21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΛΑΡΙΩΝ * Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐκ Mονεμβασίας, τελειωθέντος ἐν ταῖς βασάνοις κατά τήν Θεσσαλονίκην,κατά τό ἔτος 1773.

Τῷ αὐτῷ μηνί KA΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἱλαρίωνος τοῦ μεγάλου.

 Ἐν δάκρυσι πρίν καί πόνοις σπείρας κάτω,

Ἱλαρίων θέριζε νῦν χαίρων ἄνω.

Ὕστατα Ἱλαρίων κοιμήσατο εἰκάδι πρώτῃ.

 Αὐ­τός  ὁ Ἅ­γιος Ἱ­λα­ρί­ων ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, κα­τά τό ἔ­τος 333. Γεν­νή­θη­κε καί ἀ­να­τρά­φη­κε στήν πό­λι των Γα­ζαί­ων[1] ἀ­πό γο­νεῖς ἄ­πι­στους,  γιά τήν ἀ­γά­πη ὅ­μως τῶν μα­θη­μά­των πῆ­γε

στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ παι­δεύ­θη­κε καί δι­δά­χθη­κε τήν πί­στι στόν Χρι­στό, ἔ­γι­νε μι­μη­τής τοῦ Ἀν­τω­νί­ου τοῦ Με­γά­λου καί πα­ρέ­μει­νε κον­τά του γιά ἀρ­κε­τό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα.  Ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς του, ἐ­πέ­στρε­ψε στήν πα­τρί­δα του καί μοί­ρα­σε στούς φτω­χούς ὅ­λη τήν πε­ρι­ου­σί­α του. Ἔ­πει­τα πῆ­γε στήν ἔ­ρη­μο. Καί ἐ­πει­δή χρη­σμι­μο­ποί­η­σε ἀ­πό­λυ­τη καί αὐ­στη­ρή ἄ­σκη­σι, γι’ αὐ­τό ἔ­λα­βε τήν χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­ό νά ἐ­νερ­γῆ πολ­λά θαύ­μα­τα. Καί ἀ­φοῦ δι­α­πέ­ρα­σε πό­λεις καί χω­ριά, τέ­λει­ω­σε αὐ­τόν τόν πρό­σκαι­ρο βί­ο, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε στό σύ­νολ­ο ὀ­γδόν­τα χρό­νια.

[1] Ὁ Σῳ­ζό­με­νος (βι­βλ. γ΄, κεφ. κδ΄) γρά­φει στόν Βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ Ἱ­λα­ρί­ω­νος, ὅ­τι αὐ­τός γεν­νή­θη­κε σέ μί­α κώ­μη ὀ­νό­μα­τι Θα­βα­θώ, ἡ ὁ­ποί­α, κα­τά τόν Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο, ἀ­πεῖ­χε ἀ­πό τήν Γά­ζα πέν­τε μί­λια (Κλή­μης ὁ Κα­νό­νι­κος στήν ἀ­να­σκευ­ή τῆς τε­λευ­ταῖ­α δι­ερ­μη­νευ­θεί­σης Δι­α­θή­κης).

* Μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐκ Mονεμβασίας, τελειωθέντος ἐν ταῖς βασάνοις κατά τήν Θεσσαλονίκην, κατά τό ἔτος 1773.

 + Νόμους φυλάττων νηστίμου καιροῦ πόθῳ,

Ζωήν ἔθυσας, ὦ Ἰωάννη, μάκαρ.

 

Αὐ­τός ὁ νε­ο­φα­νής Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν ἀ­πό τήν δι­α­βό­η­τη Πε­λο­πόν­νη­σο, δη­λα­δή τόν Μω­ριά, ἀ­πό τά μέ­ρη τῆς Μο­νεμ­βα­σί­ας, ἀ­πό ἕ­να χω­ριό πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Γε­ρά­κι. Ἦ­ταν νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α, δε­κα­πέν­τε ἐτῶν, υἱ­ός ἱ­ε­ρέ­ως, καί εἶ­χε σπου­δά­σει τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα. Τόν και­ρό τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας τοῦ Μω­ριᾶ, πού συ­νέ­βη τό ἔ­τος 1770 ἦλθαν πολ­λοί Ἀρ­βα­νῖ­τες, καί ἀ­φοῦ αἰχ­μα­λώ­τι­σαν τούς ἐ­κεῖ Χρι­στια­νούς, σκλά­βω­σαν καί τό χω­ριό τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί τόν μέν πα­τέ­ρα του τόν ἔ­σφα­ξαν μέ μά­χαι­ρα, αὐ­τόν δέ καί τήν μη­τέ­ρα του, ἀ­φοῦ τούς σκλά­βω­σαν, τούς πῆ­ραν μα­ζί τους καί τούς πῆ­γαν στήν Λά­ρισ­σα καί ἐ­κεῖ που­λή­θη­καν δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές ὁ κα­θέ­νας ξε­χω­ρι­στα. Ὕ­στε­ρα δέ που­λή­θη­καν καί οἱ δύ­ο μα­ζί σέ ἕ­ναν Ἀ­γα­ρη­νό ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε παι­δί, ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε πο­λύ, τό­σο αὐ­τός ὅ­σο καί ἡ γυ­ναίκα του νά κά­νουν ψυ­χο­παίδι τους τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Ἰ­ω­άν­νη. Γι’ αὐ­τό κα­θη­με­ρι­νά δέν ἔ­παυ­ε νά τόν ἐ­νο­χλῆ, δο­κι­μά­ζον­τας νά τόν δι­α­στρέ­ψη ἀ­πό τήν πί­στι τῶν Χρι­στια­νῶν καί νά τόν ἐ­πι­στρέ­ψη στήν δι­κή τους θρη­σκεί­α, πό­τε μέ κο­λα­κεῖ­ες καί ὑ­πο­σχέ­σεις τι­μῶν καί ἀ­ξι­ω­μά­των, πό­τε μέ φο­βέ­ρες τι­μω­ρι­ῶν καί βα­σα­νι­στη­ρί­ων. Ἀλ­λά ὁ Μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­στε­κε στα­θε­ρός καί ἀ­κλό­νη­τος στήν εὐ­σέ­βεια καί αὐ­τά ὅ­λα δέν τά λο­γά­ρια­ζε κα­θό­λου.

Μιά μέ­ρα λοι­πόν, ἀ­φοῦ κου­ρά­σθη­κε πο­λύ ἀ­πό τό νά πα­ρα­κι­νῆ τόν Μάρ­τυ­ρα, γιά νά ἀρ­νη­θῆ τήν εὐ­σέ­βεια καί δέν τό κα­τά­φερ­νε, θύ­μω­σε πο­λύ καί, βά­ζον­τάς τον μπρο­στά μέ τό σπα­θί, τόν πῆ­γε ἕ­ως τήν αὐ­λή τοῦ τζα­μιοῦ. Καί ἐ­κεῖ συγκεν­τρώ­θη­καν πολ­λοί Ἀ­γα­ρη­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι βί­α­ζαν τόν Μάρ­τυ­ρα νά τουρ­κέ­ψη, τρυ­πῶντάς τον μέ σπα­θί, χτυ­πῶντάς τον, βά­ζον­τας τήν πι­στό­λα στό στῆ­θος του καί ἄλ­λα πολ­λά με­τα­χει­ρι­ζό­με­νοι, ἀλ­λά μά­ται­α κο­πί­α­ζαν, ἐ­πει­δή ὁ γεν­ναῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης, χω­ρίς νά δει­λιά­ση ἔ­λε­γε, ‘‘δέν γί­νο­μαι Τοῦρ­κος, ἐ­γώ Χρι­στια­νός εἶ­μαι καί Χρι­στια­νός θέ­λω νά πε­θά­νω’’. Δέν θέ­λω νά μι­λή­σω γιά τίς μα­γεῖ­ες καί τά σα­τα­νι­κά τε­χνά­σμα­τα, πού ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­φέν­τη του μέ ἄλ­λες κα­κές Ἀ­γα­ρη­νές γρι­ές, γιά νά κά­νουν ἔ­ξω φρε­νῶν τόν εὐ­λο­γη­μέ­νο Ἰ­ω­άν­νη ἤ ἔ­στω νά τόν ἑλ­κύ­σουν σέ ἐ­πι­θυ­μί­α γυ­ναίκας καί ἔ­τσι νά τόν τουρ­κέ­ψουν.

 Ἀλ­λά ἡ χά­ρις τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά τόν φύ­λα­γε. Ἔ­φθα­σε δέ καί ἡ νη­στεί­α τῆς Κυ­ρί­ας Θε­ο­τό­κου, ἡ λε­γό­με­νη τοῦ δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου. Καί, ἐ­πει­δή ὁ πα­νύ­μνη­τος Ἰ­ω­άν­νης δέν θέ­λη­σε μέ κα­νέ­να τρό­πο νά ἀρ­τυ­θῆ καί νά χα­λά­ση τήν ἁ­γί­α νη­στεί­α, κλεί­σθη­κε ἀ­πό τόν ἀ­φέν­τη του κά­τω σέ ἕ­να κα­τώ­γει­ο, ὅ­που ἦ­ταν τό­πος τῶν ἀ­λό­γων καί ἐ­κεῖ στό δι­ά­στη­μα ὅ­λων τῶν δε­κα­πέν­τε ἡ­με­ρῶν, πό­τε τόν κρεμοῦσε καί τόν κά­πνι­ζε μέ ἄ­χυ­ρα, πό­τε τόν χτυ­ποῦ­σε μέ τό σπα­θί σέ ὅ­λο τό κορ­μί, πι­έ­ζον­τάς τον νά φά­η ἀ­πό τά μια­ρά φα­γη­τά τους τό­σο τήν ἡ­μέ­ρα, ὅ­σο καί τήν νύ­χτα

 Ἀλ­λά ὁ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής τοῦ Χρι­στοῦ μι­μού­με­νος τούς τρεῖς παῖ­δες, πού δέν θέ­λη­σαν νά μι­α­ρο­φα­γή­σουν ἀ­πό τά φα­γη­τά τοῦ βα­σι­λιᾶ Να­βου­χο­δο­νό­σορ καί τούς Ἁ­γί­ους Μακ­κα­βαί­ους, πού δέν θέ­λη­σαν νά φᾶ­νε γου­ρου­νί­σια κρέ­α­τα, για­τί ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να ἀ­πό τόν θεῖ­ο νό­μο, αὐ­τούς, λέ­ω, μι­μού­με­νος, δέν συ­ναί­νε­σε κα­θό­λου ὁ Μα­κά­ριος, οὔ­τε κἄν νά γευ­θῆ ἀ­πό τά ἀρ­τυ­μέ­να φα­γη­τά, ἀλ­λά ἐ­πι­κα­λού­με­νος τό ὄ­νο­μα καί τήν βο­ή­θεια τῆς Κυ­ρί­ας Θε­ο­τό­κου, γιά τήν τι­μή τῆς ὁ­ποί­ας ἡ νη­στεί­α αὐ­τή γί­νε­ται, θε­ώ­ρη­σε κα­λύ­τε­ρο νά θα­να­τω­θῆ, πα­ρά νά χα­λά­ση τήν ἁ­γί­α νη­στεί­α. Ὁ δέ ἀ­φέν­της του, βλέ­πον­τάς τον ὅ­τι δέν πεί­θε­ται, τόν ἄ­φη­νε νη­στι­κό δύ­ο καί τρεῖς ἡ­μέ­ρες καί δέν τοῦ ἔ­δι­νε νά φά­η κα­θό­λου. Ἡ δέ μη­τέ­ρα του, στε­κό­ταν κον­τά στόν υἱό της καί κα­θώς τόν ἔ­βλε­πε ἀ­πο­κα­μω­μέ­νο ἀ­πό τά τρυ­πή­μα­τα τοῦ σπα­θιοῦ καί ἀ­πό τά κρε­μά­σμα­τα, ἀ­πό τήν νη­στεί­α καί ἀ­πό τά ἄλ­λα δει­νο­πα­θή­μα­τα, τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νά φά­η, λέ­γο­ντάς του· ‘‘Φᾶ­γε υἱ­έ μου ἀ­πό τά φα­γη­τά αὐ­τά, γιά νά μήν πε­θά­νης· καί ὁ Θε­ός καί ἡ Πα­να­γί­α σέ συγ­χω­ροῦν, δι­ό­τι δέν τό κά­νεις μέ τήν θέ­λη­σί σου, ἀλ­λά ἀ­πό ἀ­νάγ­κη. Λυ­πή­σου καί ἐ­μέ­να τήν φτω­χή μη­τέ­ρα σου καί μή θε­λή­σης νά πε­θά­νης πρίν τήν ὥ­ρα σου, νά μέ ἀφή­σης ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη σ’ αὐ­τή τήν σκλα­βιά καί ξε­νη­τειά, ἐ­πει­δή, ὅ­ταν ἔ­χω ἐ­σέ­να, δέν μοῦ φαί­νε­ται πώς β­ρί­σκο­μαι σέ σκλα­βιά’’. Ὁ Μάρ­τυρας ὅ­μως στη­ρί­ζον­τας τήν ἀ­σθέ­νεια τῆς μη­τέ­ρας του, τῆς ἔ­λε­γε τά ἑ­ξῆς· «Για­τί κά­νεις ἔ­τσι μη­τέ­ρα μου; Για­τί δέν μι­μεῖ­σαι καί ἐ­σύ τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­βρα­άμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ πλά­στη του θέ­λη­σε νά θυ­σιά­ση τόν μο­νο­γε­νῆ του υἱ­ό; Μό­νο κλαῖς καί θρη­νεῖς γιά μέ­να; Ἐ­γώ εἶ­μαι υἱ­ός πα­πᾶ καί πρέ­πει νά φυ­λάτ­τω κα­λύ­τε­ρα ἀ­πό τούς υἱ­ούς τῶν λα­ϊ­κῶν τούς νό­μους καί τά ἔ­θι­μα τῆς Ἁ­γί­ας μας Ἐκ­κλη­σί­ας. Δι­ό­τι, ὅ­ταν δέν φυ­λάσ­σου­με τά μι­κρά, πῶς μπο­ροῦ­με νά φυ­λά­ξου­με τά με­γά­λα»;

Τέ­λος πάν­των, βλέ­πον­τας ὁ ἀ­φέν­της του, ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά με­τα­πεί­ση τόν Ἰ­ω­άν­νη, οὔ­τε νά ἀ­φή­ση τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, οὔ­τε κἄν νά ἀρ­τυ­θῆ καί νά φά­η ἀ­πό τά φα­γη­τά, πού τοῦ ἔ­δι­νε, θύ­μω­σε καί τοῦ κα­τά­φε­ρε μί­α θα­να­τη­φό­ρα μα­χαι­ριά στήν καρ­διά καί ἔ­τσι με­τά ἀ­πό δύ­ο ἡ­μέ­ρες τέλει­ω­σε ὁ πα­νύ­μνη­τος καί ἔ­λα­βε τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Καί, πε­θαί­νον­τας ὁ Μάρ­τυρας, πα­ράγ­γει­λε στήν μη­τέ­ρα του, ὅ­πως ὁ ἄ­ρι­στος Ἰ­ω­σήφ, πα­ράγ­γει­λε στούς Ἑ­βραί­ους, νά στα­θῆ νά κά­νη ἀ­να­κο­μι­δή τῶν λει­ψά­νων του καί νά τά πά­ρη νά τά πά­η στήν πα­τρί­δα του. Τήν ὁ­ποί­α πα­ραγ­γε­λί­α φύ­λα­ξε ἡ μη­τέ­ρα του καί τώ­ρα βρί­σκον­ται τά λεί­ψα­νά του εὐ­ω­δι­ά­ζον­τα στό χω­ριό του, πρῶ­τον γιά ὑ­πο­στή­ρι­ξι τῆς εὐ­σέ­βειας καί πί­στε­ως καί δεύ­τε­ρον γιά ντρο­πή καί ἔ­λεγ­χο ἐ­κεί­νων τῶν κοι­λι­ό­δου­λων Χρι­στια­νῶν, πού δέν φυ­λάτ­τουν τίς πα­ρα­δο­μέ­νες νη­στεῖ­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης