Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Πρωτομάρτυρος καί Ἰσαποστόλου Θέκλης.


Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, μνήμη τῆς Ἁγίας Πρωτομάρτυρος καί Ἰσαποστόλου Θέκλης.

Αὐ­τή κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τοῦ Ἰ­κο­νί­ου καί ἦ­ταν θυ­γα­τέ­ρα κά­ποι­ας Θε­ο­κλεί­ας, εὐ­γε­νῆς καί πε­ρί­φη­μης γυ­ναί­κας, πού ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρισ­σα καί ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σθη­κε ὅ­ταν ἦ­ταν δε­κα­α­ο­κτώ ἐ­τῶν μέ ἄν­δρα ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν Θά­μυ­ρις. Ὅ­ταν ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πῆ­γε ἀ­πό τήν Ἀν­τι­ό­χεια στό Ἰ­κό­νιο, ἐ­φι­λο­ξε­νεῖ­το στήν οἰ­κί­α τοῦ Ὀ­νη­σι­φό­ρου καί ἐ­κεῖ δί­δα­σκε τήν πί­στι στόν Χρι­στό σέ ὅ­λους ἐ­κεί­νους, πού ἔ­τρε­χαν πρός αὐ­τόν. Τό­τε καί αὐ­τή ἡ μα­κά­ρια Θέ­κλα, πού ἔ­με­νε ἐ­κεῖ πλη­σί­ον, ἄ­κου­γε ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τά γλυ­κύ­τα­τα λό­για τοῦ μα­κα­ρί­ου Παύ­λου μέ τό­ση εὐ­χα­ρί­στη­σι καί ἐ­πι­θυ­μί­α, ὥ­στε λη­σμο­νοῦ­σε καί φα­γη­τό καί πι­ο­τό καί ὅ­λα τά  ἀπα­ραί­τη­τα γιά τήν ζω­ή. Λη­σμο­νοῦ­σε ἀ­κό­μη καί αὐ­τήν ἀ­κό­μη τήν μη­τέ­ρα καί τόν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό της, μο­λο­νό­τι ἡ μη­τέ­ρα της καί ὁ ἀ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της προ­σπα­θοῦ­σαν νά τήν ἐμ­πο­δί­σουν ἀ­πό τήν ἀ­κρό­α­σι τῶν γλυ­κύτα­των λόγ­ων τοῦ Παύ­λου. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ὁ Παῦ­λος φυ­λα­κί­σθη­κε, τό­τε ἡ ἀ­οί­δι­μη αὐ­τή, πη­γαί­νον­τας τήν νύ­κτα στήν φυ­λα­κή, ἐν­τρυ­φοῦ­σε στήν οὐ­ρά­νια δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Ἀ­πο­στό­Λου καί ἀ­πό τό­τε τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε.

Ὅ­ταν καί οἱ δύ­ο πα­ρου­σι­ά­σθη­καν μπροστά στόν ἀνθύπατο, τό­τε ὁ Παῦ­λος, ἀ­φοῦ δάρ­θη­κε, δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό τό Ἰ­κό­νιο, ἐ­νῷ ἡ Θέ­κλα, ρί­χθη­κε στήν φω­τιά καί μέ τήν θεί­α χά­ρι, μέ­νον­τας ἀ­βλα­βής, βγῆ­κε γιά νά ἀ­να­ζη­τή­ση τόν Ἀ­πό­στο­λο. Τόν βρῆ­κε νά κρύ­βε­ται σέ ἕ­ναν τά­φο μα­ζί μέ τόν Ὀ­νη­σι­φό­ρο τόν ξε­νο­δό­χο του καί πῆ­γε μα­ζί μέ αὐ­τόν στήν Ἀν­τι­ό­χεια. Μό­λις μπῆ­καν στήν πό­λι, ἕ­νας νε­α­ρός ἄρ­χον­τας τῆς Ἀν­τι­ό­χειας, Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, βλέ­πον­τας τήν Θέ­κλα, κυ­ρι­εύ­θη­κε ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα πρός αὐ­τήν. Τό­τε, ἐ­πει­δή πα­ρα­κά­λε­σε τόν Παῦ­λο, γιά νά τήν πά­ρη ὡς σύ­ζυ­γό του καί δέν πέ­τυ­χε αὐ­τό πού ἤ­θε­λε, τήν ἐ­ναγ­κα­λί­σθη­κε ἀ­ναί­σχυν­τα στήν μέ­ση τοῦ δρό­μου καί τήν κα­τα­φι­λοῦ­σε. Ἡ Ἁ­γί­α φω­νά­ζον­τας, ἔ­σχι­σε τό ἐ­πα­νω­φό­ρι τοῦ ἄρ­χον­τα καί, ρί­χνον­τας ἀ­πό τό κε­φά­λι του τό στε­φά­νι πού φο­ροῦ­σε, ζη­τοῦ­σε μό­νο τόν πνευ­μα­τι­κό νυμ­φί­ο της, τόν Παῦ­λο. Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος ὅ­μως μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας αὐ­τή τήν ντροπή καί πε­ρι­φρό­νη­σι, πα­ρέ­δω­σε τήν Θέ­κλα στόν ἡ­γε­μό­να. Καί λοι­πόν πα­ρα­δί­νε­ται ἡ Μάρ­τυς ὡς τρο­φή σέ μί­α λέ­αι­να ­καί ἔ­πει­τα πα­ρα­δί­νε­ται σέ λε­ον­τά­ρια καί ἀρ­κοῦ­δες. Δι­α­φυ­λά­χθη­κε ὅ­μως ἀ­πό τά θη­ρί­α ἀ­βλα­βής. Βλέ­πει ἕ­να λάκ­κο γεμᾶτο ἀ­πό νε­ρό καί, ἐ­πει­δή, πρίν ἀ­πό και­ρό ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε πο­λύ νά βα­πτι­σθῆ, γι’ αὐ­τό μπαί­νει μέ­σα στό νε­ρό, οἱ δέ φῶ­κες, πού ἦ­ταν μέ­σα στό νε­ρό, ἀ­μέ­σως ἀ­πό θε­ϊ­κή δύ­να­μι ἔ­μει­ναν νε­κρές.

Κα­τό­πιν πα­ραδί­νε­ται πά­λι ἡ Παρ­θέ­νος στά θη­ρί­α. Οἱ γυ­ναῖ­κες, πού πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν κα­τη­γο­ρῶντας τόν ἡ­γε­μό­να, για­τί τι­μω­ρεῖ μί­αν γυ­ναῖ­κα ἀ­θῶ­α, ἐ­νῷ πρός τήν Ἁ­γί­α ἔ­δει­χναν με­γά­λη ἀ­γά­πη καί φι­λο­φρο­σύ­νη καί μά­λι­στα ἡ συγ­γε­νής τοῦ Καί­σα­ρα Τρύ­φαι­να, ἡ ὁ­ποί­α ἀνέλαβε ἀ­πό τήν ἀρ­χή νά δι­α­φυ­λάσση τήν Ἁ­γί­α καί ἀν­τί γιά τήν θυ­γα­τέ­ρα της Φαλ­κο­νίλ­λα, πού εἶ­χε πε­θά­νει, εἶ­χε τήν Ἁ­γί­α Θέ­κλα. Στήν συ­νέ­χεια δέ­θη­κε ἡ Ἁ­γί­α κον­τά σέ δύ­ο φο­βε­ρούς ταύ­ρους τοῦ Ἀ­λε­ξάν­δρου, ἀλ­λά καί ἀ­πό αὐ­τούς πα­ρέ­μει­νε ἀ­βλα­βής. Τό­τε, ἐ­πει­δή, τό­σο ὁ ἡ­γε­μό­νας ὅ­σο καί ὁ ἄρ­χον­τας Ἀ­λέ­ξαν­δρος σκέ­φθη­καν, ὅ­τι ἐ­πι­χει­ροῦν ἀ­δύ­να­τα πράγ­μα­τα, καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως, ἐ­πει­δή ἔ­βλε­παν καί τήν εὐ­γε­νέ­στα­τη Τρύ­φαι­να νά λι­πο­θυ­μῆ ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή λύ­πη, πού δο­κί­μα­ζε γιά τά βα­σα­νι­στή­ρια τῆς Θέ­κλας, ἀ­φοῦ φο­βή­θη­καν ἐξ αἰ­­τί­ας αὐ­τοῦ, ἄ­φη­σαν ἐ­λεύ­θε­ρη τήν Ἁ­γί­α, γιά νά ζῆ ὅ­πως θέ­λει. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἡ Ἁ­γί­α, με­τά ἀ­πό πα­ρέ­λευ­σι και­ροῦ πῆ­γε στά Μύ­ρα καί συ­νάν­τη­σε τόν μα­κά­ριο Παῦ­λο. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πά­λι ἐπέστρε­ψε στό Ἰ­κό­νιο μέ τήν γνώ­μη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, δι­δά­σκον­τας στούς ἄ­πι­στους τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­βλε­πε τήν κα­τά σάρ­κα μη­τέ­ρα της νά εἶ­ναι κω­φή στά λό­για τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί νά μή θέ­λη νά πι­στεύ­ση, γι’ αὐ­τό τήν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε καί, βγαί­νον­τας ἀ­πό τό Ἰ­κό­νιο, πῆ­γε στόν τά­φο, ὅ­που εἶ­χε βρῆ προ­η­γου­μέ­νως κρυμ­μέ­νο τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο μα­ζί μέ τόν Ὀ­νη­σι­φό­ρο. Καί ἀ­φοῦ τόν προ­σκύ­νη­σε καί κα­τε­φί­λη­σε πῆ­γε στήν Σε­λεύ­κεια. Ἔ­πει­τα φεύ­γον­τας ἀ­πό αὐ­τήν σέ ἀ­πό­στα­σι ἑ­νός μι­λί­ου ἀ­νέ­βη­κε στό βου­νό, πού λέ­γε­ται Κα­λα­μών, καί κα­τοί­κη­σε ἐ­κεῖ μέ­σα σέ ἕ­να σπή­λαι­ο. Ἐ­κεῖ πολ­λές ἐ­νο­χλή­σεις δο­κί­μα­σε ἡ μα­κα­ρί­α ἀ­πό τούς δαί­μο­νες. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­γι­νε σέ ὅ­λους γνω­στή τό­σο γιά τίς ἀ­ρε­τές της, ὅ­σο καί γιά τά θαύ­μα­τα, τράβηξε πολ­λές γυ­ναῖ­κες εὐ­γε­νεῖς καί ἀρ­χόν­τι­σσ­ες στόν πα­ρό­μοι­ο ζῆ­λο καί στήν μί­μη­σι τῆς ἀ­σκή­σε­ως.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ Ἁ­γί­α ἦ­ταν γιά ὅ­λους ἄ­μι­σθος για­τρός τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος καί ἔ­δι­ω­χνε ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους τούς δαί­μο­νες, γι’ αὐ­τό φθο­νή­θη­κε ἀ­πό τούς για­τρούς τῆς Σε­λεύ­κειας. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι οἱ βρώ­μι­κοι ἔ­στει­λαν με­ρι­κούς νέ­ους ἀ­σελ­γεῖς, γιά νά τήν ἀ­τι­μά­σουν. Ἀλ­λ’ ἡ τί­μια γριά βλέ­πον­τάς τους νά ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω της ἀ­δι­άν­τρο­πα, ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε τόν Θε­ό γιά βο­ή­θεια. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­κού­ει θεί­α φω­νή ἀ­πό ἐ­πά­νω, πού ἔ­λε­γε νά μπῆ μέ­σα στήν πέ­τρα, ἡ ὁ­ποί­α θά ἀ­νοί­ξη στά δύ­ο γι’ αὐ­τήν καί ἐ­κεῖ νά ἀ­να­παυ­θῆ. Τό­τε μπῆκε στήν πέ­τρα, πού ἄ­νοι­ξε στά δύ­ο, καί γλύ­τω­σε μέν ἀ­πό τά χέ­ρια τῶν ἀ­κο­λά­στων ἐ­κεί­νων νέ­ων καί ἀ­νέ­βη­κε ἡ μα­κά­ρια στόν νυμ­φί­ο της Χρι­στό, ὄν­τας ἐ­νε­νῆν­τα ἐ­τῶν.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης