Τῷ αὐτῷ μηνί E΄, τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης.
Αὐτή καταγόταν ἀπό μία πόλι τῆς νήσου Σικελίας, πού ὀνομάζεται Πανόρμο, διαλάμποντας μέ ὡραιότητα καί ἀφθορία σώματος καί μέ κάλλος ψυχῆς, γεμάτη δέ ὄντας ἀπό πλοῦτο καί σωματικά ἀγαθά, στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου, κατά τό ἔτος 251. Αὐτή λοιπόν ἐπειδή ἦταν Χριστιανή, ὡδηγήθηκε στόν ἡγεμόνα Κυντιανό καί ἀρχικά παραδίνεται σέ μία ἄλλη γυναῖκα ἄπιστη, πού ὠνομαζόταν Ἀφροδισία, μέ σκοπό, ἐκείνη μέ τίς προτροπές της νά μετατοπήση τήν Ἁγία ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή ὅμως ἡ Ἁγία παρέμεινε σταθερά στήν εὐσέβεια καί περισσότερο ἐπιθυμοῦσε νά πεθάνη μέ μαρτυρικό θάνατο, γι’ αὐτό τήν δέρνουν πάρα πολύ καί κόβουν τόν μαστό της, τόν ὁποῖο ἀποκατέστησε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἀφοῦ τῆς ἐμφανίσθηκε στήν φυλακή. Ἔπειτα τήν σέρνουν ἐπάνω σέ τοῦβλα, καί τήν κατακαῖνε μέ φωτιά. Κατόπιν τήν φυλακίζουν. Καί ὄντας στήν φυλακή, παρέδωσε ἡ μακαρία τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Θεοδοσίου τοῦ ἐν τῷ Σκοπέλῳ, ἤτοι τοῦ ἐξ Ἀντιοχείας.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Θεοδόσιος ὁ ἀσκητής, ἄλλος εἶναι ἀπό τόν κοινοβιάρχη. Διότι αὐτός καταγόταν ἀπό τήν πόλι τῆς Ἀντιοχείας, ὄντας υἱός ἐπιφανῶν γονέων. Μία φορά ὅμως, πού ἄκουσε προσεκτικά τήν δεσποτική φωνή τοῦ Κυρίου, ἐγκατέλειψε οἰκία καί πλοῦτο καί καταγωγή καί ὅλα τά ἄλλα τοῦ κόσμου χαροποιά καί ἀνεχώρησε σέ τόπους δασώδεις καί δενδρώδεις καί πού ἔκλιναν πρός τήν θάλασσα[2]. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔκτισε ἕνα κελλί μικρότατο, ζοῦσε τήν ἀσκητική πολιτεία ντυμένος ἐνδύματα τρίχινα· δηλαδή ὑφασμένα μέ μαλλί γίδινο. Ἀπό μέσα φοροῦσε βαρειά σίδερα, ἕνα στόν λαιμό καί ἄλλο στήν μέση καί δύο στά δύο του χέρια. Ἀσχολούμενος δέ στήν προσευχή καί στό ἐργόχειρο, κοίμιζε μέ αὐτά τά πάθη τῆς σάρκας, δηλαδή τήν ἐπιθυμία καί τήν ὑπερηφάνεια καί τά λοιπά. Ἀσχολοῦταν ἀκόμη πότε μέ σπυρίδες, ποτέ μέ λίγα χωράφια στό λαγκάδι, τά ὁποῖα σπέρνοντας, καί τήν ἀπαραίτητη τροφή ἀπό ἐκεῖ κερδίζοντας, συντηροῦταν αὐτός καί ὅσοι ξένοι ἔρχονταν κοντά του.
Αὐτός εἶχε ἀκτένιστα καί ἄλουστα τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του, τά ὁποῖα ἔφθαναν μέχρι τά πόδια του. Ἐπειδή ὅμως ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο μεγάλωνε παντοῦ τό ὄνομα καί ἡ φήμη του, καί ἀπό αὐτό παρακινοῦνταν πολλοί καί ἔτρεχαν κοντά του, θέλοντας νά μιμηθοῦν τήν ζωή του, γι’ αὐτό δεχόμενος αὐτούς ὁ Ὅσιος, ἔκανε τήν ἔρημη ἐκείνη ἄλλη σχεδόν πόλι οὐράνια.
Μία φορά πῆγαν στά μέρη ἐκεῖνα Ἀγαρηνοί[3], δέν προξένησαν ὅμως κανένα κακό, διότι εὐλαβηθέντες αὐτόν τόν μακάριο Θεοδόσιο, ἀνεχώρησαν μέ εἰρήνη. Ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν ἐπιδρομῶν τους ἐγκατέλειψε τήν ἔρημο ὁ Ὅσιος καί πῆγε στήν πατρίδα του Ἀντιόχεια. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔκτισε μικρή καλύβη, μαζί μέ μερικούς ἄλλους ἀδελφούς, ἐργαζόταν τήν πνευματική ἐργασία καί ἔλεγε σ’ αὐτούς, πού ἦταν μαζί του· «Μολονότι, ἀδελφοί, καί μᾶς εὐλαβήθηκαν οἱ Ἀγαρηνοί καί δέν μᾶς πείραξαν, ὅμως εἶναι γραμμένο ἀπό τόν Ἀπόστολο, ὅτι πρέπει νά δίνουμε τόπο στήν ὀργή. Διότι καί ὁ Κύριος ἀποφεύγοντας τόν Ἡρώδη, μέ αὐτό μᾶς δίδαξε νά ἀποφεύγουμε καί ἐμεῖς. Ἀλλά καί διδαχθήκαμε νά μή ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας σέ πειρασμούς. Διότι, τί μᾶς ἐμποδίζει ἡ πατρίδα ἀπό τήν πνευματική ἐργασία, ἐάν ἐμεῖς προσέχουμε στόν ἑαυτό μας; Βέβαια τίποτε. Μέ αὐτόν τόν τρόπο πολιτευόμενος ὁ μακάριος καί ἀφοῦ ἔζησε γιά λίγο καιρό στήν πατρίδα του, πρός Κύριον ἐξεδήμησε[4].
Ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Πολύευκτος ὁ νέος, Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[5].
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἀντωνίου Ἀθηναίου, τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος διά ξίφους, κατά τό ἔτος 1774[6].
Αὐτός ὁ νεοφανής Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπό τήν περίφημη Ἀθήνα, ἐνῷ οἱ γονεῖς του, ἦταν πάμπτωχοι καί ἀφανεῖς καί ὠνομάζονταν Μῆτρος καί Καλομοῖρα. Καί ἐφόσον ἀνατράφηκε ἀπ' αὐτούς θεοσεβῶς καί ἔμαθε τά ἱερά γράμματα, ὅταν ἔγινε δώδεκα χρονῶν, μήν ὑποφέροντας νά βλέπη σέ μεγάλη φτώχεια τούς γονεῖς του, ἐπειδή ἄλλη καμμία τέχνη δέν ἔτυχε γιά νά μάθη, παρέδωσε τόν ἑαυτό του νά δουλεύη μέ μισθό, σέ κάποιους Ἀρβανῖτες Τούρκους, πού ἔτυχαν τότε στήν Ἀθήνα καί ἀπό τόν μισθό αὐτό βοηθοῦσε καί τούς γονεῖς του.
Ὅταν δέ ἔγινε δεκαέξι χρονῶν, ἦλθε ἡ Ρωσσική ἁρμάδα στόν Μοριά, κατά τό ἔτος 1705, καί ἐπειδή οἱ ἀφέντες του πῆγαν γιά νά κουρσεύσουν καί νά σκλαβώσουν τούς Χριστιανούς στόν Μοριά, τούς ἀκολούθησε καί ὁ Ἀντώνιος. Ἐκεῖ πηγαίνοντας, πουλήθηκε ὡς σκλάβος ἀπό τούς ἀφέντες του Ἀρβανῖτες σέ κάποιους Ἀγαρηνούς ἐμίρηδες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τόν ἀγόρασαν, τόν τιμώρησαν μέ διάφορα εἴδη βασανιστηρίων, γιά νά τόν κάνουν Τοῦρκο, ἀλλά δέν τά κατέφεραν. Γι’ αὐτό τόν πῆραν μαζί τους στό Τουρκικό στράτευμα, πού βρισκόταν τότε στόν ποταμό Δούναβι καί ἐκεῖ πουλήθηκε ὁ εὐλογημένος πέντε φορές ἀπό ἀφέντες σκληροτέρους, μεταπωλούμενος καί μεταγοραζόμενος σέ ἄλλους σκληροτέρους, οἱ ὁποῖοι ὅλοι ὁ καθένας, δοκίμασαν νά γυρίσουν τόν Ἅγιο στήν θρησκεία τους, πότε μέ κολακεῖες καί ταξίματα, πότε μέ φοβέρες καί πότε μέ διαφόρους ἐκπαιδεύσεις. Ἀλλά μάταια κοπίασαν. Ἐπειδή ὁ γενναῖος Ἀντώνιος ἦταν καλά στερεωμένος στήν εὐσέβεια. Καί τελικά στήν συνέχεια, πουλήθηκε σέ ἕναν ὀρθόδοξο Χριστιανό καζάζη στό ἐπάγγελμα γιά τετρακόσια γρόσια, μέ τόν ὁποῖο μαζί πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι, ὅπου εἶχε σπίτι, γυναίκα καί ἐργαστήριο, καί ἐνῷ βρισκόταν ἐκεῖ, πῆγε ὁ Ἅγιος σέ πνευματικό πατέρα καί ἐξωμολογήθηκε τίς ἁμαρτίες του, καί μέ κατάνυξι καί συντριβή καρδίας, μετάλαβε τά ἄχραντα μυστήρια στόν Ἅγιο Νικόλαο στό Τζουμπιαλί, καί ἀπό τότε ὑπηρετοῦσε προθύμως στόν ἀφέντη του, ὡς εὐχαριστημένος δοῦλος.
Καί μία τῶν ἡμερῶν βλέπει ἕνα ὄνειρο ὁ Ἅγιος πού τόν δυνάμωνε στό Μαρτύριο· δηλαδή τοῦ φανερώθηκε μία γυναῖκα ὄμορφη, ἡ ὁποία τοῦ ὑποσχόταν, ὅτι μπορεῖ νά τοῦ δώση βοήθεια καί δύναμι σέ κάθε κίνδυνο. Καί τοῦ ἔλεγε νά μήν φοβᾶται, ἀλλά νά στέκη ἀνδρεῖος. Καί ἀφοῦ τοῦ εἶπε αὐτά, τόν σκέπασε μέ τό φόρεμά της. Ὅταν δέ ξύπνησε ὁ Ἀντώνιος, διηγήθηκε τό ὅραμα στήν κυρά του καί συμπέρανε ἀπ’ αὐτό, ὅτι πρόκειται νά μαρτυρήση γιά τόν Χριστό. Καί αὐτή, τοῦ ἔλεγε, νά μήν φοβᾶται ἀπό ὄνειρα. Ὅταν λοιπόν ξημέρωσε, πῆγε στό ἐγαστήρι τοῦ ἀφέντη του, κατά τήν συνήθεια. Καί ἐκεῖ πού καθόταν, ἔτυχε νά περάση ὁ κατοπινός ἀφέντης του Ἀγαρηνός (ὁ ὁποῖος ἦταν χιλίαρχος καί τζορμπατζής) καί τόν γνώρισε καί ἀμέσως ἄρχισε νά φωνάζη γιά τόν Ἅγιο, πώς ἔφυγε ἀπό αὐτόν παρά τή θέλησί του. Καί πώς ἦταν Τοῦρκος πρωτύτερα καί τώρα ἔγινε πάλι Χριστιανός. Καί ἀμέσως ἔφερε γι’ αὐτό καί πολλούς μάρτυρες. Οἱ ὁποῖοι ὁρμῶντας κατ' ἐπάνω του καί κτυπῶντας τον ἀνηλεῶς, τόν πῆγαν στόν τότε καζασκιέρη τῆς Ρούμελης, Μουράτ Μουλᾶν, καταμαρτυρῶντας γι' αὐτόν, ὅτι ἀληθῶς τούρκεψε. Καί ὁ δικαστής ρώτησε τόν Ἅγιο, ἄν εἶναι ἀλήθεια, ὅσα λέγονται ἐναντίον του.
Τότε ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, χωρίς καθόλου νά δειλιάση, μέ θάρρος ἀποκρίθηκε, ὅτι γεννήθηκε ἀπό Χριστιανούς γονεῖς, καί εἶναι Χριστιανός καί ὅτι δέν ἀρνήθηκε τόν Χριστό, ἀλλά μάλιστα εἶναι ἕτοιμος νά λάβη, ἄν εἶναι δυνατόν, μυρίους θανάτους γιά τόν Χριστό.
Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής, ἄρχισε πρῶτα νά τόν δοκιμάζη μέ ταξίματα, λέγοντάς του, ὅτι, ἄν δεχθῆ νά τουρκέψη, μπορεῖ νά ἀποκτήση πλοῦτο καί τιμές ἀπό τόν βασιλιά. Ἐπειδή ὅμως ἔβλεπε τόν Ἅγιο, ὅτι ὅλα αὐτά τά περιγελοῦσε καί τά χλεύαζε ὡς ὀνείρατα, ἄρχισε νά τόν φοβερίζη μέ ἄγριο βλέμμα, λέγοντάς του, ὅτι θά τοῦ δώση βασανιστήρια ἀνυπόφορα καί ἐλεεινότατο θάνατο. Ὁ Μάρτυρας ὅμως, ἔλεγε× «Μή νομίζης, ὦ δικαστά, ὅτι μπορεῖς νά μέ μεταστρέψης ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ μέ αὐτά σου τά φοβερίσματα. Γι’ αὐτό βασάνισε, μαστίγωσε καί κατάκοψε τό σῶμα μου καί ἐπινόησε καί κανέναν ἄλλο καινούριο καί πιό ἐπώδυνο θάνατο γιά λόγου μου, ἐπειδή καλλίτερα ἐσύ μπορεῖς νά γίνης Χριστιανός, παρά ἐγώ νά ἀρνηθῶ τόν Χριστό καί νά μήν ὁμολογῶ αὐτόν ὡς Υἱό Θεοῦ καί ἀληθινό Θεό». Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ δικαστής θαυμάζοντας τήν παρρησία τοῦ Ἁγίου, ἀντί νά θυμώση ἐναντίον του, θύμωσε κατά τῶν ψευδομαρτύρων Ἀγαρηνῶν, ὀνομάζοντάς τους πονηρούς καί ψεῦτες, διότι βιάζουν τούς ἀνθρώπους νά τουρκεύουν μέ διαβολές καί ψεύδη. Ἐπειδή ὅμως ἐκεῖνοι συνέχιζαν νά καταμαρτυροῦν καί νά φωνάζουν νά θανατώση τόν Μάρτυρα, ὁ δικαστής, ἀφοῦ διαχώρισε τόν Ἅγιο ἀπό τούς ἄλλους, τοῦ λέει κατ’ ἰδίαν· «Λυπήσου, ὦ νέε, τήν νεότητά σου καί κατά τήν ὥρα μέν, ἀρνήσου τήν πίστι σου καί ὕστερα, ὅπου θέλεις, πήγαινε, καί ἔχε πάλι τήν πίστι σου». Ὁ Μάρτυς ὅμως τοῦ Χριστοῦ, φοβούμενος τόν λόγο τοῦ Κυρίου, πού εἶπε, ὅτι ὅποιος μέ ἀρνηθῆ μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ἀρνηθῶ καί ἐγώ ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου πατρός μου, ὄχι μόνο μέ ἀδύναμο λόγο δέν παραδέχθηκε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, ἀλλά φώναζε, ὅτι εἶναι Χριστιανός καί προτιμᾶ νά πεθάνη γιά τόν Χριστό.
Τέλος πάντων, βλέποντας ὁ δικαστής, ὅτι οὔτε τούς ψευδομάρτυρες ἐκείνους μπορεῖ νά ξεφορτωθῆ, οὔτε τόν Μάρτυρα νά μεταβάλη ἀπό τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, θέλοντας καί μή θέλοντας, ἔδωσε τήν κατά τοῦ Ἁγίου ἔγγραφη ἀπόφασι, πού ἔστειλε κρυφά στόν τότε βεζύρη Μεχμέτ Μελέκ πασᾶ μέ ἄνθρωπο ἔμπιστο δικό του φανερώνοντάς του πώς μία τέτοια ἀπόφασι εἶναι ἄδικη καί πώς αὐτός τήν ἔδωσε, ἐπειδή ἀναγκάσθηκε.
Καί ὁ βεζύρης, ἀφοῦ παρουσιάστηκε μπροστά του ὁ Μάρτυρας καί τόν ρώτησε τά ἴδια καί ἀφοῦ τόν παρακίνησε στό νά τουρκέψη, τώρα μέ ὑποσχέσεις καί τώρα μέ ἀπειλές καί φοβέρες καί, ἀφοῦ ἄκουσε ἀπό αὐτόν, τά ἴδια ἐκεῖνα πού ὁ μουλᾶς εἶχε πρωτύτερα ἀκούσει, κατάλαβε ἀπό αὐτά, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα οἱ κατήγοροί του ἔλεγαν καί μαρτυροῦσαν, ἦταν ψευδῆ καί διαβολές καί ἔκρινε μέν δίκαιο, νά ἐλευθερώση τόν δίκαιο, φοβούμενος ὅμως τήν βαρβαρότητα καί ὁρμή τοῦ πλήθους τῶν Ἀγαρηνῶν, οἱ ὁποῖοι μποροῦσαν νά κάνουν τά πράγματα ἄνω-κάτω, γιά τήν δεισιδαιμονία τῆς θρησκείας τους, γι’ αὐτά, λέω, ἔβαλε τόν Ἅγιο στήν φυλακή τοῦ μουχζουραγᾶ, φαινομενικά μέν, γιά νά τόν ἐξετάση καί δεύτερον, στήν πραγματικότητα, γιά νά τόν ἐλευθερώση ἀπό τόν κίνδυνο.
Ὁ δέ Μάρτυρας ὅσο βρισκόταν στήν φυλακή, χαιρόταν ὑπερβολικά καί εἶχε καλή διάθεσι, καί στούς Χριστιανούς πού ἔτυχε γιά ἄλλες αἰτίες νά εἶναι τότε μαζί στήν φυλακή, δίδασκε νά ἔχουν ὑπομονή στίς θλίψεις καί στούς πειρασμούς καί γιά τήν εὐσέβεια καί τόν Χριστό νά προτιμοῦν τόν θάνατο. Ἔδινε δέ ὁ μιμητής τοῦ Χριστοῦ καί στούς φτωχούς φυλακισμένους Χριστιανούς χρήματα, ἀπό ἐκείνους τούς λίγους πού εἶχε. Καί στόν ἀφέντη του τόν Χριστιανό, ἔστειλε γράμμα στό ὁποῖο πρωτον μέν ζητοῦσε ἀπό ὅλους τούς Χριστιανούς συγχώρησι καί τίς εὐχές τῶν ἱερέων, γιά νά τόν δυναμώσουν στό Μαρτύριο, δεύτερον δέ εὐχαριστοῦσε τόν ἀφέντη του, διότι ἐκεῖνος μέν ἔδωσε τόσα ἄσπρα καί τόν ἐξαγόρασε ἀπό τούς βαρβάρους, αὐτός ὅμως δέν τόν ὑπηρέτησε, οὔτε μπόρεσε νά τοῦ δώση καμμία ἀνταμοιβή, γιά μία τέτοια χάρι καί εὐεργεσία. Τρίτον, τόν παρηγοροῦσε νά ἔχη θάρρος, διότι δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τήν εὐσέβεια καί ὅτι, ἀφοῦ θά πεθάνη γιά τόν Χριστό, παρακαλεῖ νά τοῦ κάνουν τά συνήθη πρός τούς κοιμηθέντες μνημόσυνα καί νά μηνύση στούς γονεῖς του τό μακάριο τέλος, πού ἔλαβε ὁ υἱός τους, γιά νά παρηγορηθοῦν.
Ὁ μέν Μάρτυς λοιπόν τόση χαρά εἶχε γιά νά πεθάνη ὑπέρ τῆς εὐσεβείας, ἐνῷ οἱ κατήγοροι ἐκεῖνοι καί οἱ ψευδομάρτυρες, πήγαιναν συχνά στόν βεζύρη, ζητῶντας νά θανατώση τόν Ἅγιο. Ἔπειτα βλέποντας πώς αὐτός κλίνει πρός τήν φιλανθρωπία καί μόνο δίνει ἀναβολή καιροῦ στήν ὑπόθεσι, θύμωσαν καί δίνουν ἀναφορά στόν βασιλιά σουλτάνο Ἀβδούλ Χαμίτ κατηγορῶντας μέν τόν Μάρτυρα, ὅτι ἀρνήθηκε τήν πίστι του, κατηγορῶντας ὅμως καί τόν ἴδιο τόν βεζύρη, ὅτι πῆρε χρήματα καί θέλει νά τόν ἐλευθερώση. Καί ὁ βασιλιάς ἐπειδή φοβήθηκε τήν ταραχή τοῦ πλήθους καί σκεπτόμενος συγχρόνως τά πολιτικά πράγματα τῆς βασιλείας του, πώς ἦταν ἀδύνατα, ἀστερέωτα καί γεμᾶτα ἀπό ὑποψίες γιά τόν ρωσσικό πόλεμο, πού τότε ἀκολούθησε, ἐξέδωσε ἀπόφασι ἐναντίον τοῦ Μάρτυρα, ἤ Τοῦρκος νά γίνη ἤ νά θανατωθῆ. Ὁ βεζύρης λοιπόν θέλοντας καί μή θέλοντας, βγάζει τόν Ἅγιο ἀπό τήν φυλακή, καί τόν ρωτᾶ μέ συνοπτική ἐρώτησι ἤ νά ἀποδεχθῆ τόν Μωάμεθ ὡς προφήτη Θεοῦ ἤ νά ἀκολουθήση τόν δήμιο καί νά ἀποκεφαλισθῆ. Τότε ὁ ἀληθινός Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Ἀντώνιος, χαρούμενος μέ τήν περίστασι, ὅπως χαίρονται αὐτοί, πού βρίσκουν θησαυρό, δέθηκε μέ τά χέρια πίσω καί μέ χαρούμενο πρόσωπο, ἔτρεχε στόν θάνατο, σάν σέ πανηγύρι καί πηγαίνοντας στό Ἄκ σαράι, κλίνει τήν κεφαλή καί λέγοντας, «Κύριε στά χέρια σου ἀφήνω τό πνεῦμα μου», ἀποκεφαλίζεται, ἀφοῦ χτύπησε ὁ τζελάτης τρεῖς φορές μέ τό σπαθί τόν ἱερό του λαιμό, ὥστε, μή ὑποφέροντας τόν πόνο, νά προδώση τήν εὐσέβεια. Βλέποντας ὅμως ὅτι ματαίως κοπιάζει, τόν ἔσφαξε ὁ ἁμαρτωλός σάν πρόβατο καί ἔτσι ὁ πανύμνητος ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Οἱ δέ Χριστιανοί τῆς Βλάγκας, ἀγόρασαν τό λείψανό του, γιά ἑβδομῆντα γρόσια καί παίρνοντάς το μέ μεγάλη πομπή καί παρρησία καί ᾄσματα ἐπινίκια, πῆγαν ἔξω στήν Ζωοδόχο Πηγή καί τό ἐνταφίασαν. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.
[1] Γι’ αὐτήν τήν Ἁγία Παρθένο Ἀγάθη λέγει ὁ ἱερός Αὐγουστίνος στό β΄ βιβλίο τοῦ Κεκραγαρίου, δηλαδή στό 12ο κεφάλαιο τῶν Μονολογίων, ὅπου ἀναφέρει, ὅτι ἡ θεία γλυκύτητα, ἀναιρεῖ ὅλη τήν πικρία τοῦ παρόντος κόσμου. Τί λέει λοιπόν γι’ αὐτήν; «Αὐτῆς τῆς ἀνέκφραστης γλυκύτητός σου, Κύριε, γεύθηκε καί ἐκείνη ἡ παρθένος (αὐτή ἡ Ἀγάθη δηλαδή) γιά τήν ὁποία διαβάζουμε, ὅτι πήγαινε στό Μαρτύριο χαρούμενη καί ὑπερήφανη, σάν νά ἦταν προσκεκλημένη σέ κάποια συνεστίασι». Σημείωσε, ὅτι περιττά γράφεται ἐδῶ ἡ μνήμη καί τό Συναξάρι τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Θεοδούλης, διότι αὐτό προαναφέρθηκε στήν 18η τοῦ Ἰανουαρίου.
[2] Δηλαδή στά βουνά τῆς Ρώσου, ἡ ὁποία εἶναι πόλις τῆς Κιλικίας κατά τόν Θεοδώρητο. Διότι αὐτός εἶναι πού γράφει ἐκτενέστερα τόν Βίο τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ μέ ἀριθμό 10 στήν Φιλόθεο Ἱστορία του, ἀπό ὅπου ἔγινε καί αὐτό τό Συναξάρι.
[3] Ὁ Θεοδώρητος δέν ὀνομάζει αὐτούς Ἀγαρηνούς, ἀλλά λέει, ὅτι αὐτοί παλαιά ὠνομάζονταν Σόλυμοι, τώρα ὅμως ὀνομάζονται Ἴσαυροι.
[4]Προσθέτει δέ καί αὐτά ὁ Θεοδώρητος, ὅτι τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ ἦταν μακρύτερα καί ἀπό τά πόδια του, γι’ αὐτό καί τά ἔδενε στήν μέση του. Καί ὅτι, ὄχι μόνο αὐτός δούλευε, ἀλλά προέτρεπε καί τούς ἀδελφούς, πού ἦταν μαζί του, νά ἑνώνουν μαζί μέ τούς πόνους τῆς ψυχῆς καί τούς ἱδρῶτες τοῦ σώματος. Διότι εἶναι ἄσχημο πρᾶγμα οἱ κοσμικοί νά κοπιάζουν καί νά δουλεύουν, γιά νά θρέψουν παιδιά καί γυναῖκες καί νά πληρώνουν φόρους καί νά προσφέρουν στόν Θεό τά πρωτόλεια ἀπό τά προϊόντα τους, καί ἐπί πλέον νά ἐλεοῦν τούς φτωχούς. Οἱ δέ Μοναχοί, νά μή βγάζουν τά ἀπαραίτητα τῆς ζωῆς ἀπό τόν κόπο τους, καί μάλιστα νά χρησιμοποιοῦν φαγητά καί ἐνδύματα ταπεινά. Ἀλλά ἔλεγε, ὅτι δέν πρέπει νά κάθωνται ἀργοί καί νά δέχωνται τά ἀπαραίτητα γιά τήν συντήρησί τους ἀπό τά ξένα χέρια. Διηγεῖται ἀκόμη ἐκτός ἀπό αὐτά, ὅτι ὁ Ὅσιος Αὐτός κτύπησε μέ τήν ράβδο του μία πέτρα σκληρή, ἡ ὁποία, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως ἀνέβλυσε ὕδωρ, τό ὁποῖο μέ νεραγώγι τό ἔφερε στό Μοναστήρι του. Καί ὅτι τό λείψανό του τοποθετήθηκε μετά τόν θάνατό του σέ μία θήκη, μαζί μέ τό λείψανο τοῦ Ὁσίου Ἀφραάτου, ὁ ὁποῖος ἑορτάζει κατά τήν 29η τοῦ Ἰανουαρίου.
[5] Ὁ Πολύευκτος Αὐτός φαίνεται νά ἔζησε ἐπί τῶν βασιλέων Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου, τοῦ υἱοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καί τοῦ υἱοῦ του Κωνσταντίνου Ρωμανοῦ, κατά τό ἔτος 959, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐνοῦχος· ἦταν γέννημα καί θρέμμα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί διακρινόταν στόν λόγο καί στήν ἀρετή. Ὄντας προηγουμένως Μοναχός, χειροτονήθηκε κατόπιν Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τόν Καισαρείας Βασίλειο, ἐπειδή καί ὁ Ἡρακλείας Νικηφόρος, ἔλεγξε τόν βασιλιά, ἔχασε αὐτό τό προνόμιο, τό νά χειροτονῆ δηλαδή τόν Πατριάρχη. Ἔτσι καί κατηγορία ὄχι ὀλίγη ἀποδόθηκε ὄχι μόνο σ’ ἐκεῖνον, πού πρόσταξε τοῦτο, στόν βασιλιά δηλαδή, ἀλλά καί στόν Καισαρείας, πού τόν χειροτόνησε. (Βλέπε γι’ αὐτό σελ. 352, τοῦ β΄ τόμου τοῦ Μελετίου.) Ἐπειδή ὅμως στόν χειρόγραφο Συναξαριστή προστίθεται, ὅτι ὁ Πολύευκτος Αὐτός εἶναι ὁ νέος, γι’ αὐτό λέμε, ὅτι ἴσως Αὐτός εἶναι ὁ Πολύευκτος ὁ ὁποῖος ἔζησε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰωάννου τοῦ Τσιμισκῆ, κατά τό ἔτος 969, ὁ ὁποῖος μετά τήν ἀνάρρησι τοῦ Τσιμισκῆ, ἔζησε μόνο τριανταπέντε ἡμέρες, καί βλέπε σελ. 367, τοῦ β΄ τόμου τοῦ Μελετίου.
[6] Αὐτό τό Μαρτύριο τό συνέγραψε στά ἑλληνικά ὁ πανοσιολογιώτατος Ἱερομόναχος Ἰωακείμ ὁ Πάριος, ὁ ὁποῖος συνέθεσε καί Ἀκολουθία πρός τιμήν του.


Login