Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης. Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀντωνίου Ἀθηναίου, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος διά ξίφους, κατά τό ἔτος 1774

  Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης.

Αὐ­τή κα­τα­γό­ταν ἀ­πό μί­α πό­λι τῆς νή­σου Σι­κε­λί­ας, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Πα­νόρ­μο, δι­α­λάμ­πον­τας μέ ὡ­ραι­ό­τη­τα καί ἀ­φθο­ρί­α σώ­μα­τος καί μέ κάλ­λος ψυ­χῆς, γε­μά­τη δέ ὄν­τας ἀ­πό πλοῦ­το καί σω­μα­τι­κά ἀ­γα­θά, στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Δε­κί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 251. Αὐ­τή λοι­πόν ἐ­πει­δή ἦ­ταν Χρι­στια­νή, ὡ­δη­γή­θη­κε στόν ἡ­γε­μό­να Κυν­τια­νό καί ἀρ­χι­κά πα­ρα­δί­νε­ται σέ μί­α ἄλ­λη γυ­ναῖ­κα ἄ­πι­στη, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­φρο­δι­σί­α, μέ σκο­πό, ἐ­κεί­νη μέ τίς προ­τρο­πές της νά με­τα­το­πή­ση τήν Ἁ­γί­α ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ Ἁ­γί­α πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρά στήν εὐ­σέ­βεια καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά πε­θά­νη μέ μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το, γι’ αὐ­τό τήν δέρ­νουν πά­ρα πο­λύ καί κό­βουν τόν μα­στό της, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος, ἀ­φοῦ τῆς ἐμ­φα­νί­σθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ἔ­πει­τα τήν σέρ­νουν ἐ­πά­νω σέ τοῦ­βλα, καί τήν κα­τα­καῖ­νε μέ φω­τιά. Κα­τό­πιν τήν φυ­λα­κί­ζουν. Καί ὄν­τας στήν φυ­λα­κή, πα­ρέ­δω­σε ἡ μα­κα­ρί­α τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ[1].

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ ἐν τῷ Σκο­πέ­λῳ, ἤ­τοι τοῦ ἐξ Ἀν­τι­ο­χεί­ας.

 Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν Θε­ο­δό­σιος ὁ ἀ­σκη­τής, ἄλ­λος εἶ­ναι ἀ­πό τόν κοι­νο­βιά­ρχη. Δι­ό­τι αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας, ὄν­τας υἱ­ός ἐ­πι­φα­νῶν γο­νέ­ων. Μί­α φο­ρά ὅ­μως, πού ἄ­κου­σε προ­σε­κτι­κά τήν δε­σπο­τι­κή φω­νή τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε οἰ­κί­α καί πλοῦ­το καί κα­τα­γω­γή καί ὅ­λα τά ἄλ­λα τοῦ κό­σμου χα­ρο­ποι­ά καί ἀ­νε­χώ­ρη­σε σέ τό­πους δα­σώ­δεις καί δεν­δρώ­δεις καί πού ἔ­κλι­ναν πρός τήν θά­λασ­σα[2]. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε ἕ­να κελ­λί μι­κρό­τα­το, ζοῦ­σε τήν ἀ­σκη­τι­κή πο­λι­τεί­α ντυ­μέ­νος ἐν­δύ­μα­τα τρί­χι­να· δη­λα­δή ὑ­φα­σμέ­να μέ  μαλ­λί γί­δι­νο. Ἀ­πό μέ­σα φο­ροῦ­σε βα­ρειά σί­δε­ρα, ἕ­να στόν λαι­μό καί ἄλ­λο στήν μέ­ση καί δύ­ο στά δύ­ο του χέ­ρια. Ἀ­σχο­λού­με­νος δέ στήν προ­σευ­χή καί στό ἐρ­γό­χει­ρο, κοί­μι­ζε μέ αὐ­τά τά πά­θη τῆς σάρ­κας, δη­λα­δή τήν ἐ­πι­θυ­μί­α καί τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια καί τά λοι­πά. Ἀ­σχο­λοῦ­ταν ἀ­κό­μη πό­τε μέ σπυ­ρί­δες, πο­τέ μέ λί­γα χω­ρά­φια στό λαγ­κά­δι, τά ὁ­ποῖ­α σπέρ­νον­τας, καί τήν ἀ­πα­ραί­τη­τη τρο­φή ἀ­πό ἐ­κεῖ κερ­δί­ζον­τας, συν­τη­ροῦ­ταν αὐ­τός καί ὅ­σοι ξέ­νοι ἔρ­χον­ταν κον­τά του.

Αὐ­τός εἶ­χε ἀ­κτέ­νι­στα καί ἄ­λου­στα τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς του, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­φθα­ναν μέ­χρι τά πό­δια του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρός, τό­σο με­γά­λω­νε παν­τοῦ τό ὄ­νο­μα καί ἡ φή­μη του, καί ἀ­πό αὐ­τό πα­ρα­κι­νοῦν­ταν πολ­λοί καί ἔ­τρε­χαν κον­τά του, θέ­λον­τας νά μι­μη­θοῦν τήν ζω­ή του, γι’ αὐ­τό δε­χό­με­νος αὐ­τούς ὁ Ὅ­σιος, ἔ­κα­νε τήν ἔ­ρη­μη ἐ­κεί­νη ἄλ­λη σχε­δόν πό­λι οὐ­ρά­νια.

Μί­α φο­ρά πῆ­γαν στά μέ­ρη ἐ­κεῖ­να Ἀ­γα­ρη­νοί[3], δέν προ­ξέ­νη­σαν ὅ­μως κα­νέ­να κα­κό, δι­ό­τι εὐ­λα­βη­θέν­τες αὐ­τόν τόν μα­κά­ριο Θε­ο­δό­σιο, ἀ­νε­χώ­ρη­σαν μέ εἰ­ρή­νη. Ἐξ αἰ­τί­ας ὅ­μως τῶν ἐ­πι­δρο­μῶν τους ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τήν ἔ­ρη­μο ὁ Ὅ­σιος καί πῆ­γε στήν πα­τρί­δα του Ἀν­τι­ό­χεια. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε μι­κρή κα­λύ­βη, μα­ζί μέ ­με­ρι­κούς ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς, ἐρ­γα­ζό­ταν τήν πνευ­μα­τι­κή ἐρ­γα­σί­α καί ἔ­λε­γε σ’ αὐ­τούς, πού ἦ­ταν μα­ζί του· «Μο­λο­νό­τι, ἀ­δελ­φοί, καί μᾶς εὐ­λα­βή­θη­καν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί καί δέν μᾶς πεί­ρα­ξαν, ὅ­μως εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο, ὅ­τι πρέ­πει νά δί­νου­με τό­πο στήν ὀρ­γή. Δι­ό­τι καί ὁ Κύ­ριος ἀ­πο­φεύ­γον­τας τόν Ἡ­ρώ­δη, μέ αὐ­τό μᾶς δί­δα­ξε νά ἀ­πο­φεύ­γου­με καί ἐ­μεῖς. Ἀλ­λά καί δι­δα­χθή­κα­με νά μή ρί­χνου­με τόν ἑ­αυ­τό μας σέ πει­ρα­σμούς. Δι­ό­τι, τί μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει ἡ πα­τρί­δα ἀ­πό τήν πνευ­μα­τι­κή ἐρ­γα­σί­α, ἐ­άν ἐ­μεῖς προ­σέ­χου­με στόν ἑ­αυ­τό μας; Βέ­βαι­α τί­πο­τε. Μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο πο­λι­τευ­ό­με­νος ὁ μα­κά­ριος καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε γιά λί­γο και­ρό στήν πα­τρί­δα του, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε[4].

Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Πολύευκτος ὁ νέος, Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[5].

   Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀντωνίου Ἀθηναίου, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος διά ξίφους, κατά τό ἔτος 1774[6].

Αὐ­τός ὁ νε­ο­φα­νής Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν ἀ­πό τήν πε­ρί­φη­μη Ἀ­θή­να, ἐ­νῷ οἱ γο­νεῖς του, ἦ­ταν πάμ­πτω­χοι καί ἀ­φα­νεῖς καί ὠ­νο­μά­ζον­ταν Μῆ­τρος καί Κα­λο­μοῖ­ρα. Καί ἐ­φό­σον ἀ­να­τρά­φη­κε ἀ­π'­ αὐ­τούς θε­ο­σε­βῶς καί ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, ὅ­ταν ἔ­γι­νε δώ­δε­κα χρο­νῶν, μήν ὑ­πο­φέ­ρον­τας νά βλέ­πη σέ με­γά­λη φτώ­χεια τούς γο­νεῖς του, ἐ­πει­δή ἄλ­λη καμ­μί­α τέ­χνη δέν ἔ­τυ­χε γιά νά μά­θη, πα­ρέ­δω­σε τόν ἑ­αυ­τό του νά δου­λεύ­η μέ μι­σθό, σέ κά­ποι­ους Ἀρ­βα­νῖ­τες Τούρ­κους, πού ἔ­τυ­χαν τό­τε στήν Ἀ­θή­να καί ἀ­πό τόν μι­σθό αὐ­τό βο­η­θοῦ­σε καί τούς γο­νεῖς του.

Ὅ­ταν δέ ἔ­γι­νε δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν, ἦλ­θε ἡ Ρωσ­σι­κή ἁρ­μά­δα στόν Μο­ριά, κα­τά τό ἔ­τος 1705, καί ἐ­πει­δή οἱ ἀ­φέν­τες του πῆ­γαν γιά νά κουρ­σεύ­σουν καί νά σκλα­βώ­σουν τούς Χρι­στια­νούς στόν Μο­ριά, τούς ἀ­κο­λού­θη­σε καί ὁ Ἀν­τώ­νιος. Ἐ­κεῖ πη­γαί­νον­τας, που­λή­θη­κε ὡς σκλά­βος ἀ­πό τούς ἀ­φέν­τες του Ἀρ­βα­νῖ­τες σέ κά­ποι­ους Ἀ­γα­ρη­νούς ἐ­μί­ρη­δες, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ τόν ἀ­γό­ρα­σαν, τόν τι­μώ­ρη­σαν μέ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη βα­σα­νι­στη­ρί­ων, γιά νά τόν κά­νουν Τοῦρ­κο, ἀλ­λά δέν τά κα­τέ­φε­ραν. Γι­’­ αὐ­τό τόν ­πῆ­ραν μα­ζί τους στό Τουρ­κι­κό στρά­τευ­μα, πού βρι­σκό­ταν τό­τε στόν πο­τα­μό Δού­να­βι καί ἐ­κεῖ που­λή­θη­κε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος πέν­τε φο­ρές ἀ­πό ἀ­φέν­τες σκλη­ρο­τέ­ρους, με­τα­πω­λού­με­νος καί με­τα­γο­ρα­ζό­με­νος σέ ἄλ­λους σκλη­ρο­τέ­ρους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­λοι ὁ κα­θέ­νας, ­δο­κί­μα­σαν νά γυ­ρί­σουν τόν Ἅ­γιο στήν θρη­σκεί­α τους, πό­τε μέ κο­λα­κεῖ­ες καί τα­ξί­μα­τα, πό­τε μέ φο­βέ­ρες καί πό­τε μέ δι­α­φό­ρους ἐκ­παι­δεύ­σεις. Ἀλ­λά μά­ται­α κο­πί­α­σαν. Ἐ­πει­δή ὁ γεν­ναῖ­ος Ἀν­τώ­νιος ἦ­ταν κα­λά στε­ρε­ω­μέ­νος στήν εὐ­σέ­βεια. Καί τε­λι­κά στήν συ­νέ­χεια, που­λή­θη­κε σέ ἕ­ναν ὀρ­θό­δο­ξο Χρι­στια­νό κα­ζά­ζη στό ἐ­πάγ­γελ­μα γιά τε­τρα­κό­σια γρό­σια, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο μα­ζί πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ὅ­που εἶ­χε σπί­τι, γυ­ναί­κα καί ἐρ­γα­στή­ριο, καί ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, πῆ­γε ὁ Ἅ­γιος σέ πνευ­μα­τι­κό πα­τέ­ρα καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε τίς ἁ­μαρ­τί­ες του, καί μέ κα­τά­νυ­ξι καί συν­τρι­βή καρ­δί­ας, με­τά­λα­βε τά ἄ­χραν­τα μυ­στή­ρια στόν Ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο στό Τζουμ­πια­λί, καί ἀ­πό τό­τε ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε προ­θύ­μως στόν ἀ­φέν­τη του, ὡς εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος δοῦ­λος.

Καί μί­α τῶν ἡ­με­ρῶν βλέ­πει ἕ­να ὄ­νει­ρο ὁ Ἅ­γιος πού τόν δυ­νά­μω­νε στό Μαρ­τύ­ριο· δη­λα­δή τοῦ φα­νε­ρώ­θη­κε μί­α γυ­ναῖ­κα ὄ­μορ­φη, ἡ ὁ­ποί­α τοῦ ὑ­πο­σχό­ταν, ὅ­τι μπο­ρεῖ νά τοῦ δώ­ση βο­ή­θεια καί δύ­να­μι σέ κά­θε κίν­δυ­νο. Καί τοῦ ἔ­λε­γε νά μήν φο­βᾶ­ται, ἀλ­λά νά στέ­κη ἀν­δρεῖ­ος. Καί ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­πε αὐ­τά, τόν σκέ­πα­σε μέ τό φό­ρε­μά της. Ὅ­ταν δέ ξύ­πνη­σε ὁ Ἀν­τώ­νιος, δι­η­γή­θη­κε τό ὅ­ρα­μα στήν κυ­ρά του καί συμ­πέ­ρα­νε ἀ­π’ αὐ­τό, ὅ­τι πρό­κει­ται νά μαρ­τυ­ρή­ση γιά τόν Χρι­στό. Καί αὐ­τή, τοῦ ἔ­λε­γε, νά μήν φο­βᾶ­ται ἀ­πό ὄ­νει­ρα.  Ὅ­ταν λοι­πόν ξη­μέ­ρω­σε, πῆ­γε στό ἐ­γα­στή­ρι τοῦ ἀ­φέν­τη του, κα­τά τήν συ­νή­θεια. Καί ἐ­κεῖ πού κα­θό­ταν, ἔ­τυ­χε νά πε­ρά­ση ὁ κα­το­πι­νός ἀ­φέν­της του Ἀ­γα­ρη­νός (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν χι­λί­αρ­χος καί τζορ­μπα­τζής) καί τόν γνώ­ρι­σε καί ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νά φω­νά­ζη γιά τόν Ἅ­γιο, πώς ἔ­φυ­γε ἀ­πό αὐ­τόν πα­ρά τή θέ­λη­σί του. Καί πώς ἦ­ταν Τοῦρ­κος πρω­τύ­τε­ρα καί τώ­ρα ἔ­γι­νε πά­λι Χρι­στια­νός. Καί ἀ­μέ­σως ἔ­φε­ρε γι’ αὐ­τό καί πολ­λούς μάρ­τυ­ρες. Οἱ ὁ­ποῖ­οι ὁρ­μῶν­τας κα­τ' ἐ­πά­νω του καί κτυ­πῶν­τας τον ἀ­νη­λε­ῶς, τόν πῆ­γαν στόν τό­τε κα­ζα­σκι­έ­ρη τῆς Ρού­με­λης, Μου­ράτ Μου­λᾶν, κα­τα­μαρ­τυ­ρῶν­τας γι' αὐ­τόν, ὅ­τι ἀ­λη­θῶ­ς ­τούρ­κε­ψε. Καί ὁ δι­κα­στής ρώ­τη­σε τόν Ἅ­γιο, ἄν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ὅ­σα λέ­γον­ται ἐ­ναν­τί­ον του.

Τό­τε ὁ Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ, χω­ρίς κα­θό­λου νά δει­λιά­ση, μέ θάρ­ρος ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι γεν­νή­θη­κε ἀ­πό Χρι­στια­νούς γο­νεῖς, καί εἶ­ναι Χρι­στια­νός καί ὅ­τι δέν ἀρ­νή­θη­κε τόν Χρι­στό, ἀλ­λά μά­λι­στα εἶ­ναι ἕ­τοι­μος νά λά­βη, ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν, μυ­ρί­ους θα­νά­τους γιά τόν Χρι­στό.

Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής, ἄρ­χι­σε πρῶ­τα νά τόν δο­κι­μά­ζη μέ τα­ξί­μα­τα, λέ­γον­τάς του, ὅ­τι, ἄν δε­χθῆ νά τουρ­κέ­ψη, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κτή­ση πλοῦ­το καί τι­μές ἀ­πό τόν βα­σι­λιά. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­βλε­πε τόν Ἅ­γιο, ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τά τά πε­ρι­γε­λοῦ­σε καί τά χλεύ­α­ζε ὡς ὀ­νεί­ρα­τα, ἄρ­χι­σε νά τόν φο­βε­ρί­ζη μέ ἄ­γριο βλέμ­μα, λέ­γον­τάς του, ὅ­τι θά τοῦ δώ­ση βα­σα­νι­στή­ρια ἀ­νυ­πό­φο­ρα καί ἐ­λε­ει­νό­τα­το θά­να­το. Ὁ Μάρ­τυρας ὅ­μως, ἔ­λε­γε× «Μή νο­μί­ζης, ὦ δι­κα­στά, ὅ­τι μπο­ρεῖς νά μέ με­τα­στρέ­ψης ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ μέ αὐ­τά σου τά φο­βε­ρί­σμα­τα. Γι’ αὐ­τό βα­σά­νι­σε, μα­στί­γω­σε καί κα­τά­κο­ψε τό σῶ­μα μου καί ἐ­πι­νό­η­σε καί κα­νέ­ναν ἄλ­λο και­νού­ριο καί πιό ἐ­πώ­δυ­νο θά­να­το γιά λό­γου μου, ἐ­πει­δή καλ­λί­τε­ρα ἐ­σύ μπο­ρεῖς νά γί­νης Χρι­στια­νός, πα­ρά ἐ­γώ νά ἀρ­νη­θῶ τόν Χρι­στό καί νά μήν ὁ­μο­λο­γῶ αὐ­τόν ὡς Υἱ­ό Θε­οῦ καί ἀ­λη­θι­νό Θε­ό». Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ δι­κα­στής θαυ­μά­ζον­τας τήν παρ­ρη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, ἀν­τί νά θυ­μώ­ση ἐ­ναν­τί­ον του, θύ­μω­σε κα­τά τῶν ψευ­δο­μαρ­τύ­ρων Ἀ­γα­ρη­νῶν, ὀ­νο­μά­ζον­τάς τους πο­νη­ρούς καί ψεῦ­τες, δι­ό­τι βιά­ζουν τούς ἀν­θρώ­πους νά τουρ­κεύ­ουν μέ δι­α­βο­λές καί ψεύ­δη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι συ­νέ­χι­ζαν νά κα­τα­μαρ­τυ­ροῦν καί νά φω­νά­ζουν νά θα­να­τώ­ση τόν Μάρ­τυ­ρα, ὁ δι­κα­στής, ἀ­φοῦ δι­α­χώ­ρι­σε τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τούς ἄλ­λους, τοῦ λέ­ει κα­τ’ ἰ­δί­αν· «Λυ­πή­σου, ὦ νέ­ε, τήν νε­ό­τη­τά σου καί κα­τά τήν ὥ­ρα μέν, ἀρ­νή­σου τήν πί­στι σου καί ὕ­στε­ρα, ὅ­που θέ­λεις, πή­γαι­νε, καί ἔ­χε πά­λι τήν πί­στι σου». Ὁ Μάρ­τυς ὅ­μως τοῦ Χρι­στοῦ, φο­βού­με­νος τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου, πού εἶ­πε, ὅ­τι ὅ­ποι­ος μέ ἀρ­νη­θῆ μπρο­στά στούς ἀν­θρώ­πους, θά τόν ἀρ­νη­θῶ καί ἐ­γώ ἐ­νώ­πιον τοῦ οὐ­ρα­νί­ου πα­τρός μου, ὄ­χι μό­νο μέ ἀ­δύ­να­μο λό­γο δέν πα­ρα­δέ­χθη­κε νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό, ἀλ­λά φώ­να­ζε, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός καί προ­τι­μᾶ νά ­πε­θά­νη γιά τόν Χρι­στό.

Τέ­λος πάν­των, βλέ­πον­τας ὁ δι­κα­στής, ὅ­τι οὔ­τε τούς ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες ἐ­κεί­νους μπο­ρεῖ νά ξε­φορ­τω­θῆ, οὔ­τε τόν Μάρ­τυ­ρα νά με­τα­βά­λη ἀ­πό τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, θέ­λον­τας καί μή θέ­λον­τας, ἔ­δω­σε τήν κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου ἔγ­γρα­φη ἀ­πό­φα­σι, πού ἔ­στει­λε κρυ­φά στόν τό­τε βε­ζύ­ρη Μεχ­μέτ Με­λέκ πα­σᾶ μέ ἄν­θρω­πο ἔμ­πι­στο δι­κό του φα­νε­ρώ­νον­τάς του πώς μί­α τέ­τοι­α ἀ­πό­φα­σι εἶ­ναι ἄ­δι­κη καί πώς αὐ­τός τήν ἔ­δω­σε, ἐ­πει­δή ἀ­ναγ­κά­σθη­κε.

Καί ὁ βε­ζύ­ρης, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά του ὁ Μάρ­τυ­ρας καί τόν ρώ­τη­σε τά ἴ­δια καί ἀ­φοῦ τόν πα­ρα­κί­νη­σε στό νά τουρ­κέ­ψη, τώ­ρα μέ ὑ­πο­σχέ­σεις καί τώ­ρα μέ ἀ­πει­λές καί φο­βέ­ρες καί, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε ἀ­πό αὐ­τόν, τά ἴ­δια ἐ­κεῖ­να πού ὁ μου­λᾶς εἶ­χε πρω­τύ­τε­ρα ἀ­κού­σει, κα­τά­λα­βε ἀ­πό αὐ­τά, ὅ­τι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ὅ­σα οἱ κα­τή­γο­ροί του ἔ­λε­γαν καί μαρ­τυ­ροῦ­σαν, ἦ­ταν ψευ­δῆ καί δι­α­βο­λές καί ἔ­κρι­νε μέν δί­και­ο, νά ἐ­λευ­θε­ρώ­ση τόν δί­και­ο, φο­βού­με­νος ὅ­μως τήν βαρ­βα­ρό­τη­τα καί ὁρ­μή τοῦ πλή­θους τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν τά πράγ­μα­τα ἄ­νω-κά­τω, γιά τήν δει­σι­δαι­μο­νί­α τῆς θρη­σκεί­ας τους, γι’ αὐ­τά, λέ­ω, ἔ­βα­λε τόν Ἅ­γιο στήν φυ­λα­κή τοῦ μουχ­ζου­ρα­γᾶ, φαι­νο­με­νι­κά μέν, γιά νά τόν ἐ­ξε­τά­ση καί δεύ­τε­ρον, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, γιά νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση ἀ­πό τόν κίν­δυ­νο.

Ὁ δέ Μάρ­τυρας ὅ­σο βρι­σκό­ταν στήν φυ­λα­κή, χαι­ρό­ταν ὑ­περ­βο­λι­κά καί εἶ­χε κα­λή δι­ά­θε­σι, καί στούς Χρι­στια­νούς πού ἔ­τυ­χε γιά ἄλ­λες αἰ­τί­ες νά εἶ­ναι τό­τε μα­ζί στήν φυ­λα­κή, δί­δα­σκε νά ἔ­χουν ὑ­πο­μο­νή στίς θλί­ψεις καί στούς πει­ρα­σμούς καί γιά τήν εὐ­σέ­βεια καί τόν Χρι­στό νά προ­τι­μοῦν τόν θά­να­το. Ἔ­δι­νε δέ ὁ μι­μη­τής τοῦ Χρι­στοῦ καί στούς φτω­χούς φυ­λα­κι­σμέ­νους Χρι­στια­νούς χρήματα, ἀ­πό ἐ­κεί­νους τούς λί­γους πού εἶ­χε. Καί στόν ἀ­φέν­τη του τόν Χρι­στια­νό, ἔ­στει­λε γράμ­μα στό ὁ­ποῖ­ο πρω­τον μέν ζη­τοῦ­σε ἀ­πό ὅ­λους τούς Χρι­στια­νούς συγ­χώ­ρη­σι καί τίς εὐ­χές τῶν ἱ­ε­ρέ­ων, γιά νά τόν δυ­να­μώ­σουν στό Μαρ­τύ­ριο, δεύ­τε­ρον δέ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν ἀ­φέν­τη του, δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος μέν ἔ­δω­σε τό­σα ἄ­σπρα καί τόν ἐ­ξα­γό­ρα­σε ἀ­πό τούς βαρ­βά­ρους, αὐ­τός ὅ­μως δέν τόν ὑ­πη­ρέ­τη­σε, οὔ­τε μπό­ρε­σε νά τοῦ δώ­ση καμ­μί­α ἀν­τα­μοι­βή, γιά μί­α τέ­τοι­α χά­ρι καί εὐ­ερ­γε­σί­α. Τρί­τον, τόν πα­ρη­γο­ροῦ­σε νά ἔ­χη θάρ­ρος, δι­ό­τι δέν μπο­ρεῖ νά ἀρ­νη­θῆ τήν εὐ­σέ­βεια καί ὅ­τι, ἀ­φοῦ θά ­πε­θά­νη γιά τόν Χρι­στό, πα­ρα­κα­λεῖ νά τοῦ κά­νουν τά συ­νή­θη πρός τούς κοι­μη­θέν­τες μνη­μό­συ­να καί νά μη­νύ­ση στούς γο­νεῖς του τό μα­κά­ριο τέ­λος, πού ἔ­λα­βε ὁ υἱ­ός τους, γιά νά πα­ρη­γο­ρη­θοῦν.

Ὁ μέν Μάρ­τυς λοι­πόν τό­ση χα­ρά εἶ­χε γιά νά πε­θά­νη ὑ­πέρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας, ἐ­νῷ οἱ κα­τήγο­ροι ἐ­κεῖ­νοι καί οἱ ψευ­δο­μάρ­τυ­ρες, πή­γαι­ναν συ­χνά στόν βε­ζύ­ρη, ζη­τῶν­τας νά θα­να­τώ­ση τόν Ἅ­γιο. Ἔ­πει­τα βλέ­πον­τας πώς αὐ­τός κλί­νει πρός τήν φι­λαν­θρω­πί­α καί μό­νο δί­νει ἀ­να­βο­λή και­ροῦ στήν ὑ­πό­θε­σι, θύ­μω­σαν καί δί­νουν ἀ­να­φο­ρά στόν βα­σι­λιά σουλ­τά­νο Ἀ­βδούλ Χα­μίτ κα­τη­γο­ρῶν­τας μέν τόν Μάρ­τυ­ρα, ὅ­τι ἀρ­νή­θη­κε τήν πί­στι του, κα­τη­γο­ρῶν­τας ὅ­μως καί τόν ἴ­διο τόν βε­ζύ­ρη, ὅ­τι ­πῆ­ρε χρήματα καί θέ­λει νά τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­ση. Καί ὁ βα­σι­λιάς ἐ­πει­δή φο­βή­θη­κε τήν τα­ρα­χή τοῦ πλή­θους καί σκε­πτό­με­νος συγ­χρό­νως τά πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα τῆς βα­σι­λεί­ας του, πώς ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τα, ἀ­στε­ρέ­ω­τα καί γε­μᾶ­τα ἀ­πό ὑ­πο­ψί­ες γιά τόν ρωσ­σι­κό πό­λε­μο, πού τό­τε ἀ­κο­λού­θη­σε, ἐξέ­δω­σε ἀ­πό­φα­σι ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἤ Τοῦρ­κος νά γί­νη ἤ νά θα­να­τω­θῆ. Ὁ βε­ζύ­ρης λοι­πόν θέ­λον­τας καί μή θέ­λον­τας, βγά­ζει τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τήν φυ­λα­κή, καί τόν ρω­τᾶ μέ συ­νο­πτι­κή ἐ­ρώ­τη­σι ἤ νά ἀ­πο­δε­χθῆ τόν Μω­ά­μεθ ὡς προ­φή­τη Θε­οῦ ἤ νά ἀ­κο­λου­θή­ση τόν δή­μιο καί νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆ. Τό­τε ὁ ἀ­λη­θι­νός Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ Ἀν­τώ­νιος, χα­ρού­με­νος μέ τήν πε­ρί­στα­σι, ὅ­πως χαί­ρον­ται αὐ­τοί, πού βρί­σκουν θη­σαυ­ρό, δέ­θη­κε μέ τά χέ­ρια πί­σω καί μέ χα­ρού­με­νο πρό­σω­πο, ἔ­τρε­χε στόν θά­να­το, σάν σέ πα­νη­γύ­ρι καί πη­γαί­νον­τας στό Ἄκ σα­ρά­ι, κλί­νει τήν κε­φα­λή καί λέ­γον­τας, «Κύ­ρι­ε στά χέ­ρια σου ἀ­φή­νω τό πνεῦ­μα μου», ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται, ἀ­φοῦ χτύ­πη­σε ὁ τζε­λά­της τρεῖς φο­ρές μέ τό σπα­θί τόν ἱ­ε­ρό του λαι­μό, ὥ­στε, μή ὑ­πο­φέ­ρον­τας τόν πό­νο, νά προ­δώ­ση τήν εὐ­σέ­βεια. Βλέ­πον­τας ὅ­μως ὅ­τι μα­ταί­ως κο­πιά­ζει, τόν ἔ­σφα­ξε ὁ ἁ­μαρ­τω­λός σάν πρό­βα­το καί ἔ­τσι ὁ πα­νύ­μνη­τος ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Οἱ δέ Χρι­στια­νοί τῆς Βλάγ­κας, ἀ­γό­ρα­σαν τό λεί­ψα­νό του, γιά ἑ­βδο­μῆν­τα γρό­σια καί παίρ­νον­τάς το μέ με­γά­λη πομ­πή καί παρ­ρη­σί­α καί ᾄ­σμα­τα ἐ­πι­νί­κια, πῆ­γαν ἔ­ξω στήν Ζω­ο­δό­χο Πη­γή καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.



[1] Γι’ αὐ­τήν τήν Ἁ­γί­α Παρ­θέ­νο Ἀ­γά­θη λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρός Αὐ­γου­στί­νος στό β΄ βι­βλί­ο τοῦ Κε­κρα­γα­ρί­ου, δη­λα­δή στό 12ο κε­φά­λαι­ο τῶν Μο­νο­λο­γί­ων, ὅ­που ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­τι ἡ θεί­α γλυ­κύ­τη­τα, ἀ­ναι­ρεῖ ὅ­λη τήν πι­κρί­α τοῦ πα­ρόν­τος κό­σμου. Τί λέ­ει λοι­πόν γι’ αὐ­τήν; «Αὐ­τῆς τῆς ἀ­νέκ­φρα­στης γλυ­κύ­τη­τός σου, Κύ­ρι­ε, γεύ­θη­κε καί ἐ­κεί­νη ἡ παρ­θέ­νος (αὐ­τή ἡ Ἀ­γά­θη δη­λα­δή) γιά τήν ὁ­ποί­α δι­α­βά­ζου­με, ὅ­τι πή­γαι­νε στό Μαρ­τύ­ριο χα­ρού­με­νη καί ὑ­πε­ρή­φα­νη, σάν νά ἦ­ταν προ­σκε­κλη­μέ­νη σέ κά­ποι­α συ­νε­στί­α­σι». Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι πε­ριτ­τά γρά­φε­ται ἐ­δῶ ἡ μνή­μη καί τό Συ­να­ξά­ρι τῆς Ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Θε­ο­δού­λης, δι­ό­τι αὐ­τό προ­α­να­φέρ­θη­κε στήν 18η  τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.

[2]      Δη­λα­δή στά βου­νά τῆς Ρώ­σου, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι πό­λις τῆς Κι­λι­κί­ας κα­τά τόν Θε­ο­δώ­ρη­το. Δι­ό­τι αὐ­τός εἶ­ναι πού γρά­φει ἐ­κτε­νέ­στε­ρα τόν Βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ μέ  ἀ­ριθ­μό 10 στήν Φι­λό­θε­ο Ἱ­στο­ρί­α του, ἀ­πό ὅ­που ἔ­γι­νε καί αὐ­τό τό Συ­να­ξά­ρι.

[3] Ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος δέν ὀ­νο­μά­ζει αὐ­τούς Ἀ­γα­ρη­νούς, ἀλ­λά λέ­ει, ὅ­τι αὐ­τοί πα­λαι­ά ὠ­νο­μά­ζον­ταν Σό­λυ­μοι, τώ­ρα ὅ­μως ὀ­νο­μά­ζον­ται Ἴ­σαυ­ροι.

[4]Προ­σθέ­τει δέ καί αὐ­τά ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὅ­τι τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ ἦ­ταν μα­κρύ­τε­ρα καί ἀ­πό τά πό­δια του, γι’ αὐ­τό καί τά ἔ­δε­νε στήν μέ­ση του. Καί ὅ­τι, ὄ­χι μό­νο αὐ­τός δού­λευ­ε, ἀλ­λά προ­έ­τρε­πε καί τούς ἀ­δελ­φούς, πού ἦ­ταν μα­ζί του, νά ἑ­νώ­νουν μα­ζί μέ τούς πό­νους τῆς ψυ­χῆς καί τούς ἱ­δρῶ­τες τοῦ σώ­μα­τος. Δι­ό­τι εἶ­ναι ἄ­σχη­μο πρᾶγ­μα οἱ κο­σμι­κοί νά κο­πιά­ζουν καί νά δου­λεύ­ουν, γιά νά θρέ­ψουν παι­διά καί γυ­ναῖ­κες καί νά πλη­ρώ­νουν φό­ρους καί νά προ­σφέ­ρουν στόν Θε­ό τά πρω­τό­λεια ἀ­πό τά προ­ϊ­όν­τα τους, καί ἐ­πί πλέ­ον νά ἐ­λε­οῦν τούς φτω­χούς. Οἱ δέ Μο­να­χοί, νά μή βγά­ζουν τά ἀ­πα­ραί­τη­τα τῆς ζω­ῆς ἀ­πό τόν κό­πο τους, καί μά­λι­στα νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν φα­γη­τά καί ἐν­δύ­μα­τα τα­πει­νά. Ἀλ­λά ἔ­λε­γε, ὅ­τι δέν πρέ­πει νά κά­θων­ται ἀρ­γοί καί νά δέ­χων­ται τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν συν­τή­ρη­σί τους ἀ­πό τά ξέ­να χέ­ρια. Δι­η­γεῖ­ται ἀ­κό­μη ἐ­κτός ἀ­πό αὐ­τά, ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός κτύ­πη­σε μέ τήν ρά­βδο του μί­α πέ­τρα σκλη­ρή, ἡ ὁ­ποί­α, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως ἀ­νέ­βλυ­σε ὕ­δωρ, τό ὁ­ποῖ­ο μέ νε­ρα­γώ­γι τό ἔ­φε­ρε στό Μο­να­στή­ρι του. Καί ὅ­τι τό λεί­ψα­νό του το­πο­θε­τή­θη­κε με­τά τόν θά­να­τό του σέ μί­α θή­κη, μα­ζί μέ τό λεί­ψα­νο τοῦ Ὁ­σί­ου Ἀ­φρα­ά­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἑ­ορ­τά­ζει κα­τά τήν 29η τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.

[5]      Ὁ Πο­λύ­ευ­κτος Αὐ­τός φαί­νε­ται νά ἔ­ζη­σε ἐ­πί τῶν βα­σι­λέ­ων Κων­σταν­τί­νου τοῦ Πορ­φυ­ρο­γεν­νή­του, τοῦ υἱ­οῦ Λέ­ον­τος τοῦ Σο­φοῦ καί τοῦ υἱ­οῦ του Κων­σταν­τί­νου Ρω­μα­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 959, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν εὐ­νοῦ­χος· ἦ­ταν γέν­νη­μα καί θρέμ­μα τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, καί δι­α­κρι­νό­ταν στόν λό­γο καί στήν ἀ­ρε­τή. Ὄν­τας προ­η­γου­μέ­νως Μο­να­χός, χει­ρο­το­νή­θη­κε κα­τό­πιν Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­πό τόν Και­σα­ρεί­ας Βα­σί­λει­ο, ἐ­πει­δή καί ὁ Ἡ­ρα­κλεί­ας Νι­κη­φό­ρος, ἔ­λεγ­ξε τόν βα­σι­λιά, ἔ­χα­σε αὐ­τό τό προ­νό­μιο, τό νά χει­ρο­το­νῆ δη­λα­δή τόν Πα­τριά­ρχη. Ἔ­τσι καί κα­τη­γο­ρί­α ὄ­χι ὀ­λί­γη ἀ­πο­δό­θη­κε ὄ­χι μό­νο σ’ ἐ­κεῖ­νον, πού πρό­στα­ξε τοῦ­το, στόν βα­σι­λιά δη­λα­δή, ἀλ­λά καί στόν Και­σα­ρεί­ας, πού τόν χει­ρο­τό­νη­σε. (Βλέ­πε γι’ αὐ­τό σελ. 352, τοῦ β΄ τό­μου τοῦ Με­λε­τί­ου.) Ἐ­πει­δή ὅ­μως στόν χει­ρό­γρα­φο Συ­να­ξα­ρι­στή προ­στί­θε­ται, ὅ­τι ὁ Πο­λύ­ευ­κτος Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ νέ­ος, γι’ αὐ­τό λέ­με, ὅ­τι ἴ­σως Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Πο­λύ­ευ­κτος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Τσι­μι­σκῆ, κα­τά τό ἔ­τος 969, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν ἀ­νάρ­ρη­σι τοῦ Τσι­μι­σκῆ, ἔ­ζη­σε μό­νο τρι­αν­τα­πέν­τε ἡ­μέ­ρες, καί βλέ­πε σελ. 367, τοῦ β΄ τό­μου τοῦ Με­λε­τί­ου.

[6]      Αὐ­τό τό Μαρ­τύ­ριο τό συ­νέ­γρα­ψε στά ἑλ­λη­νι­κά ὁ πα­νο­σι­ο­λο­γι­ώ­τα­τος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­ω­α­κείμ ὁ Πά­ριος, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νέ­θε­σε καί Ἀ­κο­λου­θί­α πρός τι­μήν του.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης