Τῷ αὐτῷ μηνί KA΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἱλαρίωνος τοῦ μεγάλου.
Ἐν δάκρυσι πρίν καί πόνοις σπείρας κάτω,
Ἱλαρίων θέριζε νῦν χαίρων ἄνω.
Ὕστατα Ἱλαρίων κοιμήσατο εἰκάδι πρώτῃ.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Ἱλαρίων ἔζησε στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τό ἔτος 333. Γεννήθηκε καί ἀνατράφηκε στήν πόλι των Γαζαίων[1] ἀπό γονεῖς ἄπιστους, γιά τήν ἀγάπη ὅμως τῶν μαθημάτων πῆγε
στήν Ἀλεξάνδρεια καί ἐκεῖ, ἀφοῦ παιδεύθηκε καί διδάχθηκε τήν πίστι στόν Χριστό, ἔγινε μιμητής τοῦ Ἀντωνίου τοῦ Μεγάλου καί παρέμεινε κοντά του γιά ἀρκετό χρονικό διάστημα. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς του, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του καί μοίρασε στούς φτωχούς ὅλη τήν περιουσία του. Ἔπειτα πῆγε στήν ἔρημο. Καί ἐπειδή χρησμιμοποίησε ἀπόλυτη καί αὐστηρή ἄσκησι, γι’ αὐτό ἔλαβε τήν χάρι ἀπό τόν Θεό νά ἐνεργῆ πολλά θαύματα. Καί ἀφοῦ διαπέρασε πόλεις καί χωριά, τέλειωσε αὐτόν τόν πρόσκαιρο βίο, ἀφοῦ ἔζησε στό σύνολο ὀγδόντα χρόνια.
[1] Ὁ Σῳζόμενος (βιβλ. γ΄, κεφ. κδ΄) γράφει στόν Βίο τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ Ἱλαρίωνος, ὅτι αὐτός γεννήθηκε σέ μία κώμη ὀνόματι Θαβαθώ, ἡ ὁποία, κατά τόν Ἱερώνυμο, ἀπεῖχε ἀπό τήν Γάζα πέντε μίλια (Κλήμης ὁ Κανόνικος στήν ἀνασκευή τῆς τελευταῖα διερμηνευθείσης Διαθήκης).
* Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐκ Mονεμβασίας, τελειωθέντος ἐν ταῖς βασάνοις κατά τήν Θεσσαλονίκην, κατά τό ἔτος 1773.
+ Νόμους φυλάττων νηστίμου καιροῦ πόθῳ,
Ζωήν ἔθυσας, ὦ Ἰωάννη, μάκαρ.
Αὐτός ὁ νεοφανής Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπό τήν διαβόητη Πελοπόννησο, δηλαδή τόν Μωριά, ἀπό τά μέρη τῆς Μονεμβασίας, ἀπό ἕνα χωριό πού ὀνομάζεται Γεράκι. Ἦταν νέος στήν ἡλικία, δεκαπέντε ἐτῶν, υἱός ἱερέως, καί εἶχε σπουδάσει τά ἱερά γράμματα. Τόν καιρό τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Μωριᾶ, πού συνέβη τό ἔτος 1770 ἦλθαν πολλοί Ἀρβανῖτες, καί ἀφοῦ αἰχμαλώτισαν τούς ἐκεῖ Χριστιανούς, σκλάβωσαν καί τό χωριό τοῦ Μάρτυρα καί τόν μέν πατέρα του τόν ἔσφαξαν μέ μάχαιρα, αὐτόν δέ καί τήν μητέρα του, ἀφοῦ τούς σκλάβωσαν, τούς πῆραν μαζί τους καί τούς πῆγαν στήν Λάρισσα καί ἐκεῖ πουλήθηκαν δύο καί τρεῖς φορές ὁ καθένας ξεχωριστα. Ὕστερα δέ πουλήθηκαν καί οἱ δύο μαζί σέ ἕναν Ἀγαρηνό ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, ὁ ὁποῖος ἐπειδή δέν εἶχε παιδί, ἐπιθυμοῦσε πολύ, τόσο αὐτός ὅσο καί ἡ γυναίκα του νά κάνουν ψυχοπαίδι τους τόν εὐλογημένο Ἰωάννη. Γι’ αὐτό καθημερινά δέν ἔπαυε νά τόν ἐνοχλῆ, δοκιμάζοντας νά τόν διαστρέψη ἀπό τήν πίστι τῶν Χριστιανῶν καί νά τόν ἐπιστρέψη στήν δική τους θρησκεία, πότε μέ κολακεῖες καί ὑποσχέσεις τιμῶν καί ἀξιωμάτων, πότε μέ φοβέρες τιμωριῶν καί βασανιστηρίων. Ἀλλά ὁ Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἔστεκε σταθερός καί ἀκλόνητος στήν εὐσέβεια καί αὐτά ὅλα δέν τά λογάριαζε καθόλου.
Μιά μέρα λοιπόν, ἀφοῦ κουράσθηκε πολύ ἀπό τό νά παρακινῆ τόν Μάρτυρα, γιά νά ἀρνηθῆ τήν εὐσέβεια καί δέν τό κατάφερνε, θύμωσε πολύ καί, βάζοντάς τον μπροστά μέ τό σπαθί, τόν πῆγε ἕως τήν αὐλή τοῦ τζαμιοῦ. Καί ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν πολλοί Ἀγαρηνοί, οἱ ὁποῖοι βίαζαν τόν Μάρτυρα νά τουρκέψη, τρυπῶντάς τον μέ σπαθί, χτυπῶντάς τον, βάζοντας τήν πιστόλα στό στῆθος του καί ἄλλα πολλά μεταχειριζόμενοι, ἀλλά μάταια κοπίαζαν, ἐπειδή ὁ γενναῖος Ἰωάννης, χωρίς νά δειλιάση ἔλεγε, ‘‘δέν γίνομαι Τοῦρκος, ἐγώ Χριστιανός εἶμαι καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω’’. Δέν θέλω νά μιλήσω γιά τίς μαγεῖες καί τά σατανικά τεχνάσματα, πού ἔκανε ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του μέ ἄλλες κακές Ἀγαρηνές γριές, γιά νά κάνουν ἔξω φρενῶν τόν εὐλογημένο Ἰωάννη ἤ ἔστω νά τόν ἑλκύσουν σέ ἐπιθυμία γυναίκας καί ἔτσι νά τόν τουρκέψουν.
Ἀλλά ἡ χάρις τοῦ Χριστοῦ ἀπό ὅλα αὐτά τόν φύλαγε. Ἔφθασε δέ καί ἡ νηστεία τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ λεγόμενη τοῦ δεκαπενταύγουστου. Καί, ἐπειδή ὁ πανύμνητος Ἰωάννης δέν θέλησε μέ κανένα τρόπο νά ἀρτυθῆ καί νά χαλάση τήν ἁγία νηστεία, κλείσθηκε ἀπό τόν ἀφέντη του κάτω σέ ἕνα κατώγειο, ὅπου ἦταν τόπος τῶν ἀλόγων καί ἐκεῖ στό διάστημα ὅλων τῶν δεκαπέντε ἡμερῶν, πότε τόν κρεμοῦσε καί τόν κάπνιζε μέ ἄχυρα, πότε τόν χτυποῦσε μέ τό σπαθί σέ ὅλο τό κορμί, πιέζοντάς τον νά φάη ἀπό τά μιαρά φαγητά τους τόσο τήν ἡμέρα, ὅσο καί τήν νύχτα
Ἀλλά ὁ γενναῖος ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ μιμούμενος τούς τρεῖς παῖδες, πού δέν θέλησαν νά μιαροφαγήσουν ἀπό τά φαγητά τοῦ βασιλιᾶ Ναβουχοδονόσορ καί τούς Ἁγίους Μακκαβαίους, πού δέν θέλησαν νά φᾶνε γουρουνίσια κρέατα, γιατί ἦταν ἀπαγορευμένα ἀπό τόν θεῖο νόμο, αὐτούς, λέω, μιμούμενος, δέν συναίνεσε καθόλου ὁ Μακάριος, οὔτε κἄν νά γευθῆ ἀπό τά ἀρτυμένα φαγητά, ἀλλά ἐπικαλούμενος τό ὄνομα καί τήν βοήθεια τῆς Κυρίας Θεοτόκου, γιά τήν τιμή τῆς ὁποίας ἡ νηστεία αὐτή γίνεται, θεώρησε καλύτερο νά θανατωθῆ, παρά νά χαλάση τήν ἁγία νηστεία. Ὁ δέ ἀφέντης του, βλέποντάς τον ὅτι δέν πείθεται, τόν ἄφηνε νηστικό δύο καί τρεῖς ἡμέρες καί δέν τοῦ ἔδινε νά φάη καθόλου. Ἡ δέ μητέρα του, στεκόταν κοντά στόν υἱό της καί καθώς τόν ἔβλεπε ἀποκαμωμένο ἀπό τά τρυπήματα τοῦ σπαθιοῦ καί ἀπό τά κρεμάσματα, ἀπό τήν νηστεία καί ἀπό τά ἄλλα δεινοπαθήματα, τόν παρακινοῦσε νά φάη, λέγοντάς του· ‘‘Φᾶγε υἱέ μου ἀπό τά φαγητά αὐτά, γιά νά μήν πεθάνης· καί ὁ Θεός καί ἡ Παναγία σέ συγχωροῦν, διότι δέν τό κάνεις μέ τήν θέλησί σου, ἀλλά ἀπό ἀνάγκη. Λυπήσου καί ἐμένα τήν φτωχή μητέρα σου καί μή θελήσης νά πεθάνης πρίν τήν ὥρα σου, νά μέ ἀφήσης ἀπαρηγόρητη σ’ αὐτή τήν σκλαβιά καί ξενητειά, ἐπειδή, ὅταν ἔχω ἐσένα, δέν μοῦ φαίνεται πώς βρίσκομαι σέ σκλαβιά’’. Ὁ Μάρτυρας ὅμως στηρίζοντας τήν ἀσθένεια τῆς μητέρας του, τῆς ἔλεγε τά ἑξῆς· «Γιατί κάνεις ἔτσι μητέρα μου; Γιατί δέν μιμεῖσαι καί ἐσύ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλάστη του θέλησε νά θυσιάση τόν μονογενῆ του υἱό; Μόνο κλαῖς καί θρηνεῖς γιά μένα; Ἐγώ εἶμαι υἱός παπᾶ καί πρέπει νά φυλάττω καλύτερα ἀπό τούς υἱούς τῶν λαϊκῶν τούς νόμους καί τά ἔθιμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Διότι, ὅταν δέν φυλάσσουμε τά μικρά, πῶς μποροῦμε νά φυλάξουμε τά μεγάλα»;
Τέλος πάντων, βλέποντας ὁ ἀφέντης του, ὅτι δέν μπορεῖ νά μεταπείση τόν Ἰωάννη, οὔτε νά ἀφήση τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, οὔτε κἄν νά ἀρτυθῆ καί νά φάη ἀπό τά φαγητά, πού τοῦ ἔδινε, θύμωσε καί τοῦ κατάφερε μία θανατηφόρα μαχαιριά στήν καρδιά καί ἔτσι μετά ἀπό δύο ἡμέρες τέλειωσε ὁ πανύμνητος καί ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Καί, πεθαίνοντας ὁ Μάρτυρας, παράγγειλε στήν μητέρα του, ὅπως ὁ ἄριστος Ἰωσήφ, παράγγειλε στούς Ἑβραίους, νά σταθῆ νά κάνη ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του καί νά τά πάρη νά τά πάη στήν πατρίδα του. Τήν ὁποία παραγγελία φύλαξε ἡ μητέρα του καί τώρα βρίσκονται τά λείψανά του εὐωδιάζοντα στό χωριό του, πρῶτον γιά ὑποστήριξι τῆς εὐσέβειας καί πίστεως καί δεύτερον γιά ντροπή καί ἔλεγχο ἐκείνων τῶν κοιλιόδουλων Χριστιανῶν, πού δέν φυλάττουν τίς παραδομένες νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς αἰῶνες. Ἀμήν.


Login