Τῷ αὐτῷ μηνί I΄, μνήμη τῶν Ἁγίων πέντε Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνος, Ἐράστου, Σωσιπάτρου καί Κουάρτου.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶναι ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα, καί ὁ μέν Ἅγιος Ὀλυμπᾶς, γιά τόν ὁποῖο γράφει ὁ Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή «Ἀσπάσασθε Ὀλυμπᾶν» (Ρωμ. 16,15), καί ὁ Ροδίων[1], αὐτοί, λέω, ἀκολουθῶντας τόν Ἀπόστολο Πέτρο καί οἱ δύο ἀποκεφαλίσθηκαν στήν Ρώμη ἀπό τόν Νέρωνα, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 54. Ὁ Σωσίπατρος, γιά τόν ὁποῖο γράφει ὁ Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή· «Ἀσπάζονται ὑμᾶς Ἰάσων καί Σωσίπατρος οἱ συγγενεῖς μου» (Ρωμ. 16,21), αὐτός, λέω, ἀφοῦ ἔγινε Ἐπίσκοπος Ἰκονίου, ἐν εἰρήνῃ ἐτελειώθη. Ὁ δέ Ἔραστος, γιά τόν ὁποῖο γράφει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος στήν ἴδια ἐπιστολή· «Ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἔραστος ὁ οἰκονόμος τῆς πόλεως» (Ρωμ. 16, 21)[2], αὐτός, λέω, ἀφοῦ ἔγινε οἰκονόμος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, καί κατόπιν ἔγινε Ἐπίσκοπος Νεάδος (ἤ Πανεάδος) «ἐν εἰρήνῃ ἐτελειώθη». Ὁ Κούαρτος πάλι, γιά τόν ὁποῖο γράφει ὁ ἴδιος Παῦλος· «Ἀσπάζεται ὑμᾶς Κούαρτος ὁ ἀδελφός» (ὅ. π.), αὐτός, λέω, ἔγινε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βηρυτοῦ, δηλαδή τοῦ σήμερα ὀνομαζομένου Βερουτίου, καί ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλούς πειρασμούς γιά τήν εὐσέβεια καί πολλούς Ἕλληνες ἐπέστρεψε πρός τόν Κύριο, «ἐν εἰρήνῃ ἐτελειώθη».
[1] Αὐτόν ἡ ἐπιστολή τοῦ Παύλου πρός Ρωμαίους Ρωδίονα ἤ Ἡρωδίωνα ἀναφέρει, καί οὐχί Ροδίωνα. Διότι λέει τά ἑξῆς· «Ἀσπάσασθε Ἡρωδίωνα τόν συγγενῆ μου» (Ρωμ. 16,11). Αὐτός ὁ Ἡρωδίων ἑορτάζεται καί χωριστά κατά τήν 28η Μαρτίου, ὅπου ἰδιαίτερα γράφεται καί τό Συναξάρι του.
[2] Ὁ δέ Θεοφύλακτος, ἀνέφερε ὡς οἰκονόμο τῆς πόλεως τόν Ἔραστο, ὄχι τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ἀλλά τῆς Κορίνθου, ἀπό τήν ὁποία στάλθηκε στήν Ρώμη ἡ πρός Ρωμαίους τοῦ Παύλου ἐπιστολή καί ἀπό τήν ὁποία ἀσπάζεται τούς ἐν Ρώμῃ ὁ Ἔραστος.
Τῇ 10ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου († 1924).
Ὁ Ὁσιώτατος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στά 1840 στά Φάρασα ἤ Βαρασιό, στό Κεφαλοχώρι τῶν ἕξι Χριστιανικῶν χωριῶν τῆς περιφερείας Φαράσων τῆς Καππαδοκίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι σέ ἀρετές καί μέτριοι σέ ἀγαθά. Εἶχαν ἀποκτήσει δύο ἀγόρια, τόν Βλάσιο καί τόν Θεόδωρο (τόν Ἅγιο Ἀρσένιο).
Ἀπό μικρή ἡλικία ἔμειναν ὀρφανά καί τά προστάτεψε ἡ θεία τους, ἀδελφή τῆς μητέρας τους. Ἕνα θαυμαστό γεγονός, πού συνέβη στά παιδιά καί στήν θαυματουργική διάσωσι τοῦ μικροῦ τότε Θεόδωρου ἀπό τόν Ἅγιο Γεώργιο, πού τόν ἔσωσε ἀπό βέβαιο πνιγμό, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, γιά τόν μέν Βλάσιο νά δοθῆ μέ τόν δικό του τρόπο στόν Θεό, νά τόν δοξολογῆ ὡς δάσκαλος τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς καί κατέληξε ἀργότερα στήν Κωνσταντινούπολι, γιά τόν Θεόδωρο δέ νά θέλη νά γίνη Μοναχός. Στήν συνέχεια μεγαλώνοντας στάλθηκε στήν Νίγδη καί μετά στήν Σμύρνη, ὅπου τελείωσε τίς σπουδές του.
Στά εἴκοσι ἕξι του περίπου χρόνια πῆγε στήν Ἱερά Μονή Φλαβιανῶν τοῦ Τιμίου Προδρόμου Φλαβιανῶν (Ζιντζί- Ντερέ), ὅπου ἀργότερα ἐκάρη Μοναχός καί πῆρε τό ὄνομα Ἀρσένιος. Ἐκείνη τήν ἐποχή εἶχαν ἀνάγκη μεγάλη ἀπό δασκάλους καί ὁ Μητροπολίτης Παΐσιος ὁ Β΄ τόν χειροτόνησε Διάκονο καί τόν ἔστειλε στά ἐγκαταλειμμένα παιδιά. Αὐτό φυσικά γινόταν στά κρυφά, γιά νά μή μάθουν τίποτε οἱ Τοῦρκοι. Στό 30ό ἔτος τῆς ἡλικίας του χειροτονήθηκε στήν Καισσάρεια Πρεσβύτερος μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καί τήν εὐλογία ὡς Πνευματικός.
Ἄρχισε πιά ἡ πνευματική του δρᾶσι νά γίνεται μεγαλύτερη καί νά ἁπλώνεται. Μέ τήν ἄφθονη Θεία χάρι, πού τόν προίκισε ὁ Θεός, θεράπευε τίς ψυχές καί τά σώματα τῶν πονεμένων ἀνθρώπων. Εἶχε πολλή ἀγάπη στόν Θεό καί πρός τήν εἰκόνα Του, διότι, ὅταν ἔβλεπε πολύ πόνο καί καταπίεσι Τουρκική, ἡ ἀγάπη τόν ἔβγαζε ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του καί ἔξω ἀπό τό χωριό του καί ἀγκάλιαζε καί τά γύρω χωριά. Θεράπευε τόν ἀνθρώπινο πόνο, ὅπου τόν συναντοῦσε σέ Χριστιανούς ἤ Τούρκους. Γιά τόν Ἅγιο δέν εἶχε καμιά σημασία, διότι ἔβλεπε στό πρόσωπό τους τήν μέ πολλή ἀγάπη πλασθεῖσα εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἀναρίθμητα εἶναι τά θαύματα, πού ἐπιτέλεσε ὁ Ἅγιος μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Στεῖρες γυναῖκες τεκνοποιοῦσαν, ἀφοῦ τίς διάβαζε εὐχή ἤ ἔδιδε ‘φυλακτό’, πού ἦταν ἕνα κομμάτι χαρτί γραμμένο μέ κάποιες εὐχές, πού τίς ἔγραφε ὁ ἴδιος.
Διάβαζε τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο σέ σοβαρές περιπτώσεις, ὅπως στούς τυφλούς, βουβούς, χωλούς, παραλυτικούς, δαιμονισμένους καί γίνονταν καλά, μόλις τελείωνε τήν ἀνάγνωσι. Πολλοί Χριστιανοί καί Τοῦρκοι εἶχαν θεραπευθῆ, ἀφοῦ πῆραν χῶμα ἀπό τό κατῶφλι τοῦ κελλιοῦ του καί ἀναμιγνύοντάς το μέ λίγο νερό τό ἔπιναν, πιστεύοντας, ὅτι θά ἐθεραπεύονταν καί ἡ πίστι τους, πού εἶχαν στόν Ἅγιο, ἔκανε τό θαῦμα.
Ἀπό τότε πού πῆγε πεζός νά προσκυνήση τούς Ἁγίους Τόπους, ἕνα προσκύνημα, πού ἐπαναλάμβανε κάθε δέκα χρόνια, ὁ κόσμος συνήθισε νά τόν φωνάζη Χατζη-Ἐφέντη. Ταπεινός ἱερέας τοῦ Θεοῦ στάθηκε σέ ὅλη του τήν ζωή ὁ πατέρας καί ἡ ψυχή τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς. Δέν ἀρκεῖτο νά διδάσκη τά στοιχειώδη τῆς ἀπαγορευμένης ἀπό τίς τουρκικές ἀρχές ἑλληνικῆς παιδείας, ἄλλα ἔδινε στούς φτωχούς καί καταπιεσμένους Ἕλληνες ἕνα ζωντανό παράδειγμα τῆς χριστιανικῆς μεγαλοφροσύνης καί εὐγένειας ἤθους. Πέρα ἀπό κάθε του λόγο ἤ διδαχή, ἦταν ὁ ἴδιος παρουσία τοῦ Θεοῦ, πηγή ἀκένωτη χάριτος καί θαυματουργικῶν ἰαμάτων, ὄχι μόνον γιά τούς Ἕλληνες, ἀλλά καί γιά τούς Τούρκους. Ὅταν κάποιος ἐρχόταν σέ αὐτόν μέ ἐμπιστοσύνη, ὅποιος καί ἄν ἦταν, δέν ἐνδιαφερόταν νά μάθη τήν καταγωγή του ἤ τήν θρησκεία του, ἄλλα ἀναζητοῦσε μόνον τήν εὐχή τήν πλέον κατάλληλη στήν περίπτωσί του. Ἄν δέν τήν εὕρισκε στό Εὐχολόγιο, ἔπαιρνε ἕναν ψαλμό, διάβαζε ἕνα ἐδάφιο ἀπό τό Εὐαγγέλιο ἤ ἀρκεῖτο μόνον νά ἐπιθέτη στό κεφάλι τοῦ ἄρρωστου τό τετραβάγγελο. Τά θαύματα τοῦ πατρός Ἀρσενίου ἔγιναν κάτι τό τόσο φυσικό, πού δέν ὑπῆρχε στά Φάρασα ἄλλο ἰατρεῖο. Ἦταν γιά ὅλους ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Μερικές φορές ὅμως, ἡ θεραπεία δέν ἐρχόταν παρά μόνον σιγά - σιγά πρός ὄφελος ἐκείνων, πού εἶχαν ἀνάγκη νά ταπεινωθοῦν καί νά ἀποκτήσουν βαθμιαῖα τήν ἐπίγνωσι τῆς θεϊκῆς βοήθειας. Χρήματα, φυσικά, δέν δεχόταν ποτέ, οὔτε καί τά ἔπιανε στά χέρια του. Συνήθιζε νά λέη ‘ἡ πίστι μας δέν πουλιέται’.
Βίωνε ὁλοκληρωτικά καί ‘ἔπασχε τά Θεῖα’. Ζοῦσε μέ αὐταπάρνησι, διότι ἀγαποῦσε πολύ πρῶτα τόν Θεό καί μετά τήν εἰκόνα Του, τόν πλησίον. Αἱματηρούς ἀγῶνες καί προσπάθειες κατέβαλε, γιά νά διατηρήση τούς συγχωριανούς καί τούς συμπατριῶτες του στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, στήν Ὀρθόδοξη πίστι, γιά νά μήν κλονιστοῦν καί ἀλλαξοπιστήσουν στίς χαλεπές ἐκεῖνες ἡμέρες καί ἐποχές ἀπό τίς πολλές καί διάφορες πιέσεις, πού δέχονταν ἀπό τούς Τούρκους, ἀλλά καί ἀπό τούς διάφορους προβατόσχημους λύκους, τούς προτεστάντες, πού προσπαθοῦσαν νά λυμάνουν τήν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.
Τό κελλί του, μικρό, ἀπέριττο, βρισκόταν μέσα στόν κόσμο, ἀλλά συγχρόνως κατόρθωνε νά ζῆ καί ἐκτός τοῦ κόσμου. Σέ αὐτό, καθώς καί γιά τά Θεῖα του κατορθώματα, πολύ τόν βοηθοῦσαν οἱ δύο ἡμέρες (ἡ Τετάρτη καί ἡ Παρασκευή) πού ἔμενε ἔγκλειστος στό κελλί του προσευχόμενος. Ὧρες ἔμενε γονατιστός προσευχόμενος στόν Θεό γιά τόν λαό Του, πού τόν εἶχε ἐμπιστευθῆ στά ἀσκητικά χέρια τοῦ δούλου Του Ἀρσενίου. Ἡ μεγάλη εὐαισθησία τοῦ Ἁγίου Πατρός δέν ἄντεχε νά κάνη κανένα κακό στήν πλάσι. Ἰδιαίτερα στά ζῷα. Ποτέ του δέν κάθησε σέ ζῷο νά τό κουράση, γιά νά ξεκουράση τόν ἑαυτό του. Προτιμοῦσε πάντοτε νά βαδίζη πεζός καί, ὅπως συνήθιζε, ξυπόλυτος. Εἶχε πάντοτε μπροστά του τόν Χριστό, πού ποτέ Του δέν κάθησε σέ ζῷο – μόνο μία φορά – καί ὅπως χαρακτηριστικά ἔλεγε: ‘ἐγώ πού εἶμαι χειρότερος καί ἀπό τό γαϊδουράκι, πῶς νά καθήσω σ’ αὐτό;’. Γιά νά κρύψη τίς ἀρετές του ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων καί νά ἀποφύγη ἔτσι τούς ἐπαίνους, κατάφευγε σέ ὡρισμένες ‘ἰδιοτροπίες’.
Παρουσιαζόταν ὡς σκληρός, θυμώδης, ὀξύθυμος, ἀπόπαιρνε τίς διάφορες γυναῖκες, πού ἀπό ἀγάπη γιά αὐτόν καί εὐγνωμοσύνη προσπαθοῦσαν νά τόν βοηθήσουν μέ διάφορους τρόπους, νά τοῦ μαγειρεύουν καί νά τοῦ στέλλουν φαγητό. Ὅπως χαρακτηριστικά ἔλεγε στόν πιστό του φίλο καί ψάλτη Πρόδρομο τά ἑξῆς: ‘Ἐάν ἤθελα νά μέ ὑπηρετοῦν γυναῖκες, θά γινόμουν ἔγγαμος ἱερέας καί θά μέ ὑπηρετοῦσε παπαδιά. Τόν καλόγερο, πού τόν ὑπηρετοῦν γυναῖκες, δέν εἶναι καλόγερος’.
Ὅταν ὕψωνε τά χέρια του, γιά νά παρακαλέση γιά κάτι τόν Θεό, ἄρχιζε νά τόν παρακαλῆ προσευχόμενος καί φωνάζοντας, ‘Θεέ μου!’, λές καί ξεκοβόταν ἡ καρδιά του ἐκείνη τήν ὥρα καί θαρρεῖς πώς ἔπιανε τόν Χριστό ἀπό τά πόδια καί δέν τόν ἄφηνε, ἐάν δέν τοῦ ἔκανε τό αἴτημά του. «Ἐμεῖς», ὅπως ἔλεγαν οἱ Φαρασιῶτες «στήν Πατρίδα μας τί θά πῆ γιατρός, δέν ξέραμε. Στόν Χατζεφέντη τρέχαμε. Στήν Ἑλλάδα μάθαμε ἀπό γιατρούς, ἀλλ’ ἄν τά ποῦμε στούς ἐντόπιους, τούς φαίνονται παράξενα».
Ἐκτός ἀπό τά ἄλλα του χαρίσματα εἶχε καί τό προορατικό χάρισμα. Εἶχε πληροφορηθῆ ἀπό τόν Θεό, πώς θά ἔφευγαν γιά τήν Ἑλλάδα καί ἔγινε στίς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 μέ τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν. Αὐτή τήν ἡμέρα μπῆκε ὡς ἄλλος Μωυσῆς ἐπικεφαλῆς τοῦ ποιμνίου του γιά μία πορεία 300 χιλομέτρων μέ τά πόδια, μέ προορισμό τήν Ἑλλάδα, ὅπου σύμφωνα μέ τήν πρόρρησί του ἔζησε μόνο δύο μῆνες. Γνώριζε ἀπό προηγουμένως καί τόν θάνατό του καί ὅτι αὐτός θά συνέβαινε σέ ἕνα νησί.
Ἡ ἁγία του μορφή συνέχεια σκορποῦσε Χάρι καί παρηγοριά. Τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπό τήν ἀσκητική γυαλάδα, πού ἔμοιαζε σάν τό χρῶμα τοῦ φτασμένου κυδωνιοῦ. Εἶχε πιά ἐξαϋλωθῆ ἀπό τούς ὑπερφυσικούς πνευματικούς ἀγῶνες, πού ἔκανε ἀπό ἀγάπη στόν Χριστό, καθώς καί ἀπό τούς πολλούς του κόπους γιά τήν ἀγάπη πρός τό ποίμνιό του, πού τό ποίμανε πενήντα χρόνια ὡς καλός Ποιμένας.
Τρεῖς ἡμέρες πρίν ἀπό τήν ἐκδημία του, ἦρθε ἡ Παναγία, τόν γύρισε σέ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος, τά Μοναστήρια, τούς Ναούς, πού τόσο ἐπιθυμοῦσε νά δῆ καί δέν εἶχε ἀξιωθῆ, καί τοῦ εἶπε, ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά παρουσιαστῆ στόν Κύριο, πού τόσο πολύ ἀγάπησε καί ἔδωσε ὅλο του τόν ἑαυτό σέ Αὐτόν. Ἔφυγε στίς 10 Νοεμβρίου τό 1924 σέ ἡλικία 83 ἐτῶν.
Ἀπό τό 1970 τά τίμια λείψανά του βρίσκονται στήν Σουρωτή Θεσσαλονίκης, στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, καί δίνουν πάντοτε τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου μέ τά διάφορα θαύματα, πού γίνονται πολύ συχνά.
Ἡ τιμή του ἀναγνωρίσθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τό 1986.


Login