Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρέθα καί τῶν σύν αὐτῷ.
Τμηθείς Θεῷ προσῆξε Μάρτυς Ἀρέθας,
Πολλούς ὁμοίως Μάρτυρας τετμημένους.
Ἀρέθᾳ εἰκάδι σύν γνωστοῖσι τετάρτῃ τμήθης.
Αὐτός ἦταν πρῶτος στήν πόλι Νεγράν, ὅταν, ὁ μέν Ἰουστῖνος βασίλευε στούς Ρωμαίους, κατά τό ἔτος 542, ὁ δέ χριστιανικώτατος Ἐλεσβαάν, βασίλευε στήν Αἰθιοπία καί ὁ δυσσεβής Δουναάν ὁ Ἑβραῖος βασίλευε στήν Ὁμηρίτιδα χώρα. Ἡ Ὁμηρίτιδα αὐτή ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὀνομάζεται Σαβά, ἐνῷ ἀπό τούς εἰδωλολάτρες ὀνομάζεται Εὐδαίμων Ἀραβία. Ἐπειδή ὅμως ὁ εὐσεβής Ἐλεσβαάν ὑπόταξε τόν ἀσεβῆ Δουναάν καί τοποθετοῦσε δικούς του φύλακες καί ἄρχοντες, γιά νά φυλάγουν καί νά διοικοῦν τήν πόλι ἐκείνου, γι’ αὐτό ὁ ἀλιτήριος Δουναάν ἔκανε ἐπανάστασι καί θανάτωσε τούς φύλακες τοῦ Ὀρθοδόξου Ἐλεσβαάν. Καί δέν ἔκανε μόνον αὐτό, ἀλλ’ ἀκόμη πῆγε καί στήν πόλι Νεγράν καί τήν πολιόρκησε. Στήν συνέχεια ἀφοῦ ὡρκίσθηκε, ὅτι δέν θά ἐνοχλήση τούς Χριστιανούς πού κατοικοῦν σ’ αὐτήν, μπῆκε στήν πόλι. Ἀθετῶντας ὅμως τούς ὅρκους, θανάτωσε ὁ αἱμοβόρος ὅλους, ὅσους βρῆκε σ’ αὐτήν, τόσο ἄνδρες, ὅσο καί γυναῖκες, οἱ ὁποῖοι ὅλοι παρέμειναν ἀνδρεῖα καί ὡμολόγησαν τήν πίστι στόν Χριστό. Τότε λοιπόν καί ὁ Ἅγιος αὐτός Ἀρέθας στάθηκε ἀνδρεῖος καί μεγαλόψυχος στόν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου, καί μολονότι ἦταν τόσο πολύ ἡλικιωμένος, σέ σημεῖο πού οὔτε μποροῦσε νά περπατήση. Διότι, ἀφοῦ ὁ γενναῖος αὐτός τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστής στήριζε προηγουμένως μέ τά λόγιά του ὅλους τούς συμπολῖτες του στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ἔλαβε τόν διά ξίφους θάνατο. Καί ἔτσι ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο. Αὐτόν ἑλληνικά συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἔτος μέν ἤδη πέμπτον». Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες καί ἰδιαίτερα στήν Λαύρα).
Ἡ Ἁγία Μάρτυς Σεβαστιανή ξίφει τελειοῦται.
Σεβαστιανῇ τῇ τομῇ βλύζει γάλα,
Οὐχ αἷμα καί σάρξ ὥσπερ οὖσα πρός ξῖφος.
Στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δομετιανοῦ κατά τό ἔτος 82, ζοῦσε στήν πόλι τοῦ Μαρκιανοῦ ἡ Ἁγία αὐτή Σεβαστιανή, κηρύττοντας τόν Xριστό καί συκοφαντήθηκε στόν ἡγεμόνα Σέργιο ὡς Χριστιανή. Ἀφοῦ παρουσιάσθηκε λοιπόν μπροστά του, ὡμολόγησε ὅτι πιστεύει στόν Χριστό καί ὅτι διδάχθηκε καί βαπτίσθηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί ὅτι εἶναι ἕτοιμη νά πεθάνη γιά τόν Χριστό. Γι’ αὐτό ἀρχικά τήν ἔδειραν σέ ὅλο τό σῶμα μέ σφαῖρες μολυβένιες, ἔπειτα τήν ἔβαλαν στήν φυλακή. Ἐκεῖ τῆς ἐμφανίσθηκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί τῆς εἶπε· «Χαῖρε καί μή λυπᾶσαι, διότι θά πᾶς δεμένη καί στήν δική σου πατρίδα γιά τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ». Μετά λοιπόν ἀπό ἑπτά ἡμέρες τήν ἔβγαλε ὁ ἄρχοντας ἀπό τήν φυλακή. Καί ἀφοῦ ἔκαψε δυνατά ἕνα καμίνι, διέταξε νά βάλουν σ’ αὐτό τήν Ἁγία. Τότε τήν ἔρριξαν στό καμίνι καί ἔμεινε μέσα ἀρκετή ὥρα. Παραμένοντας ὅμως ἀβλαβής, βγῆκε ἔξω καί ἔκανε ὅλους νά θαυμάζουν καί νά ἀποροῦν πολύ. Κατόπιν, τήν ὥρα πού ἡ Μάρτυς προσευχόταν, ἔγινε ἕνας θόρυβος ἀπό τόν οὐρανό καί μία ἀστραπή καί βροντή. Ἔπεσε ἀκόμη καί τόσο πολύ χαλάζι, ὥστε ἔσβυσε τήν φωτιά τῆς καμίνου, ἀλλά καί πολλοί ἀπό αὐτήν τήν χαλαζόπτωσι κινδύνεψαν νά πεθάνουν. Ἀλλά καί αὐτός ὁ ἡγεμόνας ἔφυγε ἀπό τόν φόβο του μέ ὅσους παρευρίσκονταν ἐκεῖ.
Μετά ἀπό αὐτά τῆς λέει ὁ ἡγεμόνας· «Ποιά εἶσαι ἐσύ; καί ποιά εἶναι ἡ καταστασί σου; καί ἀπό ποιά χώρα κατάγεσαι»; Ἡ Ἁγία ὅμως σιωποῦσε. Μαθαίνοντας ὅμως ἀπό τούς παρευρισκομένους, ὅτι ἦταν ἀπό τήν μητρόπολι τῆς Ἡρακλείας, τήν ἔστειλε δεμένη στόν ἐκεῖ ἡγεμόνα.
Τότε Ἄγγελος Κυρίου τῆς ἐμφανίσθηκε καί τῆς εἶπε· «Ἔχε θάρρος θύγατερ, διότι ὅταν θά παρουσιασθῆς στόν ἡγεμόνα, τότε ἐγώ θά εἶμαι μαζί σου». Φθάνοντας λοιπόν στήν Ἡράκλεια, παρουσιάσθηκε στόν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τήν κρέμασε ἐπάνω σέ ξύλο, πού ἦταν σάν μάγγανος, καταξέσχιζε τό σῶμα της γιά διάστημα τριῶν ὡρῶν. Καί οἱ μέν σάρκες τῆς Ἁγίας ἐνῷ κόβονταν, εὐωδίαζαν, ἐνῷ ἡ ἴδια μέ σιωπή προσευχόταν, ὥστε ἔλεγαν ὅλοι, ὅτι δέν πάσχει σῶμα ἔμψυχο καί ζωντανό, ἀλλά ἄψυχο. Ἀφοῦ τήν κατέβασε ἀπό τόν μάγγανο, τήν ἔρριξε στά θηρία, γιά νά τήν φᾶνε. Ἕνα μεγάλο ὅμως λεοντάρι πλησίασε κοντά στήν Ἁγία, καί – παράξενα – μέ ἀνθρώπινη φωνή τήν μέν Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ ἐπαινοῦσε καί μακάριζε, ἐνῷ τούς ἄπιστους καί παράνομους ἔλεγχε καί κατηγοροῦσε. Ἔπειτα ἀφέθηκε καί μία λέαινα κατά τῆς Ἁγίας, ἡ ὁποία, πλησιάζοντας κοντά, στάθηκε στό ἄλλο πλευρό τῆς Μάρτυρος. Καί λοιπόν στέκονταν τά δύο λεοντάρια, τό ἕνα ἀπό τά δεξιά καί τό ἄλλο ἀπό τά ἀριστερά τῆς Ἁγίας, σάν ἀρνιά ἄκακα.
Ἐπειδή λοιπόν ὁ ἡγεμόνας ἀποροῦσε, καί δέν ἤξερε τί νά κάνη, γι’ αὐτό διέταξε νά ἀποκεφαλίσουν τήν Μάρτυρα ἔξω ἀπό τήν πόλι. Ἡ Ἁγία τότε, ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκε, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀντί νά ρεύση αἷμα, ἔρευσε γάλα. Τό δέ ἅγιο σῶμα καί τήν κεφαλή της διέταξε ὁ δυσσεβέστατος ἡγεμόνας νά βάλουν μέσα σέ σάκκο καί μαζί μέ αὐτά νά βάλουν καί τριακόσια λίτρα μολύβι καί ἔτσι νά τά ρίξουν στήν θάλασσα. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἔσχισε τόν σάκκο καί ἔβγαλε τό λείψανο σέ τόπο πού λέγεται Ρισηστό. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό μία γυναίκα τῆς συγκλήτου, Ἀμμία ὀνομαζόμενη, πῆγε στόν τόπο ἐκεῖνο καί, ἀφοῦ τύλιξε μέ σενδόνια καί ἄλειψε μέ μῦρα τό τίμιο λείψανο, τό ἐνταφίασε σέ ἕνα ξεχωριστό τόπο τοῦ Ρισηστοῦ πρός δόξα Θεοῦ[2].
[1] Δέν μπορῶ ἐδῶ νά ἀποσιωπήσω τό διήγημα γιά τό βρέφος αὐτό καί νήπιο, τό ὁποῖο συγγράφηκε ἑλληνικά ἀπό τόν Ἅγιο Συμεών τόν Μεταφραστή, βρίσκεται ὅμως μεταφρασμένο στόν Νέο Παράδεισο, ἐπειδή πράγματι καί ἀληθινά εἶναι πολύ εὐχάριστο καί πολύ συγκινητικό, κατανυκτικώτατο καί τριπόθητο στίς ἀκοές τῶν Χριστιανῶν. Εἶναι λοιπόν τό ἑξῆς: Μία γυναίκα εὐλαβής καί ἐνάρετη εἶχε ἕνα ἀγόρι μέχρι πέντε ἐτῶν. Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ὁ ἀνωτέρω Ἅγιος Μάρτυρας Ἀρέθας, πῆγε κοντά στό λείψανο καί παίρνοντας ἀπό τό αἷμα τοῦ Μάρτυρα, ἄλειψε τόν ἑαυτό της μαζί καί τό παιδί της. Ἔπειτα κατασυγκινημένη καί ζεσταμένη ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα, καταριόταν καί ἔβριζε τόν τύραννο Ἑβραῖο. Οἱ στρατιῶτες, ὅταν ἄκουσα τίς βρισιές, τήν ἅρπαξαν καί τήν πῆγαν στόν βασιλιά, λέγοντας, ὅσα εἶπε ἐναντίον του. Ὁ βασιλιάς ἀμέσως ἀποφάσισε νά τήν κάψουν. Ἀνάβοντας λοιπόν οἱ στρατιῶτες φωτιά, ἔδεσαν τήν Ἁγία ἀγαλλόμενη καί χαρούμενη, ἐνῷ παράλληλα τό παιδί στενοχωριόταν καί ἔκλαιγε, μή ὑποφέροντας τήν στέρησι τῆς μητέρας του, ὅπως καί τό μικρό πωλάρι φωνάζει καί θλίβεται, ὅταν χωρισθῆ ἀπό τήν μητέρα του. Ἔτσι τό μακάριο ἐκεῖνο παιδί, στρέφοντας τά μάτια του στό ἕνα καί στό ἄλλο μέρος, δέν φώναζε τίποτε ἄλλο, παρά τό ὄνομα τῆς ἀγαπημένης του μητέρας.
Στήν συνέχεια, βλέποντας τόν βασιλιά νά κάθεται στόν θρόνο, τρέχει πρός αὐτόν καί πέφτει στά πόδια του, κλαίγοντας καί παρακαλῶντας τον, ὅσο μποροῦσε μέ τήν ἄναρθρη καί ψελλίζουσα φωνή του, γιά τήν μητέρα του. Ὁ βασιλιάς ἀγάπησε τό παιδί, εἴτε διότι ἦταν ὄμορφο καί χαριτωμένο, εἴτε διότι καί ἡ ὁμιλία του, μολονότι ἦταν ἄναρθρη, ἦταν ὅμως γλυκύτατη καί νόστιμη. Παίρνοντας λοιπόν τό παιδί ὁ βασιλιάς, τό κάθισε ἐπάνω στά γόνατά του καί τοῦ εἶπε· ‘‘Ποιόν ἀγαπᾶς, παιδί μου, ἀπό ὅλα τά πράγματα τοῦ κόσμου περισσότερο’’; Τό παιδί ἀπάντησε· «Τήν μητέρα μου ἀγαπῶ καί γι’ αὐτήν ἦλθα νά σέ παρακαλέσω, γιά νά διατάξης νά τήν λύσουν, γιά νά πάρη μαζί της καί ἐμένα στό μαρτύριο. Διότι πολλές φορές μέ δίδασκε, παρακινῶντας με στό μαρτύριο». Ὁ βασιλιάς τότε τοῦ εἶπε, ‘τί εἶναι αὐτό τό μαρτύριο’; Τότε τό βρέφος (ὤ τῶν θαυμασίων σου Δέσποτα, πού μέ τήν χάρι σου σοφίζεις τά νήπια!), τότε λέω, τό θεοφώτιστο νήπιο ἀποκρίθηκε· «Μαρτύριο εἶναι τό νά πεθάνω γιά τόν Χριστό καί πάλι νά ζήσω μέ αὐτόν». Ὁ τύραννος τοῦ λέει· «Καί ποιός εἶναι αὐτός ὁ Χριστός»; Τό παιδί ἀποκρίθηκε· «Ἔλα νά πᾶμε στήν Ἐκκλησία, γιά νά σοῦ τόν δείξω». Τότε βλέποντας τό βρέφος, ὅτι ἔσυραν οἱ στρατιῶτες τήν μητέρα του, γιά νά τήν ρίξουν στήν πυρκαϊά, ἔκλαψε, λέγοντας πρός τόν τύραννο· «Ἄφησέ με νά τρέξω, γιά νά φθάσω τήν μητέρα μου». Ὁ τύραννος τοῦ λέει· «Ἄφησε τήν μητέρα σου καί ἔλα μέ μένα. Καί ἐγώ θά σοῦ δώσω ὡραῖα ὀπωρικά». Τότε τό χαριτωμένο καί θεόσοφο βρέφος ἀποκρίθηκε καί τοῦ λέει· «Ἐγώ ὑπολόγιζα ὅτι εἶσαι Χριστιανός. Καί γι’ αὐτό ἦλθα καί σέ παρακαλῶ γιά τήν μητέρα μου. Τώρα ὅμως πού κατάλαβα, πώς εἶσαι Ἑβραῖος, σοῦ λέω, ὅτι μέ Ἑβραῖο δέν θέλω νά συγκατοικήσω ποτέ. Ἀλλ’ οὔτε καταδέχομαι νά λάβω ἀπό ἐσένα τίποτε. Μόνο ἄφησέ με νά πάω στήν μητέρα μου».
Ἀπορῶντας ὁ βασιλιάς γιά τήν φρονιμάδα καί σύνεσι τοῦ παιδιοῦ, τόν συμβούλεψαν μερικοί νά τό στείλη στήν βασίλισσα, μήπως ἐκείνη μέ κολακεῖες μπορέση νά τό πείση νά μείνη στό παλάτι. Ἀλλ’ ὅμως ἡ γνῶσις τοῦ θεόσοφου παιδιοῦ νίκησε τά σχέδια καί τίς πονηριές ἐκείνων. Διότι τό θεοφώτιστο νήπιο, οὔτε ἀπόκρισι ἔδωσε στίς συμβουλές καί στά λόγια τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλά ἔβλεπε μόνον πρός τήν μητέρα. Ὅταν εἶδε, ὅτι τήν ἔρριξαν στήν φωτιά, συμπόνεσε ἡ καρδιά του. Καί ὅπως ἦταν καθισμένο στά γόνατα τοῦ βασιλιᾶ, ἔσκυψε καί δάγκασε δυνατά τό μηρί του. Ὁ βασιλιάς ἀπό τό πόνο του τό ἔρριξε ἀπό τά γόνατά του διατάσσοντας ἕναν ἄρχοντα νά τό πάρη καί νά τό κάνη νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ἀλλά τό παιδί, ἀποφεύγοντας κατάλληλα ἐκεῖνον πού τό ἔσερνε, ἔτρεξε γρήγορα στήν κάμινο καί ὁλόχαρο πήδησε (ὤ τῆς ἀνδρείας!) στήν μέση τῆς καμίνου, καί ἀφοῦ ἀγκάλιασε γλυκά τήν ποθουμένη του μητέρα, μαζί μέ αὐτήν κληρονομεῖ τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἄς λάβουν παράδειγμα ἀπό τό διήγημα αὐτό οἱ σημερινές μητέρες τῶν Χριστιανῶν, καί ἄς διδάσκουν τά παιδιά τους ἀπό νήπια, ὅταν εἶναι ἀκόμη, νά παραμένουν σταθερά στήν πίστι καί εὐσέβεια καί νά ἀγαποῦν ὁλόκαρδα τόν Ἰησοῦ Χριστό τόν ποιητή καί πλάστη τους. Καί ἄν παρουσιασθῆ καί ἡ ἀνάγκη, νά προτιμοῦν τόν θάνατο καί τό μαρτύριο, παρά νά ἀρνηθοῦν τό γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
[2] Περιττά ἐδῶ γράφεται στόν τυπωμένο Συναξαριστή καί στά Μηναῖα τό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Διότι αὐτό ἀναφέρθηκε πιό κατάλληλα κατά τήν 20η τοῦ Νοεμβρίου, διότι τότε ἡ μνήμη του ἑορτάζεται.


Login