Χιλανταρίου Μονῆς, ὁ ἀκμάσας ἐν ἔτει 1190, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Χιλανταρίου Μονῆς, ὁ ἀκμάσας ἐν ἔτει 1190, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 

Τίς οὐκ ἐπαινέσειε, Συμεών πάτερ,

Σέ τόν βλύσαντα, μύρον ἐκ τοῦ σοῦ τάφου;

 

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἦ­ταν ἀ­πό τήν Σερ­βί­α, καί ὁ Συ­με­ών ἦ­ταν Πα­τέ­ρας τοῦ Σάβ­βα καί Βα­σι­λιάς τῆς Σερ­βί­ας, ἡ δέ Μη­τέ­ρα τοῦ ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἄν­να. Αὐτοί κα­τά­γον­ταν ἀ­πό γέ­νος Βα­σι­λι­κό καί ἦ­ταν ὀρ­θο­δο­ξώ­τα­τοι Χρι­στια­νοί καί εὐ­λα­βέ­στα­τοι. Καί πρῶ­τα μέν ἔ­κα­ναν δύ­ο παι­διά, υἱ­ό καί θυ­γα­τέ­ρα, με­τά ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τά ἀρ­ρώ­στη­σε ἡ Βα­σί­λισ­σα καί δέν ἔ­κα­μνε πλέ­ον παι­δί. Καί κα­θώς εἶ­χαν τήν Βα­σι­λεί­α καί πλού­τη πο­λλά, πα­ρα­κα­λοῦ­σαν τόν Ἅ­γιο Θε­ό μέ δά­κρυ­α καί νη­στεῖ­ες, γιά νά τούς δώ­ση καί ἄλ­λο παι­δί. Ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πά­κου­σε τήν δέ­η­σί τους καί τούς ­χά­ρι­σε καί τρί­το παι­δί, τόν ἀ­εί­μνη­στο Σάβ­βα, τόν ὁ­ποῖ­ο με­τά τήν πρώ­τη ἡ­λι­κί­α τόν ἔ­βα­λαν νά μά­θη τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα. Καί σέ λί­γο και­ρό ἔ­μα­θε ὅ­λα τά Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά Βι­βλί­α πού εἶ­ναι στήν Σερ­βι­κή γλῶσ­-

 

σα, καί τό­ση φρό­νη­σι καί εὐ­τα­ξί­α καί τα­πεί­νω­σι καί εὔ­θυ­μο χα­ρα­κτῆ­ρα εἶ­χε, ὥ­στε κά­θε ἕ­νας πού τόν ἔ­βλε­πε τόν ἀ­γα­ποῦ­σε καί τόν σε­βό­ταν. Καί ὅ­σο με­γά­λω­νε στήν ἡ­λι­κί­α, τό­σο ἄ­να­βε καί στήν ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­ό καί πα­ρα­δό­θη­κε ὁλοκληρωτικά στόν θεῖ­ο ἔ­ρω­τα καί ἄλ­λο δέν εἶ­χε στόν νοῦ τοῦ πα­ρά πῶς νά ἀ­ρέ­ση στόν ποι­η­τή καί πλά­στη του Θε­ό, νύ­χτα καί ἡ­μέ­ρα ἀ­κα­τα­παύ­στως προ­σευ­χό­με­νος καί ἀ­γω­νι­ζό­με­νος μέ νη­στεῖ­ες, ἀ­γρυ­πνί­ες καί κά­θε εἴδους  ἄλ­λες κα­κου­χί­ες, ἐ­νῷ ἦ­ταν τό­τε δε­κα­ε­πτά χρο­νῶν στήν ἡ­λι­κί­α, καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό νά τόν ἀ­ξι­ώ­ση τῆς σύμ­φω­νης μέ τόν Χρι­στό ζω­ῆς, κα­θώς ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν παρ­θε­νί­α. Καί τόν ἀ­ξί­ω­σε ὁ φι­λάν­θρω­πος Θε­ός μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο:

Κά­ποι­οι Πα­τέ­ρες ἀ­πό τό Ἅ­γιο Ὄ­ρος ­πῆ­γαν στήν πα­τρί­δα τοῦ Ἁ­γί­ου χά­ριν ἐ­λέ­ους, (ἐ­πει­δή ἄ­κου­σαν γιά τίς ἀ­ρε­τές τοῦ Πα­τρός τοῦ Συ­με­ών, καί κυ­ρί­ως πώς ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λε­ή­μων πρός τούς φτω­χούς). Ἕ­νας ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ἦ­ταν καί ἕ­νας ἀ­πό τό Ρω­σι­κό Μο­να­στή­ρι καί Ρῶ­σος στό γέ­νος καί πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος. Ὅ­ταν τόν εἶ­δε αὐ­τόν ὁ Μα­κά­ριος Σάβ­βας καί συ­νω­μί­λη­σε μα­ζί του, τόν ­ρώ­τη­σε γιά τά Μο­να­στή­ρια τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους καί γιά τίς τά­ξεις καί τήν πο­λι­τεί­α τῶν Πα­τέ­ρων καί ὅ­σα ἄλ­λα ­χρη­σί­μευ­αν στόν σκο­πό του, καί μό­λις ἔ­μα­θε ἀ­π’ αὐ­τόν τά πάν­τα, ἔ­κλα­ψε ἄ­φθο­να. Ἔ­πει­τα λέ­γει σ’ αὐ­τόν× «Βλέ­πω, Πά­τερ, ὅ­τι ὁ Θε­ός γνω­ρί­ζον­τας τά βά­θη τῆς καρ­διᾶς μου καί τόν σκο­πό μου, σέ ἔ­στει­λε σέ ἐ­μέ­να τόν ἁ­μαρ­τω­λό, γιά νά μέ ὁ­δη­γή­σης στόν θεῖ­ο δρό­μο. Δι­ό­τι πο­λύ εὐ­φράν­θη­κε ἡ ψυ­χή μου ἀ­πό τά θεῖα σου λό­για καί δέν μπο­ρῶ πλέ­ον νά μεί­νω σέ αὐ­τόν τόν ψεύ­τι­κο Κό­σμο, οὔ­τε νά βλέ­πω τίς ψευ­δεῖς του δό­ξες καί φαν­τα­σί­ες. Λοι­πόν σέ πα­ρα­κα­λῶ νά μέ δι­δά­ξης, πῶς νά ἀ­πο­φύ­γω τήν μα­ται­ό­τη­τα τοῦ Κό­σμου καί νά ἀ­ξι­ω­θῶ αὐ­τή τήν ζω­ή πού ζεῖ ἡ ἁ­γι­ο­σύ­νη σας, για­τί σχε­διά­ζουν οἱ γο­νεῖς μου τώ­ρα κον­τά νά μέ παν­τρέ­ψουν, καί γι’ αὐ­τό ἀ­πο­φά­σι­σα μί­α ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα νά ἀ­να­χω­ρή­σω καί νά πά­ω στό Ἅ­γιο Ὄρος καί ζη­τῶ τήν συμ­βου­λή σου». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Γέ­ρων τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε× «Βλέ­πω παι­δί μου, πώς ὁ σκο­πός σου εἶ­ναι θεῖ­ος, καί ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ κυ­ρί­ευ­σε τήν ψυ­χή σου, καί λοι­πόν αὐ­τό πού λο­γα­ριά­ζεις, πρέ­πει νά τό τε­λει­ώ­σης τό συν­το­μό­τε­ρο, καί ἐ­γώ γί­νο­μαι συ­νο­δοι­πό­ρος καί ὁ­δη­γός σου, ἕ­ως ὅ­του νά σέ πά­ω στό Ὄρος».

Τό­τε, ἀ­φοῦ ἐ­πε­νό­η­σε τόν τρό­πο τῆς φυ­γῆς ὁ Μα­κά­ριος Σάβ­βας, τόν μέν γέ­ρον­τα τόν ἔ­στει­λε πρῶ­τα σέ ἕ­να μέ­ρος νά τόν πε­ρι­μέ­νη, ἐ­νῷ αὐ­τός ­πῆ­γε στούς γο­νεῖς του, καί εἶ­πε στόν Πα­τέ­ρα του× «Ἄ­κου­σα, ὅ­τι στό (δεῖ­να) Ὄ­ρος ὑ­πάρ­χει πο­λύ κυ­νῆ­γι καί σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νά μοῦ δώ­σε­τε ἄ­δεια καί τήν εὐ­χή σας, νά πά­ω νά κυ­νη­γή­σω, καί νά πε­ρι­δια­βῶ καί λί­γο, καί ἐ­άν ἀρ­γή­σω καί λί­γο και­ρό, σέ πα­ρα­κα­λῶ νά μήν μοῦ θυ­μώ­σης». Ὁ Πα­τέ­ρας του τοῦ ἔ­δω­σε ἄ­δεια καί δού­λους ὅ­σους ἤ­θε­λε καί τοῦ εὐ­χή­θη­κε. Καί ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ὁ Σάβ­βας μέ πολ­λή χα­ρά, ­πῆ­γε ἐ­κεῖ, πού τόν πε­ρί­με­νε ὁ  γέ­ρων πού  εἴ­πα­με καί  τούς  μέν  δού­λους ­πρό­στα­ξε νά  κα­θή­σουν ἐ­κεῖ νά   τόν πε­ρι­μέ­νουν. Ἐ­νῷ αὐ­τός μα­ζί μέ τόν γέ­ρον­τα, ­πῆ­γαν σέ ἕ­να χω­ριό, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ἄλ­λα­ξε τά βα­σι­λι­κά ροῦ­χα στό  σπί­τι ἑ­νός φτω­χοῦ, καί φό­ρε­σε τά ροῦ­χα τοῦ φτω­χοῦ ἐ­κεί­νου, πῆ­γαν καί οἱ δύ­ο στό Ἅ­γιο Ὄρος, στό Ρω­σι­κό Μο­να­στή­ρι καί ἐ­κεῖ δι­δα­σκό­ταν ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα ἐ­κεῖ­νο τά σχε­τι­κά μέ τήν Μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α, τά ὁ­ποῖ­α ἐκ­πλή­ρω­νε μέ με­γά­λη προ­θυ­μί­α καί ὑ­πα­κο­ή, σε­βό­με­νος τόν γέ­ρον­τά του, σάν ἄλ­λο Θε­ό. Οἱ δέ γο­νεῖς του ἔ­κλαι­γαν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα καί ἔ­στει­λαν ἀν­θρώ­πους σέ κά­θε μέ­ρος νά τόν γυ­ρεύ­ουν ἐ­πί­μο­να. Δι­ό­τι δέν μπο­ροῦ­σαν νά ὑ­πο­φέ­ρουν τήν στέ­ρη­σι ἑ­νός τέ­τοι­ου ὡ­ραι­ο­τά­του καί φρο­νι­μο­τά­του υἱ­οῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο προ­ό­ρι­ζε ὁ Πα­τέ­ρας του γιά δι­ά­δο­χό της Βα­σι­λεί­ας του. Καί κα­θώς πή­γαι­ναν παν­τοῦ οἱ Βα­σι­λι­κοί ἄν­θρω­ποι, ἦλ­θαν καί στό Ἅ­γιο Ὄρος τρεῖς ἄρ­χον­τες ἀ­πό αὐ­τούς, καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­μαν ἀ­κρι­βῆ ἔ­λεγ­χο, τόν βρῆ­καν στό προ­α­να­φερ­θέν Μο­να­στή­ρι καί ­ζή­τη­σαν νά τόν πά­ρουν. Ἀλ­λά ὁ Σάβ­βας κρυ­φά τήν νύ­χτα ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βη­κε στόν πύρ­γο τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, καί ἔπιασε  τόν γέ­ρον­τά του καί τοῦ ­φό­ρε­σε τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἐ­πι­στο­λή γιά τήν μα­ται­ό­τη­τα τοῦ Κό­σμου καί τήν συν­τέ­λεια τοῦ αἰ­ῶ­να καί γιά τήν Μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων καί τήν ἀ­τε­λεύ­τη­τη Κό­λα­σι, τήν ἔ­στει­λε στούς γο­νεῖς του. Καί τό­σο τούς γο­ή­τευ­σε μέ τήν Ἐ­πι­στο­λή του καί σέ τό­ση κα­τά­νυ­ξι τούς ἔ­φε­ρε, ὥ­στε ἀ­πο­φά­σι­σαν καί οἱ δύ­ο νά μο­νά­σουν. Καί ἡ μέν Μη­τέ­ρα του, ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε σέ γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στήρι καί ντύ­θη­κε τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα καί ἀ­γω­νί­σθη­κε θε­άρεστα, ἀ­πο­δή­μη­σε πρός τόν Κύ­ριο. Ὁ δέ Πα­τέ­ρας του, ἀ­φοῦ ἀ­παρ­νή­θη­κε ὅ­λα τά τοῦ Κό­σμου, καί ἄ­φη­σε δι­ά­δο­χο τῆς Βα­σι­λεί­ας του τόν υἱ­ό του Στέ­φα­νο, ἀ­νε­χώ­ρη­σε καί ἦλ­θε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, καί ἀ­φοῦ συνάντησε τόν ἀ­γα­πη­τό του υἱ­ό Σάβ­βα καί ἀ­πό­λαυ­σαν πνευ­μα­τι­κά ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, ζη­τῶν­τας νά ἐν­δυ­θῆ τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα καί νά συ­ζή­ση μέ τόν υἱ­ό του. Τό ὁ­ποῖ­ο καί ἔ­γι­νε. Καί με­τά τήν συ­νη­θι­σμέ­νη δο­κι­μή, ἀ­νέ­λα­βε πνευ­μα­τι­κά ὁ υἱ­ός τόν Πα­τέ­ρα μέ­σῳ τοῦ θεί­ου καί Ἀγ­γε­λι­κοῦ σχή­μα­τος, καί ἔ­γι­νε ὁ ὡς πρός τήν σάρ­κα υἱ­ός Σάβ­βας, Πα­τέ­ρας καί πνεῦ­μα τοῦ Συ­με­ών τοῦ ὡς πρός τήν σάρ­κα Πα­τέρα του. Καί ἔ­μει­ναν καί οἱ δύ­ο ἀρ­κε­τό και­ρό στήν μο­νή τοῦ Βα­το­παι­δί­ου. (Δι­ό­τι ἐ­κεῖ βρῆ­κε τόν Σάβ­βα ὁ Πα­τέ­ρας του, ἐ­πει­δή καί ὁ πρῶ­τος τοῦ Ὄ­ρους πρό­λα­βε καί τόν ἔ­στει­λε ἐ­κεῖ, γιά νά φυ­λά­γε­ται, μή­πως καί τόν ζη­τή­ση ὁ Πα­τέ­ρας του). Καί ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι τόν κα­λό ἀ­γῶ­να μέ καθημερινές νηστεῖες καί ὁλονύκτιες ὀρθοστασίες καί προσευχές, μέσα σέ λίγο διάστημα ἔγιναν ἐγκρατεῖς ὡς πρός τά σαρκικά πάθη καί ἔφθασαν στό ἄκρο τῆς ἀρετῆς πάνω ἀπό ὅλους σχε­δόν τούς Πα­τέ­ρες, πού ­βρί­σκονταν ἐ­κεῖ­νον τόν και­ρό στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος καί ἔ­γι­ναν ἄ­ξια δο­χεῖ­α τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Καί κα­θώς ἡ φή­μη τῆς ἀ­ρε­τῆς τους πα­ρε­κί­νη­σε καί ἄλ­λους πολ­λούς Σέρ­βους ἀ­πό τό Βα­σί­λει­ό τους καί ἦλ­θαν σ’ αὐ­τούς καί ἔ­γι­ναν μοναχοί, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­παν πώς κα­θη­με­ρι­νά αὐ­ξά­νουν οἱ προ­σερ­χό­με­νοι, ἀ­ναγ­κά­σθη­καν νά χτί­σουν δι­κό τους Μο­να­στή­ρι. Καί ἀ­φοῦ ­νή­στευ­σαν ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες καί ἔ­κα­ναν ἀ­γρυ­πνί­ες καί ἐ­πι­κα­λέ­σθη­καν θερ­μά τήν Κυ­ρί­α μας Θε­ο­τό­κο νά τούς ὁ­δη­γή­ση, ποῦ εἶ­ναι τό θέ­λη­μά της τό Ἅ­γιο νά οἰ­κο­δο­μή­σουν τό Μο­να­στή­ρι καί ἀ­φοῦ ἐμ­πνεύ­σθη­καν καί πα­ρα­κι­νή­θη­καν ἀ­πό ἀ­πο­κά­λυ­ψι καί ὀ­πτα­σί­α ἀ­πό τόν Θε­ό σταλ­μέ­νη, ἔ­χτι­σαν ἐκ θε­με­λί­ων, μέ ἔ­ξο­δα δι­κά τους, τήν πε­ρι­κα­λέ­στα­τη Μο­νή τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου τῶν Εἰ­σο­δί­ων, τήν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νη τοῦ Χι­λι­αν­δα­ρί­ου, στήν ὁ­ποί­α ὁ προ­α­να­φερ­θείς Συ­με­ών, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε ὁ­σί­ως καί θε­α­ρέ­στως, ἀ­να­παύ­θη­κε ἐν Κυ­ρί­ῳ στίς δε­κα­τρεῖς τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου.

Με­τά δέ ἀ­πό κά­ποι­ο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, πού πλη­σί­α­σε ἡ μνή­μη τοῦ θα­νά­του του, ­προ­σκά­λε­σε ὁ Μα­κά­ριος Σάβ­βας τόν Πρῶ­το τοῦ Ὄ­ρους, καί τούς εὐ­λα­βέ­στε­ρους πα­τέ­ρες καί ἔ­κα­ναν ἀ­γρυ­πνί­α ὑ­πέρ τῆς μα­κα­ρί­ας ψυ­χῆς τοῦ Πα­τρός του. Καί τήν ὥ­ρα τῆς δο­ξο­λο­γί­ας βγῆ­κε ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­νεί­πω­τη εὐ­ω­δί­α, τό­σο πο­λύ, ὥ­στε ἐ­γέ­μι­σε ὅ­λο τό Μο­να­στήρι. Καί ὅ­ταν ­πλη­σί­α­σαν στόν τά­φο, εἶ­δαν μύ­ρο νά ἀ­να­βλύ­ζη ἀ­πό τόν τά­φο καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό, πού ἀν­τι­δο­ξά­ζει αὐ­τούς πού τόν δο­ξά­ζουν.

Ὁ δέ Μα­κά­ριος Σάβ­βας ἔ­λα­βε στήν ψυ­χή του με­γά­λη χα­ρά, ἐ­πει­δή βε­βαι­ώ­θη­κε γιά τήν μα­κα­ρί­α ἀ­πό­λαυ­σι τῆς ψυ­χῆς τοῦ Πα­τέρα του καί τόν ἁ­για­σμό τοῦ Ἁ­γί­ου του Λει­ψά­νου. Καί ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε νά αὐ­ξά­νη τίς νη­στεῖ­ες καί τίς ἀ­γρυ­πνί­ες καί τούς ὑ­πό­λοι­πους ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Τούς ὁ­ποί­ους εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά τούς πε­ρι­γρά­ψη κα­νείς.

Ὅ­μως ἐ­πει­δή δέν ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νά κρύ­βε­ται ἡ ἀ­ρε­τή τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, ἀλ­λά ἔ­γι­νε γνω­στή σέ ὅ­λους, γι’ αὐ­τό ἔρχονταν πρός σ’ αὐ­τόν κα­θη­με­ρι­νά πολ­λοί, ζη­τῶν­τας δι­δα­σκα­λί­α καί κα­θο­δή­γη­σι πνευ­μα­τι­κή× καί  μά­λι­στα ὁ πρῶ­τος του Ὄ­ρους, πα­ρ’ ὅ­λο πού ἦ­ταν καί αὐ­τός ἐ­νά­ρε­τος καί φω­τι­σμέ­νος πνευ­μα­τι­κά, εἶ­χε τόν Μα­κά­ριο Σάβ­βα πρω­το­συμ­βου­λά­το­ρα καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι προ­ε­στῶ­τες τῶν Μο­να­στη­ρι­ῶν, χω­ρίς τήν γνώ­μη του δέν τε­λεί­ω­ναν κα­μί­α ὑ­πό­θε­σι, κα­θώς ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος πού κα­τοι­κοῦ­σε σ’ αὐ­τόν τόν ­φώ­τι­ζε νά κα­τα­νο­ῆ καί νά λέ­η ὅ­λα τά ψυ­χω­φε­λῆ καί σω­τή­ρια. Καί τό­ση ἀ­γά­πη εἶ­χαν πρός τό πρό­σω­πό του ὁ Πρῶ­τος καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι, ὥ­στε τόν ­πίε­σαν πο­λύ γιά νά ἱ­ε­ρω­θῆ. Ὁ τα­πει­νό­φρων ὅ­μως Σάβ­βας ἔ­λε­γε, ὅ­τι δέν ἦ­ταν ἄ­ξιος. Καί ἐ­πει­δή δε­χό­ταν πι­έ­σεις πολ­λές φο­ρές κρυ­βό­ταν. Τέ­λος πάν­των, γιά νά μήν φα­νῆ ἀ­νυ­πά­κου­ος, βλέ­πον­τας, ὅ­τι ἦ­ταν θέ­λη­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­οῦ νά γί­νη, εἶ­πε× «Ἄς γί­νη τό θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου», καί ἔ­τσι χει­ρο­το­νή­θη­κε δι­ά­κο­νος καί ἱ­ε­ρέας μέ­σα στό Μο­να­στή­ρι του ἀ­πό τόν τό­τε Ἐ­πί­σκο­πο Ἱ­ε­ρισ­σοῦ Νι­κό­λα­ο.

Ὁ δέ τό­τε Ἐ­πί­σκο­πος Θεσ­σα­λο­νί­κης Κων­στάν­τιος, ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιά τίς ἀ­ρε­τές τοῦ Ἁ­γί­ου, μέ πολ­λές ἱ­κε­σί­ες τόν ἔ­φε­ρε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί ἐ­πει­δή συ­νω­μί­λη­σε μέ αὐ­τόν με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες καί ὠ­φε­λή­θη­κε πο­λύ καί αὐ­τός καί οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι καί οἱ Κλη­ρι­κοί του καί ὅ­λος ὁ λα­ός καί ἐ­ξω­πλί­σθη­καν ὅ­λοι κοι­νῶς ἀ­πό τίς ψυ­χω­φε­λεῖς του δι­δα­σκα­λί­ες, ἀ­φοῦ συμ­φώ­νη­σε ὁ ἀρ­χι­ε­ρέας μέ τούς Ἐ­πι­σκό­πους του καί ὅ­λο τόν κλῆ­ρο, μί­α Κυ­ρια­κή ἐ­κεῖ ­πού ­δί­δα­σκε ὁ Ἅ­γιος τόν λα­ό στήν Μη­τρό­πο­λι, τόν ἔ­κανε ξαφ­νι­κά Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη χω­ρίς νά θέ­λη. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῶν ὑ­περ­βο­λι­κῶν τι­μῶν πού τοῦ ἔ­κα­μναν, ἀ­να­χώ­ρη­σε κρυ­φά ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στήρι του.

Τόν και­ρό δέ τοῦ Βα­σι­λέ­ως Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Λά­σκα­ρη ἐστάλη ὁ Μα­κά­ριος Σάβ­βας ἀ­πό τόν Πρῶ­το τοῦ Ὄ­ρους καί τούς ὑ­πό­λοι­πους προ­ε­στῶ­τες στόν Βα­σι­λέ­α, γιά κά­ποι­ες ἀ­ναγ­καῖ­ες ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ Ὄ­ρους. Ὁ δέ Βα­σι­λιάς μέ ὅ­λη τήν σύγ­κλη­το καί τόν Πα­τριά­ρχη καί ὅ­λο τό ἱ­ε­ρα­τεῖ­ο, ἔμεναν  τό­τε στήν Νί­και­α, ἐ­πει­δή τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι τήν εἶ­χαν πά­ρει τό­τε οἱ Φράγ­κοι ἀ­πό τόν Δού­κα Βα­σι­λέ­α τόν Μούρ­τζου­φλο καί τό Βα­σί­λει­ο τῶν Ρω­μαί­ων ἦ­ταν τό­τε στήν Νί­και­α. Ἐ­κεῖ λοι­πόν πῆ­γε καί ὁ Ἅ­γιος, καί συνάντησε τόν Βα­σι­λιά, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν καί συγ­γε­νής, δι­ό­τι ὁ ἀ­νε­ψιός τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­χε πά­ρει τό­τε τήν θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Βα­σι­λιᾶ καί ὄ­χι τό­σο ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς συγ­γέ­νειας αὐ­τῆς, ὅ­σο ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­ρε­τῆς του ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε πο­λύ ὁ Βα­σι­λιάς πρό πολ­λοῦ νά τόν δῆ. Χά­ρη­κε λοι­πόν πά­ρα πο­λύ ὅ­ταν εἶ­δε τόν Ἅ­γιο, καί τόν ­δέ­χθη­κε μέ με­γά­λη πε­ρι­ποί­η­σι καί ἀ­φοῦ συ­νο­μί­λη­σε μα­ζί του καί ­θαύ­μα­σε τήν ἀ­ρε­τή του, ἐκ­πλή­ρω­σε ἀ­μέ­σως ὅ­λες τίς ὑ­πο­θέ­σεις του καί τόν εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια. Ὁ δέ Ἅ­γιος ἀ­νέ­φε­ρε στόν Βα­σι­λιά γιά τήν Σερ­βί­α τήν πα­τρί­δα του, ὅ­τι δέν εἶ­χε ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί τόν ­πα­ρα­κά­λε­σε νά μι­λή­ση στόν τό­τε Πα­τριά­ρχη νά κά­νη κά­ποι­ον ἀρ­χι­ε­ρέ­α Σερ­βί­ας. Καί ἀ­φοῦ φώ­να­ξε ὁ Βα­σι­λιάς τόν Πα­τριά­ρχη, τοῦ μί­λη­σε γιά τόν Ἅ­γιο καί γιά τήν Σερ­βί­α, ὅ­τι δέν ἔ­χει ἀρ­χι­ε­ρέ­α καί νά κά­νη. Ὁ δέ Πα­τριά­ρχης, ἀ­φοῦ συ­νω­μί­λη­σε μέ τόν Ἅ­γιο γιά ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες καί ἀ­φοῦ βε­βαι­ώ­θη­κε γιά τήν ἐ­νά­ρε­τή του πο­λι­τεί­α, κα­τά­λα­βε γι’ αὐ­τόν, ὅ­τι εἶ­ναι ἄ­ξιος καί ἱ­κα­νός γιά τό Ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­ξί­ω­μα τῆς Ἀρ­χι­ε­ρο­σύ­νης, καί ἀ­φοῦ ἀν­τα­μώ­θη­κε μέ τόν Βα­σι­λέ­α καί συ­νωμί­λη­σαν οἱ δυ­ό τους, ἀ­πο­φά­σι­σαν νά κά­νουν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πo Σερ­βί­ας καί Ἰ­πε­κί­ου τόν Ἅ­γιο Σάβ­βα, ἄν καί δέν ἤ­θε­λε. Καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ τόν πί­ε­σαν γιά πολ­λές ἡ­μέ­ρες, τόν χει­ρο­τό­νη­σε ὁ Πα­τριά­ρχης καί ἔ­κανε ὁ Βα­σι­λιάς χα­ρά με­γά­λη τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη. Καί μό­λις χει­ρο­το­νή­θη­κε ὁ Ἅ­γιος ἐ­πι­δό­θη­κε σέ πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­γῶ­νες καί ἀ­σκή­σεις, καί ἔ­τσι ­πῆ­γε στήν ἐ­παρ­χί­α του καί ­δί­δα­σκε κα­θη­με­ρι­νά στό ποί­μνιό του τόν λό­γο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί τήν σύμ­φω­νη μέ τόν Χρι­στό πο­λι­τεί­α, καί τούς μέν Ὀρ­θο­δό­ξους τους ­στή­ρι­ζε στήν εὐ­σέ­βεια καί στήν ἀ­ρε­τή, τούς δέ αἱ­ρε­τι­κούς μέ τήν χά­ρι καί τήν γλυ­κύ­τη­τα τῶν δι­δα­σκα­λι­ῶν του, τούς με­τέ­στρε­φε ἀ­πό τήν αἵ­ρε­σι στήν εὐ­σέ­βεια× καί σέ λί­γο και­ρό ὅ­λους τούς ἄ­πι­στους καί αἱ­ρε­τι­κούς, πού ὑ­πῆρ­χαν στήν ἐ­παρ­χί­α του τούς ἔ­κα­νε ὀρ­θό­δο­ξους, καί ὅ­λοι τους τόν εἶ­χαν ὄ­χι μό­νο ποι­μέ­να καί δι­δά­σκα­λο, ἀλ­λά καί λυ­τρω­τή καί σω­τῆ­ρα τους.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­θε­σε σέ κα­λή κα­τά­στα­σι τήν ἐ­παρ­χί­α του, ἦλ­θε πά­λι στό Ὄ­ρος καί ἀ­πό­λαυ­σε τούς Πα­τέ­ρες τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ του καί με­τά ἀ­πό με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες μά­ζε­ψε ὅ­λους τούς ἀ­δελ­φούς καί τούς ­φα­νέ­ρω­σε ὅ­τι εἶ­χε πρό πολ­λοῦ με­γά­λη ἐ­πι­θυ­μί­α νά πά­η νά προ­σκυ­νή­ση τόν Πα­νά­γιο Τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου μας, καί ἀ­φοῦ τούς ­δί­δα­ξε ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κά καί ἔ­λα­βε τίς εὐ­χές τους, ἔ­πλευ­σε γιά τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Καί ἀ­φοῦ, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, ἔ­φθα­σε ἐ­κεῖ σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες, τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε ὁ Πα­τριά­ρχης Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Ἀ­θα­νά­σιος καί τήν Κυ­ρια­κή λει­τούρ­γη­σε μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο, στόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πε νά εὐ­χη­θῆ στόν λα­ό καί νά τόν δι­δά­ξη. Καί τό­ση ἀ­γά­πη καί σε­βα­σμό τοῦ εἶ­χε ὁ Πα­τριά­ρχης καί οἱ κλη­ρι­κοί καί ὅ­λος ὁ λα­ός, ὥ­στε δέν ἄν­τε­χαν νά χω­ρί­σουν ἀ­πό κον­τά του, ἀλ­λά ἔρχονταν  κά­θε ἡ­μέ­ρα γιά νά ἀ­κοῦ­νε τίς ψυ­χω­φε­λεῖς του δι­δα­σκα­λί­ες.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν προ­σκύ­νη­σε ὅ­λους τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξι, χύ­νον­τας πο­τά­μι τά δά­κρυ­α ἐ­πά­νω στόν Ἅ­γιο Τά­φο, ἀ­νε­χώ­ρη­σε καί σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες ἔ­φθα­σε στήν Ἀ­να­το­λή καί ἀν­τά­μω­σε τόν βα­σι­λιά Ἰ­ω­άν­νη τόν Βα­τά­τζη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν συγ­γε­νής τοῦ Ἁ­γί­ου καί τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί τι­μή, καί χά­ρη­κε πο­λύ καί ­δό­ξα­σε τόν Θε­ό, πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά λά­βη τήν εὐ­χή του. Ὁ­μοί­ως καί ἡ βα­σί­λισ­σα καί τόν ἔ­κα­ναν καί οἱ δύ­ο πνευ­μα­τι­κό τους πα­τέ­ρα. Ἀλ­λά ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ δι­έ­μει­νε ἀρ­κε­τές ἡ­μέ­ρες ἐ­κεῖ, ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἔλ­θη πά­λι στό Ὄρος. Καί ἐ­πει­δή ὁ βα­σι­λιάς τόν εἶ­χε συγ­γε­νῆ καί πνευ­μα­τι­κό, τοῦ χά­ρι­σε τί­μιο ξύ­λο καί ἄλ­λα Ἅ­για Λεί­ψα­να καί σκεύ­η πο­λύ­τι­μα, καί τόν ἔ­στει­λε μέ βα­σι­λι­κό κα­ρά­βι στό Μο­να­στή­ρι του καί ἀ­φοῦ ἔ­φθα­σε, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, ἀ­φι­έ­ρω­σε στήν ἱ­ε­ρά του Μο­νή τό Τί­μιο Ξύ­λο μα­ζί μέ τά Ἅ­για Λεί­ψα­να καί ὅ­σα τοῦ χά­ρι­σε ὁ βα­σι­λεύς. Ἀ­φοῦ λοι­πόν δι­έ­μει­νε ἀρ­κε­τό και­ρό καί κα­θω­δή­γη­σε κα­λῶς τούς Πα­τέ­ρες καί δι­ώ­ρι­σε ἡ­γού­με­νο ἐ­νά­ρε­το νά τούς ποι­μαί­νη, πῆ­γε πά­λι στήν ἐ­παρ­χί­α του, καί ποι­μαί­νον­τας τούς ἐ­κεῖ κα­τοί­κους θε­α­ρέ­στως, κα­τε­φώ­τι­σε ὅ­λη τήν Σερ­βί­α μέ τίς ἀ­κτῖ­νες τῶν ἀ­ρε­τῶν του καί τῶν θεί­ων του δι­δα­σκα­λι­ῶν, καί φυ­λάσ­σον­τάς την ἀ­βλα­βῆ ἀ­πό τούς νο­η­τούς λύ­κους, τήν ὡ­δή­γη­σε σο­φά στήν οὐ­ρά­νια μάν­τρα. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί  στά  μέ­ρη ἐ­κεῖ­να ὑ­πῆρ­χαν τό­τε πολ­λές αἱ­ρέ­σεις, βγῆ­κε ὁ Ἅ­γιος καί σέ ἄλ­λες ἐ­παρ­χί­ες καί ­δί­δα­σκε Ἀ­πο­στο­λι­κῶς, πε­ρι­δι­α­βαί­νον­τας δι­α­φό­ρους τό­πους, καί ἀ­φοῦ ὡ­δή­γη­σε πολ­λούς αἱ­ρε­τι­κούς καί ἀ­σε­βεῖς στήν εὐ­σέ­βεια, ­πῆ­γε καί δεύ­τε­ρη φο­ρά νά προ­σκυ­νή­ση τόν Ἅ­γιο Τά­φο. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πά­λι πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τίς πό­λεις, δι­δά­σκον­τας καί κά­μνον­τας πολ­λά θαύ­μα­τα, τό ὁ­ποῖ­α, γιά συν­το­μί­α, τά ἀ­φή­σα­με.

Αὐ­τό μό­νο λέ­με, ὅ­τι ἐ­νῷ ἐ­δί­δα­σκε σέ δι­ά­φο­ρες πε­ρι­ο­χές Ἀ­πο­στο­λι­κῶς μα­ζί μέ ἄλ­λους τρεῖς πού εἶ­χε στήν συ­νο­δεί­α του, ἔ­φθα­σε καί στόν μέ­γα Τύρ­να­βο καί τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε ὁ τό­τε βα­σι­λιάς τοῦ Τυρ­νό­βου Ἀ­σά­νης μέ τι­μές, ὡς συγ­γε­νής τοῦ Ἁ­γί­ου. Καί ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων, λει­τούρ­γη­σε ὁ Ἅ­γιος καί κά­νον­τας τόν μέ­γα ἁ­για­σμό ἔ­γι­νε τό ἑ­ξῆς θαῦ­μα× Μό­λις ἔ­βα­λε τόν Τί­μιο Σταυ­ρό στό νε­ρό, ­σχί­σθη­κε στήν μέ­ση τό νε­ρό καί στά­θη­κε σάν τεῖ­χος καί, αὐ­τοί πού τό εἶ­δαν αὐ­τό, δό­ξα­σαν τόν Θε­ό. Ὁ δέ βα­σι­λιάς σε­βά­σθη­κε πο­λύ τόν Ἅ­γιο καί τόν ­πα­ρε­κά­λε­σε νά κα­θή­ση ἐ­κεῖ ἕ­ως τό Πά­σχα, δι­ό­τι αὐ­τός ἐ­ξ αἰ­τί­ας κά­ποι­ων βα­σι­λι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων πῆ­γε σέ ἄλ­λους τό­πους καί ἔ­τσι ἔ­μει­νε ὁ Ἅ­γιος ἐ­κεῖ καί με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες, ἀ­φοῦ ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἐ­πει­δή προ­έ­βλε­ψε τόν θά­να­τό του, ­φώ­να­ξε τούς μα­θη­τές του καί τούς δί­δα­ξε τά σω­τή­ρια καί τούς ἔ­δω­σε ὅ­σα Ἅ­για Λεί­ψα­να καί ἄλ­λα ἱ­ε­ρά Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά εἶ­χε. Μό­λις ὅμως ὁ τό­τε ἀρ­χι­ε­ρέας Τυρ­νό­βου ἔ­μα­θε γιά τήν ἀ­σθέ­νεια τοῦ Ἁ­γί­ου, πῆ­γε νά τόν δῆ καί βλέ­πον­τάς τον πώς εἶ­ναι πο­λύ βα­ρειά, θέ­λη­σε νά εἰ­δο­ποι­ή­ση τόν βα­σι­λιά. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως μέ τήν συ­νη­θι­σμέ­νη του τα­πεί­νω­σι δέν τόν ἄ­φη­σε, ἀλ­λά μά­λι­στα τοῦ εἶ­πε× «Ἀ­δελ­φέ, σέ πα­ρα­κα­λῶ, οὔ­τε τόν βα­σι­λιά νά εἰ­δο­ποι­ή­σης, οὔ­τε ἡ πα­νι­ε­ρό­της σου νά κά­νη πλέ­ον τόν κό­πο νά ἔλ­θη ἐ­δῶ. Μό­νο πή­γαι­νε στό κα­λό καί νά προ­σεύ­χε­σαι γιά ἐ­μέ­να. Καί εἴ­θε ὁ ἐ­λε­ή­μων Θε­ός νά μᾶς ἀν­τα­μώ­ση στήν ἄ­νω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ». Καί ἔ­τσι τό Σάβ­βα­το τό βρά­δυ πρίν νά ξη­με­ρώ­ση ἡ Κυ­ρια­κή, ­κοι­νώ­νη­σε πά­λι ὁ Ἅ­γιος τά Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια καί τό­τε ἔ­λαμ­ψε τό πρό­σω­πό του καί γέ­μι­σε ὅ­λος χα­ρά καί ἀ­γαλ­λί­α­σι καί λέ­γον­τας τρεῖς φο­ρές τό, «Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός», πα­ρέ­δω­σε τήν Ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

Ἀ­μέ­σως τό­τε ­πῆ­γε ὁ Ἀρ­χι­ε­ρέας καί ὁ κλῆ­ρος καί ὅ­λος ὁ λα­ός, γιά νά θά­ψουν τό Ἅ­γιό του Λεί­ψα­νο, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­βγα­λε εὐ­ω­δί­α ἀ­νεί­πω­τη, πού ὅ­λοι ­θαύ­μα­σαν καί δέν ἤ­ξε­ραν ποῦ νά τό θά­ψουν. Καί ἐ­πει­δή ἦ­ταν τό­τε ἐ­κεῖ κον­τά ὁ βα­σι­λιάς, τόν εἰ­δο­ποί­η­σαν. Ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­στα­ξε νά τό θά­ψουν στό δι­κό του Μο­να­στή­ρι τῶν Ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα, καί ἐ­κεῖ μέ εὐ­λά­βεια καί τι­μές τόν ἐν­τα­φί­α­σαν. Με­τά δέ ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες ἐρ­χό­με­νος ἀ­πό ἔ­ξω ὁ βα­σι­λιάς, ­πῆ­γε πρῶ­τα στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου καί μέ δά­κρυ­α τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν συγ­χω­ρή­ση, δι­ό­τι ἀ­πό δι­κή του ἁ­μαρ­τί­α δέν ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Ἔ­πει­τα ­πρό­στα­ξε καί ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου ἕ­να ὡ­ραι­ό­τα­το μάρ­μα­ρο καί καν­δή­λα ἀ­κοί­μη­τη νά καί­η. Καί ὅ­σοι ἀ­σθε­νεῖς ­πή­γαι­ναν μέ εὐ­λά­βεια γι­α­τρεύ­ον­ταν.    

Εἶ­χε δέ ὁ Ἅ­γιος δύ­ο ἀ­νε­ψιούς, τόν Ραν­τοσ­λάβ, (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν γαμ­πρός τοῦ Βα­σι­λιᾶ Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Λά­σκα­ρη) καί τόν Βλα­τισ­λάβ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν γαμ­πρός τοῦ Βα­σι­λιᾶ Ἀ­σά­νη καί ­βα­σί­λευ­ε τό­τε στήν Σερ­βί­α. Ὁ ὁ­ποῖ­ος, ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τόν θά­να­το τοῦ Ἁ­γί­ου, ὁ­μοί­ως καί ὁ τό­τε ἀρ­χι­ε­ρέας Σερ­βί­ας Ἀρ­σέ­νιος (τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε χει­ρο­το­νή­σει πρω­τύ­τε­ρα ὁ Ἅ­γιος δι­ά­δο­χό του), λυ­πή­θη­καν πο­λύ. Καί ὅ­ταν ἄ­κου­σαν καί τά θαύ­μα­τα, πού ἔ­κα­μνε ὁ Ἅ­γιος, ἀ­πο­φά­σι­σαν νά ζη­τή­σουν τό Ἅ­γιο Λεί­ψα­νο. Γρά­φει λοι­πόν ὁ προ­α­να­φερ­θείς βα­σι­λιάς Σερ­βί­ας πρός τόν πε­θε­ρό του πα­ρα­κα­λῶν­τας τον καί στέλ­νον­τας καί με­ρι­κούς ἄρ­χον­τες, γιά νά πά­ρουν τό Ἅ­γιο Λεί­ψα­νο. Ἀλ­λά ὁ βα­σι­λιάς Ἀ­σά­νης δέν τούς τό ἔ­δωσε. Ἔ­γρα­ψε καί δεύ­τε­ρο γράμ­μα ὁ γαμ­πρός του μέ πολ­λές πα­ρα­κλή­σεις, στέλ­νον­τας καί τούς με­γα­λύ­τε­ρους ἄρ­χον­τες καί χα­ρί­σμα­τα με­γά­λα καί οὔ­τε τό­τε τό ἔ­δω­σε, μό­νο τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε× «Ἐ­πει­δή ὁ Θε­ός οἰ­κο­νό­μη­σε νά πε­θά­νη ὁ Ἅ­γιος ἐ­δῶ, σέ ἐ­μᾶς ­χά­ρι­σε αὐ­τό τόν θη­σαυ­ρό. Καί λοι­πόν ποι­ός εἶ­μαι ἐ­γώ νά ἀν­τι­στα­θῶ στήν θέ­λη­σι τοῦ Κυ­ρί­ου;». Καί τά λοι­πά. Καί ἔ­τσι ἀ­πέ­στει­λε ἄ­πρα­κτούς τούς ἀποσταλέντες  ἄρ­χον­τες.

Τό­τε ὁ Βλα­τισ­λάβ ­πῆ­ρε τούς πιό ἔγ­κρι­τους ἄρ­χον­τες μα­ζί του καί κί­νη­σε νά πά­η, γιά νά ζη­τή­ση τόν Ἅ­γιο καί, μό­λις ἔ­φθα­σε στόν τό­πο, πῆ­γε πρῶ­τα στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου καί, ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψε μέ θερ­μά δά­κρυ­α, εἶ­πε «Ὦ Ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τέ­ρα μας σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, για­τί μᾶς σι­χά­θη­κες τούς ἁ­μαρ­τω­λούς καί δέν θέ­λεις νά ἔλ­θης στήν πα­τρί­δα σου, τῆς ὁ­ποί­ας ­στά­θη­κες ὄ­χι μό­νο ποι­μέ­νας, ἀλ­λά καί σω­τήρας; Ἐ­σύ μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σες ἀ­πό τήν πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου καί μᾶς ὡ­δή­γη­σες στήν ἀ­λή­θεια. Ἐ­σύ λύ­τρω­σες τό ποί­μνιό σου ἀ­πό τίς αἱ­ρέ­σεις. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἄρ­ρω­στο, τό ­γι­ά­τρευ­σες. Ὅ­ταν κιν­δύ­νευ­ε ἀ­πό ψυ­χι­κό θά­να­το, τό ἀ­νέ­στη­σες. Τό ­στό­λι­σες μέ πνευ­μα­τι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες, μέ τά­ξεις ἱ­ε­ρές, μέ νο­μο­θε­σί­ες σω­τή­ρι­ες γιά τήν ψυ­χή. Καί τώ­ρα πῶς τό ἀ­φή­νεις, Ἅ­γι­ε, στε­ρη­μέ­νο ἀ­πό τόν ἁ­για­σμό τοῦ θεί­ου σου Λει­ψά­νου; Πῶς τό ἀ­φή­νεις πάμ­φτω­χο ἀ­πό τόν ἀ­κέ­νω­το θη­σαυ­ρό τῆς θεί­ας σου χά­ρι­τος; Ξε­ρα­μέ­νο ἀ­πό τήν γλυ­κυ­τά­τη πη­γή τῶν θαυ­μά­των σου; Μή, πά­τερ εὐ­σπλα­χνι­κώ­τα­τε, λυ­πή­σου με, πα­ρά­βλε­ψε τίς ἁ­μαρ­τί­ες τίς δι­κές μου καί τοῦ λα­οῦ σου σέ ὅ,τι ­σφά­λα­με καί ἔ­λα σέ ἐ­μᾶς, ἄν καί εἴ­μα­στε ἀ­νά­ξιοι καί ἁ­μαρ­τω­λοί, καί μή μᾶς ἀ­φή­σης στε­ρη­μέ­νους ἀ­πό τήν πα­ρου­σί­α καί τήν προ­στα­σί­α σου».

Ἀ­φοῦ αὐ­τά προ­σευ­χή­θη­κε ὁ προ­α­να­φερ­θείς βα­σι­λιάς μέ πολ­λή κα­τά­νυ­ξι ἐ­πά­νω στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου, ὕ­στε­ρα πῆ­γε στόν πε­θε­ρό του. Τήν δέ νύ­χτα ἐ­κεί­νη βλέ­πει ὁ πε­θε­ρός τόν Ἅ­γιο ὡς Ἄγ­γε­λο ἀ­στρα­πο­φό­ρο καί τόν προ­στά­ζει νά δώ­ση τό Λεί­ψα­νό του στόν γαμ­πρό του, νά τό πά­η στήν πα­τρί­δα του. Καί ἀ­μέ­σως, ἀ­φοῦ συγ­κέν­τρω­σε ὁ βα­σι­λιάς Ἀ­σά­νης ὅ­λο τόν λα­ό καί τόν κλῆ­ρο καί τόν Μη­τρο­πο­λί­τη καί τούς ­φα­νέ­ρω­σε τήν ὑ­πό­θε­σι, ­πῆ­ρε τόν γαμ­πρό του καί μέ ψαλ­μῳ­δί­ες καί λαμ­πά­δες καί θυ­μι­ά­μα­τα, μό­λις ἄ­νοι­ξαν τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου, ὤ τῶν θαυ­μα­σί­ων σου Χρι­στέ βα­σι­λιά!, ­γέ­μι­σε ὅ­λος ὁ τό­πος εὐ­ω­δί­α ἀ­νεί­πω­τη καί ἔ­λαμ­πε τό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου σάν τόν Ἥ­λιο καί θαυ­μά­ζον­τας ὅ­λοι φώ­να­ζαν τό, «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον». Τό­τε μέ προ­πομ­πή με­γά­λη καί λι­τή περ­πα­τῶν­τας πε­ζοί οἱ δύ­ο βα­σι­λεῖς, ὁ πε­θε­ρός καί ὁ γαμ­πρός, ἔ­βγα­λαν τό Ἅ­γιο Λεί­ψα­νο ἔ­ξω ἀ­πό τόν Τύρ­να­βο. Καί, ἀ­φοῦ τό πῆ­ρε ὁ βα­σι­λιάς Βλα­τισ­λάβ, τό με­τέ­φε­ρε μέ με­γά­λη χα­ρά στήν πα­τρί­δα του. Καί πό­ση χα­ρά ἔ­γι­νε τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, ποι­ός μπο­ρεῖ νά τήν πε­ρι­γρά­ψη; Ὁ­μοί­ως καί τά θαύ­μα­τα, πού ἔ­γι­ναν πρός δό­ξα τοῦ Πα­τρός, τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τῆς Πα­να­γί­ας Τριά­δος. Στήν ὁ­ποί­α ἁρ­μό­ζει κρά­τος, τι­μή καί προ­σκύ­νη­σις στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων . Ἀ­μήν.

(Νέον Ἐκλόγιον, σελ. 270—275).

   Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης