Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Σάββα[1]
τοῦ Ἡγιασμένου.
Ψυχήν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι,
Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάββας.
Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάββα ἐντός ἐσήχθης.
αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ μεγάλου Ἰου-στινιανοῦ, κατά τό ἔτος 527, καταγόμενος ἀπό τήν χώρα τῶν Καππαδοκῶν ἀπό τό μέρος πού ὀνομάζεται Μουτα-λάσκη, υἱός γονέων εὐσεβῶν, τοῦ Ἰωάννου καί τῆς Σοφίας. Ἀμέσως λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς του, ἔτρεξε στήν ζωή τῶν Μοναχῶν καί μπῆκε σέ ἕνα Μοναστήρι ὀνομαζόμενο Φλαβιανές. Τόσο δέ ἐγκρατής ἔγινε ὁ ἀοίδιμος ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία, ὥστε, βλέποντας μία φορά ἕνα μῆλο στόν κῆπο καί ἐπιθυμῶντας νά τό φάη, τό πῆρε μόνο στά χέρια καί εἶπε· «Ὡραῖος ἦταν στήν ὅρασι καί καλός στήν βρῶσι ὁ καρπό ςπού μοῦ προξένησε τόν θάνατο»». Ἔπειτα ἔρριξε τό μῆλο κατά γῆς καί τό καταπάτησε μέ τά πόδια του. Καί ἀπό τότε ἔβαλε κανόνα καί ἀπόφασι στόν ἑαυτό του, νά μή φάη μῆλο σέ ὅλη του τήν ζωή. Καί μία φορά μπαίνοντας σέ φοῦρνο ἀναμμένο ὁ Ἅγιος, βγῆκε ἀβλαβής, χωρίς νά ἀγγίξη ἡ φωτιά καθόλου οὔτε σ’ αὐτά τά ἐνδύματά του. Κατά δέ τό δέκατο ἕκτο ἔτος τῆς ἡλικίας του, πῆγε ὁ Ὅσιος στόν μέγα Εὐθύμιο καί ἀπό αὐτόν στάλθηκε στό Κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου[2], διότι ἦταν ἀγένειος. Ἐκεῖ λοιπόν ζῶντας ὁ θεῖος Σάββας δεχόταν μεγάλη ὠφέλεια ἀπό ὅλους τούς ἀδελφούς, ἐπειδή ἐμιμεῖτο τοῦ καθενός τήν ἀρετή καί τήν θεάρεστη πολιτεία. Ὁπότε γιά τόν λόγο αὐτόν τόν ὠνόμαζε ὁ μέγας Εὐθύμιος, Παιδαριογέροντα.
Ὅταν πέρασαν ὅμως ἀρκετά χρόναι, τόν ἔπαιρνε ὁ Εὐθύμιος μαζί του, ὅταν πήγαινε στήν ἡσυχία κατά τόν καιρό τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὅσο δέ μεγάλωνε ἡ ἡλικία του, τόσο μεγάλωνε καί ἡ ἀρετή του. Ἔτσι δέχθηκε ἀπό τόν Κύριο τῶν θαυμάτων τήν χάρι, γι’ αὐτό καί πολλά θαυμάσια ἔκανε ὁ τρισόλβιος. Διότι σέ ἄνυδρους τόπους ἔβγαλε νερό μέ τήν προσευχή του. Ἔγινε δέ καί πολλῶν Μοναχῶν καθηγητής καί Ἡγούμενος. Καί δύο φορές στάλθηκε ὡς πρέσβυς στήν Κωνσταντινούπολι, προσερχόμενος στούς τότε βασιλεῖς, δηλαδή στόν Ἀναστάσιο τόν πρῶτο πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 491, καί ἀργότερα στόν Ἰουστινιανό, παρακινούμενος σ’ αὐτό ἀπό τούς κατά καιρόν Πατριάρχες τῶν Ἱεροσολύμων γιά ὑποθέσεις ἀπαραίτητες. Ἀφοῦ λοιπόν ἔφθασε στό ὕψος τῆς κατά Χριστόν ἡλικίας καί ἔγινε ἐνενήντα τεσσάρων ἐτῶν, «πρός Κύριον ἐξεδήμησε». (Τόν ἀναλυτικό του Βίο βλέπε στόν Παράδεισο
* Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νεκταρίου, τοῦ ἐν τῷ κελλίῳ τοῦ Ἰάγαρι κειμένῳ κατά τάς Καρεάς τοῦ Ἄθω ἀσκήσαντος, ἐν ἔτει 1470.
+ Ὁ Νεκτάριος πικρίαν πιών βίου,
Νέκταρ πίνει νῦν ἀμβροσίας τῆς ἄνω.
Αὐτός ὁ θεῖος Νεκτάριος εἶχε πατρίδα αὐτά πού τώρα ὀνομάζονται Μπετόλια. Οἱ δέ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καί δίκαιοι, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί ὅταν οἱ Ἀγαρηνοί ἐπρόκειτο νά σκλαβώσουν τόν τόπο ἐκεῖνο, ἡ μητέρα τοῦ Ὁσίου, ἐνῶ βρισκόταν ἔξω στό ἁλῶνι τους, εἶδε στόν ὕπνο της τήν πανάχραντο Θεοτόκο, ὅτι τήν πρόσταζε νά πάρη τόν ἄνδρα καί τά παιδιά της, καί νά φύγουν τό γρηγορότερο ἀπό τήν χώρα ἐκείνη, καί νά κρυφθοῦν σέ κανένα μέρος, γιατί πρόκειται νά τήν σκλαβώσουν οἱ Ἀγαρηνοί. Καί ἀμέσως μόλις ξύπνησε, τρέχει στό σπίτι τους καί φανερώνει στόν ἄνδρα τῆς τό ὅραμα πού εἶδε, καί ἀφοῦ πῆραν τά παιδιά τους, ἔφυγαν ἀπό τήν χώρα καί κρύφθηκαν σέ ἕνα μέρος, πού τούς φάνηκε πιό σίγουρο. Ἀφοῦ λοιπόν οἱ βάρβαροι λήστεψαν τήν χώρα ἐκείνη καί ὅλα τά κοντινά μέρη καί σταμάτησε ἡ ταραχή, ἔπειτα ἀπό ἀρκετό καιρό βγῆκαν ἀπό ἐκεῖ, ὅπου ἦταν κρυμμένοι οἱ γονεῖς τοῦ θείου Νεκταρίου, καθώς εἶχαν διαφυλαχθῆ ἀβλαβεῖς μέ τήν σκέπη καί προστασία τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία πολύ εὐχαριστοῦσαν μέ ὅλη τους τήν ψυχή, μέ λύπη μαζί καί χαρά. Μέ λύπη μέν, ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν βαρβάρων καί τήν διαρπαγή τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, ἡ ὁποία ἐπετράπη νά γίνη σ’ αὐτούς ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους. Μέ χαρά ὡστόσο, ἐξ αἰτίας τῆς παραδόξου σωτηρίας πού ἀξιώθηκαν νά λάβουν μέσῳ τῶν πρεσβειῶν τῆς Θεοτόκου.
Ὁ δέ πατέρας τοῦ Ὁσίου Νεκταρίου, ἐπειδή ἦταν γέροντας στήν ἡλικία, μέ τήν σύμφωνη γνώμη τῆς γυναίκας του, ἄφησε τόν Κόσμο καί τά ἐγκόσμια, καί ἀφοῦ πῆρε μαζί του τά ἀρσενικά παιδιά πού εἶχε τόν θεῖο Νεκτάριο, καί ἄλλο ἕνα, πῆγε σέ ἕνα Μοναστηράκι τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, τό ὁποῖο βρισκόταν κοντά στήν ποδιά τοῦ βουνοῦ πού εἶναι ἐκεῖ. Καί ἀφοῦ ἔγινε Μοναχός, μετωνομάσθηκε Παχώμιος καί ἡσύχαζε ἐκεῖ προσευχόμενος στόν Θεό, καί συγκεντρωμένος στόν ἑαυτό του καί φροντίζοντας νά ἀναθρέψη τά δύο του παιδιά καί νά τά παιδαγωγήση μέ φόβο καί παιδεία Κυρίου, ὅπως παραγγέλλει ὁ θεῖος Παῦλος.
Καί ὁ μέν Παχώμιος, μέ τέτοιο τρόπο ἐκεῖ πολιτευόταν. Ὁ δέ Θεός θαυματουργεῖ στίς ἡμέρες του τό ἑξῆς θαῦμα· Συνήθεια εἶχαν οἱ Χριστιανοί πού βρίσκονταν ἐκεῖ κοντά, νά βγάζουν μερίδιο ἀπό τούς καρπούς καί τά γεννήματα τῆς γῆς τους ἐκεῖνο πού ἤθελε ὁ καθένας, καί νά τό προσφέρουν στό προαναφερθέν μοναστηράκι γιά νά τρέφωνται οἱ Μοναχοί πού βρισκόντουσαν σ’ αὐτό καί γιά νά γίνεται μέ αὐτά κάθε χρόνο καί ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ. Ὅταν λοιπόν ᾖλθε ἡ μνήμη τους, οἱ Μοναχοί καί οἱ κοντοχωριανοί Χριστιανοί, ἀφοῦ τέλεσαν τήν ἑορτή πανηγύρισαν σύμφωνα μέ τήν συνήθεια, καί τό πιθάρι πού εἶχε τό κρασί τό ἄδειασαν οἱ συγκεντρωμένοι ἑορταστές. Μετά δέ ἀπό αὐτά ὁ γέροντας Παχώμιος, ἀφοῦ ἄναψε ἕνα κερί, πῆγε μαζί μέ τά παιδιά του γιά νά πλύνη τό πιθάρι, καί ὅταν τό ἔπιασε γιά νά τό μετακινήση, τό βρίσκει ἀμετακίνητο, καί ὅταν ἔσκυψε γιά νά δῆ, ὤ τοῦ θαύματος! βρίσκει τό πιθάρι γεμᾶτο ἀπό κρασί ἐξαιρετικά εὐωδιαστό καί μέ χαρά καί ἔκπληξι δόξαζε τόν Θεό, αὐτόν πού δόξασε τούς ἁγίους Ἀναργύρους καί πού μέσῳ αὐτῶν ἐπετέλεσε τέτοια θαύματα.
Ὁ δέ Νικόλαος, ὁ υἱός τοῦ γέροντα Παχωμίου, αὐτός πού μετωνομάσθηκε ἀργότερα Νεκτάριος, καί στόν ὁποῖο ἀναφερόμαστε τώρα στήν διήγησι, ἐπειδή ἀπό παιδί ἦταν συνετός καί θεοφώτιστος, βλέποντας αὐτό τό θαῦμα, πού ἔγινε, καί συλλογιζόμενος καί τό ὅραμα πού εἶδε ἡ μητέρα του, καί τήν λύτρωσι πού ἔλαβαν ἀπό τούς βαρβάρους μέσῳ τῆς Θεοτόκου, χτυπήθηκε στήν καρδιά ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα καί τήν δίψα νά ἀπολαύση τόν ποθούμενο Χριστό. Καί αὐτό ζητεῖ θερμότατα, καί ζητῶντας τό βρίσκει ὅπως λέει ὁ Κύριος στό Εὐαγγέλιο. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ ἄφησε τόν Κόσμο καί τά ἐγκόσμια, πηγαίνει στό Ἅγιο Ὄρος καί ἐκεῖ βρίσκει ἕναν γέροντα πού ὠνομαζόταν Διονύσιος, ἐνάρετο πολύ καί ἐπονομαζόμενο Ἰάγαρι, ὁ ὁποῖος ἐνῶ ἦταν υἱός ἑνός συγκλητικοῦ καί πρώτου ἄρχοντος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀγάπησε μέ ὅλη του τήν ψυχή τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καί, ἀφοῦ ἄφησε πλοῦτο, δόξα, εὐγένεια καί κάθε ἄλλη ἀνθρώπινη εὐτυχία, ντύθηκε τά εὐτελῆ καί φτωχικά ἐνδύματα τῶν Μοναχῶν καί ὑπέταξε τόν ἑαυτό του ὁ σοφώτατος αὐτός καί εὐγενέστατος σέ ἕναν γέροντα πού ὠνομαζόταν Φιλόθεος, ἁπλό μέν ἄνθρωπο ὡς πρός τόν λόγο, ὡς πρός τήν ἀρετη, ὅμως, ἄκρως γυμνασμένο, γιά νά καθοδηγῆται ἀπό αὐτόν στήν ἀρετή.
Ἀφοῦ λοιπόν βρῆκε αὐτόν τόν θαυμαστό Διονύσιο Ἰάγαρι ὁ καλός Νικόλαος, προσκολλήθηκε σέ αὐτόν καί τόν παρακάλεσε μέ θέρμη νά μήν τόν χωρίση ἀπό τήν συνοδεία του. Τί ἔκανε λοιπόν ὁ θαυμαστός Διονύσιος, ἡ συμπαθέστατη ἐκείνη καί φιλάνθρωπη ψυχή; Μήπως ἀπέβαλε τόν Νικόλαο ὡς ἀγροῖκο, ἤ τόν παράβλεψε ὡς φτωχό; Ὄχι. Ἀλλά, ἐπειδή τόν σπλαγχνίσθηκε, ἐπάκουσε τήν παράκλησί του, καί ἀφοῦ τόν ἔφερε ἐμπρός στόν πνευματικό του πατέρα καί γέροντα Φιλόθεο, τόν σύστησε σ’ αὐτόν. Ὁ δέ Φιλόθεος, καθώς ἦταν στολισμένος μέ τό διορατικό καί προγνωστικό χάρισμα, ἀφοῦ ἔκανε εὐχή, ἀσπάσθηκε τόν νέο καί τόν ἀποκαλεῖ μέ τό ὄνομά του λέγοντας· «Ἐσύ εἶσαι παιδί μου, ὁ Νικόλαος, ὁ υἱός τοῦ ΙΙαχωμίου, πού ἐπιθυμεῖς νά συγκατοικήσης μέ ἐμᾶς»; Ὁ νέος ἀποκρίθηκε· «Καί ἀπό ποῦ γνωρίζεις, τίμιε Πάτερ, ἐμένα, καί τά σχετικά μέ ἐμένα»; Καί ὁ γέρων τοῦ λέει· «Ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας, παιδί μου, πού σέ ἔστειλε σέ ἐμᾶς, αὐτός μοῦ ἀποκάλυψε τά σχετικά μέ ἐσένα». Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά ὁ Νικόλαος, ἔνιωσε κατάνυξι καί μέ πολλή εὐλάβεια καί προθυμία συγκατοικεῖ μέ τόν γέροντα.
Ἀργότερα δέ κόβοντας τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς του, ἔκοψε μαζί μέ αὐτές καί ὅλα τά κοσμικά φρονήματα, καί βγάζοντας τά κοσμικά ροῦχα, ἔβγαλε μέ αὐτά καί τούς δερμάτινους χιτῶνες, πού μᾶς προξένησε ἡ παρακοή, καί ἔγινε Μοναχός, μετονομαζόμενος σέ Νεκτάριος. Ἀλλά δέν στάθηκε μόνο σ’ αὐτό, ὅπως κάνουν σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς τούς Μοναχούς, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι τό πᾶν τῆς καλογερικῆς εἶναι νά φορέσουν τό σχῆμα καί τά μαῦρα ἐνδύματα, καί δέν φροντίζουν νά κάνουν καί τίς ἀρετές, πού πρέπει νά κάνουν οἱ Μοναχοί. Οὔτε συλλογίζονται, ὅτι ὅπως εἶναι ἀναγκαῖο τό νά λάβουν τό Ἀγγελικό σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἔτσι εἶναι ἀναγκαῖο καί τό νά διαφυλάττουν τούς Κανόνες καί τήν ἀκρίβεια τοῦ Μοναχικοῦ σχήματος, μιμούμενοι τήν πολιτεία τῶν Ἀγγέλων. Ἀλλά ὁ θεῖος Νεκτάριος δέν ἔκανε ἔτσι, ἀλλά καθώς ἔλαβε τό σχῆμα τό Ἀγγελικό, φρόντιζε μέ κάθε τρόπο καί ἀγωνιζόταν νά διαφυλάττη καί τά ἔργα τοῦ σχήματος καί νά μιμῆται τῶν Ἀγγέλων τήν πολιτεία, ὑποτάσσοντας τήν σάρκα στό πνεῦμα, μέ τήν ὑπακοή, μέ τόν περιορισμό τῆς θελήσεως, μέ τήν ταπείνωσι, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, μέ τήν ἀγρυπνία καί μέ ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές, πού ἀνήκουν στούς Μοναχούς.
Ἀλλά ὁ φθονερός διάβολος, ἐπειδή δέν ἄντεχε νά βλέπη τόν Νεκτάριο νά προοδεύη μέ αὐτόν τόν τρόπο στίς ἀρετές, τόν πολεμᾶ μέ τούς λογισμούς, καί φροντίζει νά τόν ἀποκόψη ἀπό τήν συνοδεία ἑνός τέτοιου ἐνάρετου γέροντα, καί ἔπειτα νά τόν ρίξη σέ πολλές παγίδες, καθώς ἦταν νέος, καί καθώς δέν θά εἶχε τήν βοήθεια ἀπό τίς εὐχές τοῦ γέροντα. Διότι γνώριζε ὁ μιαρός, ὅτι ἐν ὅσῳ βρίσκεται μαζί μέ τόν γέροντα, δέν μπορεῖ νά τόν παγιδεύση, ἐπειδή στηρίζεται ἀπό τίς εὐχές καί τίς πατρικές συμβουλές τοῦ γέροντα. Ἀλλά ὅμως δέν μπόρεσε νά κατορθώση τίποτε, μέ αὐτόν τόν πόλεμο τῶν λογισμῶν, διότι ὁ Θεός τόν σκέπαζε. Τί λοιπόν μηχανεύεται ὁ παγκάκιστος; Ἀνάβει φθόνο στήν καρδιά ἑνός συναδέλφου του καί ὑποταγμένου στόν ἴδιο γέροντα, καί τόν κινεῖ ἐναντίον τοῦ Νεκταρίου τόσο, ὥστε φώναζε φανερά, ἤ νά διωχθῆ ὁ Νεκτάριος ἤ ἕνας ἀπό τούς δύο πρόκειται νά φονευθῆ. Ὁ δέ γέρων μαζί μέ τόν Διονύσιο Ἰάγαρι, ὅταν τό ἄκουσαν αὐτό τρόμαξαν, καί ἀφοῦ εἶπαν σ’ αὐτόν πολλά θεῖα λόγια ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, καί ἀπό τούς θείους πατέρες, γιά νά ἀφήση αὐτόν τόν ἄδικο φθόνο, πού εἶχε κατά τοῦ Νεκταρίου, καί πότε μέ εἰρηνικά καί γλυκά λόγια τοῦ καταπράϋναν τό πάθος τοῦ φθόνου, πότε τόν φόβιζαν μέ τό ἄσβεστο πῦρ τῆς κολάσεως, τό ὁποῖο πρόκειται νά δεχθῆ τούς φθονερούς καί μισαδέλφους. Ὡστόσο μέ ὅλα αὐτά, δέν κατώρθωσαν τίποτε. Γι’ αὐτό παρακίνησαν τόν Νεκτάριο νά ἀναχωρήση γιά λίγο καιρό ἀπό τήν συνοδεία τους, μήπως καί τό συναισθανθῆ ὁ ἀδελφός, πού τόν φθονοῦσε. Καί λοιπόν ἀφοῦ εὐχήθηκαν στόν Νεκτάριο, τόν ἔστειλαν στόν τότε Πρῶτο τοῦ Ἁγίου Ὅρους Δανιήλ, γιά νά περάση λίγο καιρό σ’ αὐτόν, ἕως ὅτου νά οἰκονομήση ὁ Κύριος τά σχετικά μέ αὐτόν. Καί ἔτσι πῆγε ὁ θεῖος Νεκτάριος στόν Πρῶτο, καί ὡς ἐνάρετος πού ἦταν καί ὁ ἴδιος καί ἔμπειρος πολύ, τόν δέχθηκε μέ χαρά καί τόν ἀγαποῦσε πολύ, διδάσκοντάς του πανσόφως τούς Κανόνες τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Τόν καιρό δέ πού βρισκόταν στόν Πρῶτο ὁ Νεκτάριος, πέθανε σέ βαθιά γηρατειά ὁ ἀληθινά ἀγαπητός στόν Θεό Φιλόθεος, καί ἔφυγε πρός τόν ποθούμενο Χριστό. Ὁ δέ θαυμαστός Διονύσιος ὁ Ἰάγαρις, ἐπειδή δέν ἄντεχε πλέον τόν μισάδελφο ἐκεῖνο καί φθονερό ἀδελφό, ποθεῖ νά συγκατοικήση μέ τόν Νεκτάριο, καί τόν προσκάλεσε νά συγκατοικοῦν μαζί, καθώς ἦταν παιδιά τοῦ ἑνός καί τοῦ ἴδιου Πνευματικοῦ Πατρός καί γέροντα, καί συναναστράφηκαν μαζί ἀρκετό καιρό καί συναγωνίσθηκαν, ὅπως προείπαμε. Καί ἀφοῦ βρῆκαν καί τό μονύδριο πού ὑπῆρχε πρός τιμή τοῦ ὀνόματος τῶν Ταξιαρχῶν, καί πού ὠνομαζόταν τοῦ Κωφοῦ, τό ἔλαβαν ἀπό τόν προαναφερθέντα Δανιήλ τόν Πρῶτο τοῦ Ὄρους, καί κατοίκησαν σ’ αὐτό, ὁσίως καί θεαρέστως πολιτευόμενοι, καί μέ τό ἐργόχειρό τους ἔβγαζαν τά πρός τό ζῆν τους, καί βοηθοῦσαν καί αὐτούς, πού εἶχαν ἀνάγκη τό κατά δύναμι. Ὁ δέ μισάδελφος ἐκεῖνος καί φθονερός ἀδελφός, καθώς ἔμενε ἀμετανόητος, περιφερόταν ἀπό ἐδῶ κι ἀπό ἐκεῖ στό Ὄρος, σάν τρελός. Τέλος βγῆκε στόν Κόσμο, καί ἐκεῖ ἀφοῦ πέρασε ζωή ἀκόλαστη καί ἄσωτη, τελείωσε μέ κακό τέλος, πετῶντας τήν ψυχή του μέσα στούς δρόμους καί στά παζάρια, χωρίς σπίτι, ἀπερίσκεπτος καί ἀδιόρθωτος, χωρίς νά ἀπολαύση οὔτε τήν στερνή καί κοινή σέ ὅλους τούς χριστιανούς εὐχή.
Βλέπετε, ἀδελφοί, πόσο κακό εἶναι τό μῖσος καί ἡ παρακοή; Διότι τό μέν μῖσος καί ὁ φθόνος τυφλώνουν τά μάτια τῆς ψυχῆς, δηλαδή τόν νοῦ ἐκείνου πού τά ἔχει. Ἡ δέ παρακοή πάλι ἀποχωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τούς δούλους καί φίλους του Θεοῦ, καί τόν γυμνώνει ἀπό τήν βοήθεια καί σκέπη τους, καί σάν τυφλό τόν γκρεμίζει στόν βυθό τῆς ἀπωλείας. Γι’ αὐτό ἄς μισήσουμε τήν παρακοή καί τόν φθόνο μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις, ὅσοι ἐπιθυμοῦμε νά μή χωρισθοῦμε ἀπό τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς ἀγαπήσουμε τήν ὑπακοή καί τήν ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς μας, ἔτσι ὥστε νά μπορέσουμε διά μέσου αὐτῶν νά ἀπολαύσουμε τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτά μέν ἔτσι ἔχουν.
Ὁ δέ Μακάριος Διονύσιος ὁ Ἰάγαρις, ἀφοῦ ἔζησε ὁσία καί ἀξιέπαινη ζωή, στολισμένη μέ κάθε ἀρετή, καί ἰδιαιτέρως μέ τήν ταπεινοφροσύνη, ἔφυγε σέ βαθιά γηρατειά πρός τόν Θεό πού πόθησε, καί τό ἱερό του Λείψανο τό ἐνταφίασε μέ εὐλάβεια καί τιμή ὁ θεῖος Νεκτάριος. Ὁ ὁποῖος ἀπό τότε καί ὕστερα λυπόταν πολύ, γιατί ἔχασε τήν καλή συνοδεία τοῦ ἀειμνήστου Διονυσίου, καί γιατί δέν ἔφυγε καί αὐτός μαζί μέ τόν θαυμάσιο Φιλόθεο καί τόν Μακάριο Διονύσιο πρός τόν ποθούμενο Χριστό, ἀλλά βρισκόμενος ἐπάνω στήν γῆ, στεροῦνταν αὐτήν τήν ἀπόλαυσι τοῦ ἄκρου τῶν ἐφετῶν.
Γι’ αὐτό καί προχωροῦσε πρός τά ἐμπρός, καί λησμονοῦσε τά περασμένα, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο καί τούς ἀγῶνες καί τίς ἀρετές πού εἶχε κατορθώσει δέν τίς θεωροῦσε τέλειες, ἀλλά φρόντιζε νά κατορθώση καί ἄλλα κατορθώματα περισσότερα, καί καθημερινά πρόβαινε ἀπό δύναμι σέ δύναμι, ἀναβάσεις ἱερές στήν καρδιά του ὁλοκληρωτικά διατιθέμενος, καί προσθέτοντας πόθο ἐπάνω στόν πόθο, καί ἀγῶνες ἐπάνω στούς ἀγῶνες.
Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός, βλέποντας τόν πόθο του, δέν τόν παρέβλεψε, ἀλλά θέλοντας νά τοῦ οἰκονομήση μεγαλύτερο στέφανο στούς οὐρανούς, ἐπέτρεψε νά πέση σέ πολλές καί δύσκολες ἀσθένειες τοῦ σώματος, τίς ὁποῖες, ἀφοῦ ὑπέμεινε ὁ Μακάριος μέ ἄκρα μεγαλοψυχία καί εὐχαριστία μεγάλη, καί ἀφοῦ ἔζησε ζωή ἀληθινά ὅσια καί ἁγιοπρεπῆ, μέ τέλος εἰρηνικό καί θεάρεστο παρέδωσε στά χέρια τοῦ Θεοῦ τήν Μακαρία του ψυχή, τό ἔτος χίλια πεντακόσια μετά Χριστόν, στίς πέντε Δεκεμβρίου καί συναριθμήθηκε στούς οὐρανούς μαζί μέ τούς Ὁσίους Πατέρες πού πόθησε, τόν Φιλόθεο καί τόν Διονύσιο. Οἱ δέ μαθητές του, ἀφοῦ τόν κήδευσαν μέ κάθε εὐλάβεια, ἔπειτα ἀπό τέσσερα χρόνια ἔκαναν ἀνακομιδή τοῦ ἱεροῦ του Λειψάνου, καί τό βρῆκαν γεμᾶτο ἀπό εὐωδία ἀνείπωτη. Γι’ αὐτό καί ἀφοῦ οἰκοδόμησαν ἀπό τά θεμέλια Ναό, ἔκαναν μνῆμα ὡραῖο στό βόρειο μέρος τοῦ Ναοῦ, καί ἐκεῖ κατέθεσαν μέ ἱερότητα καί τιμές τό πάνσεπτό του Λείψανο, ζωγραφίζοντας ἐπάνω καί τήν ἱερή εἰκόνα του. Ὅπου προσερχόμενοι πολλοί μέ εὐλάβεια, ἐλάμβαναν ἁγιασμό ψυχῆς καί σώματος καί αἰσθάνονταν πνευματική εὐωδία ἀπό τά ἱερά Λείψανά του, πρός δόξα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, καί πρός ἔνδειξι τῆς εὐάρεστης πολιτείας τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ Νεκταρίου. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.


Login