Εἰς τήν A΄, μνήμη τῶν Ἁγίων ἑπτά Μαρτύρων Μακκαβαίων, Ἀβείμ, Ἀντωνίου, Γουρίου, Ἐλεαζάρου, Εὐσεβωνᾶ, Ἀχείμ καί Μαρκέλλου, καί τῆς μητρός αὐτῶν Σολoμονῆς, καί τοῦ διδασκάλου αὐτῶν Ἐλεαζάρου.

 

+ Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Ἀν­τί­ο­χου, υἱ­οῦ τοῦ Σε­λεύ­κου, κα­τά τό ἔ­τος ἀ­πό μέν κτί­σε­ως κό­σμου 5327, πρό Χρι­στοῦ δέ 173. Αὐ­τοί λοι­πόν ἐ­πει­δή ἀ­ναγ­κά­ζον­ταν ἀ­πό τόν ἀ­να­φερ­θέν­τα Ἀν­τί­ο­χο (πού ἐ­ξα­φά­νι­σε καί σκλά­βω­σε ὅ­λο τό γέ­νος τῶν Ἑ­βραί­ων), νά ἀρ­νη­θοῦν τίς θεϊκές συ­νή­θει­ες καί δι­α­τά­ξεις τίς πα­ρα­δο­μέ­νες ἀ­πό τόν νό­μο καί τούς προ­γό­νους τους, δη­λα­δή νά φᾶ­νε χοι­ρι­νά κρέ­α­τα· ἐ­πει­δή, λέ­ω, ἀ­ναγ­κά­σθη­καν σ’ αὐ­τό ἀ­πό τόν τύ­ραν­νο, γι’ αὐ­τό δέν πεί­σθη­καν,

 

τό­σο αὐ­τοί, ὅ­σο καί ὁ δι­δά­σκα­λός τους Ἐ­λε­ά­ζα­ρος, φυ­λά­γον­τας τήν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ θεί­ου νό­μου, πού λέ­ει· «Τόν ὗν, ὅ­τι δι­χα­λοῖ ὁ­πλῆν τοῦ­το, καί ὀ­νυ­χί­ζει ὄ­νυ­χας ὁ­πλῆς, καί τοῦ­το οὐκ ἀ­νά­γει μη­ρυ­κι­σμόν, ἀ­κά­θαρ­τον τοῦ­το ὑ­μῖν· ἀ­πό τῶν κρε­ῶν αὐ­τῶν οὐ φά­γε­σθε καί τῶν θνη­σι­μαί­ων αὐ­τῶν οὐχ ἅ­ψε­σθε· ἀ­κά­θαρ­τα ταῦ­τα ὑ­μῖν» (Λευ­ϊτ. 11,7). Δη­λα­δή, μή φᾶ­τε τόν χοῖ­ρο, δι­ό­τι αὐ­τός, ἔ­χει τά νύ­χια του μοι­ρα­σμέ­να σέ δύ­ο, δέν ἀ­να­μη­ρυ­κά­ζει, οὔ­τε ἀ­να­μοι­ρά­ζει τό φα­γη­τό, ­πού τρώ­ει. Ὁ­πό­τε ἀ­πό τά κρέ­α­τα τοῦ χοί­ρου νά μή φᾶ­τε καί τό νε­κρό σῶ­μα αὐ­τό μή τό πι­ά­σε­τε, δι­ό­τι αὐ­τά εἶ­ναι ἀ­κά­θαρ­τα.

Γιά τόν λό­γο αὐ­τό τοῦ μέν Ἁ­γί­ου Ἐ­λε­α­ζά­ρου τά χέ­ρια ἔ­δε­σαν πί­σω καί τόν ἔ­δει­ραν δυ­να­τά. Ἔ­πει­τα ἔ­χυ­σαν μέ­σα στήν μύ­τη του κά­ποι­α ὑ­γρά βρω­με­ρά καί ὀ­ξέ­α. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά τόν ἔρ­ρι­ξαν στήν φω­τιά, μέ­σα στήν ὁ­ποί­α προ­σευ­χή­θη­κε νά γί­νη τό αἷ­μα καί ὁ θά­να­τός του λύ­τρω­σις καί ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­λου τοῦ γέ­νους του καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ ὁ ἀ­οί­δι­μος. Τούς δέ Ἁ­γί­ους ἑ­πτά Παῖ­δες ἔ­φε­ρε μπρο­στά του ὁ τύ­ραν­νος καί τι­μώ­ρη­σε, τό κα­θ’ ἕ­να στά χρό­νια τῆς ἡ­λι­κί­ας του, μέ τρο­χούς, μέ κον­τά­ρια, μέ φω­τιά καί μέ ἄλ­λα ὄρ­γα­να τι­μω­ρη­τι­κά, τά ὁ­ποῖ­α ἔμ­παι­ναν μέ­σα στίς ἀρ­θρώ­σεις καί ἁρ­μο­νί­ες τοῦ σώ­μα­τος. Ὁ­πό­τε οἱ μα­κά­ριοι Παῖ­δες πε­θαί­νον­τας μέ­σα σέ τέ­τοι­α βά­σα­να, ἀ­πέ­δει­ξαν, ὅ­τι ὁ λο­γι­σμός εἶ­ναι κύ­ριος καί αὐ­το­κρά­το­ρας τῶν πα­θῶν. Καί ἐ­άν θε­λή­ση, δέν μπο­ρεῖ νά νι­κη­θῆ ἀ­πό αὐ­τά[1]. Καί ἔ­τσι δέ­χθη­καν ἀ­πό τόν Κύ­ριο τούς στε­φά­νους τῆς ἀ­θλή­σε­ως.



[1]   Ὅπως τό ἀποδεικνύει ὁ Ἑ­βραῖ­ος Ἰ­ώ­ση­πος σέ ὁλόκληρο τόν λόγο, ­πού συ­νέ­γρα­ψε γιά τόν αὐ­το­κρά­το­ρα λο­γι­σμό, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Φι­λο­σο­φώ­τα­τον λό­γον ἐ­πι­δεί­κνυ­σθαι μέλ­λων».

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης