Ο ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΜΗΝΟΣ Μήνας Δεκέμβριος, ἔχοντας ἡμέρες τριάντα μία. Ἡ ἡμέρα ἔχει ἐννέα ὧρες καί ἡ νύκτα δέκα πέντε ὧρες. Εἰς τήν A΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ναούμ. Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος ὁ Ἐλεήμων, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ο ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΜΗΝΟΣ

Μήνας Δεκέμβριος, ἔχοντας ἡμέρες τριάντα μία. Ἡ ἡμέρα ἔχει ἐννέα ὧρες καί ἡ νύκτα δέκα πέντε ὧρες.[1]

Εἰς τήν A΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ναούμ.

Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἐλ­κε­σέμ τῆς Βατ­τα­ρείμ, προ­ερ­χό­με­νος ἀ­πό τήν φυ­λή τοῦ Συ­με­ών καί ἄκ­μα­σε πρό Χρι­στοῦ ἔ­τη 460. Με­τά ἀ­πό ἀ­πό τόν Προ­φή­τη Ἰ­ω­νᾶ προ­φή­τευ­σε καί ἔ­δω­σε ση­μεῖ­ο γιά τήν πό­λι Νι­νευ­ΐ, δη­λα­δή ὅ­τι αὐ­τή θά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ἀ­πό γλυ­κά νε­ρά καί ὑ­πο­γεια φω­τιά, ἡ ὁ­ποί­α προ­φη­τεί­α ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε καί ἔμ­πρα­κτα. Δι­ό­τι ἡ λί­μνη, πού βρι­σκό­ταν γύ­ρω ἀ­πό τήν Νι­νευ­ΐ, πλημ­μυ­ρί­ζον­τας ἀ­πό σει­σμό, τήν κα­τα­πόν­τι­σε. Ἀλ­λά καί ἡ φω­τιά ἐρ­χό­με­νη ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο κα­τέ­καυ­σε τό ὑ­ψη­λό­τε­ρο μέ­ρος τῆς πό­λε­ως. Αὐ­τά, ἀ­φοῦ προ­φή­τευ­σε ἐ­ναν­τί­ον τῆς Νι­νευ­ΐ καί συ­νέ­γρα­ψε τό προ­φη­τι­κό του βι­βλί­ο, πού δι­αι­ρεῖ­ται σέ τρί­α κε­φά­λαι­α, πέ­θα­νε εἰ­ρη­νι­κά καί τά­φη­κε στήν δι­κή του γῆ. Ἑρ­μη­νεύ­ε­ται δέ τό Να­ούμ ἀ­νά­παυ­σις ἤ ἐ­γώ εἶ­μαι πα­ρά­κλη­σις γιά ὅ­λους ἤ φρό­νη­μα ἤ ὑ­πό­λη­ψις[2].

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τοῦ Νέου[3].

  * Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

  Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος ὁ Ἐλεήμων, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Αὐτός ἔζησε στά χρόνια  Κωνσταντίνου καί Εἰρήνης τῶν βασιλέων, κατά τό ἔτος 780, κατα-γόμενος ἀπό τήν χώρα τῶν Παφλαγόνων, υἱός ὄντας τοῦ Γεωργίου καί τῆς Ἄννης. Ἀφοῦ νυμφεύθηκε, ἀσχο-λεῖτο μέ τήν γεωργία τῆς γῆς. Καί ἀπό ἐκεῖ κερδίζοντας τά ἀπαραίτητα γιά τήν ζωή, πλουσιο-πάροχα διαμοίραζε τήν ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς. Ὁπότε ἀπό φθόνο τοῦ Διαβόλου σέ τόση φτώχεια ἔφθασε ὁ ἀοίδιμος, ὅπως κάποτε ὁ Ἰώβ, ὥστε στεροῦ-ταν ἀκόμη καί αὐτήν τήν ἀναγκαία τροφή. Ἀλλ’ ὅμως ὁ Θεός δέν τόν ἄ­φη­σε μέ­χρι τό τέ­λος νά τα­λαι­πω­ρῆ­ται ἀ­πό τήν ἔν­δεια. Δι­ό­τι οἰ­κο­νό­μη­σε μέ τήν πρό­νοι­ά του, ὥ­στε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος, ὁ υἱ­ός τῆς βα­σί­λισ­σας Εἰ­ρή­νης, νά πά­ρη γιά σύ­ζυ­γό του τήν ἐγ­γο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ Φι­λα­ρέ­του, Μα­ρί­α ὀ­νό­μα­τι, δι­ό­τι καί  αὐ­τή ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­πό κά­θε ὡ­ραι­ό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τος. Στήν συ­νέ­χεια οἰ­κο­νό­μη­σε ὥ­στε καί ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός Φι­λά­ρε­τος νά τι­μη­θῆ μέ τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ὑ­πά­του. Ἔ­τσι ἀ­πό αὐ­τό ἔ­γι­νε κύ­ριος πολ­λοῦ πλού­του, τόν ὁ­ποῖ­ο μοί­ρα­ζε ἀ­φθο­νο­πά­ρο­χα στούς πτω­χούς.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ τρι­σόλ­βιος προ­γνώ­ρι­σε τόν και­ρό τοῦ θα­νά­του καί τῆς ἐκ­δη­μί­ας του πρός τόν Χρι­στό, γι’ αὐ­τό κά­λε­σε ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς του καί προ­εῖ­πε, τί θά συμ­βῆ στόν κά­θε ἕ­να. Πρό­σθε­σε ἀ­κό­μη καί τά ἑ­ξῆς ἀ­κό­μη τά ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τα· «Μή λη­σμο­νῆ­τε, τέ­κνα καί συγ­γε­νεῖς μου, τήν φι­λο­ξε­νί­α. Μήν ἐ­πι­θυ­μῆ­τε τά ξέ­να πράγ­μα­τα. Μή λεί­πε­τε ἀ­πό τίς ἀ­κο­λου­θί­ες καί λει­τουρ­γί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί γιά νά μι­λή­-


σω σύν­το­μα, ὅ­πως βλέ­πε­τε καί ζῶ ἐ­γώ, ἔ­τσι νά ζῆ­τε καί ἐ­σεῖς». Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά καί τούς εὐ­χή­θη­κε, «ἀ­νε­παύ­θη ἐν εἰ­ρή­νῃ».



[1] Δε­κέμ­βριος, δέν εἶναι ὄνομα Ἑλληνικό, ἀλλά Λατινικό ἤ Ἰταλικό, ὅπως καί τό Σεπτέμβριος καί Ὀκτώβριος καί Νοέμβριος. Δεκέμβριος σημαίνει δέκατος, παραγόμενο ἀπό τό Λατινικό Δίεσζι, πού ση­μαί­νει δέ­κα, ἐ­πει­δή ὁ Δε­κέμ­βριος εἶ­ναι ὁ δέ­κα­τος μή­νας, ἀ­ριθ­μού­με­νος ἀ­πό τόν Μάρ­τιο, πού εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος μή­νας τοῦ ἐ­νια­υτοῦ, σύμ­φω­να μέ τήν κο­σμο­γο­νί­α. Βλέ­πε γι’ αὐ­τό στήν ἀρ­χή τοῦ Μαρ­τί­ου καί τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου.

[2]   Γιά τόν Προφήτη Ναούμ γράφει τά ἑξῆς ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Μαυροκορδάτος στά Ἰουδαϊκά. Ὅτι δηλαδή αὐτός ἔζησε στά χρόνια  τοῦ Σεδεκίου βασιλέως τῆς Ἱερουσαλήμ κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τήν Βι­γα­βάρ τῆς Γα­λι­λαί­ας, ἀκ­μά­σας με­τά τήν κα­τα­στρο­φή τῆς Σα­μα­ρεί­ας. Καί ὅ­τι ἐ­πει­δή οἱ Νι­νευ­ΐ­τες ἀ­φοῦ με­τε­νό­η­σαν τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἰ­ω­νᾶ, πά­λι ἔ­πε­σαν στίς προ­η­γού­με­νες ἁ­μαρ­τί­ες, γι’ αὐ­τό τίς τι­μω­ρί­ες, πού ὁ Θε­ός δέν τούς ἔ­δω­σε τό­τε γιά τήν με­τά­νοι­α, αὐ­τές τίς ἴ­δι­ες πα­ρα­χώ­ρη­σε νά λά­βουν ὕ­στε­ρα γιά τήν κα­κί­α. Ἔ­τσι λέ­γε­ται, ὅ­τι ὕ­στε­ρα ἀ­πό σα­ρά­κον­τα χρό­νια ἀ­πό τήν με­τά­νοι­α τῶν Νι­νευ­ϊ­τῶν, σκλα­βώ­θη­σαν αὐ­τοί ἀ­πό τούς Βα­βυ­λώ­νιους. Φαί­νε­ται ὅ­μως, ὅ­τι ἀ­φοῦ σκλα­βώ­θη­καν οἱ Νι­νευ­ί­τες ἀ­πό τούς Βα­βυ­λώ­νιους, τό­τε κα­τα­κά­η­κε ἡ πό­λις τῶν Νι­νευ­ΐ καί κα­τα­πον­τί­σθη­κε ἀ­πό τό νε­ρό.

     Ση­μεί­ω­σε δέ, ὅ­τι μέ τήν προ­φη­τεί­α πού κά­νει ὁ Προ­φή­της αὐ­τός γιά τήν κα­τα­στρο­φή τῶν Νι­νευ­ϊ­τῶν καί Ἀσ­συ­ρί­ων, πα­ρη­γο­ρεῖ τούς Ἰσ­ρα­η­λῖ­τες, δεί­χνον­τας τόν Θε­ό, ὅ­τι γι’ αὐ­τούς τι­μω­ρεῖ, ἐ­κεί­νους πού­ προ­η­γου­μέ­νως τι­μώ­ρη­σαν αὐ­τούς.

[3]   Γι’ αὐτόν τόν Ὅσιο Ἀντώνιο τόν Νέο ἀναφέρεται στόν Εὐεργετινό τά ἑξῆς, στήν σελ. 199· Δη­λα­δή, ὅ­τι αὐ­τός ἐνῶ πρῶτα ἦταν ἄρχοντας, ὕ­στε­ρα ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Καί ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε πολλά χρόνια στήν ἡ­συ­χία, ἔκανε ἀ­γῶ­νες ὑ­περ­φυ­σι­κούς. Διαβάζοντας ὅμως μία φορά τόν πε­ρί ὑ­πα­κο­ῆς λό­γο Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κλί­μα­κος, β­ρῆ­κε στό τέ­λος τά ἐξῆς λό­για· «Ὅποιος στήν ἡ­συ­χί­α κα­θή­με­νος, κατάλαβε τήν ἀσθένειά του καί πῆγε καί παρέδωσε τόν ἑ­αυ­τό του στήν ὑ­πα­κο­ή, αὐ­τός, τυ­φλός ὄντας, χωρίς κόπο πρός τόν Χρι­στό ἀ­νέ­βλε­ψε». Τότε ἀφήνοντας τήν ἡσυχία, παρέδωσε τόν ἑ­αυ­τό του σέ ἕ­να Κοι­νό­βιο, τό ὁ­ποῖ­ο βρισκόταν στήν Κῖ­ο, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν ἐ­παρ­χί­α τῶν Βι­θυ­νῶν.

Ἀφοῦ λοιπόν ἔγινε δεκτός ἀ­πό τόν Ἡ­γού­με­νο τοῦ Κοι­νο­βί­ου, ἀρχικά ὡρίσθηκε νά ὑ­πη­ρε­τῆ στήν Ἐκ­κλη­σί­α, διότι αὐτή ἡ ὑπηρεσία εἶναι πάρα πολύ βαρειά. Καί ἀφοῦ ἐπέμενε γιά ἕνα διάστημα σ’ αὐτήν, ­ζή­τη­σε βα­ρύτερο διακόνημα. Τότε ὁ Ἡ­γού­με­νος τόν πα­ρέ­δωσε στόν πρω­το­ερ­γά­τη τῶν ἀμ­πε­λώ­νων, γιά νά τούς κλα­δεύ­η. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἦ­ταν ἄ­πει­ρος ἀ­πό τήν ὑ­πη­ρε­σί­α αὐτή, γι’ αὐτό πολλές φορές  ἔ­κο­βε τά δάκτυλα τῶν χε­ριῶν του. Ἀφοῦ λοιπόν παρέμεινε στό δι­α­κό­νη­μα αὐ­τό μέχρι τόν καιρό τῆς σκαφῆς καί τοῦ τρυ­γη­τοῦ τῶν ἀμ­πε­λιῶν, ὕ­στε­ρα ­δό­θηκε νά ὑπηρετῆ στήν τρα­πε­ζα­ρία. Κα­τε­ξε­σχί­σθηκαν ὅμως τά ἐνδύματά του καί κα­τα­τρί­φθηκαν τά ὑ­πο­δή­μα­τά του. Ὁπότε ἀπό τό κρύ­ο πάγωνε ὁ ἀ­οί­δι­μος καί τά πόδια του ­σχί­ζον­ταν ἀ­πό τήν ψυ­χρό­τη­τα τῶν μαρ­μά­ρων. Διότι ὁ Ἡ­γού­με­νος δέν τοῦ ἔ­δινε οὔ­τε ἐνδύματα ἤ ὑ­πο­δή­μα­τα δο­κι­μά­ζον­τας τήν ὑ­πο­μο­νή του.

Ἀφοῦ λοι­πόν δοκιμάσθηκε ὁ Ὅ­σιος γιά τήν με­γά­λη του ὑ­πο­μο­νή στό Κοινοβιο καί ἐπειδή ἀπέκαμε ἀ­πό τούς κό­πους, ἔ­λε­γε πρός τόν Θε­ό μέ τά κρυφά χεί­λη τῆς καρ­διᾶς του. «Ἴ­δε Κύ­ρι­ε τήν τα­πεί­νω­σίν μου καί τόν κό­πον μου καί ἅ­φες πά­σας τάς ἁ­μαρ­τί­ας μου». Ὁπότε μία νύκτα βλέ­πει στόν ὕ­πνο του ἕ­ναν ἄν­δρα ἔν­δο­ξο, νά κρατᾶ ζυ­γα­ριά. Καί στό μέν ἀ­ρι­στε­ρό της μέ­ρος ἦ­ταν ὅ­λα τά ἀμαρτήματά του ἀπό τήν νεανική του ἡλικία. Στό δε­ξιό ἦ­ταν ἡ ἀ­ξί­νη, μέ τήν ὁ­ποί­α ­ξερ­ρί­ζω­νε τά ἄ­γρια χορ­τά­ρια τῶν χω­ρα­φιῶν τοῦ Κοι­νο­βί­ου. Ὁπότε βα­ραίνοντας ἡ ἀ­ξί­νη στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο τῆς ζυ­γα­ριᾶς, δι­α­σκόρ­πι­σε τά εἴ­δη τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του. Τό­τε ὁ θαυ­μα­στός ἐ­κεῖ­νος ἄνθρωπος εἶ­πε στόν Ἀν­τώ­νιο· «Νά, ­δέ­χθηκε ὁ Κύ­ριος τούς κό­πους σου καί συγ­χώ­ρη­σε τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου».

Βλέ­ποντας ὅμως καί ὁ Ἡ­γού­με­νος τήν ὑπομονή του γιά τόσα χρόνια καί ὅ­τι ἀ­πο­φά­σι­σε στόν λο­γι­σμό του νά ὑ­πο­μεί­νη με­γα­λόψυχα κά­θε κο­πι­α­στι­κό καί θλι­βε­ρό ἔρ­γο τοῦ Κοι­νο­βί­ου, τόν ­κά­λε­σε κα­τ’ ἰ­δί­αν καί τοῦ λέ­ει· «Ὁ Θε­ός, Πά­τερ, νά πλη­ρώ­ση τόν μι­σθό σου, γιά τίς ψυ­χές ­πού ὠ­φέ­λη­σες μέ τόν ἐρχομό σου σ’ ἐμᾶς καί μέ τήν κα­τά Θε­ό πο­λι­τεί­α σου. Ἐ­πει­δή οἱ ἀδελφοί, πού εἶναι στήν ἐξουσία μου, δέν ὠ­φε­λή­θη­καν ἀ­πό κάτι ἄλλο τόσο πολύ, ὅ­σο ἀ­πό τήν δι­κή σου θε­ό­σταλτη πα­ρου­σί­α καί τέλεια ὑ­πα­κο­ή». Τότε τοῦ ἔ­δω­σε ἐνδύ­μα­τα καί ὑ­πο­δή­μα­τα καί ὅ,τι ἄλ­λο ἦ­ταν ἀπαραίτητο. Καί στό ἑ­ξῆς ὅ,τι πρᾶγ­μα ἔ­βλε­πε ὁ Ἡ­γού­με­νος ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται, ­πή­γαι­νε κρυ­φά καί τό τοποθετοῦσε στόν τό­πο τῆς κλί­νης του. Ὁ δέ Ἀν­τώ­νιος ἐπιστρέφοντας στήν κλί­νη του τό εὕ­ρι­σκε καί τό χρησιμο-ποιοῦσε γιά τήν ἀνάγκη τοῦ σώ­μα­τος.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης