Ὁ ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε στό χωριό Πιθυός τῆς Χίου τό ἔτος 1785. Ὁ πατέρας του λεγόταν Παρασκευᾶς καί ἡ μητέρα του Ἀγγερού. Ἔμεινε ὀρφανός σέ ἡλικία ἐννέα μηνῶν καί μεγάλωσε σέ χέρια μητριᾶς. Μικρό παιδί ἀκόμα τόν παρέδωκε ὁ πατέρας του σέ κάποιον τεχνίτη ὀνομαζόμενον Βισεντζῆ, νά μάθη τήν ξυλογλυπτική. Αὐτός τόν πῆρε μαζί του στά Ψαρᾶ, ὅπου ἀνέλαβε νά φτιάξη τό τέμπλο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἀπό τά Ψαρᾶ μέ συντροφιά ἄλλων παιδιῶν ἔφυγαν γιά τήν Καβάλα, ὅπου ἔκλεψαν καρπούζια. Τότε γιά νά ξεφύγη, ὅπως εἶπε ἀργότερα, τό ξύλο καί τήν τιμωρία, ἀρνήθηκε τήν πίστι του, ἔγινε μωαμεθανός καί περνοῦσε τόν καιρό του μέ Ἀγαρηνούς.
Ὁ πατέρας του καί οἱ συγγενεῖς του δέν εἶχαν μάθει τίποτα ἀπό αὐτά, εἶχαν χάσει τά ἴχνη τοῦ παιδιοῦ.
Κάποτε ἔφθασε ἕνα καΐκι μέ καρπούζια στήν Χίο ἀπό τήν Καβάλα. Μέσα σέ αὐτό εἶχαν πάρει σάν μοῦτσο τόν Γεώργιο. Κάποιος συγγενής του, πού βρέθηκε στό λιμάνι τόν γνώρισε καί ἔτρεξε κοντά του μέ χαρά καί τόν χαιρέτησε, ὅμως ἄκουσε κάποιον ἀπό τό πλήρωμα τοῦ καϊκιοῦ, πού τόν φώναξε μέ τό τούρκικο ὄνομα Ἀχμέτ! Ἀκούοντας τό ὄνομα αὐτό, ξαφνιάσθηκε, πάγωσε ὁ ἄνθρωπος. Ἔτρεξε κοντά στό παιδί - θά ἦταν τότε περίπου δέκα ἐτῶν καί τοῦ λέει: «Γιῶργο, τί ἀκούω: Γιατί αὐτός σέ φώναξε Ἀχμέτ;». Καί ὁ μικρός, μή δίνοντας ἀπάντησι, ἔτρεξε στό καΐκι. Μέχρι νά εἰδοποιήσουν τόν πατέρα του, τό πλοῖο σήκωσε πανιά καί ἔφυγε ἀπό τήν Χίο.
Δέν πέρασε πολύς καιρός καί ξανᾶρθε στήν Χίο ὁ Γεώργιος μέ χριστιανικά φορέματα. Πῆγε στόν πατέρα του μέ δάκρυα. Διηγήθηκε πῶς τόν ἀπείλησαν τότε, πού ἔκλεψε καρπούζια στήν Καβάλα, πώς θά τόν κρέμαγαν, ἄν δέν ἄλλαζε τήν πίστι του, καί τόν ὠνόμασαν Ἀχμέτ, καί παρακαλοῦσε τόν πατέρα του νά τόν συγχωρέση καί νά τόν δεχθῆ κοντά του ὡς χριστιανό.
Ἡ συγκίνησι τοῦ πατέρα δέν περιγράφεται. Λίγες ἡμέρες τόν κράτησε κοντά του, ἐπειδή ἦταν ἐπικίνδυνο νά ζήση ὁ Γεώργιος ἀνάμεσα σέ γνωστούς χριστιανούς καί κυρίως Τούρκους, πού θά προσπαθοῦσαν νά τόν ἐπαναφέρουν στόν ἰσλαμισμό καί σέ περίπτωσι ἀρνήσεώς του θά τόν θανάτωναν. Σκέφτηκε ὁ πατέρας του νά τόν στείλη σέ ξένο τόπο, νά ζήση ἄγνωστος μεταξύ ἄγνωστων. Σάν ναυτικός πού ἦταν καί γνώριζε τόν κάθε τόπο, βρῆκε κατάλληλο τό Αϊβαλί.
Στό Ἀϊβαλί τόν ἐμπιστεύθηκε σέ κάποιον φίλο του, πού εἶχε ἀγροκτήματα ἔξω ἀπό τό Ἀϊβαλί. Ἐκεῖ δουλεύοντας τίμια καί ἀποδοτικά ὁ Γεώργιος πέρασε πολύ καλά, μέχρι πού ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν εἴκοσι χρόνων. Τότε ξεθάρρεψε καί κατέβηκε στό Ἀϊβαλί. Ἐκεῖ νοικίασε ἕνα δωμάτιο στό σπίτι μίας γερόντισσας, πού τόν φρόντιζε σάν παιδί της. Ὅταν πέρασαν χρόνια, ἦρθε ὁ πατέρας του καί τοῦ πρότεινε νά τόν βάλη σέ μοσχοβίτικο καράβι, νά γίνη ναυτικός, ὅμως αὐτός δέν δέχθηκε. Ἦταν εὐχαριστημένος ἀπό τήν ζωή μέ τούς Αϊβαλιῶτες, πού τόν ἀγάπησαν. Μόνο στήν γερόντισσα νοικοκυρά του εἶχε φανερώσει τό μυστικό, πώς εἶχε κάποτε ἀρνηθῆ τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
Ἦλθε καιρός νά φτιάξη οἰκογένεια. Βρέθηκε καί καλή κοπέλα, πού τόν ἤθελε. Πρίν γίνουν οἱ ἀρραβῶνες, οἱ συγγενεῖς τῆς κόρης θεώρησαν καλό νά ζητήσουν καί τή γνώμη τῆς γερόντισσας. Αὐτή εἶπε τόσο καλά λόγια γιά τό παλληκάρι, ἀλλά μέ τήν εἰλικρίνεια πού μίλησε, φανέρωσε καί τό μυστικό, ὅτι στά παιδικά του χρόνια ὁ Γεώργιος εἶχε γίνει μωαμεθανός. Ὅμως ἦταν τόσο καλή ἡ συμπεριφορά τοῦ Γεωργίου καί τόσο καλά τά λόγια τῆς γερόντισσας, πού οἱ συγγενεῖς τῆς κόρης ἀποφάσισαν τό συνοικέσιο καί ἔγινε ὁ ἀρραβώνας. Καί ὅμως ἄλλη τροπή πῆραν τά πράγματα. Ὁ Γεώργιος, εἶχε δανείσει πρίν ἀπό χρόνια χρήματα στόν ἀδελφό τῆς κοπέλας καί τώρα γιά τήν προετοιμασία τοῦ γάμου τά χρειάσθηκε καί τοῦ τά ζήτησε. Αὐτός ἀρνήθηκε νά τά δώση καί ὄχι μόνο ἀρνήθηκε, ἀλλά ἔφθασε στό σημεῖο νά καταγγείλη τόν μέλλοντα γαμπρό του στίς τουρκικές ἀρχές γιά ἐξωμότη. Φίλοι τοῦ Γεωργίου, πού ἔμαθαν τήν καταγγελία, τόν εἰδοποίησαν καί τοῦ συνέστησαν νά φύγη, ἀλλά αὐτός παρέμεινε ἐκεῖ ἄφοβος, ἀποφασισμένος, ἄν ἦταν θέλημα Θεοῦ, νά μαρτυρήση γιά τήν πίστι του.
Σέ λίγες ἡμέρες τόν συνέλαβαν καί τόν ὡδήγησαν στόν κριτή τοῦ τόπου. «Πῶς τόλμησες, τοῦ λέει ὁ κριτής, νά ἀρνηθῆς τήν πίστι στόν Ἀλλάχ! Δέν ξέρεις ὅτι θά σέ κρεμάσω, ἄν ξαναπῆς πῶς εἶσαι χριστιανός;». Καί ὁ Γεώργιος ἀπάντησε μέ θάρρος, ὅτι ἦταν, εἶναι καί χριστιανός θά πεθάνη. Βλέποντας τήν σταθερότητα τοῦ νεαροῦ χριστιανοῦ ὁ κριτής, ἄλλαξε ὕφος καί ἄρχισε τίς ὑποσχέσεις. Ἔπειτα μέ θυμό καί ὀργή ξεστόμισε πάλι ἀπειλές. Ὅμως ὅλες τίς προτάσεις, ὑποσχέσεις, ἀπειλές τίς ἀπέκρουσε μέ περιφρόνησι ὁ ἅγιος.
Ἡ 8η Νοεμβρίου ἦταν ἡ ἡμέρα, πού τόν ἔκλεισαν στήν φυλακή, ὅπου ἔμεινε δεκαεπτά ἡμέρες ὑποφέροντας τά πάνδεινα ἀπό τούς ἀγαρηνούς. Στήν φυλακή τόν συντρόφεψε ἕνας καλός χριστιανός, πού τόν παρηγοροῦσε καί τόν στήριζε στήν πίστι. Παράλληλα, ὁ πιστός λαός τοῦ Ἀϊβαλιοῦ ξεσηκώθηκε σέ θρησκευτικό συναγερμό προσευχῆς. Ἡμέρα καί νύχτα ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες γινότανε στούς ναούς παρακλήσεις καί ἀγρυπνίες, γιά νά ἐνισχύση ἡ θεία χάρις τόν βασανιζόμενο Γεώργιο νά μείνη σταθερός στήν πίστι του καί νά ἀξιωθῆ τό μαρτυρικό στεφάνι.
Στίς 24 Νοεμβρίου βγῆκε ἡ ἀπόφασι νά θανατωθῆ ὁ ἅγιος. Ἀμέσως οἱ χριστιανοί τόν εἰδοποίησαν νά προετοιμασθῆ ψυχικά καί τοῦ ἔκαμαν γνωστό, ὅτι μποροῦσαν νά στείλουν στήν φυλακή ἱερέα νά ἐξομολογηθῆ καί νά κοινωνήση τῶν ἄχραντων μυστηρίων. Μαθαίνοντας αὐτά ὁ ἅγιος δόξασε τόν Θεό καί εὐχαρίστησε τούς καλούς Ἀϊβαλιῶτες, πού φρόντισαν νά τόν εἰδοποιήσουν καί νά στείλουν ἱερέα νά τοῦ φέρη τή Θεία Κοινωνία. Πραγματικά τήν ἴδια ἡμέρα ἐξωμολογήθηκε καί κοινώνησε. Τή νύχτα ἐκείνη, ὅπως εἶπε στόν συγκρατούμενό του χριστιανό, ἔνοιωθε ἤρεμος καί τόσο ἀτάραχος καί μέ χαρά περίμενε τόν μαρτυρικό θάνατο, γιά νά ἐπανορθώση τό ἁμάρτημα τῆς ἀρνήσεως.
Τό βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας, 25 Νοεμβρίου, ἔγινε γνωστό σέ όλο τό Ἀϊβαλί, ὅτι θά ἀποκεφάλιζαν τόν Ἅγιο.
Ὅλοι οἱ Ἀϊβαλιῶτες ἔτρεξαν στήν Ἐκκλησία γιά ἀγρυπνία. Ἄλλοι πάλι εἶχαν συγκεντρωθῆ στήν ἀγορά. Οἱ Τοῦρκοι, βλέποντας τό πλῆθος καί γιά νά μή γίνη καμμιά ταραχή, θέλησαν νά διαλύσουν τήν συγκέντρωσι. Ἔβγαλαν δύο ζαπτιέδες (χωροφύλακες) πού ἐπιτέθηκαν μέ τά σπαθιά στά πλήθη.
Ἡ ἀγρυπνία προχωροῦσε μέ κατάνυξι. Τήν ὥρα πού οἱ ἱερεῖς σκέπτονταν πῶς νά μνημονεύσουν τό ὄνομα τοῦ Γεωργίου, δηλαδή ὡς ζωντανό χριστιανό ἤ ὡς ἅγιο μάρτυρα, ἔφθασε κάποιος τρέχοντας στό ναό καί ἔφερε τήν εἴδησι: «Ὁ Ἅγιος μαρτύρησε».
Ποιός μπορεῖ νά ἐκφράση τήν συγκίνησι τῶν πιστῶν, τά δάκρυα, τήν χαρά, γιά τό νέο ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας. Κανείς δέν ἔκλεισε μάτι ἐκείνη τήν νύκτα. Πρωί - πρωί μέ ἀγωνία, μέ λαχτάρα προσπαθοῦσαν ὅλοι νά μάθουν λεπτομέρειες γιά τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ ἁγίου, νά τρέξουν στήν ἀγορά, νά ἰδοῦν τή μεγάλη πέτρα, πού πάνω σέ αὐτήν ἔσφαξαν τόν ἅγιο, ἀκόμη μέ τά αἵματα τοῦ ἁγίου νά ἀγγίξουν πάνω της ἕνα κομματάκι ὕφασμα ἤ βαμβάκι καί νά τήν ἀσπασθοῦν.
Καί νά πῶς ἔγινε: Ὁ Κριτής διέταξε νά τόν βγάλουν ἀπό τήν φυλακή καί νά τόν ὁδηγήσουν στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, στήν ἀγορά, στό κεντρικώτερο μέρος, κοντά στό λεγόμενο Μπεζεστένι. Συνώδευαν τόν Γεώργιο δύο ὑπηρέτες τοῦ κριτῆ, ἕνας ἀγαρηνός καί ἕνας χριστιανός. Ὁ χριστιανός, γιά νά δώση περισσότερο θάρρος στόν ἅγιο τοῦ λέει μυστικά, καθώς ἐβάδιζαν: «Ἀδελφέ μου, εἶμαι πρόθυμος νά βγάλω τά ἅρματά μου καί νά σοῦ τά δώσω. Νά τά φορέσης καί νά μείνης στήν ὑπηρεσία τοῦ κριτῆ καί νά ἔρθω ἐγώ στήν θέσι σου, νά μαρτυρήσω γιά τήν πίστι μας».
- «Ὄχι, ἀδελφέ μου, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Γεώργιος. Ἐγώ ἔφταιξα, ἐγώ πρόδωσα τήν πίστι μου, ἐγώ πρέπει νά πληρώσω», καί τάχυνε τό βῆμα του, ἄν καί δεμένος πισθάγκωνα καί λέγοντας συνεχῶς τήν προσευχή· «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».
Στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως ἦρθε ὁ κριτής καί ἄλλοι Τοῦρκοι ἄρχοντες. Ὁ κριτής πρόσταξε τόν ἅγιο νά γονατίση. Καί γονάτισε. Ἔρχεται μπροστά του ὁ δήμιος, ἕνας ἄγριος μισόγυμνος, Χασάν λεγόμενος, ἀπό τά μέρη τῆς Προύσσας, πού δούλευε στό Σαλαχανᾶ (σφαγεῖο). Στάθηκε μπροστά στόν ἅγιο ἀπειλητικά, ἔχοντας στά δόντια του τεράστιο μαχαίρι καί στά χέρια του τουφέκι. Οἱ ἀγαρηνοί φώναζαν ἐπιτακτικά καί ἀπειλητικά στόν ἅγιο νά ἀρνηθῆ τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Εἶμαι χριστιανός καί θά πεθάνω χριστιανός». Ὁ δήμιος πῆγε πίσω ἀπό τόν ἅγιο, πού ἦταν γονατιστός καί τοῦ ἔρριξε μία τουφεκιά στήν πλάτη. Ἀφήνοντας τό τουφέκι, ἔπιασε τό μαχαίρι καί λέει στόν ἅγιο νά σκύψη τό κεφάλι του. Ἔδωκε μέ ὁρμή τό πρῶτο χτύπημα καί τό μαχαίρι σφηνώθηκε στόν τράχηλο. Ὁ δήμιος τό ἔβγαλε μέ κόπο καί ἔδωκε δεύτερο χτύπημα καί τρίτο. Κατόπιν πῆρε ἀπό τό ζωνάρι του μικρότερο μαχαίρι καί ἀπέκοψε τελείως τόν λαιμό. Σήκωσε τό κεφάλι τοῦ ἁγίου ψηλά, ὅσο μποροῦσε, νά τό ἰδοῦν οἱ ἄρχοντες καί ὁ λαός· χριστιανοί καί μωαμεθανοί.
Γράφει ὁ Ἀϊβαλιώτης Φώτης Κόντογλου: «Τότε οὗλος κεῖνος ὁ κόσμος χύθηκε ἔξω φρενῶν ἀπάνου στό ζεστό κορμί. Καί ἄλλος σφούγγιζε τό αἷμα, ἄλλος ἀσπαζότανε τό ἅγιο λείψανο ἤ τήν πλάκα, ἄλλος ξέσκιζε ἕνα κομμάτι ἀπό τό ροῦχο του, ἄλλος δόξαζε τό Θεό. Μάταια τά τουρκιά τούς χτυπούσανε μέ τά ραβδιά καί τούς κλωτσούσανε. Ὁ ἀγᾶς πρόσταξε νά τούς βαρέσουνε στά καλά, καί οἱ τοῦρκοι βάνανε τίς φωνές καί πέσανε μέ γυμνά σπαθιά ἀπάνου στούς χριστιανούς. Οἱ κακόμοιροι οἱ χριστιανοί σκορπίσανε φωνάζοντας «Κύριε ἐλέησον. Κύριε ἐλέησον» καί ἄλλος ἔχασε τό φανάρι του, ἄλλος τό ραβδί του, ἄλλος τά παπούτσια του, ἄλλος τό καλπάκι του...».
Μαρτύρησε ὁ ἅγιος στίς 26 Νοεμβρίου 1807.
Τό λείψανό του διέταξε ὁ ἀγᾶς νά τό ρίξουν σέ ἕνα ἀπό τά ξερονήσια τῆς περιοχῆς, τή Νησοπούλα, ὅπου τό ἔθαψαν οἱ χριστιανοί. Μετά ἀπό χρόνια ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του καί κατατέθηκαν στό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Κάθε χρόνο γινόταν μεγάλη πανήγυρι τήν ἡμέρα αὐτή στό Ἀϊβαλί μέχρι τήν Μικρασιατική καταστροφή (1922). Ἀπό τότε ὡς πρόσφυγας ὁ ἅγιος Γεώργιος γιορτάζεται ἀπό τούς Ἀϊβαλιῶτες στήν Μυτιλήνη, στούς δύο προσφυγικούς ναούς τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί στήν Κοινότητα τῶν Νέων Κυδωνιῶν, ὅπου ὁ ναός ἔγινε στό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χιοπολίτου καί συγκαταλέγεται μετά τῶν ἐν Λέσβῳ Ἁγίων. Ἀργότερα ὁ εὐλαβέστατος ἱερομόναχος Θεολόγος Σακαλῆς μπόρεσε καί ἔφερε ἀπό τό Ἀϊβαλί μικρό τεμάχιο λειψάνου τοῦ Ἁγ. Γεωργίου.
Τό ἀσημένιο περικάλυμμα τῆς ἅγιας κάρας τοῦ ἁγίου πουλήθηκε ἀπό τούς Τούρκους σέ κάποιον Γερμανό καί αὐτός τό μεταπούλησε σέ χριστιανό, πού τό δώρησε στό Μουσεῖο Μπενάκη, ὅπου καί βρίσκεται σήμερα.
Πηγές: Συναξαριστής Νεομαρτύρων…, σελ.164-171.
Νέος Συναξαριστής…, Νοέμβριος, σελ. 289-290.
Τσολακίδη Χ., ὅ. π., σελ. 1052.
http://www.pigizois.net


Login