Τῇ 20ῇ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης (1829- † 1908).
Ὁ π. Ἰωάννης (Ἰβάν) Ἴλιτς Σέργιεφ γεννήθηκε στίς 18 Ὀκτωβρίου 1829, ἡμέρα ἑορτῆς τοῦ μεγάλου Σλαύου Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Ρίλας (Βουλγαρίας), τοῦ ὁποίου πῆρε τό ὄνομα. Τό χωριό του λέγεται Σούρα στό νομό Ἀρχάγγελσκ στήν βορεινή Λευκή θάλασσα τῆς Ρωσίας. Ὁ πατέρας του Ἠλίας (Ἴλιτς) Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ ἦταν ὀλιγογράμματος ἱεροψάλτης τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ. Ἡ μητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεβνα ἦταν λίγο μορφωμένη. Ὁ παπποῦς του ἦταν ἱερέας ἀπό γένος ἱερατικό. Ἡ θεία λατρεία καί ἡ αὐστηρή νηστεία ἦταν οἱ βάσεις τῆς παιδικῆς του κατηχήσεως, παρότι γεννήθηκε καχεκτικός καί βαπτίσθηκε τή νύχτα τῆς γεννήσεώς του.
Ὅταν ἔγινε 6 ἐτῶν ἄρχισε ἡ μητέρα του νά τοῦ παραδίδη μαθήματα. Σέ ἡλικία 10 ἐτῶν στάλθηκε στήν ἐνοριακή σχολή τοῦ Ἀρχάγγελσκ. Τελείωσε 22 ἐτῶν τό Θεολογικό Σεμινάριο καί μέ κρατική ὑποτροφία στάλθηκε στήν θεολογική Ἀκαδημία τῆς Πετρουπόλεως. Τότε πέθανε ὁ πατέρας του σέ ἡλικία 48 ἐτῶν. Μέ ὅπλο τόν καλλιγραφικό γραπτό του χαρακτῆρα, ἔγινε γραμματέας τῆς Ἀκαδημίας καί μέ πενιχρό μισθό 9 ρούβλια τόν μῆνα ἔζησε αὐτός καί ἡ μητέρα του. Ἐνῷ εἶχε τήν ἐπιθυμία νά γίνη ἱεραπόστολος στήν μακρινή Κίνα, στό τέταρτο ἔτος τῶν σπουδῶν πέρασε βαθειά κατάθλιψι, πού ὅμως τήν ξεπέρασε σιγά-σιγά. Μελέτησε τά γραπτά πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στάθηκε ὅμως ἰδιαίτερα στόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο καί τόν Φιλάρετο Μόσχας. Στήν Ἀκαδημία ἐπιπλέον διδάχθηκε ὅλες τίς τότε γνωστές ἐπιστῆμες.
Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νά σημειώσουμε, ὅτι ὁ π. Ἰωάννης εἶναι καρπός τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀναγεννήσεως, πού σημειώθηκε στά τέλη τοῦ 18ου καί ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα, παρότι αὐτή δέν σημάδεψε καίρια καί πλήρως τήν Ρωσική θεσμική Ἐκκλησία. Νά θυμίσουμε, ὅτι ἡ ἀρχή ἔγινε μέ τόν στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) πού ἀναγνωρίσθηκε ὡς ἅγιος τό 1988 ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία.
Πνευματικοί ἀπόγονοι καί καρποί ἦσαν πολλοί ἀκόμα. Ἀνάμεσά τους ὁ ὅσιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (1759 -1833, μνήμη 2 Ἰανουαρίου, ἀναγνώρισι τό 1903), ἡ ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διά Χριστόν σαλή (1732 – 1806/1814, ἀναγν. τό 1988), ὁ ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα (1812-1891, ἀναγν. τό 1988), ὁ μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων, μητροπολίτης Πετρουπόλεως Γαβριήλ, ὁ ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπραντσανίνωφ (1807-1867, ἀναγν. τό 1988), ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ ἔγκλειστος (1815-1894, ἀναγν. τό 1988, ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, ὁ γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, κ. λπ.
Στό τέλος τῶν σπουδῶν του ἐγκατέλειψε ὁριστικά τήν σκέψι τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, διότι ἔνοιωσε τήν ἀνάγκη τοῦ ὀρθοδόξου φωτισμοῦ τοῦ δικοῦ του λαοῦ. Ἔτσι τοῦ προτάθηκε ἡ θέσι ἱερέα στόν καθεδρικό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου στήν Κρονστάνδη, ἡ ὁποία, στό νησί Κότλινε τοῦ Φιννικοῦ κόλπου, ἦταν τόπος ἐξορίας κάθε «παραστρατημένου» μικροαστοῦ. Ὁ γέροντας ἱερέας Κωνσταντῖνος Νετβίτσκυ τοῦ ζήτησε ἐπιπλέον καί αὐτός δέχτηκε, νά νυμφευθῆ καί τήν κόρη του Ἐλισσάβετ Κωνσταντίνοβνα.
Στίς 11 Νοεμβρίου 1855 (26 ἐτῶν) ἔγινε διάκονος καί τήν ἑπόμενη πρεσβύτερος ἀπό τόν ἐπίσκοπο Χριστόφορο Βιννίτσκυ, στόν ναό τῶν Ἁγίων Πέτρου καί Παύλου. Ὁ ἱερέας πιά Ἰωάννης, γιά νά βρίσκεται σέ ἱερατική ἐγρήγορσι, βάζει αὐστηρούς κανόνες στόν ἑαυτό του. Τούς τηρεῖ ὅλους μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἐκτός ἀπό αὐτόν πού τόν ἤθελε νά ἡσυχάζη πολύ στό σπίτι, διότι οἱ ἀνάγκες τῶν πονεμένων ἀδελφῶν του ἦταν περισσότερες ἀπό ὅ,τι ὑπολόγιζε. Ἡ σύζυγός του ἔγινε μέ αὐταπάρνησι βοηθός στό ἔργο του καί μετά ἀπό ἕνα χρονικό διάστημα συναποφάσισαν τελικά νά ζήσουν χωρίς παιδιά, σάν ἀδέλφια..
Στόν τόπο ἐξορίας, στήν Κρονστάνδη, ἀκόμη καί τά παιδιά ἀπό 7 ἐτῶν ἦταν παραστρατημένα καί ἐπικίνδυνα. Γρήγορα ὁ π. Ἰωάννης κατάλαβε πώς ὅλοι ἀνήκουν στό ποίμνιό του. Ἡ προσέγγισι ἄρχισε ἀπό τά παιδιά, διότι, ὅπως ἔλεγε, κρατοῦν ἕνα μέρος ἀπό τό ἀρχικό μεγαλεῖο τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Ἀκολούθησαν σιγά-σιγά καί οἱ μεγάλοι. Ἡ μέριμνά του ἁπλώθηκε καί ἀγκάλιασε καί ψυχές ἔξω ἀπό τήν ἐνορία του. Ἐνθάρρυνε κάθε ἄνδρα καί γυναίκα, ἀρκεῖ νά ἔβλεπε καί τόν παραμικρό σπινθῆρα στίς ψυχές τους.
Μοίραζε τόσα ἀπό τά πενιχρά του ἔσοδα, πού γιά τό σπίτι του δέν εἶχε οὔτε τά ἀπαραίτητα. Ἔφθανε σέ αὐτό πολλές φορές χωρίς τά παπούτσια του. Οἱ φτωχοί καί παραμελημένοι ἦταν στήν καρδιά του. Τούς ἀγόραζε πολλές φορές τρόφιμα ὁ ἴδιος, τούς ἔφερνε γιατρό, τούς πήγαινε στό φαρμακεῖο. Πάντα πίσω του ἀκολουθοῦσε πλῆθος ζητιάνων.
Ἔτσι ἄρχισε νά προκαλῆ δυσφορία στήν «ὑψηλή κοινωνία» τῆς Κρονστάνδης. Ὅμως αὐτός ἐπιτίθετο καί ἐνοχλοῦσε πλούσιους καί πολιτικούς παράγοντες πρός τήν κατεύθυνσι λύσεως τῶν προβλημάτων τῶν φτωχῶν καί ἐξόριστων, παρόλη τήν χλεύη, πού δεχόταν.
Ἡ βάσι τῆς φιλανθρωπικῆς του δράσεως στηριζόταν στό νά ὀργανώση αὐτούς πού μποροῦσαν νά βοηθοῦν. Μέ συχνά κηρύγματα ἀνέλυε τίς πολύπλευρες αἰτίες τῆς Κρονστανδικῆς πενίας καί ἐπαιτείας. Κατάφερε σύντομα λοιπόν νά ἱδρυθοῦν πτωχοκομεῖα, ἐργατικές πολυκατοικίες, ἐπαγγελματικές σχολές καί ἔτσι νά δοθῆ ἀνάλογα στόν καθένα κατοικία καί ἐργασία. Ἔμβλημά του ἡ κοινωνική ἀλληλεγγύη.
Ἄς ἀναφέρουμε μέρος τοῦ ἔργου του:
- Τό 1874 συγκροτεῖ ἐνοριακή πρόνοια γιά τούς φτωχούς.
- Στίς 12 Ὀκτωβρίου 1882, ἐγκαινιάζει ἐργατική ἑστία. Τό ἵδρυμα αὐτό μεγάλωσε καί ἔγινε πολυδύναμο, ὅπου εὕρισκαν γνώσεις καί ἐργασία παιδιά καί ἀπόκληροι. Τό 1902 δούλευαν σέ αὐτό 7281 ἐργαζόμενοι.
-Τό 1903 ἡ στοιχειώδης σχολή τοῦ ἱδρύματος εἶχε 259 παιδιά, τό τμῆμα ζωγραφικῆς 30 ἄτομα, τό ἐργαστήρι ξυλουργικῶν εἰδικοτήτων 61 ἄτομα, τό γυναικεῖο τμῆμα 50 ἄτομα. Διέθετε ἐπιπλέον ἐργαστήρι ὑποδηματοποιίας, ζωολογική συλλογή καί τμῆμα γυμναστικῆς.
-Ἐκτός ἀπό τά ἱδρύματα λειτουργοῦσαν ἀκόμη τό σχολεῖο τῆς Κυριακῆς, τό κέντρο λαϊκῶν διαλέξεων, τό λαϊκό ἀναγνωστήριο καί ἡ δανειστική βιβλιοθήκη.
-Ἡ ἐνοριακή πρόνοια συντηροῦσε ὀρφανοτροφεῖο - νηπιαγωγεῖο καί ἐξοχικό οἴκημα γιά παιδιά, πτωχοκομεῖο, ξενῶνα γιά ἀστέγους καί κέντρο ἰατρικῆς βοήθειας. Τό 1896 πέρασαν δωρεάν ἀπό τό ἰατρεῖο αὐτό 2721 ἀσθενεῖς, ἐνῷ ἡ λαϊκή τραπεζαρία ἑτοίμαζε σέ καθημερινή βάσι 400 ἕως 800 μερίδες φαγητοῦ.
-Πρέπει βεβαίως νά τονισθῆ, ὅτι ἡ ποικίλη βοήθεια δινόταν σέ ὅλους, ἀνεξάρτητα ἀπό καταγωγή ἤ θρησκευτική ὁμολογία. Ἔτσι ἡ δημοτικότητα τοῦ π. Ἰωάννη πῆρε πανρωσικές διαστάσεις, σέ μία ἐποχή μάλιστα, πού οἱ ἅγιοι ἦταν ἐλάχιστοι (καί κυρίως στά μοναστήρια, ἐνῷ λιγότεροι ἦταν στίς ἐνορίες).
-Ἐπιστέγασμα αὐτῆς του τῆς πορείας ἦταν ἡ ἵδρυσι στήν Πετρού-πολι γυναικείας μονῆς ἀφιερωμένης στόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Ρίλας, ἡ ἵδρυσι τῆς μονῆς Βοροντσόφσκυ στό Ριμπίνσκυ τῆς ἐπαρχίας Πσκόφ καί τῆς μονῆς Πιουχτίτσκυ στήν Ρωσική Πολωνία.
Ἰδιαίτερη μέριμνα ἔδειχνε γιά τό χωριό του. Ἔκτισε ἐκεῖ τρισυπόστατο πέτρινο ναό ἀφιερωμένο στόν Ἅγ. Νικόλαο, τόν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας καί τήν Ἁγ. Παρασκευή. Ἵδρυσε ἀκόμη ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική ἀδελφότητα, σχολεῖο, παιδική στέγη, πριονιστήριο καί συνεταιρισμό. Κατόπιν δημιούργησε ἱερά γυναικεία μονή ἀφιερωμένη στόν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας. Τό 1912 ἡ μονή εἶχε 120 μοναχές, ἐνῷ διέθετε ξεχωριστή σκήτη κοντά στό χωριό καί μετόχι στό Ἀρχάγγελσκ.
Ἐπί 32 χρόνια ὁ π. Ἰωάννης ἐργάσθηκε ὡς παιδαγωγός (1857-1862 στήν περιφερειακή σχολή Κρονστάνδης καί 1862-1889 στό Γυμνάσιό της). Βασική του ἀρχή ἦταν ἡ ἁπλότητα στήν διδασκαλία. Θεωροῦσε ὅτι ἡ γνῶσι εἶναι ἀπέραντη, γι’ αὐτό καί εἶναι ἀνάγκη νά ἐκλεγῆ γιά τά παιδιά μόνο τό πιό ἀπαραίτητο τμῆμα της. Γιά νά δημιουργηθῆ ἕνα ἁρμονικό σύστημα θεωροῦσε, πώς ἡ μόρφωσι εἶναι ἀχώριστη ἀπό τήν ἀγωγή τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία καί προηγεῖται.
Σάν δάσκαλος ἀπέφευγε νά τιμωρῆ, δίδασκε μέ συζήτησι, ἐπαναλάμβανε τίς ἐκλεκτές περικοπές ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, προκαλοῦσε ἐρωτήματα, ἐνθάρρυνε τήν παιδική ἐλευθερία καί πρωτοβουλία. Τά παιδιά, ἐνθουσιασμένα μαζί του, ἐλεύθερα τόν ἔκαμναν ἐξομολόγο τους.
Ἦλθε σύντομα ἀντίθετος μέ τή Ρωσική συνήθεια τῆς «μίας φορᾶς τό χρόνο» Θείας Κοινωνίας. Ἡ προσωπική ἐξομολόγησι, πού ἔκανε, ἦταν συχνά πολύωρη, ἔτσι τό μεγάλο πλῆθος τῶν πιστῶν τόν ὡδήγησε σέ ἀναβίωσι τῆς κοινῆς ἐξομολογήσεως. Καταδίκαζε μέ αὐστηρότητα τήν χλιαρότητα καί τόν τυπικό εὐσεβισμό τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας, πού εἶχε ὑποβαθμίσει τήν μετοχή στήν θεία Κοινωνία σέ μία “ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑποχρέωσι” καί τήν Θεανδρική ζωή τῆς ἐκκλησίας στό ἐπίπεδο τῶν “ἐθίμων”.
Δέν εἶναι ἑπομένως τυχαῖο, ὅτι τό 1890 καθημερινά τόν ζητοῦσαν γιά ἐξομολόγησι 150 - 300 πιστοί. Στήν Θεία Λειτουργία ἡ Θεία Κοινωνία διαρκοῦσε πάνω ἀπό 2 ὧρες. Ἔγινε λοιπόν ἕνας «στάρετς», πού ἔκαναν σέ αὐτόν ἐλεύθερη ὑπακοή χιλιάδες πιστοί, διότι ἄνοιξε καινούργιους δρόμους μένοντας πιστός στήν ὀρθόδοξη πίστι.
Ὅσο παράδοξο καί ἄν φαίνεται ὁ π. Ἰωάννης ἔκανε μεγάλες, πολλές καί ποικίλες περιοδεῖες. Τίς ἐπαναλάμβανε σέ τακτά διαστήματα. Αὐτό ὀφείλεται στήν ἀνάγκη πού δημιούργησε ἡ ἀπήχησι τῆς ζωῆς του πέρα ἀπό τήν Κροστάνδη καί ἡ τεράστια ἀλληλογραφία, πού εἶχε.
Τά ταξίδια αὐτά ἄρχισαν τό 1888 πηγαίνοντας κάθε χρόνο στό χωριό του Σούρα. Τά ὑπόλοιπα ταξίδια - περιοδεῖες ἔγιναν στό Βορονέζ, Χάρκοβο, Κίεβο, Κούρσκ, Ὀδησσό, Βαρσοβία καί Βερολίνο. Στό ἐνδιάμεσο ἐννοεῖται ὅτι σταματοῦσε συχνά. Σέ μία ἐνδιάμεση στάσι στό Ρίζοβο πέρασαν ἀπό ἐκεῖ 100.000 ὀνόματα. Ὑπῆρχαν ἡμέρες, πού περνοῦσαν 7.000 ἕως 8.000 ἄτομα.
Συχνά ταξίδευε μέ τραῖνο. Ἔτσι ἀναγκάζονταν νά συνδέσουν 10-12 βαγόνια συμπληρωματικά, γιά νά ἐξυπηρετήσουν τούς ἀνθρώπους, πού προσπαθοῦσαν νά τόν συναντήσουν!
Ὁ π. Ἰωάννης μέ τήν προσευχή ἦταν αἴτιος πολλῶν θαυμάτων, ἐνῷ ἀπαντοῦσε ἀκόμη σέ γραπτές παρακλήσεις ἤ καί σέ τηλεγραφήματα πιστῶν καί μή. Πολλές θεραπεῖες ἀναφέρονται στίς βιογραφίες του ἐν ζωῇ, ἀλλά καί μετά θάνατον.
Ἀναφέρει ὁ ἴδιος γιά σημεῖο θεραπείας, πού σχετιζόταν μέ τήν θεία μετάληψι: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπό θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε ἐπί ἐννέα ἡμέρες χωρίς παραμικρή ἀνακούφισι ἀπό τούς γιατρούς. Κοινώνησε μέ σταθερή πίστι. Προηγουμένως προσευχήθηκα θερμά γι’ αὐτόν. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας θεραπεύθηκε καί τό βράδι, σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι!»
Ὅταν οἱ ἀσθενεῖς ἦταν πάρα πολλοί, ἔκανε καί σύντομη Ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ καί δέησι συγχωρητική τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀρρώστου. Μία τέτοια περίπτωσι θεραπείας ἦταν τῆς πριγκίπισσας Εἰρήνης Βλαδιμήροβνα Μπαριατίνσκαγια, πού δημοσιεύθηκε τό 1892 στήν ἐφημερίδα «Γραζντανίν», ὅπου ἀναφέρεται: «... Ἡ καταδικασμένη ἀπό διετίας νά κάθεται διαρκῶς στήν καρέκλα λόγῳ παραλύσεως τῶν κάτω ἄκρων 13ετής κόρη, μετά τήν προσευχή τοῦ π. Ἰωάννου πρός ἀνέκφραστη χαρά ὅλων σηκώθηκε καί περπάτησε». Τήν ἄρρωστη πριγκίπισσα νοσήλευαν χωρίς ἀποτέλεσμα μέχρι τότε οἱ καλύτεροι γιατροί Ράουχφοους, Ριμπάλκιν καί Μερζεέφσκυ.
Οἱ περιπτώσεις θεραπείας τυφλῶν ξεχώρισαν ἀπό τίς ἄλλες, ἐπειδή χρησιμοποιοῦσε σχεδόν πάντα ἁγιασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μπογουτσάρσκυ Σεραφείμ διηγεῖται, ὅτι «ἕνας τυφλός ὡδηγήθηκε στό σταθμό Γολούτ τήν ὥρα, πού στάθμευε τό τραῖνο μέ τό ὁποῖο ταξίδευε ὁ π. Ἰωάννης. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολή νά βγάλη ὁ ἄρρωστος τό μαντήλι ἀπό τά μάτια του. Ἔψαλε τήν ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ, ἔβρεξε τό μαντήλι στό ἁγιασμένο νερό καί ἔνιψε τρεῖς φορές τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ξαφνικά ὁ τυφλός φώναξε: «Βλέπω! Βλέπω! …».
-Ὁ ἐπίσκοπος Πετσέρσκ Ἰωάννης ἀφηγήθηκε στό Βελιγράδι γιά τόν καθηγητή Α. Ι. Ἀλεξάντρωφ ὅτι «ἄργησε νά ἔλθη στήν παράκλησι σέ ἕνα σπίτι τῆς πόλεως Καζάν. Θέλοντας νά μείνη ἀπαρατήρητος στάθηκε στό διπλανό δωμάτιο. Ὅλοι ἀσπάζονταν τόν Σταυρό τοῦ π. Ἰωάννη καί αὐτός στράφηκε στό πίσω μέρος τῆς πόρτας, πού κρυβόταν ὁ Ἀλεξάντρωφ καί φώναξε: «Γιατί ὁ καθηγητής δέν ἔρχεται;». Ὅταν αὐτός παρουσιάσθηκε τόν ρώτησε: «Φοβᾶστε τόν Σταυρό; Γιατί αὐτό; Ἀφοῦ μάλιστα πολύ γρήγορα θά τόν δίνετε καί σέ ἄλλους νά τόν ἀσπασθοῦν…». Μετά ἀπό λίγον καιρό τόν ἄφησε ἡ γυναίκα του, πῆρε διαζύγιο καί κάρηκε μοναχός. Ἀργότερα ἔγινε πρύτανις τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας καί Ἀρχιερέας. Καί ἐνῷ κατά τό 1907 ἤδη ἦταν ἐπίλεκτο μέλος πολλῶν κοινωφελῶν ὀργανώσεων, διωρίσθηκε καί μέλος τῆς Ἱ. Συνόδου. Ὅμως ποτέ δέν ἔκανε χρῆσι τοῦ δικαιώματος νά συμμετάσχη. Τά παράσημα πού τοῦ ἔδωσαν, ἔδιναν ἀφορμές γιά ἐπικρίσεις.
Βαρειά ἄρρωστος τόν Δεκέμβριο τοῦ 1908, χωρίς νά καταλύη τήν νηστεία τῶν Χριστουγέννων, τέλεσε γιά τελευταία φορά τήν θεία Λειτουργία στίς 10-12-1908. Εἶχε μία ἐντελῶς ἀδύνατη φωνή μέ βασανιστικούς πόνους καί στό τέλος ἐν μέσῳ λυγμῶν τῶν πιστῶν δίδαξε πάνω σέ κάθισμα γιά τελευταία φορά.
Στίς 18 τοῦ μηνός εἶπε· «Δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ἔχουμε δύο ἡμέρες ἀκόμα γιά νά τά κάνουμε ὅλα». Στίς 19 ἔχασε τίς αἰσθήσεις του, τό βράδυ συνῆλθε, ἀλλά μέ πυρετό. Λειτούργησαν μεσάνυκτα γιά νά προλάβουν νά τόν κοινωνήσουν μέ πολύ κόπο. Στίς 6.00 τοῦ διάβασαν τήν εὐχή «εἰς ψυχορραγοῦντα». Ἀπεβίωσε στήν Κρονστάνδη στίς 07:40 τῆς 20 Δεκεμβρίου 1908, σέ ἡλικία 80 ἐτῶν. Ἡ κηδεία του ἦταν ἐπιβλητική. Τήν ἀκολούθησαν πάνω ἀπό 20.000 πιστοί. Συμμετεῖχε ὁ πρωθιεράρχης τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας μέ πολλούς ἐπισκόπους, 60 ἱερεῖς καί 20 διακόνους.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος διέταξε ὁ βίος του νά διδάσκεται στά ἱερατικά σεμινάρια. Ὁ τάφος του βρίσκεται στόν ὑπόγειο ναό τῆς γυναικείας μονῆς Ἰωάννοφσκυ τῆς Πετρουπόλεως ὡς μεγάλο προσκύνημα. Ἡ ζωή του χαρακτηρίζεται προφητική γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τοῦ 20οῦ καί 21ου αἰῶνα.
Στίς 8 Ἰουνίου 1990 ἡ Ἱ. Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, στήν πρᾶξι ἀναγνωρίσεως τῆς ἁγιότητάς του ἀναφέρει, ὅτι ἔγινε «... γιά τήν ἐνάρετη ζωή του, μέ τήν ὁποία ἦταν τύπος τῶν πιστῶν καί γιά τήν πλήρη ζήλου καί θυσιῶν ὑπηρεσία του στόν Θεό καί στήν Ἐκκλησία. Γιά τήν ἀγάπη του στόν πλησίον, μέ τήν ὁποία σάν τόν καλό Σαμαρείτη δίδασκε στό ποίμνιό του τήν εὐσπλαχνία πρός τούς πτωχούς καί τούς δυστυχισμένους γιά τά θαύματα πού ἔκανε, τόσο στήν ζωή, ὅσο καί μετά θάνατον, μέχρι σήμερα...»
Παρότι ὁ στάρετς Ἰωάννης ἦταν πνευματικό τέκνο τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ, στά συγγράμματα καί τούς λόγους του ἡ δραστηριότητά του ἐξωτερικά εἶχε λατρευτικό (Θ. Λειτουργία – Ἀκολουθίες – μυστηριακή ζωή) καί κοινωνικό χαρακτῆρα (κοινωνική ἀλληλεγγύη καί ἰάσεις). Ἔτσι τά ἔργα του πού τυπώθηκαν ἦταν:
α΄) Συζητήσεις καί κηρύγματα
β΄) Ἀντιρρητική συγγραφή, ἀναμνήσεις καί ἐπιστολές
γ΄) Ἀποσπάσματα ἀπό τό ἡμερολόγιό του μέ τό τόν τίτλο «ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου».
Τό βιβλίο αὐτό γνώρισε πολλές «ἐπαυξημένες» ἐκδόσεις, ἐκδόσεις σέ πολλές γλῶσσες καί ἐκδόσεις σέ ἄλλες ὁμολογίες. Ἡ ἀγγλική μετάφρασι τοῦ Γουλιάεφ, 1987, προκάλεσε μάλιστα μεγάλη αἴσθησι στούς διανοούμενους. Κρίσεις γράφηκαν στόν ἀγγλικό, ἀμερικανικό καί αὐστραλέζικο τύπο. Ὁ δομινικανός Στάρκ ἐξέδωσε μικρό τόμο ἀπό ἀποσπάσματα στήν γαλλική γλῶσσα. Ἀργότερα μεταφράσηκαν ἔργα του καί μελέτες στίς διάφορες σλαβικές γλῶσσες. Ξεχωρίζει τό ἔργο τοῦ Βούλγαρου ἱερομόναχου Μεθοδίου.
Ἡ ἑλληνική μετάφρασι τοῦ βιβλίου «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου» ἔγινε ἀπό τόν Μακ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Μιχαήλ. Τό 1974 ὁ Β. Μουστάκης κυκλοφόρησε τόμο μέ ἀποσπάσματα μέ τόν ἴδιο τίτλο (ἔκδ. «Ἀστήρ»).


Login