Τῷ αὐτῷ μηνί I΄, μνήμη τῶν Ἁγίων πέντε Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνος, Ἐράστου, Σωσιπάτρου καί Κουάρτου. Τῇ 10ῃτοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καί θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡ­μῶν Ἀρ­σε­νί­ου τοῦ Καπ­πα­δό­κου(† 1924). Τῇ 10ῃ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καί θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡ­μῶν Ἀρ­σε­νί­ου τοῦ Καπ­πα­δό­κου († 1924).

    Τῷ αὐτῷ μηνί I΄, μνήμη τῶν Ἁγίων πέντε Ἀποστόλων ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα, Ὀλυμπᾶ, Ροδίωνος, Ἐράστου, Σωσιπάτρου καί Κουάρτου.

Αὐτοί οἱ Ἅ­γιοι Ἀ­πό­στο­λοι εἶ­ναι ἀ­πό τούς Ἑ­βδο­μή­κον­τα, καί ὁ μέν Ἅ­γιος Ὀ­λυμ­πᾶς, γιά τόν ὁποῖο γρά­φει ὁ Παῦ­λος στήν πρός Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λή «Ἀ­σπά­σα­σθε Ὀ­λυμ­πᾶν» (Ρωμ. 16,15), καί ὁ Ρο­δί­ω­ν[1], αὐ­τοί, λέω, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο καί οἱ δύ­ο ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν στήν Ρώ­μη ἀ­πό τόν Νέ­ρω­να, ὁ ὁποῖος βασίλευσε κατά τό ἔτος 54. Ὁ Σω­σί­πα­τρος, γιά τόν ὁποῖο γρά­φει ὁ Παῦ­λος στήν πρός Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λή· «Ἀ­σπά­ζον­ται ὑ­μᾶς Ἰ­ά­σων καί Σω­σί­πα­τρος οἱ συγ­γε­νεῖς μου» (Ρωμ. 16,21), αὐ­τός, λέ­ω, ἀφοῦ ἔγινε Ἐ­πί­σκο­πος Ἰ­κο­νί­ου, ἐν εἰ­ρή­νῃ ἐ­τε­λει­ώ­θη. Ὁ δέ Ἔ­ρα­στος, γιά τόν ὁποῖο γρά­φει ὁ ἴδιος ὁ Παῦ­λος στήν ἴδια ἐ­πι­στο­λή· «Ἀ­σπά­ζε­ται ὑ­μᾶς Ἔ­ρα­στος ὁ οἰ­κο­νό­μος τῆς πό­λε­ως» (Ρωμ. 16, 21)[2], αὐ­τός, λέ­ω, ἀφοῦ ἔγινε οἰ­κο­νό­μος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, καί κατόπιν ἔγινε Ἐ­πί­σκο­πος Νε­ά­δος (ἤ Πα­νε­ά­δος) «ἐν εἰ­ρή­νῃ ἐ­τε­λει­ώ­θη». Ὁ Κού­αρ­τος πάλι, γιά τόν ὁ­ποῖο γρά­φει ὁ ἴδιος Παῦ­λος· «Ἀ­σπά­ζε­ται ὑ­μᾶς Κού­αρ­τος ὁ ἀ­δελ­φός» (ὅ. π.), αὐ­τός, λέω, ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος τῆς πό­λε­ως Βη­ρυ­τοῦ, δη­λα­δή τοῦ σήμερα ὀνομαζομένου Βε­ρου­τί­ου, καί ἀφοῦ ὑπέμεινε πολ­λούς πει­ρα­σμούς γιά τήν εὐ­σέ­βεια καί πολ­λούς Ἕλ­λη­νες ἐ­πέστρεψε πρός τόν Κύ­ριο, «ἐν εἰ­ρή­νῃ ἐ­τε­λει­ώ­θη».



[1] Αὐτόν ἡ ἐπιστολή τοῦ Παύ­λου πρός Ρω­μαί­ους Ρω­δί­ο­να ἤ Ἡ­ρω­δί­ω­να ἀναφέρει, καί οὐ­χί Ρο­δί­ω­να. Διότι λέει τά ἑξῆς· «Ἀ­σπά­σα­σθε Ἡρω­δί­ω­να τόν συγ­γε­νῆ μου» (Ρωμ. 16,11). Αὐτός ὁ Ἡ­ρω­δί­ων ἑ­ορ­τά­ζε­ται καί χω­ρι­στά κα­τά τήν 28η Μαρ­τί­ου, ὅ­που ἰδιαίτερα γράφεται καί τό Συ­να­ξά­ρι του.

[2] Ὁ δέ Θε­ο­φύ­λα­κτος, ἀνέφερε ὡς οἰ­κο­νό­μο τῆς πό­λε­ως τόν Ἔ­ρα­στο, ὄχι τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, ἀλ­λά τῆς Κο­ρίν­θου, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ­στά­λθηκε στήν Ρώ­μη ἡ πρός Ρω­μαί­ους τοῦ Παύ­λου ἐ­πι­στο­λή καί ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀ­σπά­ζε­ται τούς ἐν Ρώ­μῃ ὁ Ἔ­ρα­στος.

 

Τῇ 10 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καί θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡ­μῶν Ἀρ­σε­νί­ου τοῦ Καπ­πα­δό­κου († 1924).

Ὁ Ὁ­σι­ώ­τα­τος Ἀρ­σέ­νιος ὁ Καπ­πα­δό­κης γεν­νή­θη­κε γύ­ρω στά 1840 στά Φά­ρα­σα ἤ Βα­ρα­σιό, στό Κε­φα­λο­χώ­ρι τῶν ἕξι Χρι­στι­α­νι­κῶν χω­ρι­ῶν τῆς πε­ρι­φε­ρεί­ας Φα­ρά­σων τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πλού­σιοι σέ ἀ­ρε­τές καί μέ­τριοι σέ ἀ­γα­θά. Εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει δύ­ο ἀ­γό­ρια, τόν Βλά­σιο καί τόν Θε­ό­δω­ρο (τόν Ἅ­γιο Ἀρ­σέ­νιο).

Ἀ­πό μι­κρή ἡ­λι­κί­α ἔ­μει­ναν ὀρ­φα­νά καί τά προ­στά­τε­ψε ἡ θεί­α τους, ἀ­δελ­φή τῆς μη­τέ­ρας τους. Ἕ­να θαυ­μα­στό γε­γο­νός, πού συ­νέ­βη στά παι­διά καί στήν θαυ­μα­τουρ­γι­κή δι­ά­σω­σι τοῦ μι­κροῦ τό­τε Θε­ό­δω­ρου ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο, πού τόν ἔ­σω­σε ἀ­πό βέ­βαι­ο πνιγ­μό, εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, γιά τόν μέν Βλά­σιο νά δο­θῆ μέ τόν δι­κό του τρό­πο στόν Θε­ό, νά τόν δο­ξο­λο­γῆ ὡς δά­σκα­λος τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Μου­σι­κῆς καί κα­τέ­λη­ξε ἀρ­γό­τε­ρα στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, γιά τόν Θε­ό­δω­ρο δέ νά θέ­λη νά γί­νη Μο­να­χός. Στήν συ­νέ­χεια με­γα­λώ­νον­τας στάλ­θη­κε στήν Νί­γδη καί με­τά στήν Σμύρ­νη, ὅ­που τε­λεί­ω­σε τίς σπου­δές του.

Στά εἴ­κο­σι ἕ­ξι του πε­ρί­που χρό­νια πῆ­γε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Φλα­βια­νῶν τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου Φλα­βια­νῶν (Ζιν­τζί- Ντε­ρέ), ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­κά­ρη Μο­να­χός καί πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Ἀρ­σέ­νιος. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη με­γά­λη ἀ­πό δα­σκά­λους καί ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Παΐσιος ὁ Β΄ τόν χει­ρο­τό­νη­σε Δι­ά­κο­νο καί τόν ἔ­στει­λε στά ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­να παι­διά. Αὐ­τό φυ­σι­κά γι­νό­ταν στά κρυ­φά, γιά νά μή μά­θουν τί­πο­τε οἱ Τοῦρ­κοι. Στό 30ό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του χει­ρο­το­νή­θη­κε στήν Καισ­σά­ρεια Πρε­σβύ­τε­ρος μέ τόν τί­τλο τοῦ Ἀρ­χι­μαν­δρί­του καί τήν εὐ­λο­γί­α ὡς Πνευ­μα­τι­κός.

Ἄρ­χι­σε πιά ἡ πνευ­μα­τι­κή του δρᾶ­σι νά γί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρη καί νά ἁ­πλώ­νε­ται. Μέ τήν ἄ­φθο­νη Θεί­α χά­ρι, πού τόν προί­κι­σε ὁ Θε­ός, θε­ρά­πευ­ε τίς ψυ­χές καί τά σώ­μα­τα τῶν πο­νε­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Εἶ­χε πολ­λή ἀ­γά­πη στόν Θε­ό καί πρός τήν εἰ­κό­να Του, δι­ό­τι, ὅ­ταν ἔ­βλε­πε πο­λύ πό­νο καί κα­τα­πί­ε­σι Τουρ­κι­κή, ἡ ἀ­γά­πη τόν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό του καί ἔ­ξω ἀ­πό τό χω­ριό του καί ἀγ­κά­λια­ζε καί τά γύ­ρω χω­ριά. Θε­ρά­πευ­ε τόν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο, ὅ­που τόν συ­ναν­τοῦ­σε σέ Χρι­στια­νούς ἤ Τούρ­κους. Γιά τόν Ἅ­γιο δέν εἶ­χε κα­μιά ση­μα­σί­α, δι­ό­τι ἔ­βλε­πε στό πρό­σω­πό τους τήν μέ πολ­λή ἀ­γά­πη πλα­σθεῖ­σα εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­να­ρίθ­μη­τα εἶ­ναι τά θαύ­μα­τα, πού ἐ­πι­τέ­λε­σε ὁ Ἅ­γιος μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ. Στεῖ­ρες γυ­ναῖ­κες τε­κνο­ποι­οῦ­σαν, ἀ­φοῦ τίς δι­ά­βα­ζε εὐ­χή ἤ ἔ­δι­δε ‘φυ­λα­κτό’, πού ἦ­ταν ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τί γραμ­μέ­νο μέ κά­ποι­ες εὐ­χές, πού τίς ἔ­γρα­φε ὁ ἴ­διος.

Δι­ά­βα­ζε τό Ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο σέ σο­βα­ρές πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στούς τυ­φλούς, βου­βούς, χω­λούς, πα­ρα­λυ­τι­κούς, δαι­μο­νι­σμέ­νους καί γίνον­ταν κα­λά, μό­λις τε­λεί­ω­νε τήν ἀ­νά­γνω­σι. Πολ­λοί Χρι­στια­νοί καί Τοῦρ­κοι εἶ­χαν θε­ρα­πευ­θῆ, ἀ­φοῦ πῆ­ραν χῶ­μα ἀ­πό τό κα­τῶ­φλι τοῦ κε­λλιοῦ του καί ἀ­να­μι­γνύ­ον­τάς το μέ λί­γο νε­ρό τό ἔ­πι­ναν, πι­στεύ­ον­τας, ὅ­τι θά ἐ­θε­ρα­πεύ­ον­ταν καί ἡ πί­στι τους, πού εἶ­χαν στόν Ἅ­γιο, ἔ­κα­νε τό θαῦ­μα.

Ἀ­πό τό­τε πού πῆ­γε πε­ζός νά προ­σκυ­νή­ση τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους, ἕ­να προ­σκύ­νη­μα, πού ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε κά­θε δέ­κα χρό­νια, ὁ κό­σμος συ­νή­θι­σε νά τόν φω­νά­ζη Χα­τζη-Ἐ­φέν­τη. Τα­πει­νός ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ Θε­οῦ στά­θη­κε σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή ὁ πα­τέ­ρας καί ἡ ψυ­χή τῶν κα­τοί­κων τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Δέν ἀρ­κεῖ­το νά δι­δά­σκη τά στοι­χει­ώ­δη τῆς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νης ἀ­πό τίς τουρ­κι­κές ἀρ­χές ἑλ­λη­νι­κῆς παι­δεί­ας, ἄλ­λα ἔ­δι­νε στούς φτω­χούς καί κα­τα­πι­ε­σμέ­νους Ἕλ­λη­νες ἕ­να ζων­τα­νό πα­ρά­δειγ­μα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς με­γα­λο­φρο­σύ­νης καί εὐ­γέ­νειας ἤ­θους. Πέ­ρα ἀ­πό κά­θε του λό­γο ἤ δι­δα­χή, ἦ­ταν ὁ ἴ­διος πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ, πη­γή ἀ­κέ­νω­τη χά­ρι­τος καί θαυ­μα­τουρ­γι­κῶν ἰ­α­μά­των, ὄ­χι μό­νον γιά τούς Ἕλ­λη­νες, ἀλ­λά καί γιά τούς Τούρ­κους. Ὅ­ταν κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν σέ αὐ­τόν μέ ἐμ­πι­στο­σύ­νη, ὅ­ποι­ος καί ἄν ἦ­ταν, δέν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν νά μά­θη τήν κα­τα­γω­γή του ἤ τήν θρη­σκεί­α του, ἄλ­λα ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μό­νον τήν εὐ­χή τήν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στήν πε­ρί­πτω­σί του. Ἄν δέν τήν εὕρι­σκε στό Εὐ­χο­λό­γιο, ἔ­παιρ­νε ἕ­ναν ψαλ­μό, δι­ά­βα­ζε ἕ­να ἐ­δά­φιο ἀ­πό τό Εὐ­αγ­γέ­λιο ἤ ἀρ­κεῖ­το μό­νον νά ἐ­πι­θέ­τη στό κε­φά­λι τοῦ ἄρ­ρω­στου τό τε­τρα­βάγ­γε­λο. Τά θαύ­μα­τα τοῦ πα­τρός Ἀρ­σε­νί­ου ἔ­γι­ναν κά­τι τό τό­σο φυ­σι­κό, πού δέν ὑ­πῆρ­χε στά Φά­ρα­σα ἄλ­λο ἰ­α­τρεῖ­ο. Ἦ­ταν γιά ὅ­λους ὁ ἰα­τρός τῶν ψυ­χῶν καί τῶν σω­μά­των. Μερικές φορές ὅ­μως, ἡ θε­ρα­πεί­α δέν ἐρ­χό­ταν πα­ρά μό­νον σι­γά - σι­γά πρός ὄ­φε­λος ἐ­κεί­νων, πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη νά τα­πει­νω­θοῦν καί νά ἀ­πο­κτή­σουν βαθ­μια­ῖα τήν ἐ­πί­γνω­σι τῆς θε­ϊ­κῆς βο­ή­θειας. Χρήματα, φυσικά, δέν δεχόταν ποτέ, οὔτε καί τά ἔπιανε στά χέρια του. Συνήθιζε νά λέη ‘ἡ πίστι μας δέν πουλιέται’.

Βί­ω­νε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά καί ‘ἔ­πα­σχε τά Θεῖ­α’. Ζοῦ­σε μέ αὐ­τα­πάρ­νη­σι, δι­ό­τι ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ πρῶ­τα τόν Θε­ό καί με­τά τήν εἰ­κό­να Του, τόν πλη­σί­ον. Αἱ­μα­τη­ρούς ἀ­γῶ­νες καί προ­σπά­θει­ες κα­τέ­βα­λε, γιά νά δι­α­τη­ρή­ση τούς συγ­χω­ρια­νούς καί τούς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στι, γιά νά μήν κλο­νι­στοῦν καί ἀλ­λα­ξο­πι­στή­σουν στίς χα­λε­πές ἐ­κεῖ­νες ἡ­μέ­ρες καί ἐ­πο­χές ἀ­πό τίς πολ­λές καί δι­ά­φο­ρες πι­έ­σεις, πού δέ­χον­ταν ἀ­πό τούς Τούρ­κους, ἀλ­λά καί ἀ­πό τούς δι­ά­φο­ρους προ­βα­τό­σχη­μους λύ­κους, τούς προ­τε­στάν­τες, πού προ­σπα­θοῦ­σαν νά λυ­μά­νουν τήν ποί­μνη τοῦ Χρι­στοῦ.

Τό κελ­λί του, μι­κρό, ἀ­πέ­ριτ­το, β­ρι­σκό­ταν μέ­σα στόν κό­σμο, ἀλ­λά συγ­χρό­νως κα­τόρ­θω­νε νά ζῆ καί ἐ­κτός τοῦ κό­σμου. Σέ αὐ­τό, κα­θώς καί γιά τά Θεῖ­α του κα­τορ­θώ­μα­τα, πο­λύ τόν βο­η­θοῦ­σαν οἱ δύ­ο ἡ­μέ­ρες (ἡ Τε­τάρ­τη καί ἡ Πα­ρα­σκευ­ή) πού ἔ­με­νε ἔγ­κλει­στος στό κελ­λί του προ­σευ­χό­με­νος. Ὧ­ρες ἔ­με­νε γο­να­τι­στός προ­σευ­χό­με­νος στόν Θε­ό γιά τόν λα­ό Του, πού τόν εἶ­χε ἐμ­πι­στευ­θῆ στά ἀ­σκη­τι­κά χέ­ρια τοῦ δού­λου Του Ἀρ­σε­νί­ου. Ἡ με­γά­λη εὐ­αι­σθη­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­τρός δέν ἄν­τε­χε νά κά­νη κα­νέ­να κα­κό στήν πλά­σι. Ἰ­δι­αί­τε­ρα στά ζῷ­α. Πο­τέ του δέν κά­θη­σε σέ ζῷ­ο νά τό κου­ρά­ση, γιά νά ξε­κου­ρά­ση τόν ἑ­αυ­τό του. Προ­τι­μοῦ­σε πάν­το­τε νά βα­δί­ζη πε­ζός καί, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε, ξυ­πό­λυ­τος. Εἶ­χε πάν­το­τε μπρο­στά του τόν Χρι­στό, πού πο­τέ Του δέν κά­θη­σε σέ ζῷ­ο – μό­νο μί­α φο­ρά – καί ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἔ­λε­γε: ‘ἐ­γώ πού εἶ­μαι χει­ρό­τε­ρος καί ἀ­πό τό γα­ϊ­δου­ρά­κι, πῶς νά κα­θή­σω σ’­ αὐ­τό;’. Γιά νά κρύ­ψη τίς ἀ­ρε­τές του ἀ­πό τά μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων καί νά ἀ­πο­φύ­γη ἔ­τσι τούς ἐ­παί­νους, κα­τά­φευ­γε σέ ὡρι­σμέ­νες ‘ἰ­δι­ο­τρο­πί­ε­ς’.

 Πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ὡς σκλη­ρός, θυ­μώ­δης, ὀ­ξύ­θυ­μος, ἀ­πό­παιρ­νε τίς δι­ά­φο­ρες γυ­ναῖ­κες, πού ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά αὐ­τόν καί εὐ­γνω­μο­σύ­νη προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν βο­η­θή­σουν μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, νά τοῦ μα­γει­ρεύ­ουν καί νά τοῦ στέλ­λουν φα­γη­τό. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἔ­λε­γε στόν πι­στό του φί­λο καί ψάλ­τη Πρό­δρο­μο τά ἑ­ξῆς: ‘Ἐ­άν ἤ­θε­λα νά μέ ὑ­πη­ρε­τοῦν γυ­ναῖ­κες, θά γι­νό­μουν ἔγ­γα­μος ἱ­ε­ρέας καί θά μέ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε πα­πα­διά. Τόν κα­λό­γε­ρο, πού τόν ὑ­πη­ρε­τοῦν γυ­ναῖ­κες, δέν εἶ­ναι κα­λό­γε­ρο­ς’.

Ὅ­ταν ὕ­ψω­νε τά χέ­ρια του, γιά νά πα­ρα­κα­λέ­ση γιά κά­τι τόν Θε­ό, ἄρ­χι­ζε νά τόν πα­ρα­κα­λῆ προ­σευ­χό­με­νος καί φω­νά­ζον­τας, ‘Θε­έ μου!’, λές καί ξε­κο­βό­ταν ἡ καρ­διά του ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα καί θαρ­ρεῖς πώς ἔ­πια­νε τόν Χρι­στό ἀ­πό τά πό­δια καί δέν τόν ἄ­φη­νε, ἐ­άν δέν τοῦ ἔ­κα­νε τό αἴ­τη­μά του. «Ἐ­μεῖς», ὅ­πως ἔ­λε­γαν οἱ Φα­ρα­σι­ῶ­τες «στήν Πα­τρί­δα μας τί θά πῆ για­τρός, δέν ξέ­ρα­με. Στόν Χα­τζε­φέν­τη τρέ­χα­με. Στήν Ἑλ­λά­δα μά­θα­με ἀ­πό για­τρούς, ἀλ­λ’ ἄν τά ποῦ­με στούς ἐν­τό­πιους, τούς φαί­νον­ται πα­ρά­ξε­να».

Ἐ­κτός ἀ­πό τά ἄλ­λα του χα­ρί­σμα­τα εἶ­χε καί τό προ­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα. Εἶ­χε πλη­ρο­φο­ρη­θῆ ἀ­πό τόν Θε­ό, πώς θά ἔ­φευ­γαν γιά τήν Ἑλ­λά­δα καί ἔ­γι­νε στίς 14 Αὐ­γού­στου τοῦ 1924 μέ τήν ἀν­ταλ­λα­γή τῶν πλη­θυ­σμῶν. Αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα μπῆ­κε ὡς ἄλ­λος Μω­υ­σῆς ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ποι­μνί­ου του γιά μί­α πο­ρεί­α 300 χι­λο­μέ­τρων μέ τά πό­δια, μέ προ­ο­ρι­σμό τήν Ἑλ­λά­δα, ὅ­που σύμ­φω­να μέ τήν πρόρ­ρη­σί του ἔ­ζη­σε μό­νο δύ­ο μῆ­νες.  Γνώ­ρι­ζε ἀ­πό προ­η­γου­μέ­νως καί τόν θά­να­τό του καί ὅ­τι αὐ­τός θά συ­νέ­βαι­νε σέ ἕ­να νη­σί.

Ἡ ἁ­γί­α του μορ­φή συ­νέ­χεια σκορ­ποῦ­σε Χά­ρι καί πα­ρη­γο­ριά. Τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε ἀ­πό τήν ἀ­σκη­τι­κή γυ­α­λά­δα, πού ἔ­μοια­ζε σάν τό χρῶ­μα τοῦ φτα­σμέ­νου κυ­δω­νιοῦ. Εἶ­χε πιά ἐ­ξα­ϋ­λω­θῆ ἀ­πό τούς ὑ­περ­φυ­σι­κούς πνευ­μα­τι­κούς ἀ­γῶ­νες, πού ἔ­κα­νε ἀ­πό ἀ­γά­πη στόν Χρι­στό, κα­θώς καί ἀ­πό τούς πολ­λούς του κό­πους γιά τήν ἀ­γά­πη πρός τό ποί­μνιό του, πού τό ­ποί­μα­νε πε­νήντα χρό­νια ὡς κα­λός Ποι­μέ­νας.

Τρεῖς ἡ­μέ­ρες πρίν ἀ­πό τήν ἐκ­δη­μί­α του, ἦρ­θε ἡ Πα­να­γί­α, τόν γύ­ρι­σε σέ ὅ­λο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, τά Μο­να­στή­ρια, τούς Να­ούς, πού τό­σο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά δῆ καί δέν εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θῆ, καί τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι σέ τρεῖς ἡ­μέ­ρες θά πα­ρου­σια­στῆ στόν Κύ­ριο, πού τό­σο πο­λύ ἀ­γά­πη­σε καί ἔ­δω­σε ὅ­λο του τόν ἑ­αυ­τό σέ Αὐ­τόν. Ἔ­φυ­γε στίς 10 Νο­εμ­βρί­ου τό 1924 σέ ἡ­λι­κί­α 83 ἐ­τῶν.

 Ἀπό τό 1970 τά τίμια λείψανά του βρί­σκον­ται στήν Σου­ρω­τή Θεσ­σα­λο­νί­κης, στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, καί δί­νουν πάν­το­τε τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου μέ τά δι­ά­φο­ρα θαύ­μα­τα, πού γί­νον­ται πο­λύ συ­χνά.

 Ἡ τι­μή του ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τό Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τό 1986. 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης