶ­χε μί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­δύ­να­τη φω­νή μέ βα­σα­νι­στι­κούς πό­νους καί στό τέ­λος ἐν μέ­σῳ λυγ­μῶν τῶν πι­στῶν δί­δα­ξε πά­νω σέ κά­θι­σμα γιά τε­λευ­ταί­α φο­ρά.

Στίς 18 τοῦ μη­νός εἶ­πε· «Δό­ξα τῷ Θε­ῷ, ὅ­τι ἔ­χου­με δύ­ο ἡ­μέ­ρες ἀ­κό­μα γιά νά τά κά­νου­με ὅ­λα». Στίς 19 ἔ­χα­σε τίς αἰ­σθή­σεις του, τό βρά­δυ συ­νῆλ­θε, ἀλ­λά μέ πυ­ρε­τό. Λει­τούρ­γη­σαν με­σά­νυ­κτα γιά νά προ­λά­βουν νά τόν κοι­νω­νή­σουν μέ πο­λύ κό­πο. Στίς 6.00 τοῦ δι­ά­βα­σαν τήν εὐ­χή «εἰς ψυ­χορ­ρα­γοῦν­τα». Ἀ­πε­βί­ω­σε στήν Κρον­στάν­δη στίς 07:40 τῆς 20 Δε­κεμ­βρί­ου 1908, σέ ἡ­λι­κί­α 80 ἐ­τῶν. Ἡ κη­δεί­α του ἦ­ταν ἐ­πι­βλη­τι­κή. Τήν ἀ­κο­λού­θη­σαν πά­νω ἀ­πό 20.000 πι­στοί. Συμ­με­τεῖ­χε ὁ πρω­θι­ε­ράρ­χης τῆς ρω­σι­κῆς ἐκ­κλη­σί­ας μέ πολ­λούς ἐ­πι­σκό­πους, 60 ἱ­ε­ρεῖς καί 20 δι­α­κό­νους.

Ἡ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος δι­έ­τα­ξε ὁ βί­ος του νά δι­δά­σκε­ται στά ἱ­ε­ρα­τι­κά σε­μι­νά­ρια. Ὁ τά­φος του βρί­σκε­ται στόν ὑ­πό­γει­ο να­ό τῆς γυ­ναι­κεί­ας μο­νῆς Ἰ­ω­άν­νοφ­σκυ τῆς Πετρουπόλεως ὡς με­γά­λο προ­σκύ­νη­μα. Ἡ ζω­ή του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται προ­φη­τι­κή γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρω­σί­ας τοῦ 20οῦ καί 21ου αἰ­ῶ­να.  

Στίς 8 Ἰ­ου­νί­ου 1990 ἡ Ἱ. Σ. τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρω­σί­ας, στήν πρᾶ­ξι ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς του ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι ἔ­γι­νε «... γιά τήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή του, μέ τήν ὁ­ποί­α ἦ­ταν τύ­πος τῶν πι­στῶν καί γιά τήν πλή­ρη ζή­λου καί θυ­σι­ῶν ὑ­πη­ρε­σί­α του στόν Θε­ό καί στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Γιά τήν ἀ­γά­πη του στόν πλη­σί­ον, μέ τήν ὁ­ποί­α σάν τόν κα­λό Σα­μα­ρεί­τη δί­δα­σκε στό ποί­μνιό του τήν εὐ­σπλα­χνί­α πρός τούς πτω­χούς καί τούς δυ­στυ­χι­σμέ­νους γιά τά θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε, τό­σο στήν ζω­ή, ὅ­σο καί με­τά θά­να­τον, μέ­χρι σή­με­ρα...»

Πα­ρό­τι ὁ στά­ρετς Ἰ­ω­άν­νης ἦ­ταν πνευ­μα­τι­κό τέ­κνο τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου ἡ­συ­χα­σμοῦ, στά συγ­γράμ­μα­τα καί τούς λό­γους του ἡ δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του ἐ­ξω­τε­ρι­κά εἶ­χε λα­τρευ­τι­κό (Θ. Λει­τουρ­γί­α – Ἀ­κο­λου­θί­ες – μυ­στη­ρια­κή ζω­ή) καί κοι­νω­νι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα (κοι­νω­νι­κή ἀλ­λη­λεγ­γύ­η καί ἰά­σεις). Ἔ­τσι τά ἔρ­γα του πού τυ­πώ­θη­καν ἦ­ταν:

α΄) Συ­ζη­τή­σεις καί κη­ρύγ­μα­τα

β΄) Ἀν­τιρ­ρη­τι­κή συγ­γρα­φή, ἀ­να­μνή­σεις καί ἐ­πι­στο­λές

γ΄) Ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό τό ἡ­με­ρο­λό­γιό του μέ τό τόν τί­τλο «ἡ ἐν Χρι­στῷ ζω­ή μου».

Τό βι­βλί­ο αὐ­τό γνώ­ρι­σε πολ­λές «ἐ­παυ­ξη­μέ­νες» ἐκ­δό­σεις, ἐκ­δό­σεις σέ πολ­λές γλῶσ­σες καί ἐκ­δό­σεις σέ ἄλ­λες ὁ­μο­λο­γί­ες. Ἡ ἀγ­γλι­κή με­τά­φρα­σι τοῦ Γου­λιά­εφ, 1987, προ­κά­λε­σε μά­λι­στα με­γά­λη αἴ­σθη­σι στούς δι­α­νο­ού­με­νους. Κρί­σεις γρά­φη­καν στόν ἀγ­γλι­κό, ἀ­με­ρι­κα­νι­κό καί αὐ­στρα­λέ­ζι­κο τύ­πο. Ὁ δο­μι­νι­κα­νός Στάρκ ἐ­ξέ­δω­σε μι­κρό τό­μο ἀ­πό ἀ­πο­σπά­σμα­τα στήν γαλ­λι­κή γλῶσ­σα. Ἀρ­γό­τε­ρα με­τα­φρά­ση­καν ἔρ­γα του καί με­λέ­τες στίς δι­ά­φο­ρες σλα­βι­κές γλῶσ­σες. Ξε­χω­ρί­ζει τό ἔρ­γο τοῦ Βούλ­γα­ρου ἱ­ε­ρο­μό­να­χου Με­θο­δί­ου.

Ἡ ἑλ­λη­νι­κή με­τά­φρα­σι τοῦ βι­βλί­ου «Ἡ ἐν Χρι­στῷ ζω­ή μου» ἔ­γι­νε ἀ­πό τόν Μακ. Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀ­με­ρι­κῆς Μι­χα­ήλ. Τό 1974 ὁ Β. Μου­στά­κης κυ­κλο­φό­ρη­σε τό­μο μέ ἀ­πο­σπά­σμα­τα μέ τόν ἴ­διο τί­τλο (ἔκδ. «Ἀ­στήρ»).

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης