Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου. * Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου, τοῦ ἐν τῷ κελλίῳ τοῦ Ἰάγαρι κειμένῳ κατά τάς Καρεάς τοῦ Ἄθω ἀσκήσαντος, ἐν ἔτει 1470.

 Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Σάββα[1]   
τοῦ Ἡγιασμένου. 

 Ψυχήν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι,

Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάββας.

Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάββα ἐντός ἐσήχθης.

 αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ μεγάλου Ἰου-στινιανοῦ, κατά τό ἔτος 527, καταγόμενος ἀπό τήν χώρα τῶν Καππαδοκῶν ἀπό τό μέρος πού ὀνομάζεται Μουτα-λάσκη, υἱός γονέων εὐσεβῶν, τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Σοφίας. Ἀμέσως λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς του, ἔτρεξε στήν ζωή  τῶν Μοναχῶν καί μπῆκε σέ ἕνα Μοναστήρι ὀνομαζόμενο Φλαβιανές. Τόσο δέ ἐγκρατής ἔγινε ὁ ἀοίδιμος ἀ­πό τήν νε­α­ρή του ἡ­λι­κί­α, ὥ­στε, βλέ­πον­τας μί­α φο­ρά ἕ­να μῆ­λο στόν κῆ­πο καί ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά τό φά­η, τό πῆ­ρε μό­νο στά χέ­ρια καί εἶ­πε· «Ὡ­ραῖ­ος ἦ­ταν στήν ὅ­ρα­σι καί κα­λός στήν βρῶ­σι ὁ καρ­πό ςπού μοῦ προ­ξέ­νη­σε τόν θά­να­το»­». Ἔ­πει­τα ἔρ­ρι­ξε τό μῆ­λο κα­τά γῆς καί τό κα­τα­πά­τη­σε μέ τά πό­δια του. Καί ἀ­πό τό­τε ἔ­βα­λε κα­νό­να καί ἀ­πό­φα­σι στόν ἑ­αυ­τό του, νά μή φά­η μῆ­λο σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή. Καί μί­α φο­ρά μπαί­νον­τας σέ φοῦρ­νο ἀ­ναμ­μέ­νο ὁ Ἅ­γιος, βγῆ­κε ἀ­βλα­βής, χω­ρίς νά ἀγ­γί­ξη ἡ φω­τιά κα­θό­λου οὔ­τε σ’ αὐ­τά τά ἐν­δύ­μα­τά του. Κα­τά δέ τό δέ­κα­το ἕ­κτο ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, πῆ­γε ὁ Ὅ­σιος στόν μέ­γα Εὐ­θύ­μιο καί ἀ­πό αὐ­τόν στάλ­θη­κε στό Κοι­νό­βιο τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­κτί­στου[2], δι­ό­τι ἦ­ταν ἀ­γέ­νει­ος. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ζῶν­τας ὁ θεῖ­ος Σάβ­βας δε­χό­ταν με­γά­λη ὠ­φέ­λεια ἀ­πό ὅ­λους τούς ἀ­δελ­φούς, ἐ­πει­δή ἐ­μι­μεῖ­το τοῦ κα­θε­νός τήν ἀ­ρε­τή καί τήν θε­ά­ρε­στη πο­λι­τεί­α. Ὁπότε γιά τόν λόγο αὐτόν τόν ὠνόμαζε ὁ μέγας Εὐθύμιος, Παιδαριογέροντα.

Ὅ­ταν πέ­ρα­σαν ὅ­μως ἀρ­κε­τά χρό­ναι, τόν ἔ­παιρ­νε ὁ Εὐ­θύ­μιος μα­ζί του, ὅ­ταν πή­γαι­νε στήν ἡ­συ­χί­α κα­τά τόν και­ρό τῆς με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς. Ὅ­σο δέ με­γά­λω­νε ἡ ἡ­λι­κί­α του, τό­σο με­γά­λω­νε καί ἡ ἀ­ρε­τή του. Ἔ­τσι δέ­χθη­κε ἀ­πό τόν Κύ­ριο τῶν θαυ­μά­των τήν χά­ρι, γι’ αὐ­τό καί πολ­λά θαυ­μά­σια ἔ­κα­νε ὁ τρι­σόλ­βιος. Δι­ό­τι σέ ἄ­νυ­δρους τό­πους ἔ­βγα­λε νε­ρό μέ τήν  προ­σευ­χή του. Ἔ­γι­νε δέ καί πολ­λῶν Μο­να­χῶν κα­θη­γη­τής καί Ἡ­γού­με­νος. Καί δύ­ο φο­ρές στάλ­θη­κε ὡς πρέ­σβυς στήν  Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, προ­σερ­χό­με­νος στούς τό­τε βα­σι­λεῖς, δη­λα­δή στόν Ἀ­να­στά­σιο τόν πρῶ­το πού βα­σί­λευ­σε κα­τά τό ἔ­τος 491, καί ἀρ­γό­τε­ρα στόν Ἰ­ου­στι­νια­νό, πα­ρα­κι­νού­με­νος σ’ αὐ­τό ἀ­πό τούς κα­τά και­ρόν Πα­τριά­ρχες τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων γιά ὑ­πο­θέ­σεις ἀ­πα­ραί­τη­τες. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­φθα­σε στό ὕ­ψος τῆς κα­τά Χρι­στόν ἡ­λι­κί­ας καί ἔ­γι­νε ἐν­ε­νήν­τα τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, «πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε». (Τόν ἀ­να­λυ­τι­κό του Βί­ο βλέ­πε στόν Πα­ρά­δει­σο



  * Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου, τοῦ ἐν τῷ κελλίῳ τοῦ Ἰάγαρι κειμένῳ κατά τάς Καρεάς τοῦ Ἄθω ἀσκήσαντος, ἐν ἔτει 1470.

 + Ὁ Νεκτάριος πικρίαν πιών βίου,

Νέκταρ πίνει νῦν ἀμβροσίας τῆς ἄνω.

Αὐ­τός ὁ θεῖ­ος Νε­κτά­ριος εἶ­χε πα­τρί­δα αὐ­τά πού τώ­ρα ὀ­νο­μά­ζον­ται Μπε­τό­λια. Οἱ δέ γο­νεῖς του ἦ­ταν εὐ­σε­βεῖς καί δί­και­οι, ἐ­νώ­πιον τοῦ Θε­οῦ, καί ὅ­ταν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί ἐ­πρό­κει­το νά σκλα­βώ­σουν τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Ὁ­σί­ου, ἐ­νῶ β­ρι­σκό­ταν ἔ­ξω στό ἁ­λῶ­νι τους, εἶ­δε στόν ὕ­πνο της τήν πα­νά­χραν­το Θε­ο­τό­κο, ὅ­τι τήν πρό­στα­ζε νά πά­ρη τόν ἄν­δρα καί τά παι­διά της, καί νά φύ­γουν τό γρη­γο­ρό­τε­ρο ἀ­πό τήν χώ­ρα ἐ­κεί­νη, καί νά κρυ­φθοῦν σέ κα­νέ­να μέ­ρος, για­τί πρό­κει­ται νά τήν σκλα­βώ­σουν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί. Καί ἀ­μέ­σως μό­λις ξύ­πνη­σε, τρέ­χει στό σπί­τι τους καί φα­νε­ρώ­νει στόν ἄν­δρα τῆς τό ὅ­ρα­μα πού εἶ­δε, καί ἀ­φοῦ πῆ­ραν τά παι­διά τους, ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τήν χώ­ρα καί κρύ­φθη­καν σέ ἕ­να μέ­ρος, ­πού τούς φά­νη­κε πιό σί­γου­ρο. Ἀ­φοῦ λοιπόν οἱ βάρ­βα­ροι λή­στε­ψαν τήν χώ­ρα ἐ­κεί­νη καί ὅ­λα τά κον­τι­νά μέ­ρη καί στα­μά­τη­σε ἡ τα­ρα­χή, ἔ­πει­τα ἀ­πό ἀρ­κε­τό και­ρό βγῆ­καν ἀ­πό ἐ­κεῖ, ὅ­που ἦ­ταν κρυμ­μέ­νοι οἱ γο­νεῖς τοῦ θεί­ου Νε­κτα­ρί­ου, κα­θώς εἶ­χαν διαφυ­λα­χθῆ ἀ­βλα­βεῖς μέ τήν σκέ­πη καί προ­στα­σί­α τῆς Θε­ο­τό­κου, τήν ὁ­ποί­α πο­λύ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν μέ ὅ­λη τους τήν ψυ­χή, μέ λύ­πη μα­ζί καί χα­ρά. Μέ λύ­πη μέν, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­πι­δρο­μῆς τῶν βαρ­βά­ρων καί τήν δι­αρ­πα­γή τῶν εὐ­σε­βῶν Χρι­στια­νῶν, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πε­τρά­πη νά γί­νη σ’ αὐ­τούς ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τους. Μέ χα­ρά ὡ­στό­σο, ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς πα­ρα­δόξου σω­τη­ρί­ας πού ἀ­ξι­ώ­θη­καν νά λά­βουν μέ­σῳ τῶν πρε­σβει­ῶν τῆς Θε­ο­τό­κου.

Ὁ δέ πα­τέ­ρας τοῦ Ὁ­σί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ἐ­πει­δή ἦ­ταν γέ­ροντας στήν ἡ­λι­κί­α, μέ τήν σύμ­φω­νη γνώ­μη τῆς γυ­ναίκας του, ἄ­φη­σε τόν Κό­σμο καί τά ἐγ­κό­σμια, καί ἀ­φοῦ πῆ­ρε μα­ζί του τά ἀρ­σε­νι­κά παι­διά πού εἶ­χε τόν θεῖ­ο Νε­κτά­ριο, καί ἄλ­λο ἕ­να, πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στη­ρά­κι τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων, τό ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν κον­τά στήν πο­διά τοῦ βου­νοῦ πού εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Καί ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε Μο­να­χός, με­τω­νο­μά­σθη­κε Πα­χώ­μιος καί ἡ­σύ­χα­ζε ἐ­κεῖ προ­σευ­χό­με­νος στόν Θε­ό, καί συγ­κεν­τρω­μέ­νος στόν ἑ­αυ­τό του καί φρον­τί­ζον­τας νά ἀ­να­θρέ­ψη τά δύ­ο του παι­διά καί νά τά παι­δα­γω­γή­ση μέ φό­βο καί παι­δεί­α Κυ­ρί­ου, ὅπως  πα­ραγ­γέλ­λει ὁ θεῖ­ος Παῦ­λος.

Καί ὁ μέν Πα­χώ­μιος, μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ἐ­κεῖ πο­λι­τευ­ό­ταν. Ὁ δέ Θε­ός θαυ­μα­τουρ­γεῖ στίς ἡ­μέ­ρες του τό ἑ­ξῆς θαῦ­μα· Συ­νή­θεια εἶ­χαν οἱ Χρι­στια­νοί πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, νά βγά­ζουν με­ρί­διο ἀ­πό τούς καρ­πούς καί τά γεν­νή­μα­τα τῆς γῆς τους ἐ­κεῖ­νο πού ἤ­θε­λε ὁ κα­θέ­νας, καί νά τό προ­σφέ­ρουν στό προ­α­να­φερ­θέν μο­να­στη­ρά­κι γιά νά  τρέ­φων­ται οἱ Μο­να­χοί πού βρι­σκόν­του­σαν σ’ αὐ­τό καί γιά νά γί­νε­ται μέ αὐ­τά κά­θε χρό­νο καί ἡ μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­ναρ­γύ­ρων Κο­σμᾶ καί Δα­μια­νοῦ. Ὅ­ταν λοι­πόν ᾖλ­θε ἡ μνή­μη τους, οἱ Μο­να­χοί καί οἱ κον­το­χω­ρια­νοί Χρι­στια­νοί, ἀ­φοῦ τέ­λε­σαν τήν ἑ­ορ­τή πα­νη­γύ­ρι­σαν σύμ­φω­να μέ τήν συ­νή­θεια, καί τό πι­θά­ρι πού εἶ­χε τό κρα­σί τό ἄ­δεια­σαν οἱ συγ­κεν­τρω­μέ­νοι ἑ­ορ­τα­στές. Με­τά δέ ἀ­πό αὐ­τά ὁ γέ­ροντας Πα­χώ­μιος, ἀ­φοῦ ἄ­να­ψε ἕ­να κε­ρί, πῆ­γε μα­ζί μέ τά παι­διά του γιά νά πλύ­νη τό πι­θά­ρι, καί ὅ­ταν τό ἔ­πι­α­σε γιά νά τό με­τα­κι­νή­ση, τό β­ρί­σκει ἀ­με­τα­κί­νη­το, καί ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε γιά νά δῆ, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! βρί­σκει τό πι­θά­ρι γε­μᾶ­το ἀ­πό κρα­σί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά εὐ­ω­δια­στό καί μέ χα­ρά καί ἔκ­πλη­ξι δό­ξα­ζε τόν Θε­ό, αὐ­τόν πού δό­ξα­σε τούς ἁ­γί­ους Ἀ­ναρ­γύ­ρους καί πού μέ­σῳ αὐ­τῶν ἐ­πε­τέ­λε­σε τέτοι­α θαύ­μα­τα.

Ὁ δέ Νι­κό­λα­ος, ὁ υἱ­ός τοῦ γέ­ρον­τα Πα­χω­μί­ου, αὐ­τός πού με­τω­νο­μά­σθη­κε ἀρ­γό­τε­ρα Νε­κτά­ριος, καί στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φε­ρό­μα­στε τώ­ρα στήν δι­ή­γη­σι, ἐ­πει­δή ἀ­πό παι­δί ἦ­ταν συ­νε­τός καί θε­ο­φώ­τι­στος, βλέ­πον­τας αὐ­τό τό θαῦ­μα, πού ἔ­γι­νε, καί συλ­λο­γι­ζό­με­νος καί τό ὅ­ρα­μα πού εἶ­δε ἡ μη­τέ­ρα του, καί τήν λύ­τρω­σι πού ἔ­λα­βαν ἀ­πό τούς βαρ­βά­ρους μέ­σῳ τῆς Θε­ο­τό­κου, χτυ­πή­θη­κε στήν καρ­διά ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα καί τήν δί­ψα νά ἀ­πο­λαύ­ση τόν πο­θού­με­νο Χρι­στό. Καί αὐ­τό ζη­τεῖ θερ­μό­τα­τα, καί ζη­τῶν­τας τό β­ρί­σκει ὅ­πως λέ­ει ὁ Κύ­ριος στό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε τόν Κό­σμο καί τά ἐγ­κό­σμια, πη­γαί­νει στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος καί ἐ­κεῖ β­ρί­σκει ἕ­ναν γέ­ρον­τα πού ὠνο­μα­ζό­ταν Δι­ο­νύ­σιος, ἐ­νά­ρε­το πο­λύ καί ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ἰ­ά­γα­ρι, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­νῶ ἦ­ταν υἱ­ός ἑ­νός συγ­κλη­τι­κοῦ καί πρώ­του ἄρ­χον­τος τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἀ­γά­πη­σε μέ ὅ­λη του τήν ψυ­χή τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, καί, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε πλοῦ­το, δό­ξα, εὐ­γέ­νεια καί κά­θε ἄλ­λη ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­τυ­χί­α, ντύ­θη­κε τά εὐ­τε­λῆ καί φτω­χι­κά ἐν­δύ­μα­τα τῶν Μο­να­χῶν καί ὑ­πέ­τα­ξε τόν ἑ­αυ­τό του ὁ σο­φώ­τα­τος αὐ­τός καί εὐ­γε­νέ­στα­τος σέ ἕ­ναν γέ­ρον­τα πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Φι­λό­θε­ος, ἁ­πλό μέν ἄν­θρω­πο ὡς πρός τόν λό­γο, ὡς πρός τήν ἀ­ρε­τη, ὅ­μως, ἄ­κρως γυ­μνα­σμέ­νο, γιά νά κα­θο­δη­γῆ­ται ἀ­πό αὐ­τόν στήν ἀ­ρε­τή.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν βρῆ­κε αὐ­τόν τόν θαυ­μα­στό Δι­ο­νύ­σιο Ἰ­ά­γα­ρι ὁ κα­λός Νι­κό­λα­ος, προ­σκολ­λή­θη­κε σέ αὐ­τόν καί τόν πα­ρα­κά­λε­σε μέ θέρ­μη νά μήν τόν χω­ρί­ση ἀ­πό τήν συ­νο­δεί­α του. Τί ἔ­κανε λοιπόν ὁ θαυ­μα­στός Δι­ο­νύ­σιος, ἡ συμ­πα­θέ­στα­τη ἐ­κεί­νη καί φι­λάν­θρω­πη ψυ­χή; Μή­πως ἀ­πέ­βα­λε τόν Νι­κό­λα­ο ὡς ἀ­γροῖ­κο, ἤ τόν πα­ρά­βλε­ψε ὡς φτω­χό; Ὄ­χι. Ἀλ­λά, ἐ­πει­δή τόν σπλαγ­χνί­σθη­κε, ἐ­πά­κου­σε τήν πα­ρά­κλη­σί του, καί ἀ­φοῦ τόν ἔ­φε­ρε ἐμ­πρός στόν πνευ­μα­τι­κό του πα­τέ­ρα καί γέ­ρον­τα Φι­λό­θε­ο, τόν σύ­στη­σε σ’ αὐ­τόν. Ὁ δέ Φι­λό­θε­ος, κα­θώς ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό καί προ­γνω­στι­κό χά­ρι­σμα, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε εὐ­χή, ἀ­σπά­σθη­κε τόν νέ­ο καί τόν ἀ­πο­κα­λεῖ μέ τό ὄ­νο­μά του λέ­γον­τας· «Ἐ­σύ εἶ­σαι παι­δί μου, ὁ Νι­κό­λα­ος, ὁ υἱ­ός τοῦ Ι­Ι­α­χω­μί­ου, πού ἐ­πι­θυ­μεῖς νά συγ­κα­τοι­κή­σης μέ ἐ­μᾶς»; Ὁ νέ­ος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Καί ἀ­πό ποῦ γνω­ρί­ζεις, τί­μι­ε Πά­τερ, ἐ­μέ­να, καί τά σχε­τι­κά μέ ἐ­μέ­να»; Καί ὁ γέ­ρων τοῦ λέ­ει· «Ὁ Θε­ός τῶν Πα­τέ­ρων μας, παι­δί μου, πού σέ ἔ­στει­λε σέ ἐ­μᾶς, αὐ­τός μοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τά σχε­τι­κά μέ ἐ­σέ­να». Ὅ­ταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Νι­κό­λα­ος, ἔ­νι­ω­σε κα­τά­νυ­ξι καί μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί προ­θυ­μί­α συγ­κα­τοι­κεῖ μέ τόν γέ­ρον­τα.

Ἀρ­γό­τε­ρα δέ κό­βον­τας τίς τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς του, ἔ­κο­ψε μα­ζί μέ αὐ­τές καί ὅ­λα τά κο­σμι­κά φρο­νή­μα­τα, καί βγά­ζον­τας τά κο­σμι­κά ροῦ­χα, ἔ­βγα­λε μέ αὐ­τά καί τούς δερ­μά­τι­νους χι­τῶ­νες, πού μᾶς προ­ξέ­νη­σε ἡ πα­ρα­κο­ή, καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός, με­το­νο­μα­ζό­με­νος σέ Νε­κτά­ριος. Ἀλ­λά δέν στά­θη­κε μό­νο σ’ αὐ­τό, ὅ­πως κά­νουν σή­με­ρα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό ἐ­μᾶς τούς Μο­να­χούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι νο­μί­ζουν ὅ­τι τό πᾶν τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς εἶ­ναι νά φο­ρέ­σουν τό σχῆ­μα καί τά μαῦ­ρα ἐν­δύ­μα­τα, καί δέν φρον­τί­ζουν νά κά­νουν καί τίς ἀ­ρε­τές, πού πρέ­πει νά κά­νουν οἱ Μο­να­χοί. Οὔ­τε συλ­λο­γί­ζον­ται, ὅ­τι ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο τό νά λά­βουν τό Ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, ἔ­τσι εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο καί τό νά δι­α­φυ­λάτ­τουν τούς Κα­νό­νες καί τήν ἀ­κρί­βεια τοῦ Μο­να­χι­κοῦ σχή­μα­τος, μι­μού­με­νοι τήν πο­λι­τεί­α τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ἀλ­λά ὁ θεῖ­ος Νε­κτά­ριος δέν ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀλ­λά κα­θώς ἔ­λα­βε τό σχῆ­μα τό Ἀγ­γε­λι­κό, φρόν­τι­ζε μέ κά­θε τρό­πο καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν νά δι­α­φυ­λάτ­τη καί τά ἔρ­γα τοῦ σχή­μα­τος καί νά μι­μῆ­ται τῶν Ἀγ­γέ­λων τήν πο­λι­τεί­α, ὑ­πο­τάσ­σον­τας τήν σάρ­κα στό πνεῦ­μα, μέ τήν ὑ­πα­κο­ή, μέ τόν πε­ρι­ο­ρι­σμό τῆς θε­λήσεως, μέ τήν τα­πεί­νω­σι, μέ τήν νη­στεί­α, μέ τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, μέ τήν ἀ­γρυ­πνί­α καί μέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες ἀ­ρε­τές, πού ἀ­νή­κουν στούς Μο­να­χούς.

Ἀλ­λά ὁ φθο­νε­ρός δι­ά­βο­λος, ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χε νά βλέ­πη τόν Νε­κτά­ριο νά προοδεύη μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο στίς ἀ­ρε­τές, τόν πο­λε­μᾶ μέ τούς λο­γι­σμούς, καί φρον­τί­ζει νά τόν ἀ­πο­κό­ψη ἀ­πό τήν συ­νο­δεί­α ἑ­νός τέ­τοι­ου ἐ­νά­ρε­του γέ­ρον­τα, καί ἔ­πει­τα νά τόν ρί­ξη σέ πολ­λές πα­γί­δες, κα­θώς ἦ­ταν νέ­ος, καί κα­θώς δέν θά εἶ­χε τήν βο­ή­θεια ἀ­πό τίς εὐ­χές τοῦ γέ­ρον­τα. Δι­ό­τι γνώ­ρι­ζε ὁ μια­ρός, ὅ­τι ἐν ὅ­σῳ β­ρί­σκε­ται μα­ζί μέ τόν γέ­ρον­τα, δέν μπο­ρεῖ νά τόν πα­γι­δεύ­ση, ἐ­πει­δή στη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τίς εὐ­χές καί τίς πα­τρι­κές συμ­βου­λές τοῦ γέ­ρον­τα. Ἀλ­λά ὅ­μως δέν μπό­ρε­σε νά κα­τορ­θώ­ση τί­πο­τε, μέ αὐ­τόν τόν πό­λε­μο τῶν λο­γι­σμῶν, διότι ὁ Θε­ός τόν σκέ­πα­ζε. Τί λοι­πόν μη­χα­νεύ­ε­ται ὁ παγ­κά­κι­στος; Ἀ­νά­βει φθό­νο στήν καρ­διά ἑ­νός συ­να­δέλ­φου του καί ὑ­πο­ταγ­μέ­νου στόν ἴ­διο γέ­ρον­τα, καί τόν κι­νεῖ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Νε­κτα­ρί­ου τό­σο, ὥ­στε φώ­να­ζε φα­νε­ρά, ἤ νά δι­ω­χθῆ ὁ Νε­κτά­ριος ἤ ἕ­νας ἀ­πό τούς δύ­ο πρό­κει­ται νά φο­νευ­θῆ. Ὁ δέ γέ­ρων μα­ζί μέ τόν Δι­ο­νύ­σιο Ἰ­ά­γα­ρι, ὅ­ταν τό ἄ­κου­σαν αὐ­τό τρό­μα­ξαν, καί ἀ­φοῦ εἶ­παν σ’ αὐ­τόν πολ­λά θεῖ­α λό­για ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή, καί ἀ­πό τούς θεί­ους πα­τέ­ρες, γιά νά ἀ­φή­ση αὐ­τόν τόν ἄ­δι­κο φθό­νο, πού εἶ­χε κα­τά τοῦ Νε­κτα­ρί­ου, καί πό­τε μέ εἰ­ρη­νι­κά καί γλυ­κά λό­για τοῦ κα­τα­πρά­ϋ­ναν τό πά­θος τοῦ φθό­νου, πό­τε τόν φό­βι­ζαν μέ τό ἄ­σβε­στο πῦρ τῆς κο­λά­σε­ως, τό ὁ­ποῖ­ο πρό­κει­ται νά δε­χθῆ τούς φθο­νε­ρούς καί μι­σα­δέλ­φους. Ὡ­στό­σο μέ ὅ­λα αὐ­τά, δέν κα­τώρ­θω­σαν τί­πο­τε. Γι’ αὐ­τό πα­ρα­κί­νη­σαν τόν Νε­κτά­ριο νά ἀ­να­χω­ρή­ση γιά λί­γο και­ρό ἀ­πό τήν συ­νο­δεί­α τους, μή­πως καί τό συ­ναι­σθαν­θῆ ὁ ἀ­δελ­φός, πού τόν φθο­νοῦ­σε. Καί λοι­πόν ἀ­φοῦ εὐ­χή­θη­καν στόν Νε­κτά­ριο, τόν ἔ­στει­λαν στόν τό­τε Πρῶ­το τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους Δα­νι­ήλ, γιά νά πε­ρά­ση λίγο και­ρό σ’­ αὐ­τόν, ἕ­ως ὅ­του νά οἰ­κο­νο­μή­ση ὁ Κύ­ριος τά σχε­τι­κά μέ αὐ­τόν. Καί ­ἔτσι ­πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Νε­κτά­ριος στόν Πρῶ­το, καί ὡς ἐ­νά­ρε­τος πού ἦ­ταν καί ὁ ἴ­διος καί ἔμ­πει­ρος πο­λύ, τόν δέ­χθη­κε μέ χα­ρά καί τόν ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ, δι­δά­σκον­τάς του παν­σό­φως τούς Κα­νό­νες τῆς μο­να­χι­κῆς πο­λι­τεί­ας. Τόν και­ρό δέ πού β­ρι­σκό­ταν στόν Πρῶ­το ὁ Νε­κτά­ριος, πέ­θα­νε σέ βα­θιά γη­ρα­τειά ὁ ἀ­λη­θι­νά ἀ­γα­πη­τός στόν Θε­ό Φι­λό­θε­ος, καί ἔ­φυ­γε πρός τόν πο­θού­με­νο Χρι­στό. Ὁ δέ θαυ­μα­στός Δι­ο­νύ­σιος ὁ Ἰ­ά­γα­ρις, ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χε πλέ­ον τόν μι­σά­δελ­φο ἐ­κεῖ­νο καί φθο­νε­ρό ἀ­δελ­φό, πο­θεῖ νά συγ­κα­τοι­κή­ση μέ τόν Νε­κτά­ριο, καί τόν προ­σκά­λε­σε νά συγ­κατοι­κοῦν μα­ζί, κα­θώς ἦ­ταν παι­διά τοῦ ἑ­νός καί τοῦ ἴ­διου Πνευ­μα­τι­κοῦ Πα­τρός καί γέ­ρον­τα, καί συ­να­να­στρά­φη­καν μα­ζί ἀρ­κε­τό και­ρό καί συ­να­γω­νί­σθη­καν, ὅ­πως προ­εί­πα­με. Καί ἀ­φοῦ βρῆ­καν καί τό μο­νύ­δριο πού ὑ­πῆρ­χε πρός τι­μή τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν Τα­ξια­ρχῶν, καί πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν τοῦ Κω­φοῦ, τό ἔ­λα­βαν ἀ­πό τόν προ­α­να­φερ­θέν­τα Δα­νι­ήλ τόν Πρῶ­το τοῦ Ὄ­ρους, καί κα­τοί­κη­σαν σ’ αὐ­τό, ὁ­σί­ως καί θε­α­ρέ­στως πο­λι­τευ­ό­με­νοι, καί μέ τό ἐρ­γό­χει­ρό τους ἔ­βγα­ζαν τά πρός τό ζῆν τους, καί βο­η­θοῦ­σαν καί αὐ­τούς, πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη τό κα­τά δύ­να­μι. Ὁ δέ μι­σά­δελ­φος ἐ­κεῖ­νος καί φθο­νε­ρός ἀ­δελ­φός, κα­θώς ἔ­με­νε ἀ­με­τα­νό­η­τος, πε­ρι­φε­ρό­ταν ἀ­πό ἐ­δῶ κι ἀ­πό ἐ­κεῖ στό Ὄ­ρος, σάν τρε­λός. Τέ­λος βγῆ­κε στόν Κό­σμο, καί ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ζω­ή ἀ­κό­λα­στη καί ἄ­σω­τη, τε­λεί­ω­σε μέ κα­κό τέ­λος, πε­τῶν­τας τήν ψυ­χή του μέ­σα στούς δρό­μους καί στά πα­ζά­ρια, χω­ρίς σπί­τι, ἀ­πε­ρί­σκε­πτος καί ἀ­δι­όρ­θω­τος, χω­ρίς νά ἀ­πο­λαύ­ση οὔ­τε τήν στερ­νή καί κοι­νή σέ ὅ­λους τούς χρι­στια­νούς εὐ­χή.

Βλέ­πε­τε, ἀ­δελ­φοί, πό­σο κα­κό εἶ­ναι τό μῖ­σος καί ἡ πα­ρα­κο­ή; Δι­ό­τι τό μέν μῖ­σος καί ὁ φθό­νος τυ­φλώ­νουν τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς, δη­λα­δή τόν νοῦ ἐ­κεί­νου πού τά ἔ­χει. Ἡ δέ πα­ρα­κο­ή πά­λι ἀ­πο­χω­ρί­ζει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τούς δού­λους καί φί­λους του Θε­οῦ, καί τόν γυ­μνώ­νει ἀ­πό τήν βο­ή­θεια καί σκέ­πη τους, καί σάν τυ­φλό τόν γκρε­μί­ζει στόν βυ­θό τῆς ἀ­πω­λεί­ας. Γι’ αὐ­τό ἄς μι­σή­σου­με τήν πα­ρα­κο­ή καί τόν φθό­νο μέ ὅ­λες μας τίς δυ­νά­μεις, ὅ­σοι ἐ­πι­θυ­μοῦ­με νά μή χω­ρι­σθοῦ­με ἀ­πό τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Καί ἄς ἀ­γα­πή­σου­με τήν ὑ­πα­κο­ή καί τήν ἀ­γά­πη πρός τούς ἀ­δελ­φούς μας, ἔ­τσι ὥ­στε νά μπο­ρέ­σου­με διά μέ­σου αὐ­τῶν νά ἀ­πο­λαύ­σου­με τήν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Καί αὐ­τά μέν ἔ­τσι ἔ­χουν.

Ὁ δέ Μα­κά­ριος Δι­ο­νύ­σιος ὁ Ἰ­ά­γα­ρις, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ὁ­σί­α καί ἀ­ξι­έ­παι­νη ζω­ή, στο­λι­σμέ­νη μέ κά­θε ἀ­ρε­τή, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως μέ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, ἔ­φυ­γε σέ βα­θιά γη­ρα­τειά πρός τόν Θε­ό πού πό­θη­σε, καί τό ἱ­ε­ρό του Λεί­ψα­νο τό ἐν­τα­φί­α­σε μέ εὐ­λά­βεια καί τι­μή ὁ θεῖ­ος Νε­κτά­ριος. Ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πό τό­τε καί ὕ­στε­ρα λυ­πό­ταν πο­λύ, για­τί ἔ­χα­σε τήν κα­λή συ­νο­δεί­α τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Δι­ο­νυ­σί­ου, καί για­τί δέν ἔ­φυ­γε καί αὐ­τός μα­ζί μέ τόν θαυ­μά­σιο Φι­λό­θε­ο καί τόν Μα­κά­ριο Δι­ο­νύ­σιο πρός τόν πο­θού­με­νο Χρι­στό, ἀλ­λά β­ρι­σκό­με­νος ἐ­πά­νω στήν γῆ, στε­ροῦν­ταν αὐ­τήν τήν ἀ­πό­λαυ­σι τοῦ ἄ­κρου τῶν ἐ­φε­τῶν.

Γι’ αὐ­τό καί προ­χω­ροῦ­σε πρός τά ἐμ­πρός, καί λη­σμο­νοῦ­σε τά πε­ρα­σμέ­να, σύμ­φω­να μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο καί τούς ἀ­γῶ­νες καί τίς ἀ­ρε­τές πού εἶ­χε κα­τορ­θώ­σει δέν τίς θε­ω­ροῦ­σε τέ­λει­ες, ἀλ­λά φρόν­τι­ζε νά κα­τορ­θώ­ση καί ἄλ­λα κα­τορ­θώ­μα­τα πε­ρισ­σό­τε­ρα, καί κα­θη­με­ρι­νά πρό­βαι­νε ἀ­πό δύ­να­μι σέ δύ­να­μι, ἀ­να­βά­σεις ἱ­ε­ρές στήν καρ­διά του ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά δι­α­τι­θέ­με­νος, καί προ­σθέ­τον­τας πό­θο ἐ­πά­νω στόν πό­θο, καί ἀ­γῶ­νες ἐ­πά­νω στούς ἀ­γῶ­νες.

Γι’ αὐ­τό καί ὁ Θε­ός, βλέ­πον­τας τόν πό­θο του, δέν τόν πα­ρέ­βλε­ψε, ἀλ­λά θέ­λον­τας νά τοῦ οἰ­κο­νο­μή­ση με­γα­λύ­τε­ρο στέ­φα­νο στούς οὐ­ρα­νούς, ἐ­πέ­τρε­ψε νά πέ­ση σέ πολ­λές καί δύ­σκο­λες ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τος, τίς ὁ­ποῖ­ες, ἀ­φοῦ ὑ­πέ­μει­νε ὁ Μα­κά­ριος μέ ἄ­κρα με­γα­λο­ψυ­χί­α καί εὐ­χα­ρι­στί­α με­γά­λη, καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ζω­ή ἀ­λη­θι­νά ὅ­σια καί ἁ­γι­ο­πρε­πῆ, μέ τέ­λος εἰ­ρη­νι­κό καί θε­ά­ρε­στο πα­ρέ­δω­σε στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ τήν Μα­κα­ρί­α του ψυ­χή, τό ἔ­τος χί­λια πεν­τα­κό­σια με­τά Χρι­στόν, στίς πέν­τε Δε­κεμ­βρί­ου καί συ­να­ριθ­μή­θη­κε στούς οὐ­ρα­νούς μα­ζί μέ τούς Ὁ­σί­ους Πα­τέ­ρες πού πό­θη­σε, τόν Φι­λό­θε­ο καί τόν Δι­ο­νύ­σιο. Οἱ δέ μα­θη­τές του, ἀ­φοῦ τόν κή­δευ­σαν μέ κά­θε εὐ­λά­βεια, ἔ­πει­τα ἀ­πό τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­κα­ναν ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ ἱ­ε­ροῦ του Λει­ψά­νου, καί τό βρῆ­καν γε­μᾶτο ἀ­πό εὐ­ω­δί­α ἀ­νεί­πω­τη.  Γι’ αὐ­τό καί ἀ­φοῦ οἰ­κο­δό­μη­σαν ἀ­πό τά θε­μέ­λια Να­ό, ἔ­κα­ναν μνῆ­μα ὡ­ραῖ­ο στό βό­ρει­ο μέ­ρος τοῦ Να­οῦ, καί ἐ­κεῖ κα­τέ­θε­σαν μέ ἱ­ε­ρό­τη­τα καί τι­μές τό πάν­σε­πτό του Λεί­ψα­νο, ζω­γρα­φί­ζον­τας ἐ­πά­νω καί τήν ἱ­ε­ρή εἰ­κό­να του. Ὅ­που προ­σερ­χό­με­νοι πολ­λοί μέ εὐ­λά­βεια, ἐ­λάμ­βα­ναν ἁ­για­σμό ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος καί αἰ­σθά­νον­ταν πνευ­μα­τι­κή εὐ­ω­δί­α ἀ­πό τά ἱ­ε­ρά Λεί­ψα­νά του, πρός δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Κυ­ρί­ου μας, καί πρός ἔν­δει­ξι τῆς εὐ­ά­ρε­στης πο­λι­τεί­ας τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ Νε­κτα­ρί­ου. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης