Τῷ αὐ¬τῷ μη¬νί IH΄, μνή¬μη τοῦ Ἁ¬γί¬ου Μάρ¬τυ¬ρος Πλά¬τω¬νος.

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί IH΄, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Πλά­τω­νος.

 Μι­κροῦ λα­θών πα­ρῆλ­θεν ἡ­μᾶς ὁ Πλά­των,

Πλά­των ἐ­κεῖ­νος, ὅν πλα­τύ κτεί­νει ξί­φος.

Ὀ­γδο­ά­τῃ δε­κά­τῃ τε Πλά­τω­να ἄ­ορ κα­τέ­πεφ­νεν.

 Αὐτός καταγόταν ἀ­πό τήν χώ­ρα τῶν Γα­λα­τῶν, ἀπό τήν πόλι τῆς Ἄγκυρας, ἀ­δελ­φός τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ἀν­τι­ό­χου (ἴ­σως αὐτοῦ πού ἑορ-τάζεται κα­τά τήν 24η τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου), κατά τό ἔτος 296. Ἐ­πει­δή ὅμως αὐ­τός ὡ­μο­λογοῦσε μέ θάρ-ρος τόν Χρι­στό μ­προ­στά σέ ὅ­λους, γι’ αὐτό ὡδηγή-θηκε στόν ἡ­γε­μό­να Ἀ­γριπ­πῖνο καί δέρ­νε­ται ἀ­πό δέ­κα στρα­τιῶτες. Ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­νε­ται ἐ­πά­νω σέ κρεββά­τι χάλκινο καί πυ­ρω­μέ­νο καί ρα­βδί­ζε­ται καί μέ σφαῖρες σι­δερένιες καί πυ­ρω­μέ­νες καίγ­ε­ται στίς μα­σχά­λες καί στά πλευ­ρά.

Στήν συνέχεια ἔ­κο­ψαν τό δέρ­μα του σέ λουρίδες καί τό ἔβγα­λαν  ἀπό πάνω ἀ­πό τήν ρά­χι. Με­τά ἀπό αὐτά ξέ­σχι­σαν τίς σάρ­κες καί τά μά­γου­λά του τό­σο πολύ, ὥ­στε ἀλ­λοι­ώ­θηκε τε­λεί­ως τό πρό­σω­πό του καί δέν ­γνω­ριζόταν. Στό τέλος τόν ἀπο­κε­φά­λι­σαν καί ἔτσι ἔ­λα­βε ὁ ἀ­οί­δι­μος τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. (Τόν Βί­ο ­του βλέπε στόν ἁ­πλό Ἐ­φραίμ, τόν ὁ­ποῖ­ο Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ἑλ­λη­νι­κά ὁ Συ­με­ών ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Οὐ ξέ­να Γα­λα­τῶν τά πα­ρόν­τα». Σώ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες).

 Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ρω­μα­νοῦ.

 Τό καρ­τε­ρό­φρον Ρω­μα­νοῦ πᾶς θαυ­μά­σει,

Σύν χαρ­μο­νῇ γάρ πνιγ­μο­νήν ἐ­καρ­τέ­ρει.

 

 Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μα­ξι­μια­νοῦ κατά τό ἔτος 305. Λόγω τοῦ ζήλου πού εἶ­χε γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­ταν ὁ Ἀ­σκλη­πιά­δης ὁ ἔ­παρ­χος ἤ­θε­λε νά μπῆ μέ­σα στόν να­ό τῶν εἰ­δώ­λων, πῆ­γε ὁ Ἅ­γιος καί τόν ἔ­πια­σε λέ­γον­τάς του· «Τά εἴ­δω­λα δέν εἶ­ναι θε­οί». Γι’ αὐ­τό λοι­πόν δέρ­νε­ται στό στό­μα καί, ἀ­φοῦ κρε­μά­σθη­κε, κα­τα­ξε­σχί­σθη­κε. Ἔ­πει­τα ζη­τεῖ ὁ Ἅ­γιος καί φέρ­νουν ἕ­να παι­δί μι­κρό, γιά ἔ­λεγ­χο πε­ρισ­σό­τερο τοῦ ἐ­πάρ­χου. Τό δέ παι­δί, ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἀ­πό τόν ἔ­παρ­χο σέ ποι­όν Θε­ό πι­στεύ­ει, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι πι­στεύ­ει στό Θε­ό τῶν Χρι­στια­νῶν[1]. Ὁπότε δέρ­νε­ται τό παι­δί, πα­ρού­σης ἐ­κεῖ καί τῆς μη­τέ­ρας του. Ἐ­νῶ δερ­νό­ταν, δί­ψα­σε καί ζή­τη­σε νε­ρό, ἡ δέ μη­τέ­ρα ­του, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν εὐ­σε­βής καί θε­ο­φι­λής, «μή πι­ῆς, παι­δί μου», τοῦ εἶ­πε, «μή πι­ῆς ἀ­πό αὐ­τό τό φθαρ­τό καί πρό­σκαι­ρο νε­ρό, ἀλ­λά κά­νε ὑ­πο­μο­νή, γιά νά ­πᾶς νά πι­ῆς ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό ζων­τα­νό καί ἀ­θά­να­το νε­ρό τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τας».

Ἐ­πει­δή ὅμως τό νή­πιο ἔ­λεγ­χε τόν τύ­ραν­νο, ­δάρ­θηκε καί γιά δεύτερη φο­ρά. Καί ἔ­πει­τα ἀ­πο­κε­φα­λί­σθηκε μέ τό ξί­φος καί ἔτσι ἔ­λα­βε τό μα­κά­ριο τόν στέ­φα­νο τῆς ἀ­θλή­σε­ως. Τοῦ δέ Ἁ­γί­ου Ρω­μα­νοῦ ἔ­κο­ψαν τήν γλῶσ­σα καί με­τά τό κό­ψι­μό της πά­λι μιλοῦσε παραδόξως, εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν Θε­ό.

 Ὅταν ὅμως ἀ­κού­σθηκε αὐτό τό πα­ρά­δο­ξο θαῦ­μα στόν βα­σι­λιά Μα­ξι­μια­νό, μέ διαταγή του ἔ­πνι­ξαν τόν Μάρ­τυ­ρα μέ­σα στήν φυ­λα­κή καί τόν ­λύ­τρω­σαν ἀ­πό τήν πρό­σκαι­ρη αὐ­τή ζω­ή. Καί ἔ­τσι ὁ Ἅ­γιος ἔ­λα­βε τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο.

   Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τό Ἅ­γιον νή­πιον ἐ­ρω­τη­θέν πα­ρά τοῦ ἐ­πάρ­χου, ποῖ­ον Θε­όν σέ­βε­ται, καί ἀ­πο­κρι­θέν, ὅ­τι τόν Χρι­στόν, ξί­φει τε­λει­οῦ­ται.

 Κόλ­πους Ἀ­βρα­άμ νή­πιον λα­χόν ξί­φει,

Τοῖς Βη­θλε­έμ σύ­νε­δρον ὤ­φθη νη­πί­οις.

  Μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ρω­μα­νοῦ τοῦ ἐκ Παλαιστίνης.

 * Ρωμαλέος ἦν Ρωμανός πρός βασάνους,

Ρώμῃ κρατυνθείς παντοδυνάμου Λόγου.

 

Αὐτός ­κα­τα­γόταν ἀ­πό τήν Πα­λαι­στί­νη καί ἦ­ταν Δι­ά­κο­νος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Καισάρειας στήν Πα­λαι­στί­νη. Μαρ­τύ­ρη­σε στά χρό­νια τοῦ Δι­ο­κλη­τια­νοῦ στήν πό­λι τῆς Ἀν­τιόχειας κατά τό ἔτος 288. Αὐτός λοι­πόν ὁ ἀ­οί­δι­μος ­πα­ρα­θάρ­ρυ­νε στό μαρ­τύ­ριο μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α του τούς Χρι­στια­νούς ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι φο­βού­με­νοι τά βά­σα­να, δέν ὡ­μο­λο­γοῦσαν τόν Χρι­στό. Γι’ αὐτό καί αὐτόκλητος πῆ­γε καί πα­ρουσιά-σθηκε στόν κρι­τή, ὁ­μο­λο­γῶντας τόν Χρι­στό ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό. Καί ἀμέσως  κα­τα­δι­κά­σθηκε νά ρι­χθῆ στήν φω­τιά.

 Ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός ὅταν τό ἔμαθε αὐτό, δέν ἄφησε νά τόν ρίξουν στήν φωτιά, ἀλλά διέταξε νά κό­ψουν τήν γλῶσ­σα του. Ἀλ­λ’ ὁ Μάρτυρας τοῦ Χρι­στοῦ, μολονότι ­στε­ρή­θηκε τήν γλῶσ­σα του, ὅμως μιλοῦσε δυ­να­τώ­τε­ρα καί κα­θα­ρώ­τε­ρα, κη­ρύτ­τοντας μέ θάρρος τόν Χρι­στό.

Με­τά ἀπό αὐτά τόν βάζουν μέ­σα σέ φυ­λα­κή καί τεν­τώ­νου­ν τά πόδια σέ πέν­τε κεν­τή­μα­τα[2]. Ἔ­πει­τα, ἀφοῦ πέρασαν σχοι­νί­ στόν λαι­μό του, τόν ἔ­πνι­ξαν καί ἔτσι ἔ­λα­βε ἀπό τόν Κύριο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο.

 Οἱ Ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες Ζακ­χαῖ­ος, Δι­ά­κο­νος τῆς ἐν Γα­δεί­ροις
 Ἐκ­κλη­σί­ας[3], καί Ἀλ­φαῖ­ος, ξί­φει τε­λει­οῦν­ται.

 Εἰς τόν Ζακ­χαῖ­ον.

 Ζακ­χαῖ­ος ἐκ­χεῖ πλοῦ­τον ὁ πρίν ἡ­μί­ση,

Ὁ νῦν δέ Σῶ­τερ αἷ­μα χεῖ πᾶν ἐκ ξί­φους.

 Εἰς τόν Ἀλ­φαῖ­ον.

 Ἀλ­φαῖ­ε καρ­τέ­ρη­σον εἰ τέ­μνῃ κά­ραν,

Καί κλῆ­ρον ἕ­ξεις τήν ἄ­τμη­τον Τριά­δα.

 

Αὐτός ὁ μα­κά­ριος Ζακ­χαῖ­ος ὡδηγήθηκε μπροστά στό κρι­τήριο τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν, ἔ­χον­τας στόν τρά­χη­λο ἁ­λυ­σί­δα σι­δερένια καί βα­ρειά. Καί ὅταν τόν ρώτησε ὁ κριτής γιά τήν πίστι του, ὡ­μο­λό­γη­σε μέ θάρρος τόν Χρι­στό. Ὁπότε βα­σα­νί­ζε­ται μέ φοβερές καί ἀ­πάν­θρω­πες τι­μω­ρίες. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ δέθηκε, ρίχνεται στήν φυ­λα­κή καί τοποθετοῦνται τά πόδια του στίς τρύ­πες τοῦ βα­σα­νι­στι­κοῦ ξύ­λου. Καί ἔ­τσι τεν­τω­μέ­νος ὄντας, ὑ­πο­μέ­νει μέ ἀνδρεία τέσ­σα­ρα με­ρόνυκτα. Μετά ὅμως ἀ­πό αὐ­τόν, παρουσιάσθηκε στό κρι­τή­ριο ὁ Ἅ­γιος Ἀλ­φαῖ­ος, πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­πό Πνεῦ­μα Ἅ­γιο. Καί, ἀ­φοῦ κα­τε­ξε­σχί­σθηκε μέ δαρ­μούς σέ ὅ­λο τό σῶ­μα καί κα­τα­κά­ηκε στά πλευ­ρά, φυλακίσθηκε, γιά νά πά­θη ἐ­κεῖ ὅσες τι­μω­ρίες ἔ­πα­θε καί ὁ συ­να­γω­νι­στής του Ἅ­γιος Ζακ­χαῖ­ος. Δηλαδή, τεντώθηκε καί αὐ­τός ἕ­να ἡ­με­ρο­νύ­κτιο στό βα­σα­νι­στι­κό ξύ­λο καί τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἀ­πο­κε­φα­λί­σθηκαν καί οἱ δύ­ο μέ τό ξί­φος καί ἔ­τσι ἔ­λα­βαν οἱ μα­κά­ριοι τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.



[1] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στόν Μάρ­τυ­ρα αὐτόν Ρω­μα­νό λό­γο ἐγ­κω­μι­α­στι­κό συ­νέ­τα­ξε ὁ μέ­γας Χρυ­σό­στο­μος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πα­λαῖ­στραι μέν σώ­μα­σιν ἀν­δρεί­αν χα­ρί­ζον­ται, καί τέ­χνης ἀ­θλη­τι­κῆς ἐ­πι­στή­μας». (Σῴ­ζε­ται ἐν τῷ ε΄ τό­μῳ τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως). Γιά τό παιδί αὐτό γράφει τά ἑξῆς· «Ὡς γάρ εἶ­δεν (ὁ Μάρ­τυς) τόν δι­κα­στήν πρός τήν τῶν δαι­μό­νων σπου­δήν αὐ­τόν ἐκ­κα­λού­με­νον, αἰ­τεῖ βρέ­φος ἐξ ἀ­γο­ρᾶς ἀ­χθῆ­ναι, ὡς ἐ­κεῖ­νο τῶν ζη­του­μέ­νων πα­ρά τοῦ δι­κα­στοῦ, κρι­τήν ποι­η­σό­με­νος. Καί προ­σα­χθέν­τι τῷ βρέ­φει, τήν πε­ρί τῶν προ­κει­μέ­νων προ­σῆ­γεν ἐ­ρώ­τη­σιν. Τέ­κνον, φη­σί, δί­και­όν ἐ­στι τόν Θε­όν προ­σκυ­νεῖν, ἤ τούς θε­ούς τούς λε­γο­μέ­νους ὑ­πό τού­των; Πολ­λή τῆς τοῦ Μάρ­τυ­ρος σο­φί­ας ἡ πε­ρι­ου­σί­α. Τοῦ δι­κα­στοῦ δι­κα­στήν τό παι­δί­ον κα­θί­ζει. Τό δέ, ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ τα­χέ­ως ἀ­πε­φή­να­το ψῆ­φον. Ἵνα δει­χθῆ καί παι­δί­α δυσ­σε­βούν­των δι­κα­στῶν συ­νε­τώ­τε­ρα. Μᾶλ­λον δέ, ἵ­να φα­νῆ μή μό­νον Μάρ­τυς (ὁ Ρω­μα­νός δηλ.­), ἀλ­λά καί Μαρ­τύ­ρων ἀ­λεί­πτης. Οὐ­δέ τοῦ­το δέ ὅ­μως τήν δι­κα­στι­κήν ὑ­πε­σκέ­λι­σε λύσ­σαν. Ἀλ­λ’ ἀ­μέ­σως ἐ­πί τοῦ ξύ­λου με­τά τοῦ βρέ­φους ὁ Μάρ­τυς ἀ­νηρ­πά­ζε­το. Καί τήν τοῦ ξύ­λου κό­λα­σιν εἱρ­κτή δι­ε­δέ­χε­το, κα­κεί­νην ψῆ­φος ποι­κί­λας τοῖς ἀ­θλη­ταῖς τάς τι­μω­ρί­ας δι­α­με­ρί­ζου­σα. Τό μέν γάρ βρέ­φος θα­νά­τω, τόν δέ Μάρ­τυ­ρα τῇ τῆς γλώτ­της ἐ­κτο­μῇ κα­τε­δί­κα­σεν». Ὥ­στε κα­τά τά λό­για τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, ὁ Μάρ­τυς ρώ­τη­σε τό παι­δί, καί ὄχι ὁ ἔ­παρ­χος. Ἴ­σως ὅμως νά τό ρώ­τη­σαν καί οἱ δύ­ο.

 [2] Τά κεν­τή­μα­τα αὐτά νο­μί­ζω ὅ­τι εἶ­ναι οἱ τρύ­πες ­πού β­ρί­σκον­ται στό τι­μω­ρη­τι­κό ξύ­λο, οἱ ὁ­ποῖες ἄλ­λες εἶ­ναι κον­τύ­τε­ρα καί ἄλ­λες μα­κρύ­τε­ρα, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες ­λι­γο­στεύ­ει ἤ αὐ­ξά­νει τό σφίγ­ξι­μο τῶν πο­διῶν. Αὐτό λοι­πόν φανερώνεται ἐ­δῶ, ὅ­τι δηλαδή τό­σο ­τέν­τω­σαν τά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου, ὥστε ἔ­φθα­σαν στίς πέν­τε τρύ­πες τοῦ ξύ­λου, δη­λα­δή σφίγ­χθη­καν ὑ­περ­βο­λικά. Στήν κο­ρυ­φή δέ αὐτοῦ τοῦ με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Ρω­μα­νοῦ ἐγ­κώ­μιο ἔ­πλε­ξε ὁ ρη­το­ρι­κός τοῦ Χρυ­σορ­ρή­μο­νος κά­λα­μος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Πά­λιν Μαρ­τύ­ρων μνή­μη καί πά­λιν πα­νή­γυ­ρις καί ἑ­ορ­τή πνευ­μα­τι­κή». (Σώ­ζε­ται στόν ε΄ τό­μο τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως). Μάλιστα γράφει ἀναλυτικά ὁ χρυσός ρήτορας τό θαῦ­μα πού συνέβη στόν Μάρ­τυ­ρα, δηλαδή τό νά μιλῆ κα­θα­ρά χω­ρίς γλῶσ­σα.

[3] Τά Γά­δει­ρα εἶ­ναι μικρό νησί τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, πού βρίσκεται στόν Ὠ­κε­α­νό, τό­σο κοντά στήν στεριά, ὥστε μέ γέφυρα νά ἑνώνεται μέ αὐτήν. Αὐτό τό νησί τό εἶχαν οἱ παλιοί ὡς σύνορο τοῦ γνωστοῦ κό­σμου. Γά­δει­ρα δέ σύμφωνα μέ τήν Ἑλληνική γλῶσσα σημαίνει γῆ δει­ρᾶ, δη­λα­δή λαι­μός ἤ τρά­χη­λος. (Βλέπε τόν Με­λέ­τιο, σελ. 64 τῆς Γε­ω­γρα­φί­ας). Στόν Συ­να­ξα­ρι­στή ὅ­μως τῆς τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Μο­νῆς γρά­φε­ται, «τῆς ἐν Γα­δά­ροις Ἐκ­κλη­σί­ας», β­ρί­σκον­ταν δέ στήν Πα­λαι­στί­νη τά Γά­δα­ρα.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης