Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ.

 Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ.

 Ὁ χεῖρα πλευρᾷ σῇ βαλεῖν ζητῶν πάλαι,

Πλευρᾶς ὑπέρ σοῦ νύττεται Θωμᾶς, Λόγε.

Δούρασιν οὐτάσθη Θωμᾶς μακροῖσιν ἐν ἕκτῃ.

 

Αὐ­τός ὁ Ἀ­πό­στο­λος Θωμᾶς κή­ρυ­ξε τόν λό­γο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου στούς Πάρ­θους καί Μῆ­δες καί Πέρ­σες καί Ἰν­δούς. Γι’ αὐ­τό συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τόν βα­σι­λιά Μισ­δαῖ­ο, ἐ­πει­δή κα­τή­χη­σε καί βά­πτι­σε τόν υἱό  του, Ἀ­ζά­νη ὀ­νό­μα­τι, καί τήν γυ­ναῖ­κα του Τερ­τί­α, κα­θώς καί τίς θυ­γα­τέ­ρες της Μυ­γδο­νί­α καί Νάρ­κα, ἀρ­χι­κά φυ­λα­κί­σθη­κε. Ἔ­πει­τα πα­ρα­δό­θη­κε σέ πέν­τε στρα­τι­ῶ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν ἀ­νέ­βα­σαν ἐ­πά­νω σέ ἕ­να ὄ­ρος, κα­τα­τρύ­πη­σαν μέ λόγ­χες τό ἀπο­στο­λι­κό του σῶ­μα καί ἔ­τσι ὁ μέ­γας τοῦ Κυ­ρί­ου Ἀ­πό­στο­λος πρός αὐ­τόν ἐ­ξε­δή­μη­σε[1].

Δέν θά εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νά θυ­μη­θοῦ­με ἐ­δῶ καί νά δι­η­γη­θοῦ­με δύ­ο ἤ τρί­α θαύ­μα­τα, ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού ἔ­κα­νε ὁ θεῖ­ος αὐ­τός Ἀ­πό­στο­λος. Ὅ­ταν ὁ μα­κά­ριος Θω­μᾶς κή­ρυτ­τε στούς ἄ­πι­στους τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Χρι­στοῦ, τό­τε πέ­ρα­σε στήν Ἰν­δί­α, μα­ζί μέ ἕ­ναν ἔμ­πο­ρο, Ἀ­βά­νη ὀ­νο­μα­ζό­με­νο. Καί ἔ­με­ναν καί οἱ δύ­ο σέ μί­α οἰ­κί­α τῆς πό­λε­ως, πού λέ­γε­ται Ἀν­δρά­πο­λις. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ὁ ἄρ­χον­τας τῆς χώ­ρας ἐ­κεί­νης ἔ­τυ­χε τό­τε νά παν­τρέψη τήν θυ­γα­τέ­ρα του μέ ἕ­ναν ἔν­δο­ξο ἄν­θρω­πο, γι’ αὐ­τό ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο νά χαί­ρων­ται καί ὅ­λοι οἱ κα­λε­σμέ­νοι στόν γά­μο. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος λοι­πόν Θω­μᾶς, κα­λε­σμέ­νος καί αὐ­τός στόν γά­μο, κά­θι­σε στό κα­τώ­τε­ρο καί τα­πει­νώ­τε­ρο μέρος τῆς τρά­πε­ζας. Τήν ὥ­ρα λοι­πόν πού ἔ­τρω­γαν ἀ­πό τά φα­γη­τά τῆς τρα­πέ­ζης, μό­νος ὁ θεῖ­ος Ἀ­πό­στο­λος δέν ἔ­τρω­γε, ἀλ­λά κα­θό­ταν συλ­λο­γι­σμέ­νος, σκε­πτι­κός καί προ­σέ­χον­τας στόν ἑ­αυ­τό του.

Βλέ­πον­τάς τον ἕ­νας ἀ­πό τούς ὑ­πη­ρέ­τες πού κερ­νοῦ­σαν τό κρα­σί, κι­νού­με­νος ἀ­πό αὐ­θά­δεια καί ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ἔ­δω­σε ἕ­να ρά­πι­σμα στόν Ἀ­πό­στο­λο τοῦ Κυ­ρί­ου, λέ­γον­τάς του· «Ἀ­φοῦ κ­λήθη­κες σέ γά­μο, μήν  σκυ­θρω­πά­ζης, ἀλ­λά νά εἶ­σαι χα­ρού­με­νος καί ­νά εὐ­φραί­νε­σαι μέ τούς ἄλ­λους συν­τρα­πε­ζῖ­τες». Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­πήν­τη­σε σ’ αὐ­τόν πού τόν ρά­πι­σε· ‘‘Τό σφάλ­μα σου, εὔ­χο­μαι νά τό συγ­χω­ρή­ση ὁ Κύ­ριος στόν μέλ­λον­τα αἰ­ῶ­να, τό χέ­ρι σου, ὅ­μως, τό ὁ­ποῖ­ο μέ αὐ­θά­δεια κι­νή­θη­κε ἐ­ναν­τί­ον μου καί μέ ρά­πι­σε, αὐ­τό ἄς τό μοι­ρά­σουν τά θη­ρί­α στόν πα­ρόν­τα αἰ­ῶ­να, γιά σω­φρο­νι­σμό καί παι­δεί­α τῶν ἄλ­λων’’. Τό­τε λοι­πόν πη­γαί­νον­τας ὁ ὑ­πη­ρέ­της ἐ­κεῖ­νος νά φέ­ρη νε­ρό καί νά τό ἀ­να­μί­ξη μέ τό κρα­σί κα­τα­ξε­σχί­σθη­κε ἀ­πό ἕ­να θη­ρί­ο, πού πα­ρα­μό­νευ­ε στό πη­γά­δι καί ἔ­τσι πέ­θα­νε. Τό δέ χέ­ρι ἐ­κεί­νου τό πῆ­ρε ἕ­νας σκύ­λος καί μπῆ­κε στό συμ­πό­σιο, κρα­τῶντας το στό στό­μα του· σάν νά ἔ­δει­χνε σέ ὅ­λους τήν παι­δεί­α, πού ἐ­κεῖ­νος ἔ­λα­βε, γιά τήν ἀ­δι­κί­α καί τό ρά­πι­σμα, πού ἔ­δω­σε στόν Ἀ­πό­στο­λο.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ κα­λε­σμέ­νοι ἀ­πο­ροῦ­σαν, τί­νος ἄ­ρα­γε νά εἶ­ναι τό χέ­ρι ἐ­κεῖ­νο, τό­τε μί­α Ἑ­βραί­α γυ­ναί­κα παί­ζον­τας τό σου­ραύ­λι στόν γά­μο, φώ­να­ξε με­γα­λό­φω­να καί εἶ­πε· ‘Με­γά­λο μυ­στή­ριο μᾶς φα­νε­ρώ­θη­κε σή­με­ρα. Ἀ­κοῦ­στε ὅ­λοι ἐ­σεῖς πού κά­θε­σθε στήν τρά­πε­ζα. Θε­ός ἤ Θε­οῦ Ἀ­πό­στο­λος κα­τα­δέ­χθη­κε νά κα­θί­ση στήν τρά­πε­ζα μα­ζί μέ ἐ­μᾶς σή­με­ρα. Δι­ό­τι ἐ­γώ παί­ζον­τας τό σου­ραῦ­λι καί εὐ­φραί­νον­τας ἐ­σᾶς τούς φι­λο­ξε­νου­μέ­νους, ἄ­κου­σα ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ὁ­μό­γλωσ­σο μέ ἐ­μέ­να, πού ἔ­λε­γε ἑ­βρα­ϊ­κά στόν οἰ­νο­χό­ο πού τόν ρά­πι­σε. ‘Τό δε­ξί σου χέ­ρι πού μέ ρά­πι­σε, θά τό μοι­ρα­σθῆ σκύ­λος στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, γιά νά δοῦν ὅ­λοι καί νά σω­φρο­νι­σθοῦν’. Καί νά, πού ἔ­γι­νε ἔρ­γο ὁ λό­γος του’’. Αὐτ­ό τό θαῦ­μα ἔ­φθα­σε καί στά αὐ­τιά τοῦ ἄρ­χον­τα τῆς πό­λε­ως ἐ­κεί­νης[2], ὁ ὁ­ποῖ­ος ὅ­ταν στα­μά­τη­σε ὁ γά­μος, προ­σκά­λε­σε τόν Ἀ­πό­στο­λο καί τοῦ εἶ­πε· «Ἄν ἐ­σύ μέ τήν κα­τά­ρα σου, μπο­ρεῖς νά προ­ξε­νῆς θά­να­το, δεῖ­ξε καί τήν δύ­να­μι πού ἔ­χει ἡ εὐ­χή σου καί εὐ­λο­γί­α στήν δι­κή μου θυ­γα­τέ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α παν­δρεύ­θη­κε σή­με­ρα». Τό­τε, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε μέ χα­ρά τόν λό­γο ὁ Ἀ­πό­στο­λος, πῆ­γε μέ­σα στό δω­μά­τιο τῶν νε­ό­νυμ­φων καί ἀ­φοῦ στή­ρι­ξε τούς νέ­ους στήν σω­φρο­σύ­νη καί τούς ἔ­πει­σε νά φυ­λά­ξουν παρ­θε­νί­α, τούς ἀ­φι­έ­ρω­σε στόν Θε­ό καί ἀ­νε­χώ­ρη­σε.

Με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα βλέ­πει ὁ γαμπρός ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού ἔ­μοια­ζε μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο καί συ­νω­μι­λοῦ­σε μέ τήν νύ­φη. Νο­μί­ζον­τας ὅ­μως ὅ­τι εἶ­ναι ὁ Θω­μᾶς, τοῦ εἶ­πε· «Δέν βγῆ­κες ἐ­σύ ἔ­ξω πρίν ἀ­πό ὅ­λους; καί πῶς τώ­ρα πά­λι ξαφ­νι­κά ἦλθες; ἀ­πο­ρῶ καί ἐ­ξί­στα­μαι». Τό­τε ὁ φαι­νό­με­νος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἐ­γώ δέν εἶ­μαι ὁ Θω­μᾶς, ἀλ­λ’ εἶ­μαι ἀ­δελ­φός τοῦ Θωμᾶ κα­τά χά­ρι. Καί ὅ­ποι­ος ἀ­κο­λου­θή­σει σέ ἐ­μέ­να τόν Κύ­ριο καί ἀρ­νη­θῆ τόν κό­σμο καί τά τοῦ κό­σμου πράγ­μα­τα, αὐ­τός στήν μέλ­λου­σα ζω­ή θά γί­νη ὄ­χι μό­νο ἀ­δελ­φός δι­κός μου, ἀλ­λά καί συγ­κλη­ρο­νό­μος τῆς βα­σι­λεί­ας μου». Μό­λις εἶ­πε αὐ­τά, ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πό ἀ­νά­με­σά τους. Οἱ νε­ό­νυμ­φοι, ἀ­φοῦ ἐγ­κολ­πώ­θη­καν τόν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου ὡς μαρ­γα­ρί­τη, πρό­σφε­ραν στόν φα­νέν­τα ὁ­λο­νύ­κτι­ες δε­ή­σεις. Τό πρω­ί πῆ­γε ὁ πα­τέ­ρας καί πε­θε­ρός στό δω­μά­τιο καί βλέ­πον­τας τούς νε­ό­νυμ­φους πῶς κά­θον­ταν ὁ ἕ­νας ἀ­πέ­ναν­τι στόν ἄλ­λον, τα­ρά­χθη­κε. Καί τούς ρω­τοῦ­σε, γιά ποι­ά αἰ­τί­α ἔ­τσι κά­θον­ται χω­ρι­στά. Αὐτοί ἀ­πο­κρί­θη­καν. ‘‘Ἐ­μεῖς εὐ­χό­μα­στε, αὐ­τός ὁ χω­ρι­σμός νά φυ­λα­χθῆ μέ­χρι τὸ τέ­λος ἀ­νά­με­σά μας, ὥ­στε στόν και­ρό τῶν στε­φά­νων νά μεί­νου­με ἀ­χώ­ρι­στοι στόν οὐ­ρά­νιο καί αἰ­ώ­νιο νυμ­φῶ­να, σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­ψευ­δῆ ὑ­πό­σχε­σι, πού μᾶς ἔ­δω­σε ὁ ἐμ­φα­νι­σθείς σέ ἐ­μᾶς μέ τήν μορ­φή ξέ­νου’. Αὐ­τά ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε ὁ πα­τέ­ρας καί πε­θε­ρός, τα­ρά­χθη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο καί ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά δώ­ση πολ­λές δω­ρε­ές καί χα­ρί­σμα­τα, ἄν βρε­θῆ ὁ πλά­νος ἐ­κεῖ­νος, πού τούς γέ­λα­σε μέ πα­ρό­μοι­α λό­για καί νά πα­ρου­σια­σθῆ μπροστά του.

Ἔ­στει­λαν ἀν­θρώ­πους, γιά νά βροῦν αὐ­τόν πού φάνηκε. Ἀλ­λά κα­τά τό ψαλ­μι­κό «ἐ­ξέ­λι­πον ἐ­ξε­ρευ­νῶν­τες ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις μα­ταί­ας». Δι­ό­τι αὐ­τός, πού ἐμ­φα­νί­σθη­κε στούς νε­ό­νυμ­φους, ὁ­ρα­τά δέν βρι­σκό­ταν. Ἀ­ό­ρα­τα φαι­νό­με­νος στούς νέ­ους μα­θη­τές του, τούς στή­ρι­ζε[3]. Ὁ δέ Ἀπόστολος σέ ἐκείνους, πού μέ κακό σκοπό τόν ζητοῦσαν, δέν βρισκόταν. Ἐνῶ ἀντίθετα σέ ἐκείνους πού τόν ζητοῦσαν θεοφιλῶς καί μέ καλό σκοπό, δηλαδή στούς νέους τοῦ Χριστοῦ μαθητές, φαινόταν ἀοράτως καί τούς στήριζε. Ἐπειδή ὅμως οἱ νεόνυμφοι παρακαλοῦσαν τόν Κύριο ἀφενός μέν νά κα­τα­πρα­ΰ­νη τήν ὀρ­γή τοῦ πα­τέ­ρα καί πε­θε­ροῦ τους καί ἀ­φε­τέ­ρου νά τόν ἀ­ξι­ώ­ση νά μά­θη καί τήν ἀ­λή­θεια τῆς πί­στε­ως σ’ αὐ­τόν, γι’ αὐ­τό ἄ­κου­σε ὁ Θε­ός τήν δέ­η­σί τους καί οἰ­κο­νό­μη­σε νά γί­νη καί ἐ­κεῖ­νος Χρι­στια­νός. Δι­ό­τι δι­δά­χθη­κε ἀ­πό τούς ἴ­διους νέ­ους τήν εὐ­σέ­βεια καί πί­στε­ψε ὁ­λό­ψυ­χα στόν Χρι­στό. Ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε αὐ­τό, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν οἱ δό­κι­μοι αὐ­τοί μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­τι ὁ Θω­μᾶς βρί­σκε­ται στίς Ἰν­δί­ες, πῆ­γαν γρή­γο­ρα σ’ αὐ­τόν καί τε­λει­ώ­θη­καν μέ τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα καί ἔ­τσι ἔ­γι­ναν κή­ρυ­κες καί αὐ­τοί σέ ἄλ­λους τοῦ ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πῆ­γε ὁ Ἀ­πό­στο­λος στόν βα­σι­λιά τῆς Ἰν­δί­ας πού λε­γό­ταν Γουν­δι­α­φό­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν ρώ­τη­σε, ποι­ά τε­χνη­τά πράγ­μα­τα γνω­ρί­ζει νά κα­τα­σκευά­ζη ἀ­πό τά ξύ­λα καί ποι­ά ἀ­πό τίς πέ­τρες. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅ­τι ἀ­πό τά ξύ­λα εἶ­ναι ἐμ­πει­ρό­τα­τος νά κα­τα­σκευά­ζη ἀ­λέ­τρια, κου­πιά καί ζυ­γούς τῶν βο­δι­ῶν. Ἀ­πό δέ τίς πέ­τρες, γνώ­ρι­ζε νά κα­τα­σκευά­ζη κο­λό­νες, να­ούς καί βα­σι­λι­κά πα­λά­τια. Τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ βα­σι­λιάς· «Ἄ­ρα­γε μπο­ρεῖς νά μοῦ κα­τα­σκευά­σης ἕ­να πα­λά­τι στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο, στό ὁ­ποῖ­ο ἐ­γώ ἀ­γα­πῶ»; Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ὡ­μο­λό­γη­σε, ὅ­τι μπο­ρεῖ.

Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς, χω­ρίς νά χά­ση και­ρό, δι­έ­τα­ξε νά δο­θῆ στόν Ἀ­πό­στο­λο χρυ­σό, γιά νά συγ­κεν­τρώ­ση τά κα­τάλ­λη­λα ὑ­λι­κά, ὅ­σα εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­σι τοῦ πα­λα­τιοῦ. Δεί­χνον­τας ἀ­κό­μη καί τόν τό­πο, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ἀ­πό­στο­λο νά βά­λη τό­τε ἀ­μέ­σως τά θε­μέ­λια τοῦ πα­λα­τιοῦ. Ἀλ­λ’ ὁ Ἀ­πό­στο­λος, ‘‘δέν εἶ­ναι’’, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ‘‘τοῦ πα­ρόν­τος μη­νός νά κτί­ζου­με πα­λά­τι, ἀλ­λά μᾶλ­λον τοῦ ἐρ­χο­μέ­νου’’, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πό τούς Μα­κε­δό­νες ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ὑ­περ­βε­ρε­ταῖ­ος, δη­λα­δή Ὀ­κτώ­βριος μή­νας. Νο­μί­ζω δέ ὅ­τι ἔ­τσι εἶ­πε ὁ Ἀ­πό­στο­λος, γιά τήν ἀν­τα­μοι­βή τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν, ἡ ὁ­ποί­α θά ἀν­τα­πο­δο­θῆ στόν ἐρ­χό­με­νο ἐ­κεῖ­νο μέλ­λον­τα αἰ­ῶ­να. Παίρ­νον­τας καί κα­νό­να, δη­λα­δή, πῆ­χυ καί ἀ­φοῦ σχε­δί­α­σε τε­χνι­κά τήν θέ­σι τοῦ πα­λα­τιοῦ, πού ἐ­πρό­κει­το νά οἰ­κο­δο­μη­θῆ, ἔ­πει­σε τόν βα­σι­λιά στό νά ξε­θαρ­ρεύ­ση, ὅ­τι λέει ἀλήθεια ὁ Ἀ­πό­στο­λος σέ ὅ­λα ὅ­σα εἶ­πε καί ἔ­κα­νε, καί ἐ­πί πλέ­ον στό νά ὑ­πε­ρε­παι­νῆ τήν τέ­χνη καί ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα τοῦ Ἀ­πο­στό­λου.

Ἔ­λα­βε λοι­πόν ὁ Ἀ­πό­στο­λος τά ἀρ­κε­τά ἔ­ξο­δα γιά τό πα­λά­τι καί ἀ­να­χώ­ρη­σε. Καί ἀ­φοῦ μοί­ρα­σε κρυ­φά στά χέ­ρια τῶν πτω­χῶν ὅ­λα τά χρή­μα­τα, κα­τα­σκεύ­α­σε γιά τόν βα­σι­λιά ἕ­να ἀ­χει­ρο­ποί­η­το πα­λά­τι στήν αὐ­λή τῶν πρω­το­τό­κων, δη­λα­δή στήν Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε και­ρός ἀρ­κε­τός, μή­νυ­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος στόν βα­σι­λιά, ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται ἀ­κό­μη καί ἄλ­λα ἔ­ξο­δα, γιά νά κα­τα­σκευά­ση με­γα­λό­πρε­πα τήν στέ­γη τοῦ πα­λα­τιοῦ, ἡ ὁ­ποί­α μό­νη πα­ρέ­με­νε ἀ­τε­λεί­ω­τη. Ὁ βα­σι­λιάς νο­μί­ζον­τας, ὅ­τι τό μή­νυ­μα αὐ­τό ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό, σύμ­φω­να μέ τόν δι­κό του σκο­πό, μέ πο­λύ χα­ρά ἔ­στει­λε καί ἄλ­λον πο­λύ χρυ­σό στόν Ἀ­πό­στο­λο, γρά­φον­τας καί αὐ­τά σ’ αὐ­τόν· «Τε­χνι­κώ­τα­τη καί ὡ­ραι­ό­τα­τη κα­τα­σκεύ­α­σε τό συν­το­μώ­τε­ρο τήν στέ­γη τοῦ πα­λα­τιοῦ, ὥ­στε, ὅ­ταν ἰδῶ τήν τε­χνι­κή σου οἰ­κο­δο­μή μέ τά ἴ­δια μου μά­τια, νά ἐγ­κω­μιά­σω μέ ἐ­παι­νε­τι­κά λό­για ἐ­σέ­να, πού ἔ­χεις πολ­λά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα καί ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τες». Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τό χρυ­σό, σή­κω­σε στόν οὐ­ρα­νό τά μά­τια καί τά χέ­ρια του, καί, ‘‘σέ εὐ­χα­ρι­στῶ, φι­λάν­θρω­πε Κύ­ρι­ε’’, ἔ­λε­γε, ‘‘δι­ό­τι μέ ποι­κί­λους καί δι­ά­φο­ρους τρό­πους γνω­ρί­ζεις νά οἰ­κο­νο­μῆς τήν σω­τη­ρί­α τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που’’. Ἔ­τσι μοί­ρα­σε πά­λι τό χρυ­σό στούς πτω­χούς, ὅ­πως προ­η­γου­μέ­νως.

  Ἀ­φοῦ ὅ­μως πέ­ρα­σε με­ρι­κός και­ρός, ἔ­τυ­χε νά πᾶ­νε στόν βα­σι­λιά με­ρι­κοί ἄν­θρω­ποι ἀ­πό τό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο, ὅ­που ζοῦ­σε ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Ὁ­πό­τε τούς ρώ­τη­σε ὁ βα­σι­λιάς, ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά μά­θη γιά τό κάλ­λος καί τήν ὡ­ραι­ό­τη­τα τοῦ πα­λα­τιοῦ του. Ἄ­κου­σε ὅμως ἀ­πό αὐ­τούς· «Μή πε­ρι­μέ­νης, ὦ βα­σι­λιά, κα­θό­λου ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον τόν ἄν­θρω­πο οἰ­κο­δο­μές κτι­σμά­των καί πα­λα­τι­ῶν. Δι­ό­τι αὐ­τός μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς ὅ­λον τόν χρυ­σό πού τοῦ ἔ­δω­σες. Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λά καί κη­ρύτ­τει σέ ἐ­κεί­νους πού τρέ­χουν πρός αὐ­τόν ἕ­ναν Θε­ό ἐν­τε­λῶς ἄ­γνω­στο. Καί κά­νει με­ρι­κά θα­μά­σια πράγ­μα­τα, χω­ρίς νά τρώ­η κα­θό­λου».

Τό­τε ὁ βα­σι­λιάς τα­ρά­χθη­κε ἀ­μέ­σως πο­λύ καί, φέρ­νον­τας τόν Ἀ­πό­στο­λο μπρο­στά του, τόν ρώ­τη­σε, ἄν ἔ­κτι­σε τό πα­λά­τι. Ὁ Ἀ­πό­στο­λος ὅ­μως, ἀ­φοῦ ἔ­κο­ψε τόν λό­γο, ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Τό πα­λά­τι ἐ­κεῖ­νο, πού ἔ­μα­θα νά κτί­ζω ἀ­πό τόν ἀ­λη­θι­νό Ἀρ­χι­τέ­κτο­να Χρι­στό, αὐ­τό, βα­σι­λιά, κτί­σθη­κε πο­λύ ὡ­ραῖ­ο ἀ­πό μέ­να». Ὁ βα­σι­λιάς εἶ­πε· «Αὐ­τήν τήν ὥ­ρα ἄς πᾶ­με νά τό δοῦ­με». Ὁ Ἀ­πό­στο­λος, «μοῦ φαί­νε­ται, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ὅτι δέν χρει­ά­ζε­σαι πρός τό πα­ρόν τό πα­λά­τι πού κα­τα­σκευ­ά­σθη­κε, ἀλ­λ’ ὅ­ταν ἀ­να­χω­ρή­σης ἀ­πό τόν κό­σμο αὐ­τόν, τό­τε θά τό βρῆς ἐ­κεῖ­νο χρή­σι­μο καί κα­τάλ­λη­λο». Ὁ βα­σι­λιάς, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι τόν πε­ρι­γε­λᾶ, ἔ­βγα­λε σάν θη­ρί­ο μί­α βρον­τε­ρή φω­νή καί εἶ­πε· «Αὐ­τός ὁ ἀ­πα­τε­ῶ­νας, δι­α­τά­ζω νά ἀ­σφα­λι­σθῆ μέ­σα σέ ἕ­να σκο­τει­νό­τα­το λάκ­κο μα­ζί μέ τόν πραγ­μα­τευ­τή, πού τόν ἔ­φε­ρε ἐ­δῶ».

Τόν καιρό πού ἦταν ὁ Ἀπόστολος φυλακισμένος μέ τά δεσμά, τότε ὁ ἀδελφός τοῦ βασιλιᾶ μία νύκτα, κυριευμένος ἀπό βαρύτατη λύπη, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε νά τοῦ προξενήση τόν θάνατο, προσκάλεσε τόν ἀδελφό του βασιλιᾶ καί τοῦ λέει. «Ἐγώ ἐπειδή λυπήθηκα πολύ γιά τήν ζημία πού σοῦ συνέβη ἀπό ἐκεῖνον τόν δόλιο, γι’ αὐτό τώρα βγαίνω ἀπό αὐτήν τήν ζωή». Καί μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἀφοῦ πνίγηκε, ἔμεινε ἄφωνος. Tότε ὁ Ἄγ­γε­λος, πού πα­ρέ­λα­βε τήν ψυ­χή του, περ­νοῦ­σε ἀπό τίς σκη­νές τῶν δι­καί­ων. Τό­τε ἔ­δει­ξε στήν ψυ­χή τήν ὡ­ραι­ό­τη­τα τῶν σκη­νῶν ἐ­κεί­νων καί τήν ρω­τοῦ­σε σέ ποι­ά ἀπ­ό τίς σκη­νές ἐ­κεῖ­νες θέ­λει νά κα­τοι­κή­ση. Βλέ­πον­τας ἡ ψυ­χή ἐ­κεί­νου μί­α ἐ­ξαί­ρε­τη σκη­νή, τήν ἔ­δει­χνε στόν Ἄγ­γε­λο καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τήν ἀ­φή­ση νά κα­τοι­κή­ση στήν σκη­νή ἐ­κεί­νη. Ὁ Ἄγ­γε­λος τῆς εἶ­πε. «Σ’ αὐ­τήν τήν σκη­νή δέν μπο­ρεῖς νά κα­τοι­κή­σης, ἐ­πει­δή καί αὐ­τή εἶ­ναι τοῦ ἀ­δελ­φοῦ σου, τήν ὁ­ποί­α ὁ ξέ­νος Θωμᾶς ἔ­κτι­σε γι’ αὐ­τόν». Ἡ δέ ψυ­χή, ‘‘σέ πα­ρα­κα­λῶ, εἶ­πε, ἐ­πί­τρε­ψέ με νά πά­ω πί­σω στόν ἀ­δελ­φό μου, γιά νά τήν ἀ­γο­ρά­σω ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον σέ χα­μη­λή τι­μή. Καί ἔ­τσι θά ἐ­πι­στρέ­ψω πά­λι ἐ­δῶ’’.

Τό­τε ὁ Ἄγ­γε­λος ἐ­πέ­στρε­ψε τήν ψυ­χή καί τήν ἀ­πέ­δω­σε στό νε­κρό της σῶ­μα. Ὁ­πό­τε αὐ­τός πού πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ ἦλθε στόν ἑ­αυ­τό του σάν ἀ­πό κά­ποι­α μέ­θη καί ἔκ­στα­σι, ζη­τοῦ­σε τόν ἀ­δελ­φό του. Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἦλθε, τοῦ εἶ­πε. «Ἀ­δελ­φέ, ἀ­ναμ­φί­βο­λα εἶ­μαι πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος, ὅ­τι προ­τί­μη­σες νά δώ­σης τό μι­σό σου βα­σί­λει­ο, μό­νο νά μέ δῆς ζων­τα­νό. Τώ­ρα ὅ­μως σοῦ ζη­τῶ μί­α μι­κρή χά­ρι, τήν ὁ­ποί­α σέ πα­ρα­κα­λῶ, μή μοῦ τήν στε­ρή­σης». Ὁ βα­σι­λιάς ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Δέν θά στα­μα­τή­σω μέ προ­θυ­μί­α νά χα­ρί­σω σέ σέ­να, τόν φίλ­τα­το ἀ­δελ­φό μου, ἐ­κεῖ­νο πού μπο­ρῶ». Τό­τε χω­ρίς συ­στο­λή φα­νέ­ρω­σε στόν ἀ­δελ­φό ἐ­κεῖ­νο πού ζη­τοῦ­σε λέ­γον­τάς του· «Δός μου τό πα­λά­τι, πού ἔ­χεις στούς οὐ­ρα­νούς, καί πά­ρε ὅ­σα χρή­μα­τα θέ­λεις γιά τήν τι­μή». Ὁ βα­σι­λιάς γε­νό­με­νος σάν ἄ­φω­νος ἀ­πό αὐ­τός, ‘ἐ­γώ’, ἀ­πο­κρί­θη­κε, ‘‘ἔ­χω πα­λά­τι στούς οὐ­ρα­νούς; Ἀ­πό ποῦ καί ἀ­πό ποι­ά κα­λω­σύ­νη μου’’; Ὁ ἀ­δελ­φός, ‘ναι’, λέ­ει, ‘ἔ­χεις πα­λά­τι ἐ­κεῖ, καί ἄν ἀ­κό­μη ἐ­σύ δέν τό γνω­ρί­ζης, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­κτι­σε ὁ ξέ­νος, πού εἶ­ναι στήν φυ­λα­κή, τοῦ ὁ­ποί­ου πα­λα­τιοῦ τήν ὀ­μορ­φιά ἐ­γώ τήν εἶ­δα τώ­ρα, πού ἁρ­πά­χτη­κα ἀ­πό Ἄγ­γε­λο Κυ­ρί­ου’.

Τό­τε κα­τά­λα­βε ὁ βα­σι­λιάς αὐ­τό πού λέ­γε­ται. Τό­τε μέ τέ­τοι­α λό­για ἐ­ξα­πά­τη­σε τόν ἀ­δελ­φό του καί ἀρ­νή­θη­κε τό ζή­τη­μα, λέ­γον­τας· ‘‘Ἄν τό ζή­τη­μά σου, ἀ­δελ­φέ μου, βρι­σκό­ταν κά­τω ἀ­πό τήν βα­σι­λεί­α καί ἐ­ξου­σί­α μου, ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἔ­πρε­πε νά φυ­λά­ξω τούς ὅρ­κους μου καί νά σοῦ τό δώ­σω. Ἐ­πει­δή ὅ­μως αὐ­τό βρί­σκε­ται στούς Οὐ­ρα­νούς, λοι­πόν ἐ­σύ μό­νος ἀ­πο­φά­σι­σε γιά ­τήν ὑ­πό­θε­σι. Ἀλ­λά ὁ τε­χνί­της αὐ­τῶν τῶν παλα­τι­ῶν εἶ­ναι ἐ­δῶ καί πᾶ­ρε τον καί θά σοῦ κα­τα­σκευά­ση ἄλ­λο πα­λά­τι, ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­δες λαμ­πρό­τε­ρο’’. Μό­λις εἶ­πε αὐ­τό, ἔ­βγα­λε ἀ­μέ­σως ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τόν Ἀ­πό­στο­λο μα­ζί μέ τόν πραγ­μα­τευ­τή Ἀ­βά­νη καί πέ­φτον­τας στά πό­δια του ζη­τοῦ­σε συγ­γνώ­μη γιά τό λά­θος πού ἔ­κα­νε καί τόν φυ­λά­κι­σε, καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος εὐ­χα­ρί­στη­σε γι’ αὐ­τό τόν Θε­ό. Τό­τε, ἀ­φοῦ δί­δα­ξε μέ τούς λό­γους τῆς χά­ρι­τος καί τούς δύ­ο ἀ­δελ­φούς μα­ζί καί τούς ὑ­πό­λοι­πους, πού ἦλθαν πρός αὐ­τόν, τούς ἔ­δω­σε τόν ἀρ­ρα­βῶ­να τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν· δη­λα­δή, τό θεῖ­ο καί Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Καί ἔ­τσι ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆ­γε σέ ἄλ­λες πό­λεις, κη­ρύτ­τον­τας καί δο­ξά­ζον­τας τόν Πα­τέ­ρα καί τόν Υἱ­ό καί τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιο.

[1]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος πλέ­κει ἐγ­κώ­μιο στόν Ἅ­γιο Ἀ­πό­στο­λο αὐ­τόν Θω­μᾶ, πού βρί­σκε­ται στόν ε΄ τό­μο τῆς ἐν Ἐ­τό­νῃ ἐκ­δό­σε­ως, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Τῷ μέν νό­μῳ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πει­θό­με­νος, ἡ­ψά­μην, ὡς οἷόν τε, τοῦ βή­μα­τος». Πα­ρό­μοι­α καί ἄλ­λον ὁ αὐ­τός, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Εὐ­λο­γη­τός ὁ Θε­ός. Ἥ­κω τό χρέ­ος ἀ­πο­δώ­σων ὑ­μῖν». (Σῴ­ζε­ται αὐ­τό­θι). Πα­ρό­μοι­α καί Εὐ­θύ­μιος ὁ Ζυ­γα­δη­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἡ πη­γή τῆς σο­φί­ας». Καί ὁ Νι­κή­τας ὁ Ρή­τωρ, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἐ­παι­νε­τός ὁ ὑ­πέρ τῶν Ἁ­γί­ων πό­θος». (Σῴ­ζε­ται στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, στήν τοῦ Βα­το­παι­δί­ου Μο­νή καί τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου καί Ἰ­βή­ρων). Καί ὁ Με­τα­φρα­στής ὑ­πό­μνη­μα ἔ­χει σ’ αὐ­τόν, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πά­λαι μέν τάς κα­τά γῆν δι­α­τρι­βάς». (Σῴ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες καί πρίν ἀ­πό αὐ­τές στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα).  Καί αὐ­τό ἀ­κό­μη ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι ὁ Ἀ­πό­στο­λος αὐ­τός Θω­μᾶς, ὄ­χι μό­νο πῆ­γε ἕ­ως τίς Ἰν­δί­ες, ὅ­πως γρά­φε­ται σ’­ αὐ­τό τό Συ­να­ξά­ρι, ἀλ­λά προ­χώ­ρη­σε καί μέ­χρι τήν Κί­να ἤ Σί­να τήν ἀ­να­το­λι­κώ­τα­τη. Γι’ αὐ­τό καί δι­α­βά­ζου­με στήν Γε­ω­γρα­φί­α τοῦ Φα­τζέ­α, ὅ­τι στόν πο­λυ­θρύλ­λη­το καί πο­λυ­τί­μη­το μα­ζί Πύρ­γο τῆς Κί­νας (δι­ό­τι εἶ­ναι ὅ­λος ἀ­νοι­κο­δο­μη­μέ­νος ἀ­πό ἐ­πά­νω μέ­χρι κά­τω ἀ­πό φαρ­φου­ρέ­νια τοῦ­βλα), σ’ αὐ­τόν τόν Πύρ­γο, λέ­ω, εἶναι γραμ­μέ­να τά ἑ­ξῆς λό­για · «Διά τοῦ θεί­ου Θω­μᾶ ἡ οὐ­ρα­νί­α πί­στις ἑ­ξα­πέ­πτη καί εἰς Σι­νών (πό­λι δηλ. ἤ ἐ­παρ­χί­α) πα­ρε­γέ­νε­το».

 [2] Βασιλιά τόν ὀνομάζουν καί ὁ χειρόγραφος καί ὁ τυπωμένος Συναξαριστής. Ἐπειδή ὅμως παρακάτω λέγεται, ὅτι ὁ Ἀπόστολος πῆγε πρός τόν Γουνδιαφόρο τόν βασιλιά τῶν Ἰνδῶν, ἀπό αὐτό ἕπεται ὅτι ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀνδραπόλεως τῆς Ἰνδίας, δέν ἦταν βασιλιάς, ἀλλά μόνο ἐξουσιαστής ἤ τοπάρχης ἤ ἡγεμόνας ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο.

[3]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι μέ ἀ­σά­φεια γρά­φε­ται ἡ πε­ρί­ο­δος αὐ­τή στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή. Δι­ό­τι δέν τό ξε­χω­ρί­ζει, ποι­ός φαι­νό­ταν ἀ­ό­ρα­τα στούς νε­ό­νυμ­φους καί τούς στή­ρι­ζε, ὁ Θω­μᾶς ἤ ὁ Κύ­ριος. Στόν χει­ρό­γρα­φο γρά­φε­ται, ὅ­τι ὁ Θω­μᾶς ἦ­ταν αὐ­τός πού φαι­νό­ταν ἀ­ό­ρα­τα καί τούς στή­ρι­ζε στήν πί­στι. Ἐ­πει­δή πα­ρα­κά­τω λέ­ει, ὅ­τι πῆ­γαν αὐ­τοί καί βρῆ­καν τόν Θω­μᾶ καί βα­πτί­σθη­καν ἀ­πό αὐ­τόν, γι’ αὐ­τό με­τέ­φρα­σα ἐ­δῶ, ὅ­τι αὐ­τός πού φά­νη­κε ἀ­ό­ρα­τα ἦ­ταν ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός, αὐ­τός πού ἐμ­φα­νί­σθη­κε σ’ αὐ­τούς καί προ­η­γου­μέ­νως καί ὑ­πο­σχέ­θη­κε τίς πα­ρα­πά­νω ὑ­πο­σχέ­σεις. Δι­ό­τι εἶ­ναι πιό σω­στό νά ἐν­νο­η­θῆ ὡς πρός τό ὕ­φος καί τήν ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ νο­ή­μα­τος. Ἀλ­λά καί ὁ Ἀ­πό­στο­λος Θω­μᾶς ἦ­ταν ἀ­ό­ρα­τα ἀ­νά­με­σά τους καί δέν τόν ἔ­βλε­παν, ὅ­πως γρά­φε­ται στόν ἐ­κτε­νέ­στε­ρο Βί­ο του στόν N­έ­ο Πα­ρά­δει­σο.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης