Τῷ αὐτῷ μηνί ΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ.
Ὁ χεῖρα πλευρᾷ σῇ βαλεῖν ζητῶν πάλαι,
Πλευρᾶς ὑπέρ σοῦ νύττεται Θωμᾶς, Λόγε.
Δούρασιν οὐτάσθη Θωμᾶς μακροῖσιν ἐν ἕκτῃ.
Αὐτός ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς κήρυξε τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου στούς Πάρθους καί Μῆδες καί Πέρσες καί Ἰνδούς. Γι’ αὐτό συνελήφθη ἀπό τόν βασιλιά Μισδαῖο, ἐπειδή κατήχησε καί βάπτισε τόν υἱό του, Ἀζάνη ὀνόματι, καί τήν γυναῖκα του Τερτία, καθώς καί τίς θυγατέρες της Μυγδονία καί Νάρκα, ἀρχικά φυλακίσθηκε. Ἔπειτα παραδόθηκε σέ πέντε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τόν ἀνέβασαν ἐπάνω σέ ἕνα ὄρος, κατατρύπησαν μέ λόγχες τό ἀποστολικό του σῶμα καί ἔτσι ὁ μέγας τοῦ Κυρίου Ἀπόστολος πρός αὐτόν ἐξεδήμησε[1].
Δέν θά εἶναι ἀνώφελο νά θυμηθοῦμε ἐδῶ καί νά διηγηθοῦμε δύο ἤ τρία θαύματα, ἀπό ἐκεῖνα πού ἔκανε ὁ θεῖος αὐτός Ἀπόστολος. Ὅταν ὁ μακάριος Θωμᾶς κήρυττε στούς ἄπιστους τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τότε πέρασε στήν Ἰνδία, μαζί μέ ἕναν ἔμπορο, Ἀβάνη ὀνομαζόμενο. Καί ἔμεναν καί οἱ δύο σέ μία οἰκία τῆς πόλεως, πού λέγεται Ἀνδράπολις. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ ἄρχοντας τῆς χώρας ἐκείνης ἔτυχε τότε νά παντρέψη τήν θυγατέρα του μέ ἕναν ἔνδοξο ἄνθρωπο, γι’ αὐτό ἦταν ἑπόμενο νά χαίρωνται καί ὅλοι οἱ καλεσμένοι στόν γάμο. Ὁ Ἀπόστολος λοιπόν Θωμᾶς, καλεσμένος καί αὐτός στόν γάμο, κάθισε στό κατώτερο καί ταπεινώτερο μέρος τῆς τράπεζας. Τήν ὥρα λοιπόν πού ἔτρωγαν ἀπό τά φαγητά τῆς τραπέζης, μόνος ὁ θεῖος Ἀπόστολος δέν ἔτρωγε, ἀλλά καθόταν συλλογισμένος, σκεπτικός καί προσέχοντας στόν ἑαυτό του.
Βλέποντάς τον ἕνας ἀπό τούς ὑπηρέτες πού κερνοῦσαν τό κρασί, κινούμενος ἀπό αὐθάδεια καί ὑπερηφάνεια, ἔδωσε ἕνα ράπισμα στόν Ἀπόστολο τοῦ Κυρίου, λέγοντάς του· «Ἀφοῦ κλήθηκες σέ γάμο, μήν σκυθρωπάζης, ἀλλά νά εἶσαι χαρούμενος καί νά εὐφραίνεσαι μέ τούς ἄλλους συντραπεζῖτες». Ὁ Ἀπόστολος ἀπήντησε σ’ αὐτόν πού τόν ράπισε· ‘‘Τό σφάλμα σου, εὔχομαι νά τό συγχωρήση ὁ Κύριος στόν μέλλοντα αἰῶνα, τό χέρι σου, ὅμως, τό ὁποῖο μέ αὐθάδεια κινήθηκε ἐναντίον μου καί μέ ράπισε, αὐτό ἄς τό μοιράσουν τά θηρία στόν παρόντα αἰῶνα, γιά σωφρονισμό καί παιδεία τῶν ἄλλων’’. Τότε λοιπόν πηγαίνοντας ὁ ὑπηρέτης ἐκεῖνος νά φέρη νερό καί νά τό ἀναμίξη μέ τό κρασί καταξεσχίσθηκε ἀπό ἕνα θηρίο, πού παραμόνευε στό πηγάδι καί ἔτσι πέθανε. Τό δέ χέρι ἐκείνου τό πῆρε ἕνας σκύλος καί μπῆκε στό συμπόσιο, κρατῶντας το στό στόμα του· σάν νά ἔδειχνε σέ ὅλους τήν παιδεία, πού ἐκεῖνος ἔλαβε, γιά τήν ἀδικία καί τό ράπισμα, πού ἔδωσε στόν Ἀπόστολο.
Ἐπειδή ὅμως οἱ καλεσμένοι ἀποροῦσαν, τίνος ἄραγε νά εἶναι τό χέρι ἐκεῖνο, τότε μία Ἑβραία γυναίκα παίζοντας τό σουραύλι στόν γάμο, φώναξε μεγαλόφωνα καί εἶπε· ‘Μεγάλο μυστήριο μᾶς φανερώθηκε σήμερα. Ἀκοῦστε ὅλοι ἐσεῖς πού κάθεσθε στήν τράπεζα. Θεός ἤ Θεοῦ Ἀπόστολος καταδέχθηκε νά καθίση στήν τράπεζα μαζί μέ ἐμᾶς σήμερα. Διότι ἐγώ παίζοντας τό σουραῦλι καί εὐφραίνοντας ἐσᾶς τούς φιλοξενουμένους, ἄκουσα ἕναν ἄνθρωπο ὁμόγλωσσο μέ ἐμένα, πού ἔλεγε ἑβραϊκά στόν οἰνοχόο πού τόν ράπισε. ‘Τό δεξί σου χέρι πού μέ ράπισε, θά τό μοιρασθῆ σκύλος στήν παροῦσα ζωή, γιά νά δοῦν ὅλοι καί νά σωφρονισθοῦν’. Καί νά, πού ἔγινε ἔργο ὁ λόγος του’’. Αὐτό τό θαῦμα ἔφθασε καί στά αὐτιά τοῦ ἄρχοντα τῆς πόλεως ἐκείνης[2], ὁ ὁποῖος ὅταν σταμάτησε ὁ γάμος, προσκάλεσε τόν Ἀπόστολο καί τοῦ εἶπε· «Ἄν ἐσύ μέ τήν κατάρα σου, μπορεῖς νά προξενῆς θάνατο, δεῖξε καί τήν δύναμι πού ἔχει ἡ εὐχή σου καί εὐλογία στήν δική μου θυγατέρα, ἡ ὁποία πανδρεύθηκε σήμερα». Τότε, ἀφοῦ δέχθηκε μέ χαρά τόν λόγο ὁ Ἀπόστολος, πῆγε μέσα στό δωμάτιο τῶν νεόνυμφων καί ἀφοῦ στήριξε τούς νέους στήν σωφροσύνη καί τούς ἔπεισε νά φυλάξουν παρθενία, τούς ἀφιέρωσε στόν Θεό καί ἀνεχώρησε.
Μετά ἀπό λίγη ὥρα βλέπει ὁ γαμπρός ἕναν ἄνθρωπο πού ἔμοιαζε μέ τόν Ἀπόστολο καί συνωμιλοῦσε μέ τήν νύφη. Νομίζοντας ὅμως ὅτι εἶναι ὁ Θωμᾶς, τοῦ εἶπε· «Δέν βγῆκες ἐσύ ἔξω πρίν ἀπό ὅλους; καί πῶς τώρα πάλι ξαφνικά ἦλθες; ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι». Τότε ὁ φαινόμενος ἀποκρίθηκε· «Ἐγώ δέν εἶμαι ὁ Θωμᾶς, ἀλλ’ εἶμαι ἀδελφός τοῦ Θωμᾶ κατά χάρι. Καί ὅποιος ἀκολουθήσει σέ ἐμένα τόν Κύριο καί ἀρνηθῆ τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου πράγματα, αὐτός στήν μέλλουσα ζωή θά γίνη ὄχι μόνο ἀδελφός δικός μου, ἀλλά καί συγκληρονόμος τῆς βασιλείας μου». Μόλις εἶπε αὐτά, ἐξαφανίσθηκε ἀπό ἀνάμεσά τους. Οἱ νεόνυμφοι, ἀφοῦ ἐγκολπώθηκαν τόν λόγο τοῦ Κυρίου ὡς μαργαρίτη, πρόσφεραν στόν φανέντα ὁλονύκτιες δεήσεις. Τό πρωί πῆγε ὁ πατέρας καί πεθερός στό δωμάτιο καί βλέποντας τούς νεόνυμφους πῶς κάθονταν ὁ ἕνας ἀπέναντι στόν ἄλλον, ταράχθηκε. Καί τούς ρωτοῦσε, γιά ποιά αἰτία ἔτσι κάθονται χωριστά. Αὐτοί ἀποκρίθηκαν. ‘‘Ἐμεῖς εὐχόμαστε, αὐτός ὁ χωρισμός νά φυλαχθῆ μέχρι τὸ τέλος ἀνάμεσά μας, ὥστε στόν καιρό τῶν στεφάνων νά μείνουμε ἀχώριστοι στόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνα, σύμφωνα μέ τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσι, πού μᾶς ἔδωσε ὁ ἐμφανισθείς σέ ἐμᾶς μέ τήν μορφή ξένου’. Αὐτά ἀφοῦ ἄκουσε ὁ πατέρας καί πεθερός, ταράχθηκε περισσότερο καί ὑποσχέθηκε νά δώση πολλές δωρεές καί χαρίσματα, ἄν βρεθῆ ὁ πλάνος ἐκεῖνος, πού τούς γέλασε μέ παρόμοια λόγια καί νά παρουσιασθῆ μπροστά του.
Ἔστειλαν ἀνθρώπους, γιά νά βροῦν αὐτόν πού φάνηκε. Ἀλλά κατά τό ψαλμικό «ἐξέλιπον ἐξερευνῶντες ἐξερευνήσεις ματαίας». Διότι αὐτός, πού ἐμφανίσθηκε στούς νεόνυμφους, ὁρατά δέν βρισκόταν. Ἀόρατα φαινόμενος στούς νέους μαθητές του, τούς στήριζε[3]. Ὁ δέ Ἀπόστολος σέ ἐκείνους, πού μέ κακό σκοπό τόν ζητοῦσαν, δέν βρισκόταν. Ἐνῶ ἀντίθετα σέ ἐκείνους πού τόν ζητοῦσαν θεοφιλῶς καί μέ καλό σκοπό, δηλαδή στούς νέους τοῦ Χριστοῦ μαθητές, φαινόταν ἀοράτως καί τούς στήριζε. Ἐπειδή ὅμως οἱ νεόνυμφοι παρακαλοῦσαν τόν Κύριο ἀφενός μέν νά καταπραΰνη τήν ὀργή τοῦ πατέρα καί πεθεροῦ τους καί ἀφετέρου νά τόν ἀξιώση νά μάθη καί τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως σ’ αὐτόν, γι’ αὐτό ἄκουσε ὁ Θεός τήν δέησί τους καί οἰκονόμησε νά γίνη καί ἐκεῖνος Χριστιανός. Διότι διδάχθηκε ἀπό τούς ἴδιους νέους τήν εὐσέβεια καί πίστεψε ὁλόψυχα στόν Χριστό. Ἀφοῦ ἔγινε αὐτό, ὅταν ἄκουσαν οἱ δόκιμοι αὐτοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ Θωμᾶς βρίσκεται στίς Ἰνδίες, πῆγαν γρήγορα σ’ αὐτόν καί τελειώθηκαν μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα καί ἔτσι ἔγιναν κήρυκες καί αὐτοί σέ ἄλλους τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου.
Μετά ἀπό αὐτά πῆγε ὁ Ἀπόστολος στόν βασιλιά τῆς Ἰνδίας πού λεγόταν Γουνδιαφόρος, ὁ ὁποῖος τόν ρώτησε, ποιά τεχνητά πράγματα γνωρίζει νά κατασκευάζη ἀπό τά ξύλα καί ποιά ἀπό τίς πέτρες. Ὁ Ἀπόστολος ἀποκρίθηκε, ὅτι ἀπό τά ξύλα εἶναι ἐμπειρότατος νά κατασκευάζη ἀλέτρια, κουπιά καί ζυγούς τῶν βοδιῶν. Ἀπό δέ τίς πέτρες, γνώριζε νά κατασκευάζη κολόνες, ναούς καί βασιλικά παλάτια. Τότε τοῦ λέει ὁ βασιλιάς· «Ἄραγε μπορεῖς νά μοῦ κατασκευάσης ἕνα παλάτι στό μέρος ἐκεῖνο, στό ὁποῖο ἐγώ ἀγαπῶ»; Ὁ Ἀπόστολος ὡμολόγησε, ὅτι μπορεῖ.
Τότε ὁ βασιλιάς, χωρίς νά χάση καιρό, διέταξε νά δοθῆ στόν Ἀπόστολο χρυσό, γιά νά συγκεντρώση τά κατάλληλα ὑλικά, ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ἀνοικοδόμησι τοῦ παλατιοῦ. Δείχνοντας ἀκόμη καί τόν τόπο, παρακαλοῦσε τόν Ἀπόστολο νά βάλη τότε ἀμέσως τά θεμέλια τοῦ παλατιοῦ. Ἀλλ’ ὁ Ἀπόστολος, ‘‘δέν εἶναι’’, ἀποκρίθηκε, ‘‘τοῦ παρόντος μηνός νά κτίζουμε παλάτι, ἀλλά μᾶλλον τοῦ ἐρχομένου’’, ὁ ὁποῖος ἀπό τούς Μακεδόνες ὠνομαζόταν Ὑπερβερεταῖος, δηλαδή Ὀκτώβριος μήνας. Νομίζω δέ ὅτι ἔτσι εἶπε ὁ Ἀπόστολος, γιά τήν ἀνταμοιβή τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἡ ὁποία θά ἀνταποδοθῆ στόν ἐρχόμενο ἐκεῖνο μέλλοντα αἰῶνα. Παίρνοντας καί κανόνα, δηλαδή, πῆχυ καί ἀφοῦ σχεδίασε τεχνικά τήν θέσι τοῦ παλατιοῦ, πού ἐπρόκειτο νά οἰκοδομηθῆ, ἔπεισε τόν βασιλιά στό νά ξεθαρρεύση, ὅτι λέει ἀλήθεια ὁ Ἀπόστολος σέ ὅλα ὅσα εἶπε καί ἔκανε, καί ἐπί πλέον στό νά ὑπερεπαινῆ τήν τέχνη καί ἐπιδεξιότητα τοῦ Ἀποστόλου.
Ἔλαβε λοιπόν ὁ Ἀπόστολος τά ἀρκετά ἔξοδα γιά τό παλάτι καί ἀναχώρησε. Καί ἀφοῦ μοίρασε κρυφά στά χέρια τῶν πτωχῶν ὅλα τά χρήματα, κατασκεύασε γιά τόν βασιλιά ἕνα ἀχειροποίητο παλάτι στήν αὐλή τῶν πρωτοτόκων, δηλαδή στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀφοῦ πέρασε καιρός ἀρκετός, μήνυσε ὁ Ἀπόστολος στόν βασιλιά, ὅτι χρειάζεται ἀκόμη καί ἄλλα ἔξοδα, γιά νά κατασκευάση μεγαλόπρεπα τήν στέγη τοῦ παλατιοῦ, ἡ ὁποία μόνη παρέμενε ἀτελείωτη. Ὁ βασιλιάς νομίζοντας, ὅτι τό μήνυμα αὐτό ἦταν ἀληθινό, σύμφωνα μέ τόν δικό του σκοπό, μέ πολύ χαρά ἔστειλε καί ἄλλον πολύ χρυσό στόν Ἀπόστολο, γράφοντας καί αὐτά σ’ αὐτόν· «Τεχνικώτατη καί ὡραιότατη κατασκεύασε τό συντομώτερο τήν στέγη τοῦ παλατιοῦ, ὥστε, ὅταν ἰδῶ τήν τεχνική σου οἰκοδομή μέ τά ἴδια μου μάτια, νά ἐγκωμιάσω μέ ἐπαινετικά λόγια ἐσένα, πού ἔχεις πολλά πλεονεκτήματα καί ἐπιδεξιότητες». Ὁ Ἀπόστολος ἀφοῦ ἔλαβε τό χρυσό, σήκωσε στόν οὐρανό τά μάτια καί τά χέρια του, καί, ‘‘σέ εὐχαριστῶ, φιλάνθρωπε Κύριε’’, ἔλεγε, ‘‘διότι μέ ποικίλους καί διάφορους τρόπους γνωρίζεις νά οἰκονομῆς τήν σωτηρία τοῦ κάθε ἀνθρώπου’’. Ἔτσι μοίρασε πάλι τό χρυσό στούς πτωχούς, ὅπως προηγουμένως.
Ἀφοῦ ὅμως πέρασε μερικός καιρός, ἔτυχε νά πᾶνε στόν βασιλιά μερικοί ἄνθρωποι ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ζοῦσε ὁ Ἀπόστολος. Ὁπότε τούς ρώτησε ὁ βασιλιάς, ἐπιθυμῶντας νά μάθη γιά τό κάλλος καί τήν ὡραιότητα τοῦ παλατιοῦ του. Ἄκουσε ὅμως ἀπό αὐτούς· «Μή περιμένης, ὦ βασιλιά, καθόλου ἀπό ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπο οἰκοδομές κτισμάτων καί παλατιῶν. Διότι αὐτός μοίρασε στούς πτωχούς ὅλον τόν χρυσό πού τοῦ ἔδωσες. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί κηρύττει σέ ἐκείνους πού τρέχουν πρός αὐτόν ἕναν Θεό ἐντελῶς ἄγνωστο. Καί κάνει μερικά θαμάσια πράγματα, χωρίς νά τρώη καθόλου».
Τότε ὁ βασιλιάς ταράχθηκε ἀμέσως πολύ καί, φέρνοντας τόν Ἀπόστολο μπροστά του, τόν ρώτησε, ἄν ἔκτισε τό παλάτι. Ὁ Ἀπόστολος ὅμως, ἀφοῦ ἔκοψε τόν λόγο, ἀποκρίθηκε· «Τό παλάτι ἐκεῖνο, πού ἔμαθα νά κτίζω ἀπό τόν ἀληθινό Ἀρχιτέκτονα Χριστό, αὐτό, βασιλιά, κτίσθηκε πολύ ὡραῖο ἀπό μένα». Ὁ βασιλιάς εἶπε· «Αὐτήν τήν ὥρα ἄς πᾶμε νά τό δοῦμε». Ὁ Ἀπόστολος, «μοῦ φαίνεται, ἀποκρίθηκε, ὅτι δέν χρειάζεσαι πρός τό παρόν τό παλάτι πού κατασκευάσθηκε, ἀλλ’ ὅταν ἀναχωρήσης ἀπό τόν κόσμο αὐτόν, τότε θά τό βρῆς ἐκεῖνο χρήσιμο καί κατάλληλο». Ὁ βασιλιάς, νομίζοντας ὅτι τόν περιγελᾶ, ἔβγαλε σάν θηρίο μία βροντερή φωνή καί εἶπε· «Αὐτός ὁ ἀπατεῶνας, διατάζω νά ἀσφαλισθῆ μέσα σέ ἕνα σκοτεινότατο λάκκο μαζί μέ τόν πραγματευτή, πού τόν ἔφερε ἐδῶ».
Τόν καιρό πού ἦταν ὁ Ἀπόστολος φυλακισμένος μέ τά δεσμά, τότε ὁ ἀδελφός τοῦ βασιλιᾶ μία νύκτα, κυριευμένος ἀπό βαρύτατη λύπη, ἡ ὁποία ἀπειλοῦσε νά τοῦ προξενήση τόν θάνατο, προσκάλεσε τόν ἀδελφό του βασιλιᾶ καί τοῦ λέει. «Ἐγώ ἐπειδή λυπήθηκα πολύ γιά τήν ζημία πού σοῦ συνέβη ἀπό ἐκεῖνον τόν δόλιο, γι’ αὐτό τώρα βγαίνω ἀπό αὐτήν τήν ζωή». Καί μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἀφοῦ πνίγηκε, ἔμεινε ἄφωνος. Tότε ὁ Ἄγγελος, πού παρέλαβε τήν ψυχή του, περνοῦσε ἀπό τίς σκηνές τῶν δικαίων. Τότε ἔδειξε στήν ψυχή τήν ὡραιότητα τῶν σκηνῶν ἐκείνων καί τήν ρωτοῦσε σέ ποιά ἀπό τίς σκηνές ἐκεῖνες θέλει νά κατοικήση. Βλέποντας ἡ ψυχή ἐκείνου μία ἐξαίρετη σκηνή, τήν ἔδειχνε στόν Ἄγγελο καί τόν παρακαλοῦσε νά τήν ἀφήση νά κατοικήση στήν σκηνή ἐκείνη. Ὁ Ἄγγελος τῆς εἶπε. «Σ’ αὐτήν τήν σκηνή δέν μπορεῖς νά κατοικήσης, ἐπειδή καί αὐτή εἶναι τοῦ ἀδελφοῦ σου, τήν ὁποία ὁ ξένος Θωμᾶς ἔκτισε γι’ αὐτόν». Ἡ δέ ψυχή, ‘‘σέ παρακαλῶ, εἶπε, ἐπίτρεψέ με νά πάω πίσω στόν ἀδελφό μου, γιά νά τήν ἀγοράσω ἀπό ἐκεῖνον σέ χαμηλή τιμή. Καί ἔτσι θά ἐπιστρέψω πάλι ἐδῶ’’.
Τότε ὁ Ἄγγελος ἐπέστρεψε τήν ψυχή καί τήν ἀπέδωσε στό νεκρό της σῶμα. Ὁπότε αὐτός πού πέθανε, ἀφοῦ ἦλθε στόν ἑαυτό του σάν ἀπό κάποια μέθη καί ἔκστασι, ζητοῦσε τόν ἀδελφό του. Ὅταν ἐκεῖνος ἦλθε, τοῦ εἶπε. «Ἀδελφέ, ἀναμφίβολα εἶμαι πληροφορημένος, ὅτι προτίμησες νά δώσης τό μισό σου βασίλειο, μόνο νά μέ δῆς ζωντανό. Τώρα ὅμως σοῦ ζητῶ μία μικρή χάρι, τήν ὁποία σέ παρακαλῶ, μή μοῦ τήν στερήσης». Ὁ βασιλιάς ἀποκρίθηκε· «Δέν θά σταματήσω μέ προθυμία νά χαρίσω σέ σένα, τόν φίλτατο ἀδελφό μου, ἐκεῖνο πού μπορῶ». Τότε χωρίς συστολή φανέρωσε στόν ἀδελφό ἐκεῖνο πού ζητοῦσε λέγοντάς του· «Δός μου τό παλάτι, πού ἔχεις στούς οὐρανούς, καί πάρε ὅσα χρήματα θέλεις γιά τήν τιμή». Ὁ βασιλιάς γενόμενος σάν ἄφωνος ἀπό αὐτός, ‘ἐγώ’, ἀποκρίθηκε, ‘‘ἔχω παλάτι στούς οὐρανούς; Ἀπό ποῦ καί ἀπό ποιά καλωσύνη μου’’; Ὁ ἀδελφός, ‘ναι’, λέει, ‘ἔχεις παλάτι ἐκεῖ, καί ἄν ἀκόμη ἐσύ δέν τό γνωρίζης, τό ὁποῖο ἔκτισε ὁ ξένος, πού εἶναι στήν φυλακή, τοῦ ὁποίου παλατιοῦ τήν ὀμορφιά ἐγώ τήν εἶδα τώρα, πού ἁρπάχτηκα ἀπό Ἄγγελο Κυρίου’.
Τότε κατάλαβε ὁ βασιλιάς αὐτό πού λέγεται. Τότε μέ τέτοια λόγια ἐξαπάτησε τόν ἀδελφό του καί ἀρνήθηκε τό ζήτημα, λέγοντας· ‘‘Ἄν τό ζήτημά σου, ἀδελφέ μου, βρισκόταν κάτω ἀπό τήν βασιλεία καί ἐξουσία μου, ἀναγκαστικά ἔπρεπε νά φυλάξω τούς ὅρκους μου καί νά σοῦ τό δώσω. Ἐπειδή ὅμως αὐτό βρίσκεται στούς Οὐρανούς, λοιπόν ἐσύ μόνος ἀποφάσισε γιά τήν ὑπόθεσι. Ἀλλά ὁ τεχνίτης αὐτῶν τῶν παλατιῶν εἶναι ἐδῶ καί πᾶρε τον καί θά σοῦ κατασκευάση ἄλλο παλάτι, ἀπό ἐκεῖνο πού εἶδες λαμπρότερο’’. Μόλις εἶπε αὐτό, ἔβγαλε ἀμέσως ἀπό τήν φυλακή τόν Ἀπόστολο μαζί μέ τόν πραγματευτή Ἀβάνη καί πέφτοντας στά πόδια του ζητοῦσε συγγνώμη γιά τό λάθος πού ἔκανε καί τόν φυλάκισε, καί ὁ Ἀπόστολος εὐχαρίστησε γι’ αὐτό τόν Θεό. Τότε, ἀφοῦ δίδαξε μέ τούς λόγους τῆς χάριτος καί τούς δύο ἀδελφούς μαζί καί τούς ὑπόλοιπους, πού ἦλθαν πρός αὐτόν, τούς ἔδωσε τόν ἀρραβῶνα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν· δηλαδή, τό θεῖο καί Ἅγιο Βάπτισμα. Καί ἔτσι ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, πῆγε σέ ἄλλες πόλεις, κηρύττοντας καί δοξάζοντας τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
[1] Σημείωσε, ὅτι ὁ θεῖος Χρυσόστομος πλέκει ἐγκώμιο στόν Ἅγιο Ἀπόστολο αὐτόν Θωμᾶ, πού βρίσκεται στόν ε΄ τόμο τῆς ἐν Ἐτόνῃ ἐκδόσεως, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τῷ μέν νόμῳ τῆς Ἐκκλησίας πειθόμενος, ἡψάμην, ὡς οἷόν τε, τοῦ βήματος». Παρόμοια καί ἄλλον ὁ αὐτός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Εὐλογητός ὁ Θεός. Ἥκω τό χρέος ἀποδώσων ὑμῖν». (Σῴζεται αὐτόθι). Παρόμοια καί Εὐθύμιος ὁ Ζυγαδηνός, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἡ πηγή τῆς σοφίας». Καί ὁ Νικήτας ὁ Ρήτωρ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἐπαινετός ὁ ὑπέρ τῶν Ἁγίων πόθος». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τοῦ Βατοπαιδίου Μονή καί τοῦ Διονυσίου καί Ἰβήρων). Καί ὁ Μεταφραστής ὑπόμνημα ἔχει σ’ αὐτόν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πάλαι μέν τάς κατά γῆν διατριβάς». (Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες καί πρίν ἀπό αὐτές στήν Μεγίστη Λαύρα). Καί αὐτό ἀκόμη σημείωσε, ὅτι ὁ Ἀπόστολος αὐτός Θωμᾶς, ὄχι μόνο πῆγε ἕως τίς Ἰνδίες, ὅπως γράφεται σ’ αὐτό τό Συναξάρι, ἀλλά προχώρησε καί μέχρι τήν Κίνα ἤ Σίνα τήν ἀνατολικώτατη. Γι’ αὐτό καί διαβάζουμε στήν Γεωγραφία τοῦ Φατζέα, ὅτι στόν πολυθρύλλητο καί πολυτίμητο μαζί Πύργο τῆς Κίνας (διότι εἶναι ὅλος ἀνοικοδομημένος ἀπό ἐπάνω μέχρι κάτω ἀπό φαρφουρένια τοῦβλα), σ’ αὐτόν τόν Πύργο, λέω, εἶναι γραμμένα τά ἑξῆς λόγια · «Διά τοῦ θείου Θωμᾶ ἡ οὐρανία πίστις ἑξαπέπτη καί εἰς Σινών (πόλι δηλ. ἤ ἐπαρχία) παρεγένετο».
[2] Βασιλιά τόν ὀνομάζουν καί ὁ χειρόγραφος καί ὁ τυπωμένος Συναξαριστής. Ἐπειδή ὅμως παρακάτω λέγεται, ὅτι ὁ Ἀπόστολος πῆγε πρός τόν Γουνδιαφόρο τόν βασιλιά τῶν Ἰνδῶν, ἀπό αὐτό ἕπεται ὅτι ὁ ἄρχοντας τῆς Ἀνδραπόλεως τῆς Ἰνδίας, δέν ἦταν βασιλιάς, ἀλλά μόνο ἐξουσιαστής ἤ τοπάρχης ἤ ἡγεμόνας ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο.
[3] Σημείωσε, ὅτι μέ ἀσάφεια γράφεται ἡ περίοδος αὐτή στόν τυπωμένο Συναξαριστή. Διότι δέν τό ξεχωρίζει, ποιός φαινόταν ἀόρατα στούς νεόνυμφους καί τούς στήριζε, ὁ Θωμᾶς ἤ ὁ Κύριος. Στόν χειρόγραφο γράφεται, ὅτι ὁ Θωμᾶς ἦταν αὐτός πού φαινόταν ἀόρατα καί τούς στήριζε στήν πίστι. Ἐπειδή παρακάτω λέει, ὅτι πῆγαν αὐτοί καί βρῆκαν τόν Θωμᾶ καί βαπτίσθηκαν ἀπό αὐτόν, γι’ αὐτό μετέφρασα ἐδῶ, ὅτι αὐτός πού φάνηκε ἀόρατα ἦταν ὁ Δεσπότης Χριστός, αὐτός πού ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτούς καί προηγουμένως καί ὑποσχέθηκε τίς παραπάνω ὑποσχέσεις. Διότι εἶναι πιό σωστό νά ἐννοηθῆ ὡς πρός τό ὕφος καί τήν ἀκολουθία τοῦ νοήματος. Ἀλλά καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς ἦταν ἀόρατα ἀνάμεσά τους καί δέν τόν ἔβλεπαν, ὅπως γράφεται στόν ἐκτενέστερο Βίο του στόν Nέο Παράδεισο.


Login