Ἄνθρωπος ἐν γῇ τοῦ Θεοῦ κληθείς μόνος,
Ἕξεις τί καινόν κἄν πόλῳ Πάτερ μόνος.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ἀλέξιε δέξαο κήρα.
Αὐτός ἦταν ἀπό τήν παλαιά Ρώμη, υἱός μονογενής γονέων εὐγενῶν καί πλουσίων× ὁ πατέρας του ὠνομαζόταν Εὐφημιανός καί ἦταν πατρίκιος καί ἡ μητέρα του Ἀγλαΐδα, καί ἔζησε στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου, κατά τό ἔτος 380. Ὅταν ὅμως ἔγινε ὁ γάμος του καί ἑτοιμάσθηκε ὁ νυφικός θάλαμος, τόν καιρό πού ἔπρεπε ὁ νυμφίος νά κοιμηθῆ μέ τήν νύφη, τότε ὁ Ἅγιος ἔδωσε ἕνα δακτυλίδι στήν νύφη καί, ἀφοῦ τῆς εὐχήθηκε ἀναχώρησε κρυφά ἀπό τό σπίτι τοῦ πατέρα του καί πῆγε στήν Ἔδεσσα. Ἐκεῖ πρόσμενε στήν Ἐκκλησία δέκα ὀκτώ χρόνια, ντυμένος μέ φτωχικά καί μπαλωμένα φορέματα καί τρεφόμενος μέ τήν βοήθεια καί τό ἔλεος τῶν Χριστιανῶν.
Ἀναχωρῶντας ἀπό ἐκεῖ (ἐπειδή δέν ἦταν δυνατό νά κρύβεται πάντοτε ἡ ἀρετή του, ἐπειδή πολλές φορές συγκεντρώνονταν πολλοί ἐκεῖ σ’ αὐτόν καί ἐνοχλοῦσαν τήν ἡσυχία του), ἀναχωρῶντας, λέω, ἀπό ἐκεῖ, ποθοῦσε νά πάη στήν Ταρσό τῆς Κιλικίας, γιά νά προσμένη στό Ναό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Δέν ἐπέτυχε ὅμως αὐτό πού ποθοῦσε, ἐπειδή καί ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθετος καί ἀπέπλευσε τό καράβι σέ ἄλλο μέρος. Ὁπότε ἐπέστρεψε πάλι στήν Ρώμη, καί πηγαίνοντας στό σπίτι τοῦ πατέρα του ἀγνώριστος, κάθισε στήν πόρτα καί ἐκεῖ πέρασε τό ὑπόλοιπο της ζωῆς του, περιγελώμενος ἀπό τούς δικούς του δούλους, ἐμπαιζόμενος καί τόσα πάσχοντας, ὅσα εἶναι ἑπόμενο νά πάσχη ἕνας ἄνθρωπος ξένος, πού δέν ἔχει καμμία παρρησία ἀπό ἀνθρώπους τρυφηλούς καί ἄτακτους.
Ὅταν δέ ἔφθασε τό τέλος του, ζήτησε χαρτί καί ἔγραψε σ’ αὐτό ποιός εἶναι καί ἀπό ποιούς γονεῖς γεννήθηκε. Αὐτό τό κρατοῦσε ἐπάνω του καί μετά τόν θάνατό του ὁ Ἅγιος, ἕως ὅτου ὁ βασιλιάς Ὀνώριος, ἀφοῦ τοῦ ἀποκαλύφθηκαν τά ὅσο ἀφοροῦν αὐτόν, πῆγε στό τίμιο λείψανό του καί, ἀφοῦ παρακάλεσε πολύ τόν Ἅγιο καί πεθαμένο ἀκόμη, πῆρε τό χαρτί, τό ὁποῖο, ἀφοῦ διαβάσθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων, ἔκανε ὅλους, ὅσοι ἄκουσαν, νά ἐκπλαγοῦν. Τό δέ ἅγιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε ἔντιμα καί μεγαλόπρεπα στόν Ναό τοῦ Ἀποστόλου καί κορυφαίου Πέτρου, ἀναβλύζοντας πάντοτε μύρα εὐώδη καί θεραπεῖες διαφόρων ἀσθενειῶν σ’ ἐκείνους, πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι.
(Τόν ἀναλυτικό του Βίο βλέπε στό Ἐκλόγιο. Τόν δέ ἑλληνικό του Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι× «Μνήμη δικαίων». Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων Μονή καί σέ ἄλλες. Στήν δέ Μεγίστη Λαύρα σώζονται δύο Βίοι αὐτοῦ, ἀπό τούς ὁποίους τοῦ ἑνός μέν ἡ ἀρχή εἶναι αὐτή× «Ἔδει μέν, ὦ Ἱερώτατε», ἐνῶ τοῦ ἄλλου, αὐτή× «Ἐγένετο ἀνήρ εὐσεβής ἐν τῇ Ρώμῃ»).



Login