Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρέθα καί τῶν σύν αὐτῷ. Ἡ Ἁγία Μάρτυς Σεβαστιανή ξίφει τελειοῦται

Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος  Ἀρέθα καί τῶν σύν αὐτῷ.

 Τμηθείς Θεῷ προσῆξε Μάρτυς Ἀρέθας,

Πολλούς ὁμοίως Μάρτυρας τετμημένους.

Ἀρέθᾳ εἰκάδι σύν γνωστοῖσι τετάρτῃ τμήθης.

 Αὐ­τός ἦ­ταν πρῶ­τος στήν πό­λι Νε­γράν, ὅ­ταν, ὁ μέν Ἰ­ου­στῖνος βα­σί­λευ­ε στούς Ρω­μαί­ους, κα­τά τό ἔ­τος 542, ὁ δέ χρι­στι­α­νι­κώ­τα­τος Ἐ­λε­σβα­άν, βα­σί­λευ­ε στήν Αἰ­θι­ο­πί­α καί ὁ δυσ­σε­βής Δου­να­άν ὁ Ἑ­βραῖ­ος βα­σί­λευ­ε στήν Ὁ­μη­ρί­τι­δα χώ­ρα. Ἡ Ὁ­μη­ρί­τι­δα αὐ­τή ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή ὀ­νο­μά­ζε­ται Σα­βά, ἐ­νῷ ἀ­πό τούς εἰ­δω­λο­λά­τρες ὀ­νο­μά­ζε­ται Εὐ­δαί­μων Ἀ­ρα­βί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ εὐ­σε­βής Ἐ­λε­σβα­άν ὑ­πό­τα­ξε τόν ἀ­σε­βῆ Δου­να­άν καί το­πο­θε­τοῦ­σε δι­κούς του φύ­λα­κες καί ἄρ­χον­τες, γιά νά φυ­λάγουν καί νά δι­οι­κοῦν τήν πό­λι ἐ­κεί­νου, γι’ αὐ­τό ὁ ἀ­λι­τή­ριος Δου­να­άν ἔ­κα­νε ἐ­πα­νά­στα­σι καί θα­νά­τω­σε τούς φύ­λα­κες τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐ­λε­σβα­άν. Καί δέν ἔ­κα­νε μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λ’ ἀ­κό­μη πῆ­γε καί στήν πό­λι Νε­γράν καί τήν πο­λι­όρ­κη­σε. Στήν συ­νέ­χεια ἀ­φοῦ ὡρ­κί­σθη­κε, ὅ­τι δέν θά ἐ­νο­χλή­ση τούς Χρι­στια­νούς πού κα­τοι­κοῦν σ’ αὐ­τήν, μπῆ­κε στήν πό­λι. Ἀ­θε­τῶντας ὅ­μως τούς ὅρ­κους, θα­νά­τω­σε ὁ αἱ­μο­βό­ρος ὅ­λους, ὅ­σους βρῆ­κε σ’ αὐ­τήν, τό­σο ἄν­δρες, ὅ­σο καί γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­λοι πα­ρέ­μει­ναν ἀν­δρεῖ­α καί ὡμολό­γη­σαν τήν πί­στι στόν Χρι­στό. Τό­τε λοι­πόν καί ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός Ἀ­ρέ­θας στά­θη­κε ἀν­δρεῖ­ος καί με­γα­λό­ψυ­χος στόν ἀ­γῶ­να τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου, καί μο­λο­νό­τι ἦ­ταν τό­σο πο­λύ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, σέ ση­μεῖ­ο πού οὔ­τε μπο­ροῦ­σε νά περ­πα­τή­ση. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ ὁ γεν­ναῖ­ος αὐ­τός τῆς εὐ­σε­βεί­ας ἀ­γω­νι­στής στή­ρι­ζε προ­η­γου­μέ­νως μέ τά λό­γιά του ὅ­λους τούς συμ­πο­λῖ­τες του στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­λα­βε τόν διά ξί­φους θά­να­το. Καί ἔ­τσι ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Αὐ­τόν ἑλ­λη­νι­κά συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἔ­τος μέν ἤ­δη πέμ­πτον». Σῴ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν Λαύ­ρα).

  Ἡ Ἁγία Μάρτυς Σεβαστιανή ξίφει τελειοῦται.

 Σεβαστιανῇ τῇ τομῇ βλύζει γάλα,

Οὐχ αἷμα καί σάρξ ὥσπερ οὖσα πρός ξῖφος.

 

Στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δομετιανοῦ κατά τό ἔτος 82, ζοῦσε στήν πόλι τοῦ Μαρκιανοῦ ἡ Ἁγία αὐτή Σεβαστιανή, κηρύττοντας τόν Xριστό καί συκοφαντήθηκε στόν ἡγεμόνα Σέργιο ὡς Χριστιανή. Ἀφοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε λοι­πόν μπροστά του, ὡμολό­γη­σε ὅ­τι πι­στεύ­ει στόν Χρι­στό καί ὅ­τι δι­δά­χθη­κε καί βα­πτί­σθη­κε ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο καί ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νά πε­θά­νη γιά τόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό ἀρ­χι­κά τήν ἔ­δει­ραν σέ ὅ­λο τό σῶ­μα μέ σφαῖ­ρες μο­λυ­βέ­νι­ες, ἔπειτα τήν ἔβαλαν στήν φυλακή. Ἐ­κεῖ τῆς ἐμ­φα­νί­σθη­κε ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος καί τῆς εἶ­πε· «Χαῖ­ρε καί μή λυ­πᾶ­σαι, δι­ό­τι θά πᾶς δε­μέ­νη καί στήν δι­κή σου πα­τρί­δα γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ». Με­τά λοι­πόν ἀ­πό ἑ­πτά ἡ­μέ­ρες τήν ἔ­βγα­λε ὁ ἄρ­χον­τας ἀ­πό τήν φυ­λα­κή. Καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­ψε δυ­να­τά ἕ­να κα­μί­νι, δι­έ­τα­ξε νά βά­λουν σ’ αὐ­τό τήν Ἁ­γί­α. Τό­τε τήν ἔρριξαν στό κα­μί­νι καί ἔ­μει­νε μέ­σα ἀρ­κε­τή ὥ­ρα. Πα­ρα­μέ­νον­τας ὅ­μως ἀ­βλα­βής, βγῆ­κε ἔ­ξω καί ἔ­κα­νε ὅ­λους νά θαυ­μά­ζουν καί νά ἀ­πο­ροῦν πο­λύ. Κα­τό­πιν, τήν ὥ­ρα πού ἡ Μάρ­τυς προ­σευ­χό­ταν, ἔ­γι­νε ἕ­νας θό­ρυ­βος ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί μί­α ἀ­στρα­πή καί βρον­τή. Ἔ­πε­σε ἀ­κό­μη καί τό­σο πο­λύ χα­λά­ζι, ὥ­στε ἔ­σβυ­σε τήν φω­τιά τῆς κα­μί­νου, ἀλ­λά καί πολ­λοί ἀ­πό αὐ­τήν τήν χαλα­ζό­πτω­σι κιν­δύ­νε­ψαν νά πε­θά­νουν. Ἀλ­λά καί αὐ­τός ὁ ἡ­γε­μό­νας ἔ­φυ­γε ἀ­πό τόν φό­βο του μέ ὅ­σους πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ.

 Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τῆς λέ­ει ὁ ἡ­γε­μό­νας· «Ποι­ά εἶ­σαι ἐ­σύ; καί ποιά εἶ­ναι ἡ καταστασί σου; καί ἀ­πό ποι­ά χώ­ρα κα­τά­γε­σαι»; Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως σι­ω­ποῦ­σε. Μα­θαί­νο­ν­τας ὅ­μως ἀ­πό τούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό τήν μη­τρό­πο­λι τῆς Ἡ­ρα­κλεί­ας, τήν ἔ­στει­λε δε­μέ­νη στόν ἐ­κεῖ ἡ­γε­μό­να.

Τό­τε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τῆς ἐμ­φα­νί­σθη­κε καί τῆς εἶ­πε· «Ἔ­χε θάρ­ρος θύ­γα­τερ, διότι ὅ­ταν θά πα­ρου­σια­σθῆς στόν ἡ­γε­μό­να, τό­τε ἐ­γώ θά εἶ­μαι μα­ζί σου». Φθά­νον­τας λοι­πόν στήν Ἡ­ρά­κλεια, πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­φοῦ τήν κρέ­μα­σε ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο, πού ἦ­ταν σάν μάγ­γα­νος, κα­τα­ξέ­σχι­ζε τό σῶ­μα της γιά δι­ά­στη­μα τρι­ῶν ὡ­ρῶν. Καί οἱ μέν σάρ­κες τῆς Ἁ­γί­ας ἐ­νῷ κό­βον­ταν, εὐ­ω­δί­α­ζαν, ἐ­νῷ ἡ ἴ­δια μέ σι­ω­πή προ­σευ­χό­ταν, ὥ­στε ἔ­λε­γαν ὅ­λοι, ὅ­τι δέν πά­σχει σῶ­μα ἔμ­ψυ­χο καί ζων­τα­νό, ἀλ­λά ἄ­ψυ­χο. Ἀ­φοῦ τήν κα­τέ­βα­σε ἀ­πό τόν μάγ­γα­νο, τήν ἔρριξε στά θη­ρί­α, γιά νά τήν φᾶ­νε. Ἕ­να με­γά­λο ὅ­μως λε­ον­τά­ρι πλη­σί­α­σε κον­τά στήν Ἁ­γί­α, καί – πα­ρά­ξε­να – μέ ἀν­θρώ­πι­νη φω­νή τήν μέν Μάρ­τυ­ρα τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­παι­νοῦ­σε καί μα­κά­ρι­ζε, ἐ­νῷ τούς ἄ­πι­στους καί πα­ρά­νο­μους ἔ­λεγ­χε καί κα­τη­γο­ροῦ­σε. Ἔ­πει­τα ἀ­φέ­θη­κε καί μί­α λέ­αι­να κα­τά τῆς Ἁ­γί­ας, ἡ ὁ­ποί­α, πλη­σι­ά­ζον­τας κον­τά, στά­θη­κε στό ἄλ­λο πλευ­ρό τῆς Μάρ­τυ­ρος. Καί λοι­πόν στέ­κον­ταν τά δύ­ο λε­ον­τά­ρια, τό ἕ­να ἀ­πό τά δε­ξιά καί τό ἄλ­λο ἀ­πό τά ἀ­ρι­στε­ρά τῆς Ἁ­γί­ας, σάν ἀρ­νιά ἄ­κα­κα.

Ἐ­πει­δή λοι­πόν ὁ ἡ­γε­μό­νας ἀ­πο­ροῦ­σε, καί δέν ἤ­ξε­ρε τί νά κά­νη, γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τήν Μάρ­τυ­ρα ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι. Ἡ Ἁ­γί­α τό­τε, ἀ­φοῦ ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀν­τί νά ρεύ­ση αἷ­μα, ἔ­ρευ­σε γά­λα. Τό δέ ἅ­γιο σῶ­μα καί τήν κε­φα­λή της δι­έ­τα­ξε ὁ δυσ­σε­βέ­στα­τος ἡ­γε­μό­νας νά βά­λουν μέ­σα σέ σάκ­κο καί μα­ζί μέ αὐ­τά νά βά­λουν καί τρι­α­κό­σια λί­τρα μο­λύ­βι καί ἔ­τσι νά τά ρί­ξουν στήν θά­λασ­σα. Ἄγ­γε­λος ὅ­μως Κυ­ρί­ου ἔ­σχι­σε τόν σάκ­κο καί ἔ­βγα­λε τό λεί­ψα­νο σέ τό­πο πού λέ­γε­ται Ρι­ση­στό. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό μί­α γυ­ναί­κα τῆς συγ­κλή­του, Ἀμ­μί­α ὀ­νομαζόμενη, πῆ­γε στόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο καί, ἀ­φοῦ τύ­λι­ξε μέ σεν­δό­νια καί ἄ­λει­ψε μέ μῦ­ρα τό τί­μιο λεί­ψα­νο, τό ἐν­τα­φί­α­σε σέ ἕ­να ξε­χω­ρι­στό τό­πο τοῦ Ρι­ση­στοῦ πρός δό­ξα Θεοῦ[2].



[1]  Δέν μπο­ρῶ ἐ­δῶ νά ἀ­πο­σι­ω­πή­σω τό δι­ή­γη­μα γιά τό βρέ­φος αὐ­τό καί νή­πιο, τό ὁ­ποῖ­ο συγγρά­φη­κε ἑλ­λη­νι­κά ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Συ­με­ών τόν Με­τα­φρα­στή, βρί­σκε­ται ὅ­μως με­τα­φρα­σμέ­νο στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο, ἐ­πει­δή πράγ­μα­τι καί ἀ­λη­θι­νά εἶ­ναι πολύ εὐχάριστο καί πολύ συγκινητικό, κα­τα­νυ­κτι­κώ­τα­το καί τρι­πό­θη­το στίς ἀ­κο­ές τῶν Χρι­στια­νῶν. Εἶναι λοι­πόν τό ἑ­ξῆς: Μί­α γυ­ναί­κα εὐ­λα­βής καί ἐ­νά­ρε­τη εἶ­χε ἕ­να ἀ­γό­ρι μέ­χρι πέν­τε ἐ­­τῶν. Ὅ­ταν ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε ὁ ἀ­νω­τέ­ρω Ἅ­γιος Μάρ­τυ­ρας Ἀ­ρέ­θας, πῆ­γε κον­τά στό λεί­ψα­νο καί παίρ­νον­τας ἀ­πό τό αἷ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἄ­λει­ψε τόν ἑ­αυ­τό της μα­ζί καί τό παι­δί της. Ἔ­πει­τα κα­τα­συγκινημένη καί ζε­στα­μέ­νη ἀ­πό τόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα, κα­τα­ρι­ό­ταν καί ἔ­βρι­ζε τόν τύ­ραν­νο Ἑ­βραῖ­ο. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τίς βρισιές, τήν ἅρ­πα­ξαν καί τήν πῆ­γαν στόν βα­σι­λιά, λέ­γον­τας, ὅ­σα εἶ­πε ἐ­ναν­τί­ον του. Ὁ βα­σι­λιάς ἀ­μέ­σως ἀ­πο­φάσι­σε νά τήν κά­ψουν. Ἀ­νά­βον­τας λοι­πόν οἱ στρα­τι­ῶ­τες φω­τιά, ἔ­δε­σαν τήν Ἁ­γί­α ἀ­γαλ­λό­με­νη καί χα­ρού­με­νη, ἐ­νῷ πα­ράλ­λη­λα τό παι­δί στε­νο­χω­ρι­ό­ταν καί ἔ­κλαι­γε, μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας τήν στέ­ρη­σι τῆς μη­τέ­ρας του, ὅ­πως καί τό μι­κρό πω­λά­ρι φω­νά­ζει καί θλί­βε­ται, ὅ­ταν χω­ρι­σθῆ ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του. Ἔ­τσι τό μα­κά­ριο ἐ­κεῖ­νο παι­δί­, στρέ­φον­τας τά μά­τια του στό ἕ­να καί στό ἄλ­λο μέ­ρος, δέν φώ­να­ζε τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρά τό ὄ­νο­μα τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του μη­τέ­ρας.

       Στήν συ­νέ­χεια, βλέ­πον­τας τόν βα­σι­λιά νά κά­θε­ται στόν θρό­νο, τρέ­χει πρός αὐ­τόν καί πέ­φτει στά πό­δια του, κλαί­γον­τας καί πα­ρα­κα­λῶντας τον, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μέ τήν ἄ­ναρ­θρη καί ψελ­λί­ζου­σα φω­νή του, γιά τήν μη­τέ­ρα του. Ὁ βα­σι­λιάς ἀ­γά­πη­σε τό παι­δί, εἴ­τε δι­ό­τι ἦ­ταν ὄ­μορ­φο καί χα­ρι­τω­μέ­νο, εἴ­τε δι­ό­τι καί ἡ  ὁ­μι­λί­α του, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν ἄ­ναρ­θρη, ἦ­ταν ὅ­μως γλυ­κύτα­τη καί νό­στι­μη. Παίρ­νον­τας λοι­πόν τό παι­δί ὁ βα­σι­λιάς, τό κά­θι­σε ἐ­πά­νω στά γό­να­τά του καί τοῦ εἶ­πε· ‘‘Ποι­όν ἀ­γα­πᾶς, παι­δί μου, ἀ­πό ὅ­λα τά πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου πε­ρισ­σό­τε­ρο’’; Τό παι­δί ἀ­πάν­τη­σε· «Τήν μη­τέ­ρα μου ἀ­γα­πῶ καί γι’ αὐ­τήν ἦλθα νά σέ πα­ρα­κα­λέ­σω, γιά νά δι­α­τά­ξης νά τήν λύ­σουν, γιά νά πά­ρη μα­ζί της καί ἐ­μέ­να στό μαρ­τύ­ριο. Δι­ό­τι πολ­λές φο­ρές μέ δί­δα­σκε, πα­ρα­κι­νῶντας με στό μαρ­τύ­ριο». Ὁ βα­σι­λιάς τό­τε τοῦ εἶ­πε, ‘τί εἶ­ναι αὐ­τό τό μαρ­τύ­ριο’; Τό­τε τό βρέ­φος (ὤ τῶν θαυ­μα­σί­ων σου Δέ­σπο­τα, πού μέ τήν χά­ρι σου σο­φί­ζεις τά νή­πια!), τό­τε λέ­ω, τό θε­ο­φώ­τι­στο νή­πιο ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Μαρ­τύ­ριο εἶ­ναι τό νά πε­θά­νω γιά τόν Χρι­στό καί πά­λι νά ζή­σω μέ αὐ­τόν». Ὁ τύ­ραν­νος τοῦ λέ­ει· «Καί ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός ὁ Χρι­στός»; Τό παι­δί ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἔ­λα νά πᾶ­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α, γιά νά σοῦ τόν δεί­ξω». Τό­τε βλέ­πον­τας τό βρέ­φος, ὅ­τι ἔ­συ­ραν οἱ στρα­τι­ῶ­τες τήν μη­τέ­ρα του, γιά νά τήν ρί­ξουν στήν πυρ­κα­ϊ­ά, ἔ­κλα­ψε, λέ­γον­τας πρός τόν τύ­ραν­νο· «Ἄ­φη­σέ με νά τρέ­ξω, γιά νά φθά­σω τήν μη­τέ­ρα μου». Ὁ τύ­ραν­νος τοῦ λέ­ει· «Ἄ­φη­σε τήν μη­τέ­ρα σου καί ἔ­λα μέ μέ­να. Καί ἐ­γώ θά σοῦ δώ­σω ὡ­ραῖα ὀ­πω­ρι­κά». Τό­τε τό χα­ρι­τω­μέ­νο καί θε­ό­σο­φο βρέ­φος ἀ­πο­κρί­θη­κε καί τοῦ λέ­ει· «Ἐ­γώ ὑ­πο­λό­γι­ζα ὅ­τι εἶ­σαι Χρι­στια­νός. Καί γι’ αὐ­τό ἦλθα καί σέ πα­ρα­κα­λῶ γιά τήν μη­τέ­ρα μου. Τώ­ρα ὅ­μως πού κα­τά­λα­βα, πώς εἶ­σαι Ἑ­βραῖ­ος, σοῦ λέ­ω, ὅ­τι μέ Ἑ­βραῖ­ο δέν θέ­λω νά συγ­κα­τοι­κή­σω πο­τέ. Ἀλ­λ’ οὔ­τε κα­τα­δέ­χο­μαι νά λά­βω ἀ­πό ἐ­σέ­να τί­πο­τε. Μό­νο ἄ­φη­σέ με νά πά­ω στήν μη­τέ­ρα μου».

        Ἀ­πο­ρῶντας ὁ βα­σι­λιάς γιά τήν φρο­νι­μά­δα καί σύ­νε­σι τοῦ παι­διοῦ, τόν συμ­βού­λε­ψαν με­ρι­κοί νά τό στεί­λη στήν βα­σί­λισ­σα, μή­πως ἐ­κεί­νη μέ κο­λα­κεῖ­ες μπο­ρέ­ση νά τό πεί­ση νά μεί­νη στό πα­λά­τι. Ἀλ­λ’ ὅ­μως ἡ γνῶ­σις τοῦ θε­ό­σο­φου παι­διοῦ νί­κη­σε τά σχέ­δια καί τίς πο­νη­ρι­ές ἐ­κεί­νων. Δι­ό­τι τό θε­ο­φώ­τι­στο νή­πιο, οὔτε ἀ­πό­κρι­σι ἔ­δω­σε στίς συμ­βου­λές καί στά λό­για τοῦ βασιλιᾶ, ἀλ­λά ἔ­βλε­πε μό­νον πρός τήν μη­τέ­ρα. Ὅ­ταν εἶ­δε, ὅ­τι τήν ἔρ­ρι­ξαν στήν φω­τιά, συμ­πό­νε­σε ἡ καρ­διά του. Καί ὅ­πως ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νο στά γό­να­τα τοῦ βασιλιᾶ, ἔ­σκυ­ψε καί δάγ­κα­σε δυ­να­τά τό μη­ρί του. Ὁ βα­σι­λιάς ἀ­πό τό πό­νο του τό ἔρριξε ἀ­πό τά γό­να­τά του δι­α­τάσ­σον­τας ἕ­ναν ἄρ­χον­τα νά τό πά­ρη καί νά τό κά­νη νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Ἀλ­λά τό παι­δί, ἀ­πο­φεύ­γον­τας κα­τάλ­λη­λα ἐ­κεῖ­νον πού τό ἔ­σερ­νε, ἔ­τρε­ξε γρή­γο­ρα στήν κά­μι­νο καί ὁ­λό­χα­ρο πή­δη­σε (ὤ τῆς ἀν­δρεί­ας!) στήν μέ­ση τῆς κα­μί­νου, καί ἀφοῦ ἀγκάλιασε γλυ­κά τήν πο­θου­μέ­νη του μη­τέ­ρα, μα­ζί μέ αὐ­τήν κλη­ρο­νο­μεῖ τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

        Ἄς λά­βουν πα­ρά­δειγ­μα ἀ­πό τό δι­ή­γη­μα αὐ­τό οἱ ση­με­ρι­νές μη­τέ­ρες τῶν Χρι­στια­νῶν, καί ἄς δι­δά­σκουν τά παι­διά τους ἀ­πό νή­πια, ὅ­ταν εἶ­ναι ἀ­κό­μη, νά πα­ρα­μέ­νουν στα­θε­ρά στήν πί­στι καί εὐ­σέ­βεια καί νά ἀ­γα­ποῦν ὁ­λό­καρ­δα τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό τόν ποι­η­τή καί πλά­στη τους. Καί ἄν πα­ρου­σια­σθῆ καί ἡ ἀ­νάγ­κη, νά προ­τι­μοῦν τόν θά­να­το καί τό μαρ­τύ­ριο, πα­ρά νά ἀρ­νη­θοῦν τό γλυ­κύ­τα­το ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ.

[2] Πε­ριτ­τά ἐ­δῶ γρά­φε­ται στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή καί στά Μη­ναῖ­α τό Συ­να­ξά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πρό­κλου Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Δι­ό­τι αὐ­τό ἀ­να­φέρ­θη­κε πιό κα­τάλ­λη­λα κα­τά τήν 20η  τοῦ Νο­εμ­βρί­ου, δι­ό­τι τό­τε ἡ μνή­μη του ἑορτά­ζε­ται.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης