+ Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἀντίοχου, υἱοῦ τοῦ Σελεύκου, κατά τό ἔτος ἀπό μέν κτίσεως κόσμου 5327, πρό Χριστοῦ δέ 173. Αὐτοί λοιπόν ἐπειδή ἀναγκάζονταν ἀπό τόν ἀναφερθέντα Ἀντίοχο (πού ἐξαφάνισε καί σκλάβωσε ὅλο τό γένος τῶν Ἑβραίων), νά ἀρνηθοῦν τίς θεϊκές συνήθειες καί διατάξεις τίς παραδομένες ἀπό τόν νόμο καί τούς προγόνους τους, δηλαδή νά φᾶνε χοιρινά κρέατα· ἐπειδή, λέω, ἀναγκάσθηκαν σ’ αὐτό ἀπό τόν τύραννο, γι’ αὐτό δέν πείσθηκαν,
τόσο αὐτοί, ὅσο καί ὁ διδάσκαλός τους Ἐλεάζαρος, φυλάγοντας τήν παραγγελία τοῦ θείου νόμου, πού λέει· «Τόν ὗν, ὅτι διχαλοῖ ὁπλῆν τοῦτο, καί ὀνυχίζει ὄνυχας ὁπλῆς, καί τοῦτο οὐκ ἀνάγει μηρυκισμόν, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν· ἀπό τῶν κρεῶν αὐτῶν οὐ φάγεσθε καί τῶν θνησιμαίων αὐτῶν οὐχ ἅψεσθε· ἀκάθαρτα ταῦτα ὑμῖν» (Λευϊτ. 11,7). Δηλαδή, μή φᾶτε τόν χοῖρο, διότι αὐτός, ἔχει τά νύχια του μοιρασμένα σέ δύο, δέν ἀναμηρυκάζει, οὔτε ἀναμοιράζει τό φαγητό, πού τρώει. Ὁπότε ἀπό τά κρέατα τοῦ χοίρου νά μή φᾶτε καί τό νεκρό σῶμα αὐτό μή τό πιάσετε, διότι αὐτά εἶναι ἀκάθαρτα.
Γιά τόν λόγο αὐτό τοῦ μέν Ἁγίου Ἐλεαζάρου τά χέρια ἔδεσαν πίσω καί τόν ἔδειραν δυνατά. Ἔπειτα ἔχυσαν μέσα στήν μύτη του κάποια ὑγρά βρωμερά καί ὀξέα. Μετά ἀπό αὐτά τόν ἔρριξαν στήν φωτιά, μέσα στήν ὁποία προσευχήθηκε νά γίνη τό αἷμα καί ὁ θάνατός του λύτρωσις καί ἐλευθερία ὅλου τοῦ γένους του καί ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ ὁ ἀοίδιμος. Τούς δέ Ἁγίους ἑπτά Παῖδες ἔφερε μπροστά του ὁ τύραννος καί τιμώρησε, τό καθ’ ἕνα στά χρόνια τῆς ἡλικίας του, μέ τροχούς, μέ κοντάρια, μέ φωτιά καί μέ ἄλλα ὄργανα τιμωρητικά, τά ὁποῖα ἔμπαιναν μέσα στίς ἀρθρώσεις καί ἁρμονίες τοῦ σώματος. Ὁπότε οἱ μακάριοι Παῖδες πεθαίνοντας μέσα σέ τέτοια βάσανα, ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ λογισμός εἶναι κύριος καί αὐτοκράτορας τῶν παθῶν. Καί ἐάν θελήση, δέν μπορεῖ νά νικηθῆ ἀπό αὐτά[1]. Καί ἔτσι δέχθηκαν ἀπό τόν Κύριο τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.
[1] Ὅπως τό ἀποδεικνύει ὁ Ἑβραῖος Ἰώσηπος σέ ὁλόκληρο τόν λόγο, πού συνέγραψε γιά τόν αὐτοκράτορα λογισμό, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων».


Login