Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καί Ὁμολογητῶν Γουρία, Σαμωνᾶ καί Ἀβίβου.
Ἀπό τούς Ἁγίους αὐτούς Μάρτυρες ὁ μέν Σαμωνᾶς καί Γουρίας, μαρτύρησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκρά-τορα Διοκλητιανοῦ καί τοῦ δούκα Ἀντω-νίνου, κατά τό ἔτος 288. Δηλαδή, ἀφοῦ συκοφαν-τήθηκαν, ὅτι πείθουν τούς ἀνθρώπους νά μή θυσιά-ζουν στά εἴδωλα, ἀμέσως κρεμάσθηκαν καί οἱ δύο ἀπό τό ἕνα χέρι, καί ἀπό κάτω τραβοῦσαν τά πόδια τους μέ τά βάρη μερικῶν σωμάτων. Καί ἔτσι ἔμει-ναν κρεμασμένοι ἀπό τήν τρίτη ὥρα ἕως τήν ἕκτη. Ἔπειτα ἀφοῦ τούς κατέβασαν, τούς ἔρριξαν δεμένους σέ μία σκοτεινή φυλακή καί τά πόδια τους σφίχθηκαν στό τιμωρητικό ξύλο. Ἐκεῖ λοιπόν πέρασαν ὑποφέρον-τας καί κακοπαθῶντας ἀπό τήν πεῖνα, τέσσερις ὁλόκληρους μῆνες. Μετά ἀπό αὐτά ὁ μέν Ἅγιος Σαμωνᾶς, κρεμάσθηκε κατακέφαλα ἀπό τό ἕνα πόδι, ἀπό τήν δεύτερη ἕως τήν πέμπτη ὥρα, ὁπότε βγῆκε τό γόνατό του ἀπό τήν θέσι του. Ὁ δέ Ἅγιος Γουρίας ἔμεινε στήν φυλακή σάν μισαποθαμένος. Τήν δέ ἐρχόμενη ἡμέρα ἀποκεφαλίσθηκαν καί οἱ δύο. Ὁ Διάκονος Ἄβιβος, ἀφοῦ συκοφαντήθηκε στά χρόνια τοῦ Λικινίου τοῦ τυράννου κατά τό ἔτος 316, δίδασκε στούς Ἕλληνες τήν πίστι στόν Χριστό. Ὁπότε ἀρχικά κρεμάσθηκε, ἔπειτα δάρθηκε. Ὕστερα, ἀφοῦ λύθηκε ἀπό τά δεσμά, ἐρωτᾶται, ἐάν ἀρνῆται τόν Χριστό. Καί μή ὑπακούοντας στήν προσταγή τοῦ τυράννου, παραδόθηκε στήν φωτιά ἔχοντας στό στόμα του ἕνα λουρί σάν χαλινάρι. Καί ἔτσι τελείωσε τό μαρτύριό του, ὁπότε ἔλαβαν καί οἱ τρεῖς ἀπό τόν Κύριο τούς στεφάνους τῆς νίκης. (Τόν ἀναλυτικό τους Βίο βλέπε στόν Νέο Παράδεισο. Τόν ἑλληνικό Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἔτος μέν ἀπό τῆς Ἀλεξάνδρου». Σώζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες καί ἰδιαίτερα στήν Λαύρα).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Κυντιῶνος, Ἐπισκόπου Σελευκείας.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἐλπίδιος, Μάρκελλος καί Εὐστόχιος πυρί τελειοῦνται.
Αὐτός ὁ μακάριος Ἐλπίδιος ἦταν ἕνας ἀπό τήν βουλή τῆς Συγκλήτου, ἐμπιστευμένος τά μυστικά πράγματα τοῦ ἀποστάτου αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ, κατά τό ἔτος 361. Γράφοντας ὅμως Νόμους ἀναγνωρίσθηκε, ὅτι εἶναι Χριστιανός. Ἀφοῦ λοιπόν παρουσιάσθηκε μπροστά στόν ἀποστάτη καί δέν πείσθηκε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, ντύθηκε ἕνα φόρεμα σκληρό φόρεμα σκληρό ὑφασμένο ἀπό γιδίσσιες τρίχες , τό ὁποῖο εἶχε καρφωμένα τριβόλια σιδερένια, ἀπό ἐπάνω ὅμως ἀλειφόταν μέ πίσσα βραστή καί μέ αὐτήν σταθεροποιοῦνταν τά τριβόλια. Ἔπειτα κτυπούμενο ἀπό ἐπάνω τό φόρεμα ἐκεῖνο, κατατρυποῦσε τίς σάρκες τοῦ Ἁγίου πού ἦταν ἀπό κάτω μέ τίς μύτες τῶν τριβολίων. Μετά ἀπό αὐτά τοποθετήθηκε ὁ Ἅγιος μέσα σέ λάκκο καί κατακάηκε τίς σάρκες μέ βραστό νερό, τό ὁποῖο χυνόταν σέ ὅλο τό σῶμα του. Ἔπειτα τοποθετήθηκε ἐπάνω στίς καταξηραμένες σάρκες του ἕνα ἔμπλαστρο, κατασκευασμένο μέν ἀπό πίσσα καί λίπος καί ἀπό ἄλλα κολλητικά καί καυστικά εἴδη καί σέ μεγάλο βαθμό καμμένο στήν φωτιά. Στήν συνέχεια πάλι ποτίζεται κάποια δριμύτατα ποτά, ἀνακατεμένα μέ θειάφι καί ἄσφαλτο, δηλαδή νεύτι ἤ πίσσα. Μετά ἀπό αὐτά δέθηκε σέ ἄγρια ἄλογα καί ταύρους, μαζί μέ τόν Εὐστόχιο καί τόν Μάρκελλο, μέ σκοπό νά διασπαραχθοῦν ἀπό αὐτά. Ἀλλ’ ὅμως τά ζῶα ἔμειναν ἀκίνητα ἀπό θεία δύναμι. Κατόπιν ἔσπασαν τά μέλη τους μέ ραβδιά χοντρά καί ἔτσι ρίχθηκαν στήν φωτιά, ὅπου βρισκόμενοι, παρέδωσαν οἱ ἀοίδιμοι τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Λένε ἀκόμη ὅτι μετά ἀπό αὐτά ἐνταφιάσθηκαν βέβαια τά τίμια σώματά τους στό ὄρος Καρμήλιο. Ἀμέσως ὅμως μόλις ἔγιναν ἀστραπές καί βροντές, παρουσιάσθηκε ἐκεῖ ὁ Δεσπότης Χριστός μέ ἀγγελικές δυνάμεις καί ἀσπάσθηκε τούς Μάρτυρες. Καί τόν μέν Εὐστόχιο καί Μάρκελλο μετέθεσε σέ ἕναν τόπο, ὅπου αὐτός θέλησε, ἐνῶ τόν θαυμαστό Ἐλπίδιο ἀνέστησε καί ἀφοῦ τόν ἐνίσχυσε, τόν ἔστειλε νά ἀγωνισθῆ στό μαρτύριο γιά δεύτερη φορά. Βλέποντάς τον ὁ Ἰουλιανός, διέταξε νά ἁπλωθῆ ἀπό τέσσερα μέρη καί νά δέρνεται συνέχεια. Ἔπειτα νά χύνεται ξύδι καί ἁλάτι ἐπάνω στίς πληγές του καί οἱ πληγές του νά τρίβωνται μέ πανιά τρίχινα, δηλαδή ὑφασμένα ἀπό γιδίσσιες τρίχες. Μετά ἀπό αὐτά ἁπλώθηκε ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἐπάνω σέ ἀναμμένα κάρβουνα, ἀλλά καί ἐπάνω στήν κεφαλή του τοποθετήθηκαν κάρβουνα. Ἔπειτα κρεμιέται ἐπά-
νω στό βασανιστήριο ξύλο καί τοποθετεῖται ἐπάνω στούς ὤμους του μία σιδερένια ἀσπίδα, πού εἶχε τρύπα στήν μέση. Ἐπάνω στήν ἀσπίδα τοποθετήθηκε ἕνας σωρός ἀπό κάρβουνα ἀναμμένα, μέ σκοπό νά κατακάψη τά αἰσθητήριά του. Μετά ἀπό αὐτά κτυπήθηκε στήν κεφαλή μέ ἕνα κοράκι σιδερένιο. Ἐπειδή ὅμως διαφυλάχθηκε ὁ Ἅγιος ἀβλαβής ἀπό ὅλα, γι’ αὐτό πολλούς ἄπιστους ἐπέστρεψε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί τούς κατάπεισε νά συντρίψουν τά εἴδωλα. Στό τέλος, ἀφοῦ τοποθετήθηκε ὁ Μάρτυρας σέ ἕνα καμίνι ἀναμμένο, παρέδωσε τό πνεῦμα του στά χέρια τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι ἔλαβε ἀπό αὐτόν τῆς νίκης τόν στέφανο[3].
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δημήτριος ξίφει τελειοῦται[4].
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἀφοῦ συνελήφθη κατά τά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ καί τοῦ ἄρχοντα Πουπλίου κατά τό ἔτος 298, πολλά βασανιστήρια ὑπέμεινε γιά τήν τοῦ Χριστοῦ πίστι· τελευταῖα ἀποκεφαλίσθηκε μέ τό ξίφος καί ἔτσι ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο.
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
[2] Αὐτός ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος ἦταν ὡς πρός τήν καταγωγή ἀπό τήν Θράκη. Καί ἀπό ἐκεῖ πού ἦταν πρῶτα ποιμένας προβάτων καί χοίρων, ὕστερα ἔγινε στρατιώτης, κατόπιν κόμης καί τελευταῖα ἔγινε αὐτοκράτορας κατά τό ἔτος 518. Ἦταν δέ ὡς πρός τά θεῖα Ὀρθόδοξος καί εὐσεβέστατος καί κατά πάντα ἄριστος. Ἔχοντας γυναῖκα μέ τό ὄνομα Λουπικία, τήν ἀνηγόρευσε Αὐγούστα καί τήν μετωνόμασε Εὐφημία. Ὅταν πέθανε αὐτή, πῆρε ἄλλη γυναίκα, μέ τό ὄνομα Θεοδώρα, πού ἀναφέρεται ἐδῶ. Ἀνηγόρευσε βέβαια καί αὐτήν Αὐγούστα. Βλέπε τόν Μελέτιο, τόμος β΄, σελ. 64. Γράφει καί ὁ Δοσίθεος, σελ. 429 στήν Δωδεκάβιβλο, γι’ αὐτόν τόν Ἰουστῖνο τά ἑξῆς: «Μετά τήν λύσσα τοῦ τρίπλοκου φιδιοῦ Βασιλίσκου, Ζήνωνος καί Ἀναστασίου, ἔφθασε ἡ εὐδαιμονία τοῦ Ἰουστίνου, ἀπό τόν ὁποῖο διαβεβαιώθηκαν οἱ τέσσαρες Οἰκουμενικές Σύνοδοι, τιμώμενες ὅπως τά τέσσερα Εὐαγγέλια, ἐπειδή ἦταν σωτηριωδέστατοι καρποί τῶν Εὐαγγελίων. Ἐλευθερώνονταν οἱ ἐξωρισμένοι Ἐπίσκοποι. Διώχνονταν οἱ αἱρετικοί. Ἑνωνόταν ἡ Ἐκκλησία Ἀνατολῆς καί Δύσεως. Ὥστε γιά ἐκεῖνον τόν καιρό εἶπε ὁ θεῖος Δαβίδ· “Μήπως θά λησμονήση ὁ Θεός νά μᾶς λυπηθῆ; Αὐτή εἶναι ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου”». Ὁ δέ Μελέτιος (σελ. 116 τοῦ β΄ τόμου) ἀναφέρει, ὅτι στήν ἐποχή αὐτοῦ τοῦ Ἰουστίνου ὡρίσθηκε νά ψάλλεται, κατά μέν τήν Μεγάλη Πέμπτη τό «τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ», ἐνῶ στίς ἄλλες ἡμέρες, τό «Οἱ τά χερουβίμ μυστικῶς εἰκονίζοντες», ὅπως ἀναφέρει ὁ Κεδρηνός. Βασίλευσε αὐτός ἐννέα χρόνια καί τριαντατρεῖς ἡμέρες (σελ. 64 τοῦ β΄ τόμ. τοῦ Μελετίου).


Login