Τῇ 26ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Χιοπολiτου (†1807)..

Ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος γεν­νή­θη­κε στό χω­ριό Πι­θυ­ός τῆς Χί­ου τό ἔ­τος 1785. Ὁ πα­τέ­ρας του λε­γό­ταν Πα­ρα­σκευ­ᾶς καί ἡ μη­τέ­ρα του Ἀγ­γε­ρού. Ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός σέ ἡ­λι­κί­α ἐν­νέ­α μη­νῶν καί με­γά­λω­σε σέ χέ­ρια μη­τριᾶς. Μι­κρό παι­δί ἀ­κό­μα τόν πα­ρέ­δω­κε ὁ πα­τέ­ρας του σέ κά­ποι­ον τε­χνί­τη ὀ­νο­μα­ζό­με­νον Βι­σεν­τζῆ, νά μά­θη τήν ξυ­λο­γλυ­πτι­κή. Αὐ­τός τόν πῆ­ρε μα­ζί του στά Ψα­ρᾶ, ὅ­που ἀ­νέ­λα­βε νά φτιά­ξη τό τέμ­πλο τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου. Ἀ­πό τά Ψα­ρᾶ μέ συν­τρο­φιά ἄλ­λων παι­δι­ῶν ἔ­φυ­γαν γιά τήν Κα­βά­λα, ὅ­που ἔ­κλε­ψαν καρ­πού­ζια. Τό­τε γιά νά ξε­φύ­γη, ὅ­πως εἶ­πε ἀρ­γό­τε­ρα, τό ξύ­λο καί τήν τι­μω­ρί­α, ἀρ­νή­θη­κε τήν πί­στι του, ἔ­γι­νε μω­α­με­θα­νός καί περ­νοῦ­σε τόν και­ρό του μέ Ἀ­γα­ρη­νούς.

 Ὁ πα­τέ­ρας του καί οἱ συγ­γε­νεῖς του δέν εἶ­χαν μά­θει τί­πο­τα ἀ­πό αὐ­τά, εἶ­χαν χά­σει τά ἴ­χνη τοῦ παι­διοῦ.

Κά­πο­τε ἔ­φθα­σε ἕ­να κα­ΐ­κι μέ καρ­πού­ζια στήν Χίο ἀ­πό τήν Κα­βά­λα. Μέ­σα σέ αὐ­τό εἶ­χαν πά­ρει σάν μοῦ­τσο τόν Γε­ώρ­γιο. Κά­ποι­ος συγ­γε­νής του, πού βρέ­θη­κε στό λι­μά­νι τόν γνώ­ρι­σε καί ἔ­τρε­ξε κον­τά του μέ χα­ρά καί τόν χαι­ρέ­τη­σε, ὅ­μως ἄ­κου­σε κά­ποι­ον ἀ­πό τό πλή­ρω­μα τοῦ κα­ϊ­κιοῦ, πού τόν φώ­να­ξε μέ τό τούρ­κι­κο ὄ­νο­μα Ἀχ­μέτ! Ἀ­κού­ον­τας τό ὄ­νο­μα αὐ­τό, ξαφ­νι­ά­σθη­κε, πά­γω­σε ὁ ἄν­θρω­πος. Ἔ­τρε­ξε κον­τά στό παι­δί - θά ἦ­ταν τό­τε πε­ρί­που δέ­κα ἐτῶν καί τοῦ λέ­ει: «Γι­ῶρ­γο, τί ἀ­κού­ω: Για­τί αὐ­τός σέ φώ­να­ξε Ἀχ­μέτ;». Καί ὁ μι­κρός, μή δί­νον­τας ἀ­πάν­τη­σι, ἔ­τρε­ξε στό κα­ΐ­κι. Μέ­χρι νά εἰ­δο­ποι­ή­σουν τόν πα­τέ­ρα του, τό πλοῖ­ο σή­κω­σε πα­νιά καί ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν Χίο.

Δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός καί ξα­νᾶρ­θε στήν Χίο ὁ Γε­ώρ­γιος μέ χρι­στι­α­νι­κά φο­ρέ­μα­τα. Πῆ­γε στόν πα­τέ­ρα του μέ δά­κρυ­α. Δι­η­γή­θη­κε πῶς τόν ἀ­πεί­λη­σαν τό­τε, πού ἔ­κλε­ψε καρ­πού­ζια στήν Κα­βά­λα, πώς θά τόν κρέ­μα­γαν, ἄν δέν ἄλ­λα­ζε τήν πί­στι του, καί τόν ὠ­νό­μα­σαν Ἀχ­μέτ, καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν πα­τέ­ρα του νά τόν συγ­χω­ρέ­ση καί νά τόν δε­χθῆ κον­τά του ὡς χρι­στια­νό.

Ἡ συγ­κί­νη­σι τοῦ πα­τέ­ρα δέν πε­ρι­γρά­φε­ται. Λί­γες ἡ­μέ­ρες τόν κρά­τη­σε κον­τά του, ἐπειδή ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νο νά ζή­ση ὁ Γε­ώρ­γιος ἀ­νά­με­σα σέ γνω­στούς χρι­στια­νούς καί κυ­ρί­ως Τούρ­κους, πού θά προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν ἐ­πα­να­φέ­ρουν στόν ἰσ­λα­μι­σμό καί σέ πε­ρί­πτω­σι ἀρ­νή­σε­ώς του θά τόν θα­νά­τω­ναν. Σκέ­φτη­κε ὁ πα­τέ­ρας του νά τόν στεί­λη σέ ξέ­νο τό­πο, νά ζή­ση ἄ­γνω­στος με­τα­ξύ ἄ­γνω­στων. Σάν ναυ­τι­κός πού ἦ­ταν καί γνώ­ρι­ζε τόν κά­θε τό­πο, βρῆ­κε κα­τάλ­λη­λο τό Α­ϊ­βα­λί.

Στό Ἀ­ϊ­βα­λί τόν ἐμ­πι­στεύ­θη­κε σέ κά­ποι­ον φί­λο του, πού εἶ­χε ἀ­γρο­κτή­μα­τα ἔ­ξω ἀ­πό τό Ἀ­ϊ­βα­λί. Ἐ­κεῖ δου­λεύ­ον­τας τί­μια καί ἀ­πο­δο­τι­κά ὁ Γε­ώρ­γιος πέ­ρα­σε πο­λύ κα­λά, μέ­χρι πού ἔ­φθα­σε στήν ἡ­λι­κί­α τῶν εἴ­κο­σι χρό­νων. Τό­τε ξε­θάρ­ρε­ψε καί κα­τέ­βη­κε στό Ἀ­ϊ­βα­λί. Ἐ­κεῖ νοι­κί­α­σε ἕ­να δω­μά­τιο στό σπί­τι μί­ας γε­ρόν­τισ­σας, πού τόν φρόν­τι­ζε σάν παι­δί της. Ὅ­ταν πέ­ρα­σαν χρό­νια, ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας του καί τοῦ πρό­τει­νε νά τόν βά­λη σέ μο­σχο­βί­τι­κο κα­ρά­βι, νά γί­νη ναυ­τι­κός, ὅ­μως αὐ­τός δέν δέ­χθη­κε. Ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἀ­πό τήν ζω­ή μέ τούς Α­ϊ­βα­λι­ῶ­τες, πού τόν ἀ­γά­πη­σαν. Μό­νο στήν γε­ρόν­τισ­σα νοι­κο­κυ­ρά του εἶ­χε φα­νε­ρώ­σει τό μυ­στι­κό, πώς εἶ­χε κά­πο­τε ἀρ­νη­θῆ τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἦλ­θε και­ρός νά φτιά­ξη οἰ­κο­γέ­νεια. Βρέ­θη­κε καί κα­λή κοπέ­λα, πού τόν ἤ­θε­λε. Πρίν γί­νουν οἱ ἀρ­ρα­βῶ­νες, οἱ συγ­γε­νεῖς τῆς κό­ρης θε­ώ­ρη­σαν κα­λό νά ζη­τή­σουν καί τή γνώ­μη τῆς γε­ρόν­τισ­σας. Αὐ­τή εἶ­πε τό­σο κα­λά λό­για γιά τό παλλη­κά­ρι, ἀλ­λά μέ τήν εἰ­λι­κρί­νεια πού μί­λη­σε, φα­νέ­ρω­σε καί τό μυ­στι­κό, ὅ­τι στά παι­δι­κά του χρό­νια ὁ Γε­ώρ­γιος εἶ­χε γί­νει μω­α­με­θα­νός. Ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο κα­λή ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ Γε­ωρ­γί­ου καί τό­σο κα­λά τά λό­για τῆς γε­ρόν­τισ­σας, πού οἱ συγ­γε­νεῖς τῆς κό­ρης ἀ­πο­φά­σι­σαν τό συ­νοι­κέ­σιο καί ἔ­γι­νε ὁ ἀρ­ρα­βώ­νας. Καί ὅ­μως ἄλ­λη τρο­πή πῆ­ραν τά πράγ­μα­τα. Ὁ Γε­ώρ­γιος, εἶ­χε δα­νεί­σει πρίν ἀπό χρό­νια χρή­μα­τα στόν ἀ­δελ­φό τῆς κο­πέ­λας καί τώ­ρα γιά τήν προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ γά­μου τά χρει­ά­σθη­κε καί τοῦ τά ζή­τη­σε. Αὐ­τός ἀρ­νή­θη­κε νά τά δώ­ση καί ὄ­χι μό­νο ἀρ­νή­θη­κε, ἀλ­λά ἔ­φθα­σε στό ση­μεῖ­ο νά κα­ταγ­γεί­λη τόν μέλ­λον­τα γαμ­πρό του στίς τουρ­κι­κές ἀρ­χές γιά ἐ­ξω­μό­τη. Φί­λοι τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, πού ἔ­μα­θαν τήν κα­ταγ­γε­λί­α, τόν εἰ­δο­ποί­η­σαν καί τοῦ συ­νέ­στη­σαν νά φύ­γη, ἀλ­λά αὐ­τός πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἄ­φο­βος, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, ἄν ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ, νά μαρ­τυ­ρή­ση γιά τήν πί­στι του.

Σέ λί­γες ἡ­μέ­ρες τόν συ­νέ­λα­βαν καί τόν ὡ­δή­γη­σαν στόν κρι­τή τοῦ τό­που. «Πῶς τόλ­μη­σες, τοῦ λέ­ει ὁ κρι­τής, νά ἀρ­νη­θῆς τήν πί­στι στόν Ἀ­λλάχ! Δέν ξέ­ρεις ὅ­τι θά σέ κρε­μά­σω, ἄν ξα­να­πῆς πῶς εἶ­σαι χρι­στια­νός;». Καί ὁ Γε­ώρ­γιος ἀ­πάν­τη­σε μέ θάρ­ρος, ὅ­τι ἦ­ταν, εἶ­ναι καί χρι­στια­νός θά πε­θά­νη. Βλέ­πον­τας τήν στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ νε­α­ροῦ χρι­στια­νοῦ ὁ κρι­τής, ἄλ­λα­ξε ὕ­φος καί ἄρ­χι­σε τίς ὑ­πο­σχέ­σεις. Ἔ­πει­τα μέ θυ­μό καί ὀρ­γή ξε­στό­μι­σε πά­λι ἀ­πει­λές. Ὅ­μως ὅ­λες τίς προ­τά­σεις, ὑ­πο­σχέ­σεις, ἀ­πει­λές τίς ἀ­πέ­κρου­σε μέ πε­ρι­φρό­νη­σι ὁ ἅ­γιος.

 Ἡ 8η Νο­εμ­βρί­ου ἦ­ταν ἡ ἡ­μέ­ρα, πού τόν ἔ­κλει­σαν στήν φυ­λα­κή, ὅ­που ἔ­μει­νε δε­κα­ε­πτά ἡ­μέ­ρες ὑ­πο­φέ­ρον­τας τά πάν­δει­να ἀ­πό τούς ἀ­γα­ρη­νούς. Στήν φυ­λα­κή τόν συν­τρό­φε­ψε ἕ­νας κα­λός χρι­στια­νός, πού τόν πα­ρη­γο­ροῦ­σε καί τόν στή­ρι­ζε στήν πί­στι. Πα­ράλ­λη­λα, ὁ πι­στός λα­ός τοῦ Ἀ­ϊ­βα­λιοῦ ξε­ση­κώ­θη­κε σέ θρη­σκευ­τι­κό συ­να­γερ­μό προ­σευ­χῆς. Ἡ­μέ­ρα καί νύ­χτα ὅ­λες αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες γι­νό­τα­νε στούς να­ούς πα­ρα­κλή­σεις καί ἀ­γρυ­πνί­ες, γιά νά ἐ­νι­σχύ­ση ἡ θεί­α χά­ρις τόν βα­σα­νι­ζό­με­νο Γε­ώρ­γιο νά μεί­νη στα­θε­ρός στήν πί­στι του καί νά ἀ­ξι­ω­θῆ τό μαρ­τυ­ρι­κό στε­φά­νι.

Στίς 24 Νο­εμ­βρί­ου βγῆ­κε ἡ ἀ­πό­φα­σι νά θα­να­τω­θῆ ὁ ἅ­γιος. Ἀ­μέ­σως οἱ χρι­στια­νοί τόν εἰ­δο­ποί­η­σαν νά προ­ε­τοι­μα­σθῆ ψυ­χι­κά καί τοῦ ἔ­κα­μαν γνω­στό, ὅ­τι μπο­ροῦ­σαν νά στεί­λουν στήν φυ­λα­κή ἱ­ε­ρέ­α νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ καί νά κοι­νω­νή­ση τῶν ἄ­χραν­των μυ­στη­ρί­ων. Μα­θαί­νον­τας αὐ­τά ὁ ἅ­γιος δό­ξα­σε τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τούς κα­λούς Ἀ­ϊ­βα­λι­ῶ­τες, πού φρόν­τι­σαν νά τόν εἰ­δο­ποι­ή­σουν καί νά στεί­λουν ἱ­ε­ρέ­α νά τοῦ φέ­ρη τή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Πραγ­μα­τι­κά τήν ἴ­δια ἡ­μέ­ρα ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε καί κοι­νώ­νη­σε. Τή νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ὅ­πως εἶ­πε στόν συγ­κρα­τού­με­νό του χρι­στια­νό, ἔ­νοι­ω­θε ἤ­ρε­μος καί τό­σο ἀ­τά­ρα­χος καί μέ χα­ρά πε­ρί­με­νε τόν μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το, γιά νά ἐ­πα­νορ­θώ­ση τό ἁ­μάρ­τη­μα τῆς ἀρ­νή­σε­ως.

Τό βρά­δυ τῆς ἴ­διας ἡ­μέ­ρας, 25 Νο­εμ­βρί­ου, ἔ­γι­νε γνω­στό σέ ό­λο τό Ἀ­ϊ­βα­λί, ὅ­τι θά ἀ­πο­κε­φά­λι­ζαν τόν Ἅ­γιο.

Ὅ­λοι οἱ Ἀ­ϊ­βα­λι­ῶ­τες ἔ­τρε­ξαν στήν Ἐκ­κλη­σί­α γιά ἀ­γρυ­πνί­α. Ἄλ­λοι πά­λι εἶ­χαν συγ­κεν­τρω­θῆ στήν ἀ­γο­ρά. Οἱ Τοῦρ­κοι, βλέ­πον­τας τό πλῆ­θος καί γιά νά μή γί­νη κα­μμιά τα­ρα­χή, θέ­λη­σαν νά δι­α­λύ­σουν τήν συγ­κέν­τρω­σι. Ἔ­βγα­λαν δύ­ο ζα­πτι­έ­δες (χω­ρο­φύ­λα­κες) πού ἐ­πι­τέ­θη­καν μέ τά σπα­θιά στά πλή­θη.

 Ἡ ἀ­γρυ­πνί­α προ­χω­ροῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξι. Τήν ὥ­ρα πού οἱ ἱ­ε­ρεῖς ­σκέ­πτον­ταν πῶς νά μνη­μο­νεύ­σουν τό ὄ­νο­μα τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, δη­λα­δή ὡς ζων­τα­νό χρι­στια­νό ἤ ὡς ἅ­γιο μάρ­τυ­ρα, ἔ­φθα­σε κά­ποι­ος τρέ­χον­τας στό να­ό καί ἔ­φε­ρε τήν εἴ­δη­σι: «Ὁ Ἅ­γιος μαρ­τύ­ρη­σε».

Ποι­ός μπο­ρεῖ νά ἐκ­φρά­ση τήν συγ­κί­νη­σι τῶν πι­στῶν, τά δά­κρυ­α, τήν χα­ρά, γιά τό νέ­ο ἅ­γιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Κα­νείς δέν ἔ­κλει­σε μά­τι ἐκείνη τήν νύ­κτα. Πρω­ί - πρω­ί μέ ἀ­γω­νί­α, μέ λα­χτά­ρα προ­σπα­θοῦ­σαν ὅ­λοι νά μά­θουν λε­πτο­μέ­ρει­ες γιά τόν μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το τοῦ ἁ­γί­ου, νά τρέ­ξουν στήν ἀ­γο­ρά, νά ἰ­δοῦν τή με­γά­λη πέ­τρα, πού πά­νω σέ αὐτήν ἔ­σφα­ξαν τόν ἅ­γιο, ἀ­κό­μη μέ τά αἵ­μα­τα τοῦ ἁ­γί­ου νά ἀγ­γί­ξουν πά­νω της ἕ­να κομ­μα­τά­κι ὕ­φα­σμα ἤ βαμ­βά­κι καί νά τήν ἀ­σπα­σθοῦν.

Καί νά πῶς ἔ­γι­νε: Ὁ Κρι­τής δι­έ­τα­ξε νά τόν βγά­λουν ἀπό τήν φυ­λα­κή καί νά τόν ὁ­δη­γή­σουν στόν τό­πο τῆς ἐ­κτε­λέ­σε­ως, στήν ἀ­γο­ρά, στό κεν­τρι­κώ­τε­ρο μέ­ρος, κον­τά στό λε­γό­με­νο Μπε­ζε­στέ­νι. Συ­νώ­δευ­αν τόν Γε­ώρ­γιο δύ­ο ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ κρι­τῆ, ἕ­νας ἀ­γα­ρη­νός καί ἕ­νας χρι­στια­νός. Ὁ χρι­στια­νός, γιά νά δώ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο θάρ­ρος στόν ἅ­γιο τοῦ λέ­ει μυ­στι­κά, κα­θώς ἐ­βά­δι­ζαν: «Ἀ­δελ­φέ μου, εἶ­μαι πρό­θυ­μος νά βγά­λω τά ἅρ­μα­τά μου καί νά σοῦ τά δώ­σω. Νά τά φο­ρέ­σης καί νά μεί­νης στήν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ κρι­τῆ καί νά ἔρ­θω ἐ­γώ στήν θέ­σι σου, νά μαρ­τυ­ρή­σω γιά τήν πί­στι μας».

- «Ὄ­χι, ἀ­δελ­φέ μου, τοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ Γε­ώρ­γιος. Ἐ­γώ ἔ­φται­ξα, ἐ­γώ πρό­δω­σα τήν πί­στι μου, ἐ­γώ πρέ­πει νά πλη­ρώ­σω», καί τά­χυ­νε τό βῆ­μα του, ἄν καί δε­μέ­νος πι­σθάγ­κω­να καί λέ­γον­τας συ­νε­χῶς τήν προ­σευ­χή· «Κύ­ρι­ε, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με τόν ἁ­μαρ­τω­λόν».

Στόν τό­πο τῆς ἐ­κτε­λέ­σε­ως ἦρ­θε ὁ κρι­τής καί ἄλ­λοι Τοῦρ­κοι ἄρ­χον­τες. Ὁ κρι­τής πρό­στα­ξε τόν ἅ­γιο νά γο­να­τί­ση. Καί γο­νά­τι­σε. Ἔρ­χε­ται μπρο­στά του ὁ δή­μιος, ἕ­νας ἄ­γριος μι­σό­γυ­μνος, Χα­σάν λε­γό­με­νος, ἀ­πό τά μέ­ρη τῆς Προύσ­σας, πού δού­λευ­ε στό Σα­λα­χα­νᾶ (σφα­γεῖ­ο). Στά­θη­κε μπρο­στά στόν ἅ­γιο ἀ­πει­λη­τι­κά, ἔ­χον­τας στά δόν­τια του τε­ρά­στιο μαχαίρι καί στά χέ­ρια του του­φέ­κι. Οἱ ἀ­γα­ρη­νοί φώ­να­ζαν ἐ­πι­τα­κτι­κά καί ἀ­πει­λη­τι­κά στόν ἅ­γιο νά ἀρ­νη­θῆ τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τοῦ­σε: «Εἶ­μαι χρι­στια­νός καί θά πε­θά­νω χρι­στια­νός». Ὁ δή­μιος πῆ­γε πί­σω ἀ­πό τόν ἅ­γιο, πού ἦ­ταν γο­να­τι­στός καί τοῦ ἔρριξε μί­α του­φε­κιά στήν πλά­τη. Ἀ­φή­νον­τας τό του­φέ­κι, ἔ­πια­σε τό μαχαίρι καί λέ­ει στόν ἅ­γιο νά σκύ­ψη τό κε­φά­λι του. Ἔ­δω­κε μέ ὁρ­μή τό πρῶ­το χτύ­πη­μα καί τό μαχαίρι σφη­νώ­θη­κε στόν τρά­χη­λο. Ὁ δή­μιος τό ἔ­βγα­λε μέ κό­πο καί ἔ­δω­κε δεύ­τε­ρο χτύ­πη­μα καί τρί­το. Κα­τό­πιν πῆ­ρε ἀ­πό τό ζω­νά­ρι του μι­κρό­τε­ρο μαχαίρι καί ἀ­πέ­κο­ψε τε­λεί­ως τόν λαι­μό. Σή­κω­σε τό κε­φά­λι τοῦ ἁ­γί­ου ψη­λά, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε, νά τό ἰ­δοῦν οἱ ἄρ­χον­τες καί ὁ λα­ός· χρι­στια­νοί καί μω­α­με­θα­νοί.

Γρά­φει ὁ Ἀ­ϊ­βα­λι­ώ­της Φώ­της Κόν­το­γλου: «Τό­τε οὗ­λος κεῖ­νος ὁ κό­σμος χύ­θη­κε ἔ­ξω φρε­νῶν ἀ­πά­νου στό ζε­στό κορ­μί. Καί ἄλ­λος σφούγ­γι­ζε τό αἷ­μα, ἄλ­λος ἀ­σπα­ζό­τα­νε τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο ἤ τήν πλά­κα, ἄλ­λος ξέ­σκι­ζε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πό τό ροῦ­χο του, ἄλ­λος δό­ξα­ζε τό Θε­ό. Μά­ται­α τά τουρ­κιά τούς χτυ­πού­σα­νε μέ τά ρα­βδιά καί τούς κλω­τσού­σα­νε. Ὁ ἀ­γᾶς πρό­στα­ξε νά τούς βα­ρέ­σου­νε στά κα­λά, καί οἱ τοῦρ­κοι βά­να­νε τίς φω­νές καί πέ­σα­νε μέ γυ­μνά σπα­θιά ἀ­πά­νου στούς χρι­στια­νούς. Οἱ κα­κό­μοι­ροι οἱ χρι­στια­νοί σκορ­πί­σα­νε φω­νά­ζον­τας «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον» καί ἄλ­λος ἔ­χα­σε τό φα­νά­ρι του, ἄλ­λος τό ρα­βδί του, ἄλ­λος τά πα­πού­τσια του, ἄλ­λος τό καλ­πά­κι του...».

Μαρ­τύ­ρη­σε ὁ ἅ­γιος στίς 26 Νο­εμ­βρί­ου 1807.

Τό λεί­ψα­νό του δι­έ­τα­ξε ὁ ἀ­γᾶς νά τό ρί­ξουν σέ ἕ­να ἀ­πό τά ξε­ρο­νή­σια τῆς πε­ρι­ο­χῆς, τή Νη­σο­πού­λα, ὅ­που τό ἔ­θα­ψαν οἱ χρι­στια­νοί. Με­τά ἀ­πό χρό­νια ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του καί κα­τα­τέ­θη­καν στό να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου.  Κά­θε χρό­νο γι­νό­ταν με­γά­λη πα­νή­γυ­ρι τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή στό Ἀ­ϊ­βα­λί μέ­χρι τήν Μι­κρα­σι­α­τι­κή κα­τα­στρο­φή (1922). Ἀ­πό τό­τε ὡς πρό­σφυ­γας ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος γι­ορ­τά­ζε­ται ἀ­πό τούς Ἀ­ϊ­βα­λι­ῶ­τες στήν Μυ­τι­λή­νη, στούς δύ­ο προ­σφυ­γι­κούς να­ούς τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου καί στήν Κοι­νό­τη­τα τῶν Νέ­ων Κυ­δω­νι­ῶν, ὅ­που ὁ να­ός ἔ­γι­νε στό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Χι­ο­πο­λί­του καί συγ­κα­τα­λέ­γε­ται με­τά τῶν ἐν Λέ­σβῳ Ἁ­γί­ων. Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ εὐ­λα­βέ­στα­τος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Θε­ο­λό­γος Σα­κα­λῆς μπό­ρε­σε καί ἔ­φε­ρε ἀ­πό τό Ἀ­ϊ­βα­λί μι­κρό τε­μά­χιο λει­ψά­νου τοῦ  Ἁγ. Γε­ωρ­γί­ου.

Τό ἀ­ση­μέ­νιο πε­ρι­κά­λυμ­μα τῆς ἅ­γιας κά­ρας τοῦ ἁ­γί­ου που­λή­θη­κε ἀ­πό τούς Τούρ­κους σέ κά­ποι­ον Γερ­μα­νό καί αὐ­τός τό με­τα­πού­λη­σε σέ χρι­στια­νό, πού τό δώ­ρη­σε στό Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη, ὅ­που καί βρί­σκε­ται σή­με­ρα.

Πη­γές: Συ­να­ξα­ρι­στής Νε­ο­μαρ­τύ­ρων…, σελ.164-171.

Νέ­ος Συ­να­ξα­ρι­στής…, Νο­έμ­βριος, σελ. 289-290.

Τσο­λα­κί­δη Χ.,  ὅ. π.,  σελ. 1052.

http://www.pigizois.net



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης