Τῷ αὐ­τῶ μη­νί KA΄ , μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Ἱ­ε­ρο­μαρ­τύ­ρων Ἰ­ανου­α­ρί­ου, Ἐ­πι­σκό­που, Προ­κού­λου, Σώσ­σου καί Φαί­στου τῶν Δι­α­κό­νων, Δι­σι­δε­ρί­ου Ἀ­να­γνώ­στου, Ἀ­κου­τί­ου καί Εὐ­τυ­χί­ου.

Εἰς τόν Ἰ­ανου­ά­ρι­ον.

 Τόν Ἰ­ανου­ά­ρι­ον ἄν­δρα γεν­νά­δαν,

Ἀ­πρίλ­λι­ος μήν εἶ­δεν ἐ­κτε­τμη­μέ­νον.

 Εἰς τόν Προ­κου­λόν, Σῶσ­σον καί Φαῖ­στον.

 Σύν τῷ Προ­κού­λῳ, Σῶσ­σον ἀλ­λά καί Φαῖ­στον,

Πρό κου­λε­οῦ κύ­ψαν­τας ἔ­κτει­νε ξῖ­φος.

Εἰς τόν Δι­σι­δέ­ρι­ον.

 Δι­σι­δέ­ρι­ος τήν δέ­ριν δούς τῷ ξί­φει,

Το­μήν ὑ­πέ­στη καί πα­ρέ­στη Κυ­ρί­ῳ.

       Εἰς τόν Ἀ­κού­τι­ον καί Εὐ­τύ­χι­ον.

 Φω­νῆς ἀ­κου­τί­σθη­τι Ἀ­κου­τί­ου,

Λέ­γον­τος Εὐ­τύ­χι­ε συν­τμή­θη­τί μοι.

 Ἰ­α­νου­α­ρί­οι­ο κά­ρην τά­μον εἰ­κά­δι πρώ­τῃ.

 

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἦ­ταν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί τοῦ ἄρ­χον­τα Τι­μό­θε­ου στήν Καμ­πα­νί­α τῆς Ἰ­τα­λί­ας, τό ἔ­τος 298, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ κα­τα­δι­κά­σθη­καν σέ πι­κρές καί δι­ά­φο­ρες τι­μω­ρί­ες, τε­λεί­ω­σαν τόν δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Τόν δέ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α Ἰ­αν­ουά­ριο τόν ἔ­βα­λαν μέ­σα σέ κά­μι­νο καί, ἐ­πει­δή δι­α­φυ­λά­χθη­κε ἀ­πό αὐ­τήν ἀ­βλα­βής, μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό ἔ­κο­ψαν τά νεῦ­ρα του καί ἔ­τσι τε­λεί­ω­σε τόν δρό­μο τῆς ἀ­θλή­σε­ως. Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν χρό­νια, μί­α γυ­ναί­κα, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μα­ξι­μί­να, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν χή­ρα καί εἶ­χε ἕ­ναν μο­νο­γε­νῆ υἱ­ό, τόν στε­ρή­θη­κε, ἐ­πει­δή ὁ θά­να­τος τῆς τόν ἅρ­πα­ξε. Γι’ αὐ­τό ἔ­κλαι­γε καί θρη­νοῦ­σε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα τόν θά­να­τό του καί, ἀ­φοῦ συ­νῆλ­θε γι­ά λί­γο, βλέ­πει πά­νω ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ Να­οῦ ἕ­να πα­νί, στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἡ εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­αν­ου­α­ρί­ου. Ἔ­τσι, ἐ­πει­δή θυ­μή­θη­κε ἐ­κεῖ­νο, πού πα­λαι­ό­τε­ρα ἔ­κα­νε ὁ Προ­φή­της Ἐ­λισ­σαῖ­ος, ὅ­ταν ἀ­νέ­στη­σε τόν υἱ­ό τῆς Σω­μα­νί­τι­δας, αὐ­τό τό ἴ­διο ἔ­κα­νε καί αὐ­τή, πα­ρα­κι­νού­με­νη ἀ­πό τόν Θε­ό. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ ζω­γρά­φι­σε τόν υἱ­ό της μέ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα, ζω­γρά­φι­σε πα­ρόμοια καί τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ανου­α­ρί­ου καί στά μέν μά­τια τοῦ υἱ­οῦ της ἔ­βα­λε τά μά­τια τῆς εἰ­κό­νας, στό δέ στό­μα ἐ­κεί­νου ἔ­βα­λε τό στό­μα τῆς εἰ­κό­νας, ὅμοια καί στά ἄλ­λα μέ­λη τοῦ υἱ­οῦ συ­νάρ­μο­σε μέ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα τά μέ­λη τῆς εἰ­κό­νας.  Ἔ­πει­τα μέ θρή­νους καί δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ἅ­γιο λέ­γον­τας· «Δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, ἐ­λέ­η­σέ με καί πα­ρη­γό­ρη­σε τήν θλῖ­ψι μου καί ἀ­νά­στη­σε τόν υἱ­ό μου, δι­ό­τι αὐ­τόν μό­νο ἔ­χω μο­νά­κρι­βο». Τό­τε ὁ Ἅ­γιος, ἐ­πει­δή συμ­πό­νε­σε τήν συμ­φο­ρά της, πα­ρά­στη­σε ζων­τα­νό τόν υἱ­ό της. Καί βλέ­πον­τας αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι, πού συγ­κεν­τρώ­θη­καν, γι­ά νά ἐν­τα­φιά­σουν τόν νέ­ο, ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοί, δο­ξά­ζον­τας καί εὐ­λο­γῶν­τας τόν Κύ­ριο.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης