Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τροφίμου, Σαββατίου καί Δορυμέδοντος.

Τῷ αὐτῷ μηνί IΘ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Τροφίμου, Σαββατίου καί Δορυμέδοντος.

 Εἰς τόν Τρόφιμον καί Δορυμέδοντα.

 Πνέοντες ἕν Τρόφιμε καί Δορυμέδον,

Ἕν ἐκ ξίφους δέχεσθε καί βίου τέλος.

 Εἰς τόν Σαββάτιον.

 Ξεσθείς σιδήροις Σαββάτιος ὀξέσιν,

Εἰς σαββατισμόν θεῖον ὡς μάρτυς φθάνει.

Ἐννεακαιδεκάτῃ Τρόφιμον τάμον ἠδέ συνάθλους.

 Στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πρό­βου καί τοῦ Ἀτ­τι­κοῦ βι­κα­ρί­ου δι­α­δό­χου, δη­λα­δή το­πο­τη­ρη­τῆ τῆς Ἀν­τι­ό­χειας, κα­τά τό ἔ­τος 278, τό­τε ἦλθαν ἀ­πό ξέ­νο τό­πο στήν Ἀν­τι­ό­χεια αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι, ὁ Τρό­φι­μος καί ὁ Σαβ­βά­τιος. Καί ὅ­ταν εἶ­δαν ὅ­λους τούς πο­λῖ­τες της τα­ραγ­μέ­νους καί νά εἶ­ναι ἔ­ξω φρε­νῶν, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν γε­νε­θλί­ων τοῦ ψεύ­τι­κου Ἀ­πόλ­λω­νος, πού ἦ­ταν στήν Δάφ­νη τῆς Ἀν­τι­ό­χειας, αἰ­σθάν­θη­καν στήν ψυ­χή τους με­γά­λη λύ­πη. Τό­τε, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­καν θερ­μά στόν Θε­ό μέ ἀ­να­στε­ναγ­μούς καρ­διᾶς γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς πό­λε­ως, φα­νε­ρώ­θη­καν, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νοί καί πα­ρου­σι­ά­σθη­καν στόν βι­κά­ριο.  Πρῶ­τα ἀ­να­κρί­νε­ται ὁ Ἅ­γιος Τρό­φι­μος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­μέ­σως ὡ­μο­λό­γη­σε μέ θάρ­ρος τήν πί­στι καί εὐ­σέ­βεια στόν Χρι­στό. Τό­τε ξε­γυ­μνώ­νε­ται καί, ἀ­φοῦ τεν­τώ­θη­κε ἀ­πό τά τέσ­σα­ρα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος, δέρ­νε­ται τό­σο δυ­να­τά, σέ ση­μεῖ­ο πού ὅ­λη ἡ γῆ ἐ­κεί­νη κοκ­κί­νη­σε ἀ­πό τό αἷ­μα. Ἔ­πει­τα, ἀφοῦ κρε­μά­σθη­κε καί τοῦ ξέ­σχι­σαν  τά πλευ­ρά καί φυ­λα­κί­σθη­κε, τόν ἅπλω­σαν καί τόν τέν­τω­σαν στίς τέσ­σε­ρες τρῦ­πες τοῦ βα­σα­νι­στι­κοῦ καί τι­μω­ρη­τι­κοῦ ξύ­λου. Μετά ἀπό αὐτόν παρουσιάζεται στόν βικάριο ὁ Σαββάτιος. Καί ἐπειδή καί αὐτός μέ θάρρος ὡμολόγησε τόν Χριστό, γι’ αὐτό κτυπιέται στά μά­γου­λα καί κα­τα­ξύ­νε­ται τά πλευ­ρά μέ σι­δε­ρέ­νια νύ­χια. Κα­τό­πιν ἔ­βγα­λαν τά κόκ­κα­λα ἀ­πό τίς ἀρ­θρώ­σεις στό ση­μεῖ­ο πού ἔ­μει­ναν γυ­μνά, χω­ρίς κρέ­α­τα, ἐ­νῷ ἡ κοι­λιά καί τά σπλάγ­χνα του κα­τα­πλη­γώ­θη­καν. Ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό ἀ­πό τό ξύ­λο τόν τρι­σμα­κά­ρι­στο, με­τά ἀ­πό λί­γο πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

Ὁ Τρό­φι­μος στάλ­θη­κε στά Σύν­να­δα, τά ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν πρῶ­τα πό­λις πού βρί­σκε­ται στήν Φρυ­γί­α, πρός τόν Πε­ρίν­νιο τόν ἡ­γε­μό­να τῆς Φρυ­γί­ας Σα­λου­τα­ρί­ας, φο­ρῶν­τας ὑ­πο­δή­μα­τα, καρ­φω­μέ­να μέ σι­δε­ρέ­νια καί μυ­τε­ρά καρ­φιά. Ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά του ὡ­μο­λό­γη­σε μέ πο­λύ με­γά­λο θάρ­ρος τήν πί­στι του στόν Χρι­στό. Τό­τε γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά, ἀ­φοῦ τόν ξά­πλω­σαν ἀ­πό τά τέσ­σα­ρα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος, τόν ἔ­δει­ραν ἀ­κό­μη σκλη­ρό­τε­ρα μέ λου­ριά ἀ­πό δέρ­μα βο­διοῦ. Καί ἀ­φοῦ τόν ἔ­δε­σαν σέ ξύ­λο, χω­ρίς οἶ­κτο τόν ἔ­δει­ραν γιά πολ­λές ὧ­ρες καί ἔ­πει­τα ράν­τι­σαν τίς πλη­γές μέ ξύ­δι καί ἁ­λά­τι καί κα­τά­κα­ψαν τά πλευ­ρά μέ ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες. Καί ἀ­φοῦ κα­τα­φα­γώ­θη­καν οἱ σάρ­κες του, τόν ἔρ­ρι­ξαν στήν φυ­λα­κή καί σφά­λι­σαν τά πό­δια του στό τι­μω­ρη­τι­κό ξύ­λο. Τό­τε καί ὁ Δο­ρυ­μέ­δων, πού ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ἄρ­χον­τας τῆς πό­λε­ως, μπῆ­κε στήν φυ­λα­κή καί φρόν­τι­ζε τόν μάρ­τυ­ρα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­λει­ψε καί δέν πῆ­γε νά θυ­σιά­ση στά εἴ­δω­λα μα­ζί μέ τόν ἡ­γε­μό­να, ρω­τή­θη­κε γι’ αὐ­τό καί ὡμολό­γη­σε μέ θάρ­ρος τήν πί­στι στόν Χρι­στό.

Τό­τε φυ­λα­κί­ζε­ται. Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα, ἐ­πει­δή ἔ­λεγ­ξε τόν τύ­ραν­νο, κάρ­φω­σαν τά πλευ­ρά του μέ σι­δε­ρέ­νια σου­βλιά. Ἔ­πει­τα τόν κρέ­μα­σαν καί ἀ­νε­λέ­η­τα τοῦ ἔ­ξυ­σαν τίς πλευ­ρές καί τά μά­γου­λα. Ἔ­πει­τα ξερ­ρί­ζω­σαν τά δόν­τιά του καί κα­τα­μά­δη­σαν σκλη­ρό­τα­τα τά μαλ­λιά καί τά γέ­νειά του καί ἔ­τσι τόν ἅ­πλω­σαν ἐ­πά­νω στήν φω­τιά.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὁ­δη­γεῖ­ται πά­λι ὁ Ἅ­γιος Τρό­φι­μος στό βῆ­μα καί δεί­-

 

χνει με­γα­λύ­τε­ρο θάρ­ρος ἀ­πό πρῶ­τα. Ἔ­τσι πά­λι τόν κρέ­μα­σαν καί μέ πυ­ρα­κτω­μέ­να σου­βλιά ἀ­νε­λέ­η­τα ἔ­βγα­λαν τά μάτια του καί ἔ­τσι πά­λι τόν ἔρριξαν στήν φυ­λα­κή.  Κα­τό­πιν ὁδηγοῦν­ται καί οἱ δύ­ο μα­ζί στό βῆ­μα, ὁ Τρό­φι­μος καί ὁ Δο­ρυ­μέ­δων, καί δί­νον­ται ὡς τρο­φή σέ μί­α ἀρ­κοῦ­δα ἄ­γρια καί πει­να­σμέ­νη. Καί ἐ­πει­δή δι­α­φυ­λά­χθη­καν ἀ­βλα­βεῖς, πα­ρα­δί­νον­ται γιά τρο­φή σέ μί­α πάρ­δα­λι.  Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά δί­νον­ται ὡς τρο­φή σέ ἕ­να λε­ον­τά­ρι, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πει­δή καί προτρεπόταν ἀ­πό τόν λε­ον­το­κό­μο νά κα­τα­σπα­ρά­ξη τούς Ἁ­γί­ους, ὥρ­μη­σε ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νου καί ἀ­μέ­σως τόν κα­τα­σπά­ρα­ξε. Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ Ἅ­γιοι πα­ρέ­μει­ναν ἀ­βλα­βεῖς ἀπό


τόσα φρικτά βασανιστήρια, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔτσιτελείωσαν τόν τόσο μεγάλο ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου τους



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης