Τῷ αὐτῷ μηνί Λ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Σίλα καί Σιλουανοῦ, Ἐπαινετοῦ, Κρησκεντος, καί Ἀνδρονίκου. Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Ἰ­ου­λίτ­της τῆς ἐκ Και­σα­ρεί­ας.

Εἰς τόν Σί­λαν καί Σι­λου­α­νόν.

 Τούς κή­ρυ­κάς σου Σι­λου­α­νόν καί Σί­λαν,

Σῶ­τερ θα­νόν­τας, πῶς ἀ­κη­ρύ­κτους λί­πω;

                      Εἰς τόν Ἐ­παι­νε­τόν.

 + Σέ ἀ­γα­πη­τόν Παῦ­λος ἱ­στο­ρεῖ μέ­γας,

Κα­λῶν ἀ­παρ­χήν τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας ὅ­λης.

                      Εἰς τόν Κρή­σκεν­τα καί Ἀν­δρό­νι­κον.

 + Κρή­σκης καί Ἀν­δρό­νι­κος οἱ μύ­σται Λό­γου,


Βλέ­που­σι νῦν πρό­σω­πον τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.

 + Τέσ­σα­ρες ἐ­ξέ­θα­νον μύ­σται Θε­οῖ­ο ἐν τρι­α­κο­στῇ.

 

 + Αὐ­τοί ἦ­ταν ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα Ἀ­πο­στό­λους καί ὁ μέν Σί­λας κο­πί­α­ζε μα­ζί μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, πού κο­πί­α­σε στό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τούς ἄλ­λους Ἀ­πο­στό­λους· γι’ αὐ­τό ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς Πρά­ξεις· «Παῦ­λος δέ ἐ­πι­λε­ξά­με­νος Σί­λαν, ἐ­ξῆλ­θε» (Πράξ. 15, 40), ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό πο­λύ και­ρό ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Κο­ρίν­θου.

Ἔ­τσι ἀ­νέ­λα­βε νά βά­λη σέ ἐ­φαρ­μο­γή τίς ἀ­πο­στα­λεῖ­σες πρός Κο­ριν­θί­ους δύ­ο Ἐ­πι­στο­λές τοῦ Παύ­λου καί, ὅ­σους κα­τοι­κοῦ­σαν στήν Κό­ριν­θο, τούς με­τέ­βα­λε στό καλ­λί­τε­ρο. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ κο­πί­α­σε πο­λύ καί στή­ρι­ξε ὅ­λους στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο.

Ὁ Ἅ­γι­ος Σι­λου­α­νός ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Θεσ­σα­λο­νί­κης καί ὑ­πέ­μει­νε πολ­λούς καί ἀλ­λε­πάλ­λη­λους κιν­δύ­νους γι­ά τήν τοῦ Χρι­στοῦ πί­στι, ἐ­πει­δή οἱ Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς ἦταν ἐ­πι­τή­δει­οι στίς πυκνότητες καί στά σο­φί­σμα­τα τῶν λό­γων. Ἀφοῦ λοιπόν καί αὐτός ἀγωνίσθηκε σωστά, ἀ­πῆλ­θε πρός τόν πο­θού­με­νο Κύ­ρι­ο.

Ὁ Ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος Ἐ­παι­νε­τός, ἦ­ταν καί αὐ­τός ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα καί ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος στήν Καρ­θα­γέ­νη, δη­λα­δή σ’ αὐ­τό πού σή­με­ρα λέ­γε­ται Τού­νε­ζι. Καί ἀ­φοῦ ὑ­πέ­μει­νε πολ­λούς πει­ρα­σμούς καί θλί­ψεις πα­θῶν ἀ­πό τούς ἐ­κεῖ κα­τοι­κοῦν­τες Ἕλ­λη­νες, πολ­λούς με­τέ­βα­λε ἀ­πό τήν εἰ­δω­λο­λα­τρεί­α στήν θε­ο­γνω­σί­α καί ἔ­τσι ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο[80].  

Ἀλ­λά καί ὁ Ἅ­γι­ος Ἀ­πό­στο­λος Κρή­σκης, ἕ­νας ἦταν ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρει ὁ Παῦ­λος στήν πρός Τι­μό­θε­ο Ἐ­πι­στο­λή λέ­γο­ντας· «Κρή­σκης ἐ­πο­ρεύ­θη εἰς Γα­λα­τί­αν» (B΄ Τι­μοθ. 4,10). Αὐτός λοι­πόν, ἀφοῦ ἔγινε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς Χαλ­κη­δό­νας, ἔ­δει­ξε σέ πολ­λούς ­πλα­νε­μέ­νους τήν ὁδό τῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Καί, ἀφοῦ κατέκρινε στήν ἴδια του τήν σάρκα τήν κα­τάκριτη ἁ­μαρ­τί­α καί ἔκανε πολ­λούς ἀ­κα­τάκριτους μέ τήν πίστι καί τήν ἀ­ρε­τή, πρός τόν Κύ­ρι­ο ἐ­ξε­δή­μη­σε­[81].

  Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρα τῆς Ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Ἰ­ου­λίτ­της
τῆς ἐκ Και­σα­ρεί­ας.

 * Ὡς ἀ­χλυ­ῶ­δες καί τό πῦρ τῆς κα­μί­νου,

Πρός τήν κα­λήν λάμ­που­σαν ἦν Ἰ­ου­λίτ­ταν.

 

+ Αὐ­τή κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Και­σά­ρεια τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας, τήν ὁ­ποί­α καί ὁ μέ­γας Βα­σί­λει­ος τί­μη­σε μέ ἐγ­κώ­μιο. Αὐ­τή λοι­πόν εἶ­χε δί­κη μέ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἅρ­πα­γα καί πλε­ο­νέ­κτη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­κο­ψε μέν τό πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­ρος ἀ­πό τά ὑ­πο­στα­τι­κά της καί οἰ­κει­ο­ποι­ή­θη­κε ἄ­δι­κα τά χω­ρά­φια καί τούς τό­πους καί τά ζῶ­α καί τούς δού­λους καί ὅ­λη τήν δι­α­κυ­βέρ­νη­σι τῆς ζω­ῆς της. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ κα­τα­φρό­νη­σε τό δί­και­ο ὁ φι­λά­δι­κος, βα­σι­ζό­ταν ἐ­πά­νω σέ συ­κο­φαν­τί­ες, σέ ψευ­δο­λο­γί­ες, σέ ψευ­δο­μαρ­τυ­ρί­ες καί στό νά δω­ρο­δο­κῆ τούς δι­κα­στές.

Ἐ­πει­δή λοι­πόν ἡ Ἁ­γί­α ἄρ­χι­σε νά ἀ­πο­κα­λύ­πτη τήν τυ­ραν­νί­α καί τόν πλε­ο­νε­κτι­κό τρό­πο, ­πού χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἐ­ναν­τί­ον της ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­κεῖ­νος, γι’ αὐ­τό ἀ­μέ­σως ὁ ἀ­δι­κη­τής τήν δι­ά­βα­λε στόν ἄρ­χον­τα τῆς Και­σα­ρεί­ας λέ­γον­τας, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νή καί ὅ­τι δέν λα­τρεύ­ει τούς θε­ούς τοῦ βα­σι­λιᾶ καί ὅ­τι ὡς τέ­τοι­α δέν πρέ­πει νά με­τέ­χη στά κοι­νά ὑ­πο­στα­τι­κά μέ τούς ἄλ­λους Ἕλ­λη­νες.

Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως δέν ­θέ­λη­σε οὔ­τε νά δῆ κα­θό­λου τά πα­ρόν­τα τοῦ κό­σμου πράγ­μα­τα, ἀλ­λά κα­τα­φρο­νῶν­τας ὅ­λα της τά ὑ­πάρ­χον­τα εἶπε· «Ἄς χα­θῆ καί ἄς ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ἡ ζω­ή αὐ­τή καί ἡ τοῦ κό­σμου δό­-

 

ξα καί ὁ πλοῦ­τος. Δι­ό­τι ἐ­γώ δέν θά ἀρ­νη­θῶ γι’ αὐ­τά τόν δη­μι­ουρ­γό μου Θε­ό καί ποι­η­τή τῶν ἁ­πάν­των». Ἀ­μέ­σως λοι­πόν ὁ ἄ­δι­κος κρι­τής, ἔρ­ρι­ξε τήν Ἁ­γί­α μέ­σα σέ ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο κα­μί­νι. Τό κα­μί­νι ὅμως ἀγ­κά­λια­σε τό σῶ­μα τῆς Ἁ­γί­ας, σάν ἕ­νας θά­λα­μος φω­τει­νός καί τήν μέν ψυ­χή της ἔ­στει­λε στίς οὐ­ρά­νι­ες Μο­νές, τό δέ σῶ­μα της δι­α­φύ­λα­ξε ἄφλε­κτο καί ἀ­κέ­ραι­ο, γι­ά νά τό ἔ­χουν ὡς πα­ρη­γο­ριά καί ἰ­α­τρεῖ­ο οἱ συγ­γε­νεῖς της καί ὅ­λοι οἱ πι­στοί Χρι­στια­νοί.



[80] Γι’ αὐτόν γράφει ὁ Παῦ­λος στήν πρός Ρω­μαί­ους Ἐ­πι­στο­λή· «Ἀ­σπά­σα­σθε Ἐ­παι­νε­τόν τόν ἀ­γα­πη­τόν μου, ὅ­στις ἐ­στίν ἀ­παρ­χή τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας ἐν Χρι­στῷ» (Ρωμ. 16, 5). Γιά τόν Ἀνδρόνικο βλέπε στήν 17η Μα­ΐ­ου, ὅ­που ἑ­ορ­τά­ζε­ται μέ τήν Ἰουνία καί τό Συ­να­ξά­ρι­ του γρά­φε­ται. Γιά δέ τήν εὕρεσι τοῦ λει­ψά­νου τοῦ Ἀν­δρο­νί­κου βλέπε στίς 22 Φεβ­ρου­α­ρί­ου.

[81]  Ὁ Κρή­σκης αὐτός φαί­νε­ται νά εἶναι ὁ ἴ­διος ἐ­κεῖ­νος, ­πού ­χει­ρο­τό­νη­σε ὁ Πέ­τρος καί ὁ Παῦ­λος, ὅπως φαίνεται στό Συ­να­ξάρι τοῦ Παγ­κρα­τί­ου Ταυ­ρο­με­νί­ου τήν 9η Ἰ­ου­λί­ου.

     Γιά δέ τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα Ἀ­πο­στό­λους, βλέπε στήν 4η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης