Τῷ αὐτῷ μηνί IΔ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου
Φιλίππου, ἑνός τῶν ιβ΄.
Ἀρθείς Φίλιππος ἐκ ποδῶν ἐπί ξύλου,
Τά τῶν ποδῶν σοι νίπτρα Σῶτερ ἐκτίει (ἤτοι πληρόνοι).
Ἤρθης κακκεφαλῆς δεκάτῃ Φίλιππε τετάρτῃ.
Αὐτός ὁ Ἀπόστολος καταγόταν ἀπό τήν Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας, συμπατριώτης ὄντας τοῦ Ἀνδρέου καί Πέτρου τῶν Ἀποστόλων. Ἦταν πολύ συνετός, ἀσχολούμενος μέ τά βιβλία τῶν Προφητῶν καί σέ ὅλη του τήν ζωή γνωστός ἦταν ὡς παρθένος. Ὄταν τόν βρῆκε ὁ Κύριος μετά τό βάπτισμα στήν Γαλιλαία, τόν κάλεσε νά τόν ἀκολουθήση καί αὐτός συναντῶντας τόν Ναθαναήλ τοῦ εἶπε· «Αὐτόν πού προανάγγειλε ὁ Μωυσῆς στόν νόμο καί οἱ Προφῆτες, τόν βρήκαμε· εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ Υιός τοῦ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ναζαρέτ» (Ἰω. 1,46). Καί ἄλλα ἀκόμη πολλά ρητά βρίσκονται στά Ἅγια Εὐαγγέλια, πού ἀναφέρονται σ’ αὐτόν τόν Ἀπόστολο.
Αὐτός λοιπόν ἀφοῦ πῆρε ὡς κλῆρο[1] τήν γῆ τῆς Ἀσίας (τῆς μικρᾶς δηλαδή) εἶχε συνα-κόλουθο καί βοηθό του στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τόν Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο. Εἶχε ἀκόμη καί τήν σαρκική του ἀδελφή, Μαριάμ-νη, πού τούς ἀκολουθοῦσε καί τούς βοηθοῦσε. Περνῶντας λοιπόν οἱ Ἀπόστολοι αὐτοί τίς πό-λεις τῆς Λυδίας καί Μυσίας, καί κηρύττοντάς τες τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, πολλούς πειρα-σμούς καί κακοπάθειες δέχθηκαν ἀπό τούς ἄπιστους, δερόμενοι, ραβδιζόμενοι, φυλακιζόμενοι καί λιθοβολούμενοι. Στήν συνέχεια βρῆκαν τόν ἀγαπημένο μαθητή καί Θεολόγο Ἰωάννη νά κηρύττη τόν Χριστό στήν Ἀσία. Ὅταν καί ἡ γυναίκα τοῦ ἀνθύπατου Νικάνωρα πίστεψε στόν Χριστό καί ὅταν ἡ οἰκία τοῦ Στάχυος κάηκε ἀπό τόν ἀνθύπατο καί ἀπό τόν λαό τῶν Ἑλλήνων, πηγαίνοντας στήν Ἱεράπολι ὁ θεῖος Φίλιππος, σύρθηκε στήν γῆ ἀπό τούς Ἕλληνες μέσα στίς πλατεῖες τῆς πόλεως. Ἔπειτα, ἀφοῦ τρυπήθηκε στούς ἀστράγαλους τῶν ποδιῶν, καρφώθηκε ἀνάποδα καί ἔτσι προσευχόμενος παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Μόλις δέ ἐξέπνευσε ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος, φοβισμένη ἡ γῆ, σάν νά ἦταν ἔμψυχη, ἔβγαλε ἕναν φοβερό ἦχο καί βογγητό. Καί ἔτσι ἄνοιξε καί κατάπιε πολλούς ἄπιστους. Οἱ ὑπόλοιποι φοβισμένοι πρόσπεσαν στόν θεῖο Βαρθολομαῖο καί στήν Ἁγία Μαριάμνη, κρεμασμένους καί αὐτούς ὄντας. Ἀφοῦ λοιπόν τούς ἔλευθέρωσαν ἀπό τό ξύλο, πρόστρεξαν στήν ἀληθινή πίστι τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε καί ἐνταφίασαν τό λείψανο τοῦ Ἀποστόλου, Ὁ δέ Ἅγιος Βαρθολομαῖος, ἀφοῦ τοποθέτησε τόν Στάχυ ὡς Ἐπίσκοπο στήν πόλι[2], βγῆκε καί πῆγε μαζί μέ τήν Μαριάμνη στήν Λυκαονία. (Τόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ἀποστόλου αὐτοῦ βλέπε στόν Νέο Παραδεισο[3]).
* Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Θαυματουργοῦ τοῦ καί Παλαμᾶ, τοῦ διαπρέψαντος
κατά τό ἔτος 1340.
* Φωτός λαμπρόν κήρυκα νῦν ὄντως μέγαν,
Πηγή φάους ἄδυτον ἄγει πρός φέγγος[4].
Αὐτός ὁ θεῖος Πατέρας μας Γρηγόριος γεννήθηκε ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς καί ἐνάρετους. Καί τόσο ἄξιος ἄνθρωπος ἦταν ὁ πατέρας του, ὥστε ὅταν ἀνέβηκε στόν βασιλικό θρόνο ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Β΄ Παλαιολόγος, τόν διώρισε ὡς ἕναν ἀπό τούς Συγκλητικούς ἄρχοντές του. Καί ὄχι μόνο αὐτός ὁ ἐπίγειος βασιλιάς τοῦ εἶχε μεγάλη ἀγάπη καί τιμή, ἀλλά καί ὁ Θεός ὁ Οὐράνιος Βασιλιάς, ἐνῶ ζοῦσε ἀκόμη, τόν δόξασε μέ θαύματα καί, ἐπειδή γνώριζε ἀπό πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔλαβε καί τό ἀγγελικό σχῆμα καί ἀπό Κωνσταντῖνος μετωνομάσθηκε Κωνστάντιος. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἄφησε τά ἐπίγεια, πῆγε στά οὐράνια. Ὁ δέ Γρηγόριος μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του ἐπιδόθηκε στήν μάθησι τῆς ἐξωτερικῆς σοφίας. Δέν πέρασε πολύς καιρός καί ὁ Γρηγόριος τόσο πολύ πρόκοψε, ὥστε ἦταν θαυμαστός ἀπό ὅλους γιά τήν σοφία καί γιά τήν ἄλλη ἔφεσι, πού εἶχε στίς ὑποθέσεις τῆς βασιλείας. Γι’ αὐτό καί ὁ βασιλιάς χαιρόταν πολύ καί λογάριαζε γι’ αὐτόν μεγάλα πράγματα. Ἀλλά ἐκεῖνος εἶχε τόν vοῦ του σέ ἄλλα μεγαλύτερα καί ὑψηλότερα, δηλαδή στόν Οὐράνιο Βασιλέα, καί σέ ἐκεῖνα τά Βασίλεια καί συνεχῶς ἐκεῖνα σκεφτόταν καί δέν φρόντιζε καθόλου γιά τά γήινα.
Γι’ αὐτό καί δέν παρέλειπε νά συναναστρέφεται καί νά ἐρωτᾶ Μοναχούς ἀσκητές, πού ἔρχονταν ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος στήν Κωνσταντινούπολι, οἱ ὁποῖοι τόν συμβούλευσαν νά ἀναχωρήση ἀπό τήν πόλι καί νά πάη στό Ἅγιο Ὄρος. Καί μάλιστα τοῦ ἔλεγαν νά ἐκγυμνάζεται καί λίγο στούς ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς καί πρίν ἀκόμη νά ἀναχωρήση. Καί τά ἔκαμνε θαυμασιώτατα, διότι τόση εὐτέλεια ἐπέδειξε σέ ὅλα του τά ἐνδύματα, καί τόσο ἄλλαξε τόν τρόπο ζωῆς του καί ὅλα τά ἤθη του καί αὐτά ἀκόμη τά ἐξωτερικά χαρακτηριστικά, ὥστε πολλές φορές νόμισαν μερικοί πώς ἔχασε τά λογικά του. Ἀλλά ὁ γενναῖος ἐκεῖνος δέν ἔβαλε καθόλου στόν νοῦ του αὐτή τήν ἀτιμία καί ντροπή. Στήν δέ ἐγκράτεια καί τήν νηστεία τόσο πρόθυμα ἐπιδόθηκε, ὥστε μέ ψωμί μοναχά καί νερό ἀναπλήρωνε τήν ἀνάγκη τοῦ σώματός του, ἀποφεύγοντας σύμφωνα μέ αὐτά καί τόν χορτασμό. Παρόμοια καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή ἀγωνιζόταν μέ ὑπερβολή. Καί ὅταν πέρασαν εἴκοσι χρόνια μέ τέτοιο τρόπο ζωῆς, οὔτε στίς παρακλήσεις τοῦ Βασιλέως ὑπάκουσε, οὔτε στίς μεγάλες ὑποσχέσεις ἀπέβλεψε, ἀλλά ἀφοῦ ἔπεισε ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ του καί τούς πλησιέστερους συγγενεῖς του καί τούς πλέον καλοπροαίρετους δούλους τους νά δεχθοῦν τό Ἀγγελικό σχῆμα καί τούς ἐγκατέστησε σέ Μοναστήρια, ἀνεχώρησε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι μέ τούς ἀδελφούς του καί πηγαίνοντας στό Ἅγιο Ὄρος, στάθηκε στήν Λαύρα τοῦ Βατοπεδίου καί ὑποτάχθηκε στόν θεῖο Νικόδημο, (ὁ ὁποῖος ἦταν θαυμάσιος ἡσυχαστής καί ἔλαμπε καί στήν πρᾶξι καί στήν θεωρία). Καί ἔλαβε τό Ἀγγελικό σχῆμα. Ὕστερα δέ ἀφοῦ ἔγινε Μοναχός, μέ ποιόν τρόπο προχώρησε στήν πρᾶξι μαζί καί στήν θεωρία, προσέξτε, γιά νά τό καταλάβετε.
Δεύτερο χρόνο εἶχε περάσει πού φερόταν πρός τόν Θεό μέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες, μέ συγκέντρωσι τῶν λογισμῶν καί ἀκατάπαυστη προσευχή καί πρόβαλλε τήν Θεοτόκο ὁδηγό μαζί καί προστάτη καί μεσίτρια, καί κάθε στιγμή καί ὥρα μέ προσευχές ἔβαζε μπροστά στά μάτια του τήν βοήθειά της. Μία λοιπόν τῶν ἡμερῶν, ἐκεῖ ὅπου ἡσύχαζε μόνος του καί εἶχε ὅλη τήν σκέψι του στραμμένη στόν ἑαυτό του καί στόν Θεό, ἐμφανίσθηκε ξαφνικά μπροστά του ἕνας σεμνός καί σεβάσμιος ἄνθρωπος (ἦταν ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ). Καί κοιτάζοντας μέ γελαστό μάτι τόν Γρηγόριο, τοῦ εἶπε· «Ἦλθα, παιδί μου, ὡς ἀπεσταλμένος ἀπό τήν Ἁγιωτέρα καί Βασίλισσα τῶν ὅλων, γιά νά σέ ρωτήσω, γιά ποιά αἰτία κάθε ὥρα φωνάζεις πρός τόν Θεό, φώτισέ μου τό σκοτάδι, φώτισέ μου τό σκοτάδι;» Ἀπάντησε ὁ Γρηγόριος· «Καί τί ἄλλο πρέπει νά ζητῶ ἐγώ πού εἶμαι ὅλο πάθη καί γεμᾶτος ἀπό ἁμαρτίες, παρά νά ἐλεηθῶ καί νά φωτισθῶ, γιά νά γνωρίζω καί νά κάμνω τό θέλημά του τό Ἅγιο;». Τότε τοῦ λέει ὁ Εὐαγγελιστής· «Ἡ Δέσποινα τῶν πάντων μέσα ἀπό ἐμένα τόν δοῦλο της ὁρίζει, ὅτι ἐγώ θά σοῦ εἶμαι βοηθός». Ὁ δέ Γρηγόριος τόν ρώτησε πάλι· «Καί ποῦ πρόκειται νά μέ βοηθήση ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μου, στήν παροῦσα ζωή ἤ στήν μέλλουσα»; Ἀποκρίθηκε ὁ Θεολόγος· «Καί στήν παροῦσα ζωή καί στήν μέλλουσα». Ἀφοῦ τοῦ εἶπε αὐτά καί ἀφοῦ γέμισε τήν καρδιά του μέ ἀνείπωτη εὐφροσύνη μέ τίς ὑποσχέσεις τῆς Θεοτόκου, ἔγινε ἄφαντος.
Καί ἀφοῦ ὁ θεῖος Γρηγόριος ἔκανε τρία χρόνια στήν ὑπακοή, καί ἔφθασε ὁ γέροντάς του σέ βαθειά γηρατειά καί ἔφυγε γιά τόν Κύριο, ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ ὁ Γρηγόριος, καί πῆγε στήν Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καί ἐκεῖ τόν ὑποδέχθηκαν οἱ Πατέρες μέ μεγάλη τιμή, ἐπειδή εἶχαν ἀπό πρίν ἀκούσει τήν φήμη τῆς ἀρετῆς του. Καί ἔμεινε μέ αὐτούς τρία χρόνια καί ὅλοι θαύμασαν τόν τρόπο ζωῆς καί τήν σοφία του. Διότι καθώς ἔλαβε ἐντολή ἀπό τόν ἡγούμενο, νά ὑπηρετῆ καί αὐτός μαζί μέ ἄλλους στήν κοινή τράπεζα τῶν ἀδελφῶν καί νά συμψάλλη στήν Ἐκκλησία μαζί μέ τούς ἄλλους ψάλτες, ἀποδείχθηκε θαυμάσιος σέ ὅλα. Καί προκαλοῦσε σέ ὅλους θαυμασμό καί ἔκπληξι. Καί μέ τόση ὑπερβολή φρόντιζε νά κατορθώνη ἐξ ἴσου τίς ἀρετές, ὥστε ἡ ψυχή του ἦταν κατοικητήριο ὅλων μαζί τῶν πνευματικῶν καλῶν καί στό ἑξῆς ὅλοι σ’ αὐτόν ἀπέβλεπαν. Κυρίευε λοιπόν ὁ θαυμάσιος, ὄχι μονάχα τά ἄλογα πάθη καί τίς ὀρέξεις, μέ τήν ὑπερβολική ἄσκησι πού ἔκαμνε, ἀλλά καί τίς ἀνάγκες τῆς φύσεως, καί, μολονότι διέθετε σῶμα, ἀγωνιζόταν μέ κάποιο τρόπο νά γίνη ἀσώματος. Τόν δέ ὕπνο τόσο πολύ τόν νίκησε, ὥστε ἔμεινε ἄυπνος τρεῖς ὁλόκληρους μῆνες, σάν νά ἦταν ἄσαρκος, ἐκτός μόνο ἀπό κάτι λίγο πού κοιμόταν τήν ἡμέρα ὕστερα ἀπό τό φαγητό, γιά νά μήν πάθη ἴσως τίποτε τό μυαλό του. Ὅμως ὁ πολύς ἔρωτας, πού εἶχε γιά τήν ἡσυχία, δέν τόν ἄφησε νά μείνη ἐκεῖ μέχρι τέλους. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ βγῆκε ἀπό ἐκεῖ, ἔτρεξε στήν πολυπόθητή του ἐρημία, ἔχοντας μαζί του καί τούς ὁμοψύχους του συναγωνιστές τῶν ἰδίων ἀρετῶν.
Γλωσσία ὠνόμαζαν τήν ἱερή ἐκείνη σκήτη, στήν ὁποία κατοικοῦσαν καί ἄλλοι πολλοί ἀναχωρητές. Τῶν ὁποίων ὅλων ἦταν σάν ἀρχηγός καί κορυφαῖος, ἕνας ἄλλος Γρηγόριος, ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί αὐτός καταγόμενος, μέγας καί περιβόητος στήν ἡσυχία καί στήν νῆψι καί τήν θεωρία ἐκείνη τήν περίοδο. Ἀπό αὐτόν λοιπόν διδάχθηκε ὁ Γρηγόριος τά ὑψηλότατα Μυστήρια τῆς νοερᾶς ἐνεργείας καί τῆς ἀκροτάτης θεωρίας τοῦ Θεοῦ καί, ἐνῷ ἡσύχαζε ἐκεῖ μόνος του, ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Θεό πολλά μυστικά χαρίσματα, τά ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νά τά παραστήση κανείς μέ λόγια. Τόση δέ κατάνυξι εἶχε πάντοτε, ὥστε ἔτρεχαν ἀκατάπαυστα ἀπό τά μάτια του τά δάκρυα καί τόν πότιζαν καί τοῦ σύσταιναν μαζί μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα, τό ὁποῖο χάρισμα τῶν δακρύων τό εἶχε σέ ὅλο τόν καιρό τῆς ζωῆς του. Δέν μπόρεσαν ὅμως νά ἀπολαύσουν γιά πάντα, τήν καλή ἐκείνη ἡσυχία ἐκεῖ στήν Γλωσσία, ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδρομῶν πού ἔκαμναν οἱ Ἀγαρηνοί στούς Μοναχούς, πού ἡσύχαζαν ἔξω ἀπό τά Μοναστήρια. Γι’ αὐτό, γιά νά ἀποφύγουν τούς κινδύνους, ὁ Γρηγόριος καί ἡ συνοδεία του, οἱ ὁποῖοι ἦταν δώδεκα, ἀναγκάσθηκαν καί πέρασαν στήν Θεσσαλονίκη, καί ἐκεῖ, ἀφοῦ τό συζήτησαν μεταξύ τους, συμφώνησαν νά πᾶνε στήν Ἱερουσαλήμ, καί γιά νά προσκυνήσουν τούς Ἁγίους τόπους καί γιά νά ἡσυχάσουν ἐκεῖ ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς τους. Ὡστόσο, ἐπειδή ὁ θεῖος Γρηγόριος ἤθελε νά μάθη, ἄν ἦταν ἀρεστό στόν Θεό τό ἐπιχείρημά τους, ἀφοῦ ἔκαμε προσευχή γι’ αὐτό παράμερα, νύσταξε λιγάκι καί ἀμέσως εἶδε τήν ἑξῆς ὀπτασία· «Μοῦ φάνηκε», λέει, «σάν νά βρέθηκα στά Βασιλικά προαύλια μαζί μέ τούς συνασκητές μου, καί ἐκεῖ καθόταν μεγαλοπρεπῶς στόν θρόνο του ὁ βασιλιάς καί τριγύρω του ἔστεκαν οἱ βασιλικοί φρουροί καί ὅλοι οἱ ἄρχοντες καί κάθε εἴδους τάξις καί ἀφοῦ ξεχώρισε ἕνας ἀπό ἐκείνους τούς ἄρχοντες, ἦλθε πρός ἐμᾶς. ( Φαινόταν δέ σάν νά ἦταν ὁ μέγας Δούκας). Καί ἀφοῦ μέ ἀγκάλιασε, σάν νά μέ ἔσυρε στόν ἑαυτό του, καί γυρίζοντας στούς συναδέλφους μου εἶπε· «Ἐγώ κρατῶ τοῦτον ἐδῶ μαζί μου, ἐπειδή ἔτσι πρόσταξε ὁ βασιλιάς καί ἐσεῖς πᾶτε, ὅπου ἀγαπᾶτε, δέν σᾶς ἐμποδίζει κανείς». Ἀφοῦ ἔτσι φωτίσθηκε ἀπό τόν Θεό ὁ μέγας Γρηγόριος, καί ἀφοῦ τά κοινοποίησε αὐτά καί στούς ἄλλους ἀδελφούς, συλλογίσθηκαν ὅλοι, ὅτι ὁ μέγας Δούκας, ὁ ὁποῖος κράτησε τόν θεῖο Γρηγόριο ἦταν ὁ μέγας Δημήτριος. Γι’ αὐτό ἀποφάσισαν νά μήν ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τά περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς πατρίδας τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Καί ἐνῶ βρίσκονταν στήν Θεσσαλονίκη, παρακάλεσαν τόν θεῖο Γρηγόριο οἱ συνάδελφοί του νά δεχθῆ τό ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης, ἀλλά αὐτός δέν τό δέχθηκε, παρά μόνο ὅταν ἀναγνώρισε ὅτι καί αὐτό ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Μετά δέ ἀπό τήν χειροτονία, ἀφοῦ πῆγαν στήν Βέροια, μπῆκαν στήν σκήτη τῶν Μοναχῶν καί ἀφοῦ ἔκτισε ἐκεῖ ἡσυχαστήριο ὁ θεῖος Γρηγόριος μαζί μέ τούς συνασκητές του, ἄρχισε πάλι νά ἀγωνίζεται καί νά γυμνάζεται στήν θεία τελειότητα ὁ ἀληθινά γεμᾶτος ἀπό κάθε καλό. Καί τίς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, οὔτε αὐτός ἔβγαινε καθόλου ἔξω, οὔτε κανέναν ἄλλο δεχόταν μέσα στό κελλί του. Τό Σάββατο μοναχά καί τήν Κυριακή ἔβγαινε, γιά νά ἱερουργῆ τά θεῖα Μυστήρια καί νά συνομιλῆ πνευματικά καί νά συναναστρέφεται μέ τούς ἀδελφούς γιά τήν δική τους ὠφέλεια. Ἦταν δέ τότε τριάντα ἐτῶν καί ἦταν ἀκόμη καλά στήν ὑγεία του καί ὡς πρός τίς δυνάμεις τοῦ σώματός του καί γι’ αὐτό ἄρχισε καί μεγαλύτερους ἀγῶνες, καί σκληρότερο τρόπο ζωῆς καί καταταλαιπωροῦσε τό σῶμα του μέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες πολυήμερες ἀγωνιζόμενος νά ὑποτάξη ἐντελῶς τήν σάρκα στό πνεῦμα. Ἐπίσης ὄξυνε καί καθάριζε ἀκατάπαυστα τό νοερό μάτι τῆς ψυχῆς του μέ τήν ὁλοκληρωτική ἐγκράτεια καί τήν συγκέντρωσι τῶν λογισμῶν του καί τήν συνηθισμένη του πηγή τῶν δακρύων καί ἀνύψωνε πάντοτε τόν νοῦ του στόν Θεό μέ τήν ἀδιάκοπη προσευχή τοῦ νοῦ.
Ἀπό τόν θεάρεστο αὐτόν τρόπο ζωῆς τοῦ γεννιοῦνταν καί οἱ καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο. Γι’ αὐτό καί ὅλοι οἱ συνασκητές του καί οἱ Μοναχοί τοῦ Ὄρους ἐκείνου καί οἱ κάτοικοι ἀκόμη τῆς Βέροιας ὅλοι τόν ἔβλεπαν σάν εἰκόνα τῆς ἀρετῆς. Ἐπειδή ὄχι μόνο ἡ ἀγγελική του ζωή, ἀλλά καί ὁ λόγος καί ἡ ὑπερφυσική θεοσοφία του προξένησε σέ ὅλους θαυμασμό καί ἔκστασι. Διότι ἄλλοτε μέν ἦταν ὅλος προσοχή, μόνο στόν Θεό ὅλος προσηλωμένος καί λουσμένος μέ τά θαυμαστά δάκρυά του.
Καί ἄλλοτε πάλι εἶχε τό πρόσωπό του ὑπερφυσικά φωτεινό, λαμπρό καί δοξασμένο ἀπό τήν φλόγα τοῦ Ἁγίου ΙΙνεύματος. Καί ἰδιαίτερα, ὅταν ἔβγαινε ἀπό τήν ἱερουργία ἤ καί ἀπό τό κελλί τῆς ἡσυχίας του. Πέντε χρόνια ἔκανε στήν ἡσυχία ἐκείνου τοῦ Ὄρους ὁ σοφός Γρηγόριος, ἀλλά ἐπειδή ἀναγκάσθηκε ἀπό τίς συχνές ἐπιδρομές πού ἐγίνοντο ἐκεῖ ἀπό τό μιαρώτατο γένος τῶν Ἀλβανῶν, πῆγε πάλι στό Ἅγιο Ὄρος, στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, καί ἀπόλαυσε τούς φίλους καί Πατέρες καί ἀδελφούς μέ μεγάλη ἀγαλλίασι καί κατοίκησε ἔξω ἀπό τήν μονή στό ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, καί ἄλλη ἡμέρα ἐκτός ἀπό τό Σάββατο καί τήν Κυριακή δέν ἔβγαινε, οὔτε γιά νά ἰδῆ οὔτε γιά νά τόν ἰδῆ κανείς καί νά τοῦ μιλήση, παρά μόνο ἄν ἤθελαν νά τόν προσκαλέσουν ἀπό τήν Λαύρα γιά ἱερουργία. Καί ὁ καθ' αὐτό σκοπός του ἦταν ἡ θεωρία.
Κάποτε προσευχόταν στό κελλί του ὁ Ἅγιος πρός τήν Θεοτόκο καί γιά τόν ἑαυτό του καί γιά τήν συνοδεία του, παρακαλῶντας την νά τούς κάνη εὔκολη καί ἀνεμπόδιστη τήν πνευματική τους πολιτεία καί τήν ἀνάβασι πρός τόν Θεό καί ἔπειτα νά τούς βοηθήση νά βρίσκουν εὔκολα καί ἀκοπίαστα καί τά ἀναγκαῖα πρός τό ζῆν, γιά νά μήν ξοδεύουν τόν καιρό τους σ’ ἐκεῖνα, ὅταν τούς λείπουν, καί ἐμποδίζονται ἀπό τά πνευματικά καί ἀναγκαιότερα. Ἡ δέ Δέσποινα τῶν πάντων, κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας, ἐμφανίστηκε σ’ αὐτόν σεμνά καί παρθενικά στολισμένη, ὅπως τήν βλέπουμε νά ἀπεικονίζεται στίς εἰκόνες, καί γύρισε σ’ ἐκείνους πού τήν ἀκολουθοῦσαν (οἱ ὁποῖοι ἦταν πάμπολλοι καί λαμπροί) καί τούς εἶπε· «Ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς ἐσεῖς νά ἐξασφαλίζετε ὅλα τά ἀναγκαῖα καί νά τά δίδετε στόν Γρηγόριο καί στήν συνοδεία του». Αὐτά πρόσταξε ἡ Θεοτόκος καί ἔγινε ἄφαντη. Καί ἔλεγε ὁ Ἅγιος, ὅτι ἀπό τότε καί στό ἑξῆς εἴχαμε ἀκοπίαστα ὅλα τά ἀναγκαῖα, ὅπου καί ἄν βρισκώμασταν.
Στόν τρίτο χρόνο πού εἶχε ὁ Ἅγιος στό ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, μία ἡμέρα πού εἶχε τόν νοῦ του στόν Θεό προσηλωμένο μέ τήν ἱερή προσευχή, τοῦ φάνηκε, πώς τόν ἅρπαξε λίγο ὁ ὕπνος, καί εἶδε τήν ἑξῆς εἰκόνα: Τοῦ φάνηκε, πώς κρατοῦσε στά χέρια του ἕνα δοχεῖο γεμᾶτο ἀπό γάλα καί πώς ἄρχισε ξαφνικά νά ἀναβλύζη σάν ἀπό πηγή καί ξεχείλισε καί χυνόταν ἔξω ἀπό τό δοχεῖο. Ἔπειτα τοῦ φάνηκε, ὅτι ἀπό γάλα μεταβλήθηκε ξαφνικά σέ κρασί ὡραῖο καί εὐωδιαστό, τό ὁποῖο καθώς χυνόταν πολύ ἐπάνω στά χέρια του καί στά ἐνδύματά του, τοῦ φάνηκε πώς τά κατάβρεξε καί τά γέμισε ἀπό εὐωδία. Καί τήν ὥρα πού χαιρόταν πολύ γι’ αὐτό καί τοῦ ἄρεσε πολύ νά τό βλέπη καί νά αἰσθάνεται αὐτή τήν εὐωδία, τοῦ φάνηκε, πώς ἕνας ἀξιωματικός, γεμᾶτος ἀπό φῶς, στάθηκε ξαφνικά μπροστά του καί τοῦ εἶπε· «Γιατί, Γρηγόριε, δέν δίνεις καί σέ ἄλλους ἀπό τό θαυμάσιο τοῦτο ποτό, πού ἀναβλύζει μέ αὐτόν τόν τρόπο πλουσιοπάροχα, ἀλλά τό ἀφήνεις καί χύνεται ἔτσι ματαίως; Δέν γνωρίζεις πώς αὐτό εἶναι δῶρο Θεοῦ καί δέν μπορεῖ νά σταματήση ποτέ νά ἀναβλύζη», καί ἐπειδή ἀποκρίθηκε σ’ αὐτόν ὁ θεῖος Γρηγόριος, ὅτι εἶναι ἀδύνατος στό νά μεταδίδη τέτοιο ποτό, καί ὅτι πρός τό παρόν δέν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού χρειάζονται αὐτό τό ποτό, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, ὅτι μολονότι πρός τό παρόν δέν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού τό ζητοῦν μέ πόθο, ὅμως ἐσύ πρέπει νά κάνης τό χρέος σου καί νά μήν ἀμελῆς νά τό μεταδίδης καί τήν ζήτησι τῆς καρποφορίας ἀπό ἐκείνους πού τό δέχονται, πρέπει νά τήν ἀφήνης στόν Δεσπότη. Ἔπειτα ὁ λαμπρός ἐκεῖνος ἀξιωματικός, φάνηκε πώς ἀνεχώρησε. Ὁ δέ Ἅγιος τινάχθηκε ἀπό τόν ἐλαφρύ ἐκεῖνο ὕπνο καί καθόταν ἐκεῖ ὧρες πολλές, ὅλος περίλαμπρος ἀπό τό θεῖο φῶς. Καί φανέρωνε ἡ μεταβολή πού ἔγινε ἀπό τό γάλα στό κρασί, ὅτι ἀπό τήν ἠθική καί πιό ἁπλῆ διδασκαλία, ἐπρόκειτο νά περάση στόν λόγο τόν δογματικό καί τόν οὐράνιο.
Γι’ αὐτό, ἐπειδή πείσθηκε ἀπό τίς θεῖες ὀπτασίες ὁ θεόσοφος Γρηγόριος καί καθώς καθοδηγεῖτο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού κατοικοῦσε μέσα του, μαζί μέ τά λόγια τοῦ στόματος ἄρχισε νά συνθέτη καί νά συγγράφη μέ τήν γραφίδα πάμπολλα καί θαυμάσια. Ἀλλά ἐπειδή δέν ἦταν δίκαιο ὁ τόσο μέγας στήν ἀρετή καί στά λόγια νά κάθεται κρυμμένος σέ μία γωνία, τί γίνεται; Ψηφίζεται ἡγούμενος ἀπό τούς ἔγκριτους τοῦ Ἁγίου Ὄρους στό Μοναστήρι τοῦ Ἐσφιγμένου, στό ὁποῖο ἦταν διακόσιοι Μοναχοί. Πῶς ὅμως καί μέ ποιόν τρόπο κυβερνοῦσε τό Μοναστήρι καί ὅλη ἐκείνη τήν ἱερή ἀδελφότητα, δέν εἶναι ἀνάγκη νά τό ἀποδείξουμε μέ λόγια, διότι ἀποδεικνύεται ἀπό τά ἔργα. Γιατί σ’ αὐτή τήν μονή ἦταν ἕνας Μοναχός ἐνάρετος, πού λεγόταν Εὐδόκιμος, τόν ὁποῖο πλάνεψε ὁ διάβολος μέ κάποιες ψευδοφαντασίες καί τόν ἔκανε νά φαντάζεται τόν ἑαυτό του ἀνώτερο στήν ἀρετή ἀπό τόν θεῖο Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐπειδή κατάλαβε ὅτι ἀπό διαβολική πλάνη τά φανταζόταν αὐτά ὁ Εὐδόκιμος, πότε μέν μέ ἱερές διδασκαλίες, πότε δέ μέ κρυφές προσευχές καί δάκρυα καί ἐπί πλέον μέ κοινές δεήσεις ὅλων τῶν ἀδελφῶν, ἀπεδίωξε ἀπό αὐτόν ὅλη τήν ἐνέργεια τοῦ δαίμονος καί μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόν κατέστησε πραγματικά Εὐδόκιμο, ὅπως ἦταν καί τό ὄνομά του.
Δέν πέρασε πολύς καιρός καί ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπό ἡγούμενος, πῆγε πάλι στήν Λαύρα, στήν ποθητή ἡσυχία του. Τότε δέ πρῶτον εἶχε ἔλθει ἀπό τήν Καλαβρία καί ὁ παμμίαρος Βαρλαάμ καί ἔδειχνε πώς συμφωνοῦσε μέ τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία καί ἐπιθυμοῦσε νά γίνη Μοναχός καί τάχα γιά νά τά βεβαιώση αὐτά, ἄρχισε νά συνθέτη λόγους ἐναντίον τῶν ὁμοφύλων του Λατίνων. Ἀλλά, ἀφοῦ ἔκρινε καί διέκρινε τούς λόγους του ὁ θεῖος Γρηγόριος, ἀπέδειξε ὅτι ὁ ἔλεγχος ἐκεῖνος, πού ἔκαμνε ὁ Βαρλαάμ ἐναντίον τῶν Λατίνων, ἦταν πλαστός καί δόλιος καί μάλιστα ἐναντίον τῆς ἀλήθειας πραγματικά. Καί τοῦτο στάθηκε ἡ πρώτη αἰτία πού ἔκανε ἐχθρό ἐναντίον του τόν Βαρλαάμ. Ὁ ὁποῖος ἔπειτα ἀπό λίγον καιρό πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι, σέ κάποιους πιό ἁπλοῦς Μοναχούς, τῶν ὁποίων ἔργο ἦταν ἡ νοερά προσευχή καί νῆψις, καί παρουσιαζόταν πώς γίνεται μαθητής καί φίλος τους. Καί ἐνῷ ἄκουσε ἀπό αὐτούς κάποια ἰδιωτικά καί ἁπλᾶ πράγματα, ἀπό ἐκεῖνα πού πρέπει νά φυλάττουν οἱ ἀρχάριοι Μοναχοί στήν νοερά προσευχή, κίνησε ἐναντίον τους τήν μιαρή γλῶσσα καί τό χέρι του ὀνομάζοντάς τους, ἀλλοίμονο! αἱρετικούς καί γράφοντας ἐναντίον τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί τῆς μυστικῆς θεωρίας. Ὡστόσο, προτοῦ ἐκφρασθοῦν αὐτές οἱ βλασφημίες του, κατηγορήθηκε καί ντροπιάσθηκε μπροστά στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη γιά ἄλλες αἰσχρές καί μιαρές πράξεις του καί ἔτσι μέ ἀτιμία ἀνεχώρησε ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι καί ἐπέστρεψε στήν Θεσσαλονίκη, ἀκολουθῶντας καί ἐκεῖ τίς ἴδιες κατηγορίες ἐναντίον τῶν Μοναχῶν καί τό πλέον χειρότερο, δέν εὐχαριστιόταν νά συκοφαντῆ μόνο τούς Μοναχούς τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἀλλά προσπαθοῦσε νά ἀποδείξη, ὅτι οἱ θεόσοφοι Πατέρες καί διδάσκαλοι ἦταν αἴτιοι τῆς πλάνης τῶν Μοναχῶν.
Γι’ αὐτό οἱ Μοναχοί τῆς Θεσσαλονίκης ἔγραψαν στόν Ἅγιο καί τόν παρακαλοῦσαν θερμά νά πάη ἐκεῖ, γιά νά ἀποκαταστήση τήν ἀλήθεια, ἐναντίον τοῦ Βαρλαάμ. Καί ἀμέσως ἔφθασε ὁ Ἅγιος στήν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἦταν ὁ πόλεμος, καί δοκίμασε μέ διάφορα μέσα νά διορθώση τόν Βαρλαάμ καί ἔπειτα καί ἄμεσα καί κατά πρόσωπο εἶπε πολλά πρός αὐτόν, ἐπιθυμῶντας νά τόν φέρη στήν ὁμόνοια τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ὅμως αὐτός δέν σταματοῦσε καθημερινά καί μέ λόγους καί μέ συγγράμματα ὁλόκληρα νά φέρεται ἀναίσχυντα ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, καί γι’ αὐτό, ἐπειδή δέν ἔβλεπε ὁ Ἅγιος καμμία διόρθωσι, ἀναγκαστικά ἄρχισε καί αὐτός νά γράφη ὑπέρ τῆς εὐσέβειας, ἐνάντια στούς ψευδεῖς λόγους τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ πληροφορήθηκε τήν καταστροφή καί ἀναίρεσι τῶν λόγων του, πού ἔγινε ἀπό τούς θαυμαστούς λόγους, πού ἐξέδωσε στό κοινό ὁ Ἅγιος ὑπέρ τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καί τῆς ὀρθοδόξου ἀληθείας, σταμάτησε νά λέη καί νά γράφη ἐναντίον τῶν Μοναχῶν καί ὥρμησε στό ἑξῆς ὅλος ἐναντίον τοῦ θείου Γρηγορίου. Ἀλλά ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ἀντισταθῆ κατά πρόσωπο καί νά ἀντιλέγη σ’ αὐτόν, ἔφυγε ἀπό τήν Θεσσαλονίκη καί πῆγε πάλι στήν Κωνσταντινούπολι.
Εἶχε δέ ὁ Ἅγιος τρία ὁλόκληρα χρόνια στήν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔλεγε καί ἔγραφε τούς θαυμαστούς ἐκείνους λόγους ὑπέρ τῆς ἀληθινῆς δόξης. Στήν συνέχεια, πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος καί ἔδειξε στούς ἡσυχαστές καί στούς ἐγκρίτους ἡγουμένους τῶν Μοναστηριῶν, τά ὅσα ἔγραψε ὑπέρ τῆς εὐσεβείας, ἐναντίον τῆς πλάνης τοῦ Βαρλαάμ, τά ὁποῖα καί θαύμασαν καί ἐπαίνεσαν καί συμφώνως ὅλοι τά ἐπεκύρωσαν. Ἦταν ὅμως τήν ὥρα, πού ἤθελε νά πάη στό Ἅγιο Ὄρος, κοντά στόν θάνατο ἡ ἀδελφή του, ἡ Θεοδότη. Γι’ αὐτό τόν ρώτησαν οἱ μαθητές καί οἱ φίλοι του, μέ ποιόν τρόπο νά γίνη ἡ κηδεία της. Ὁ Ἅγιος ὅμως προβλέποντας τό μέλλον, τούς εἶπε· «Δέν εἶναι ἀνάγκη νά μέ ρωτήσετε γι’ αὐτό. Ἐπειδή, ἐάν τό θέλη ὁ Θεός, θά ἐπιστρέψω καί ἐγώ ἕως τότε καί θά παραβρεθῶ ἐδῶ πρίν ἀπό τό τέλος της». Ἔτσι εἶπε, καί ὁ λόγος ἔγινε ἔργο, διότι ὅταν ἔφθασε στήν ἔσχατη ὥρα ἡ Θεοδότη, ζήτησε τόν θεῖο Γρηγόριο τόν καλό της ἀδελφό καί πατέρα καί μόλις ἄκουσε, πώς ἔλειπε στό Ἅγιο Ὄρος, λυπήθηκε κατάκαρδα καί ταλάνισε τόν ἑαυτό της, ὅτι στάθηκε ἀνάξια νά τόν δῆ καί νά τοῦ μιλήση γιά τελευταία φορά. Καί ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη σιώπησε καί ἡσύχασε ὁλότελα. Μόλις ἔφθασε τό βράδυ τῆς ὀγδόης ἡμέρας, ἦλθε καί ὁ ποθούμενος ἀπό τό Ὄρος. Καί ἀφοῦ στάθηκε κοντά στήν ἀδελφή του, τῆς μίλησε, καί μόλις ἄκουσε ἐκείνη τήν φωνή τοῦ γλυκύτατου ἀδελφοῦ της, ἄνοιξε πρός ἐκεῖνον τά μάτια τοῦ σώματος μαζί μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, καί ἐπειδή δέν μποροῦσε νά μιλήση, ὕψωσε λίγο τά χέρια της πρός τόν Θεό, γιά νά τόν εὐχαριστήση καί ὕστερα ἀπό λίγες στιγμές παρέδωσε ἐνδόξως τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ὁ δέ μέγας Γρηγόριος μετά τήν κηδεία τῆς ἀδελφῆς του, πάλι καταγινόταν στά πρῶτα του, δηλαδή στήν ἡσυχία καί στήν νῆψι καί προσευχή καί στήν ἀκατάπαυστη προσοχή τῶν θείων θεωριῶν καί ἐμφάσεων. Ὁ ἐχθρός ὅμως αὐτῶν τῶν ἐμφάσεων, ὁ μιαρός Βαρλαάμ, εἶχε ἀνεβῆ στήν Κωνσταντινούπολι, ὅπως εἴπαμε. Καί προβάλλοντας σάν δόλωμα τήν ἔξω σοφία σέ ἐκείνους πού ἐντυπωσιάζονταν μέ τέτοια, μέσα σέ λίγο διάστημα κατάφερε νά τούς μεταστρέψη ὅλους στήν κακοδοξία του καί ἰδιαίτερα τόν Πατριάρχη. Καί λίγο ἔλειψε νά πείση ὅλους καί τήν Ὀρθοδοξία νά ἀρνηθοῦν καί τούς θείους κήρυκες τῆς Ὀρθοδοξίας (οἱ ὁποῖοι ἦταν ὁ θεῖος Γρηγόριος καί οἱ ὁμόδοξοί του) νά καλέσουν μέ Πατριαρχικά ἔγγραφα στό δικαστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὑπεύθυνους. Καί λοιπόν, ἀφοῦ πῆρε τόν Ἰσίδωρο καί τόν Μᾶρκο καί τόν Θεόδωρο, τούς κορυφαίους ἀπό τούς φίλους του, ἔφθασε στήν πόλι καί καθώς βρῆκε ὅλους σχεδόν τούς ἐκλεκτούς, (ἐκτός ἀπό ἕναν ἤ δύο) οἱ ὁποῖοι εἶχαν πιστέψει στίς φλυαρίες τοῦ Βαρλαάμ, τούς ὡδήγησε στήν Ὀρθοδοξία μέ τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί αὐτόν τόν ἴδιο τόν Πατριάρχη. Οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ διάβασαν καί τούς θαυμαστούς ἐκείνους λόγους, πού εἶχε συνθέσει κατά τοῦ Βαρλαάμ καί τῶν βλασφημιῶν του, ὅλοι μαζί τόν ἀνεκήρυξαν διδάσκαλο τῆς εὐσεβείας καί σύμφωνο μέ τούς θείους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀπέδιδε μεγάλες εὐχαριστίες.
Ἀλλά ἐπειδή ἦταν ἀνάγκη νά γίνη κοινή Σύνοδος, γιά νά φύγη ἀπό τή μέση ἡ πλάνη τοῦ Βαρλαάμ, ὅρισε νά γίνη, ὅταν ἔλθη ὁ Βασιλιάς. Καί συνέτρεξαν ἀπό θεία προτροπή καί ἄλλοι ὁμόδοξοι ἀσκητές ἀπό ἄλλα μέρη στήν Βασιλεύουσα· ὁ ὁσιώτατος Δαβίδ μέ τούς συνασκητές του καί ὁ Διονύσιος, ὁ ὁποῖος γνώριζε ἀπό πρίν, ἀπό μία ὀπτασία, τήν νίκη πού ἐπρόκειτο νά κάνη ὁ θεῖος Γρηγόριος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν καί ἄλλοι τέτοιοι. Μετά ἀπό αὐτά ἔφθασε καί ὁ Βασιλιάς, τόν ὁποῖο πρόσμεναν. Συγκροτεῖται λοιπόν Σύνοδος στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας καί, τέλος πάντων, καταδικάζεται μέ κατάρες τρομερές καί φρικτές ποινές ὁ Βαρλαάμ, μαζί μέ τά βλάσφημά του συγγράμματα. Καί ἄν ἴσως δέν ὑποκρινόταν πώς μετανόησε, καί δέχθηκε καί ὡμολόγησε τήν ἀλήθεια καί ὅτι κατακρίνει ὡς ψευδῆ καί αἱρετικά τά συγγράμματά του δέν θά γλύτωνε ζωντανός ἀπό τήν ὁρμή τοῦ κοινοῦ λαοῦ. Ἀλλά ὁ μέν Βαρλαάμ ντροπιασμένος ἔτσι, κατέφυγε στούς ἀγαπημένους του Λατίνους. Ὁ δέ δολερός Γρηγόριος, αὐτός πού ἐπονομαζόταν Ἀκίνδυνος, ἐμφανίζεται ξαφνικά στή μέση ὡς διάδοχος καί κληρονόμος τῆς πλάνης τοῦ Βαρλαάμ· καί πάλι συγκροτεῖται Σύνοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὄχι μικρότερη καί κατώτερη ἀπό ἐκείνη πού ἔγινε κατά τοῦ Βαρλαάμ· καί πάλι ὁ θεῖος Γρηγόριος ἀναδεικνύεται μέγας ἀγωνιστής καί λαμπρός ἀθλητής ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, καταστρέφοντας τήν πλάνη ἀπό τίς θεῖες Γραφές καί ἀπό τίς διδασκαλίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί γιά νά προσπεράσω τά ἐνδιάμεσα, χειροτονεῖται μητροπολίτης τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ τόν παρεκάλεσαν πολύ καί παρακινήθηκε σέ τοῦτο καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Βασιλιά καί ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰσίδωρο. Ἀλλά ἐπειδή καί στήν Θεσσαλονίκη εἶχε ξεκινήσει προηγουμένως κάποια ἀλληλομαχία καί δέν εἶχε σταματήσει ἀκόμη, γι’ αὐτό διώχνεται ἀπό αὐτούς ὁ ἀρχιερέας τοῦ Θεοῦ Γρηγόριος, καί, ἀφοῦ ἔφυγε, πῆγε πάλι στό Ἅγιο Ὄρος.
Ἐκεῖ λοιπόν στό Ἅγιο Ὄρος πού πῆγε, τόν βρῆκε ὁ Στέφανος ὁ ἄρχων τῶν Βουλγάρων καί τόν παρακίνησε πολύ, γιά νά τόν πάρη στό βασίλειό του, ἀλλά δέν τό κατάφερε. Τί συνέβη μετά ἀπό αὐτό; Πιέσθηκε πολύ ἀπό τόν ἴδιο τόν Στέφανο καί στάλθηκε ὡς πρέσβυς στήν Κωνσταντινούπολι πρός τούς βασιλεῖς. Καί ἀφοῦ πέρασε λίγος καιρός, πῆγε πάλι στήν ἐπαρχία του, παρακινούμενος καί ἀπό τήν ἰδιότητα τῆς προστασίας καί ἀπό τούς βασιλεῖς ἀκόμη καί ἀπό τόν Πατριάρχη, καθώς νόμιζαν πώς ἕως τότε θά εἶχαν σταματήσει τά σκάνδαλα, ἀλλά καί πάλι ἀκολούθησαν ἄλλες ἀφορμές ταραχῆς καί διχόνοιας καί πάλι ὁ ἀρχιερέας ἐμποδίσθηκε καί ἀπό τήν Θεσσαλονίκη καί ἀπό τήν Μητρόπολι καί μέ ψῆφο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας πῆγε στήν Λῆμνο, τήν ὁποία μέ τήν διδασκαλία του καί μέ τά θαύματά του πολύ ὠφέλησε. Καί τήν περίοδο, πού ἔμενε ἐκεῖ, ἐπειδή τόν προσκάλεσαν, πῆγε σέ μία μικρή πολιτεία, στήν ὁποία συνέβη πανούκλα καί κάνοντας λιτανεία μέ ὅλο τόν λαό καί παρακαλῶντας τόν Θεό, σταμάτησε τό θανατικό.
Τέλος πάντων οἱ Θεσσαλονικεῖς δέν ἄντεχαν νά ἀπολαμβάνουν οἱ ξένοι τό δικό τους καλό, ἐξ αἰτίας μερικῶν σκανδαλοποιῶν. Ἀλλά ἀφοῦ ἑτοίμασαν πλοῖο-φυλακή αὐθεντικό γι’ αὐτό τόν λόγο, μπῆκαν σ’ αὐτό οἱ πρῶτοι ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας καί πῆγαν στήν Λῆμνο καί μετά ἀπό λίγες ἡμέρες μετέφεραν τόν ποιμένα στό ποίμνιό του. Καί πόση χαρά ἔγινε ἐκείνη τήν ἡμέρα πού πῆγε ὁ Ἅγιος! Τόσο, ὥστε σάν νά ἦταν ἡ λαμπροφόρος ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἄφησαν τίς συνηθισμένες ψαλμῳδίες στίς εἰσόδους τῶν ἀρχιερέων καί, ἐμπνευσμένοι ἀπό τόν Θεό ἔψαλλαν τό, «Ἀναστάσεως ἡμέρα» κτλ. τό, «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις» κτλ. τό, «Φωτίζου, φωτίζου», καί τά λοιπά. Καί τό θαῦμα ἦταν ὅτι δέν βρέθηκε ποιός συμβούλευσε τούς ψάλτες νά ψάλλουν αὐτά τά τροπάρια, οὔτε ποιός ἔκαμε πρῶτος τήν ἀρχή τῆς ψαλμῳδίας ἐκείνης. Μετά δέ ἀπό τρεῖς ἡμέρες ὥρισε ὁ Ἅγιος καί ἔγινε Σύναξις κοινή καί λιτανεία μέ τίς Ἁγίες εἰκόνες καί μετά τήν λιτανεία ἔκανε καί διδαχή σχετικά μέ τήν ὁμόνοια καί τήν εἰρήνη, καί ὕστερα λειτούργησε καί τήν ἀναίμακτη θυσία, γιά νά ἁγιάση καί μέ αὐτή τόν λαό.
Ἐπειδή ὅμως καί οἱ ὁμόδοξοι τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκίνδυνου, δέν σταματοῦσαν νά ταράσσουν πάλι τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γι’ αὐτό ὁ Βασιλιάς μαζί μέ τόν Πατριάρχη, ἀποφασίζουν νά συγκροτήσουν πάλι Σύνοδο στήν Βασιλεύουσα, γιά νά ἐξετασθοῦν ἀπό τήν ἀρχή ἐκεῖνα πού ἔλεγαν ἐκεῖνοι, καθώς αὐτό ζητοῦσαν καί ἐκεῖνοι καθημερινά. Καί λοιπόν πρῶτα ἀπ’ ὅλους ζητοῦν τόν θεῖο Γρηγόριο τόν ἀξιώτερο ἀπό ὅλους τούς ἄλλους καί ἀφοῦ τόν προσκάλεσαν μέ ἔγγραφα βασιλικά καί πατριαρχικά καί μέ πολλή παράκλησι, ἀνέβηκε στήν Κωνσταντινούπολι. Καί ἀφοῦ συγκροτήθηκε λαμπρά καί μεγάλη Σύνοδος, ἐπειδή παρακινήθηκε πολύ ἀπό τόν βασιλιά καί ἀπό τήν Σύνοδο, κήρυξε μπροστά στήν Σύνοδο τά ὀρθόδοξα δόγματα τῆς πίστεως μέ λόγους καί συγγράμματα καί θαυμαστές δημηγορίες. Μετά τό τέλος τῆς Συνόδου, γύρισε τό συντομώτερο στό ποίμνιό του· καί πάλι τοῦ ἐμποδίζεται ἡ εἴσοδος στήν Θεσσαλονίκη, ὄχι πλέον ἀπό τούς ἐπαρχιῶτες του, ἀλλά ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Παλαιολόγο, πού ζοῦσε ἐκεῖ. Καί λοιπόν ἀπό ἀνάγκη κατέφυγε στό Ἅγιο Ὄρος. Ἀλλά ὕστερα ἀπό τρεῖς μῆνες τόν προσκάλεσε ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης καί ἐπέστρεψε στήν ἐπαρχία του, καί πάλι τήν ποίμαινε καί τήν ὠφελοῦσε ψυχικά καί σωματικά. Ἔπειτα πῆγε σέ ἕνα γυναικεῖο Μοναστήρι, γιά νά ἑορτάση τό Γενέσιο τῆς Θεοτόκου καί τήν ὥρα τῆς θείας ἱερουργίας μία Μοναχή πού λεγόταν Ἐλεοδώρα, (ἡ ὁποία εἶχε τυφλωθῆ ἀπό τό ἕνα μάτι, τότε πρίν ἀπό λίγες μέρες) πῆγε κρυφά ὅσο μποροῦσε, σάν τήν αἱμορροοῦσα τοῦ Εὐαγγελίου, καί ἔπιασε τήν ἀρχιερατική του στολή, καί τήν ἄγγιξε στό μάτι της, ὅπου ἔπασχε καί ἔλαβε θαυμασίως τήν θεραπεία της.
Καί, ἀφοῦ πέρασε ἕναν χρόνο στήν ἐπαρχία του, ἔπεσε σέ δεινή καί πολυήμερη ἀρρώστια, ἐπειδή ταλαιπωρήθηκε ὁλοκληρωτικά τό σῶμα του ἀπό τούς ἀκατάπαυστους κόπους, ἀπό τούς πολλούς πειρασμούς καί ἀπό τά συχνά ταξίδια καί ὅλοι θεωροῦσαν πώς θά πεθάνη, ἀλλά ὁ Θεός ἀπό ψηλά τοῦ χάρισε ἀνέλπιστα καί πάλι τήν ζωή, γιατί τόν προετοίμαζε σέ ἀγῶνες καί δρόμους καί παλαίσματα, ὅπως ἕναν γενναῖο ἀθλητή. Καί ἐνῷ ἀκόμη εἶχε τά ἀπομεινάρια τῆς ἀρρώστιας, ἀναγκάσθηκε ἀπό τίς πολλές καί ἔντονες παρακλήσεις τοῦ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου νά ἀνέβη πάλι στήν Κωνσταντινούπολι, γιά νά μεσιτεύση πρός τόν πεθερό του, τόν βασιλέα Ἰωάννη τόν Καντακουζηνό, νά τούς εἰρηνεύση στίς ἀλληλομαχίες πού εἶχαν, γιά τίς ὁποῖες καί στήν Θεσσαλονίκη μεριμνοῦσε, ἀλλά ὁ Θεός ἀπό ψηλά, ὁ Βασιλιάς τῶν βασιλευόντων, τόν ἔστειλε σέ ἄλλη ὑπηρεσία. Διότι, καθώς πήγαινε στήν Κωνσταντινούπολι, σκλαβώθηκε ἀπό τούς Ἐχαιμενίδες, καί ἔτσι μέ περιβολή σκλάβου μεταφέρθηκε ἀπό αὐτούς στήν Ἀσία, σάν ἕνας Εὐαγγελιστής καί κήρυκας τῆς πίστεως στούς ἐκεῖ σκλαβωμένους Χριστιανούς, γιά νά τούς στηρίξη μέ τήν διδασκαλία του. Πόσες δέ καί τί εἴδους συζητήσεις ἔκανε μέ τούς Τούρκους ὑπέρ τῆς εὐσεβείας στήν Προῦσα καί στήν Νίκαια, καί μέ ποιόν τρόπο ἔφραξε μέ αὐτές τά στόματά τους καί μέ ποιές ἄλλες διδασκαλίες στερέωσε τούς ἐκεῖ Χριστιανούς, ὅποιος θέλει ἄς τά μάθη ἀπό τήν ἐκτεταμένη ἱστορία του. Ὕστερα ἀπό ἕναν ὁλόκληρο χρόνο, παρεκίνησε ὁ Θεός μερικούς Βουλγάρους, ἀνθρώπους καλῆς προθέσεως καί μέ προθυμία πολλή ἔδωσαν χρήματα καί ἐλευθέρωσαν τόν Ἅγιο.
Ἀλλά ἐπειδή καί αὐτός ἄνθρωπος ἦταν καί ἔπρεπε νά πληρώση τό κοινό χρέος, γι’ αὐτό μόλις ἐπέρασαν τρία χρόνια, ὅταν κατέβηκε τήν τελευταία φορά ἀπό τήν Βασιλεύουσα, ἀρρώστησε καί ἔπεσε στό κρεββάτι, καί, τότε, ἀφοῦ δίδαξε ἱκανοποιητικά τούς παρόντες προέβλεψε τό τέλος του, φανερώνοντας ρητῶς καί αὐτήν τήν ἡμέρα, πού ἐπρόκειτο νά τελειώση, πρίν ἀπό πολλές ἡμέρες. Διότι εἶπε πρός τούς φίλους του, πώς θά ἔλθη τό τέλος του ὕστερα ἀπό τήν ἑορτή τοῦ Χρυσοστόμου, τήν 14η δηλαδή τοῦ μηνός Νοεμβρίου. Διότι τοῦ ἐμφανίσθηκε σέ ὅραμα ὁ θεῖος Χρυσόστομος καί τόν καλοῦσε πρός τό μέρος του ὡς ὁμότροπό του καί ἀγαπητό καί συγκάτοικο. Ὅταν δέ ὁ ἀρχιερέας τοῦ Θεοῦ ξεψυχοῦσε καί ἔστρεφε μέ ὅλη τήν προσοχή τόν δρόμο του πρός τά οὐράνια, ἔλεγε σέ κάποιον κάτι μέ ἀδύνατη φωνή, οἱ δέ παρόντες ἐκεῖ δίνοντας προσοχή νά ἀκούσουν τί ἔλεγε, ἄλλο δέν ἄκουσαν, παρά τά ἀκόλουθα ἱερά λόγια «τά ἐπουράνια, στά ἐπουράνια». Καί τά ἴδια λόγια ἔλεγε ἀκατάπαυστα, ἕως ὅτου ἡ θεία καί ὑπερουράνια χάρις, πού κατοικοῦσε στήν οὐράνια ἐκείνη ψυχή, διαχωρίσθηκε ἀπό τό σύζυγό της σῶμα.
Συμπλήρωσε λοιπόν ὅλη ἡ ζωή τοῦ θαυμασίου Γρηγορίου ἑξῆντα τρία χρόνια. Ἀπό τά ὁποῖα δώδεκα χρόνια καί ἕξι μῆνες, ποίμανε ἀρχιερατικά τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Καί μόλις βγῆκε ἡ μακαρία του ψυχή, ἡ δημιουργός πάντων χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φανέρωσε μέ ἐξαίσιο τρόπο καί στούς ἔξω τήν ἐσωτερική λαμπρότητα τῆς ψυχῆς του, ἐπειδή φῶς πολύ καί παράδοξο γέμισε τό κελλί ἐκεῖνο, στό ὁποῖο βρισκόταν τό ἱερό Λείψανο τοῦ Ἁγίου. Καί ταυτόχρονα ἔλαμψε καί τό πρόσωπό του, παρ’ ὅλο πού ἦταν πολύ στεγνό καί κατάξερο ἀκόμη καί πρίν ἀπό τήν νέκρωσί του. Καί αὐτῆς τῆς ὑπερουσίου λαμπρότητος τοῦ προσώπου του, στάθηκαν μάρτυρες ὅλοι σχεδόν οἱ ἄνθρωποι τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν τότε στόν ἐνταφιασμό τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου λειψάνου. Καί ἔμεινε ἀχώριστη ἀπό αὐτόν καί ἀπό τό ἱερό του Λείψανο ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί στό ἑξῆς ἀνέδειξε τόν Ἅγιο τάφο του ὡς κατοικητήριο θείου φωτός καί πηγή θαυμάτων καί βρύση ἱερῶν χαρισμάτων καί δωρεάν κοινό ἰατρεῖο. Γι’ αὐτό καί ὠνομάσθηκε θαυματουργός καί εἶναι πράγματι θαυματουργός.
Καί θά ἐπιθυμοῦσα, ἄν μοῦ τό ἐπιτρέπη ὁ χρόνος, νά διηγηθῶ τά θαύματα πού ἔκαμε σέ πολλούς. Ἀλλά ἐπειδή αὐτό εἶναι δύσκολο καί ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τῶν θαυμάτων καί ἐξ αἰτίας τῆς στενότητας τοῦ χρόνου, γι’ αὐτό προσπερνῶ ἐκεῖνα πού ἐνήργησε παραδόξως μετά τόν θάνατο, τά ὁποῖα εἶναι γραμμένα στόν ἐκτεταμένο βίο του, καί ὅποιος ποθεῖ ἄς τά διαβάση, καί διηγοῦμαι μέ συντομία, ἕνα μόνο θεῖο θαῦμα νέο πού ἔκανε, μέ τό ὁποῖο αὐτός μέν ἀποδεικνύεται ἀληθινά Ἅγιος, δοξασμένος ἀπό τόν Θεό, ἡ δέ Ἀνατολική Ἐκκλησία μας ἀποδεικνύεται καί αὐτή θεία καί ἁγία καί ἀλάθητη, πού τόν δοξάζει καί τόν ἑορτάζει ὡς Ἅγιο, καί ἀκοῦστε αὐτά μέ προσοχή.
Ἐπειδή καί οἱ Λατῖνοι κατηγοροῦν τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία τήν Ἀνατολική λέγοντας, ὅτι ἀπό τότε πού ἀποχωρίσθηκε ἀπό τήν δυτική, δηλαδή τήν Φράγκικη Ἐκκλησία, δέν ἔβγαλε πλέον κανέναν νέο Ἅγιο, οὔτε θαύματα ἔχει πλέον, γι’ αὐτό θέλοντας ὁ ἱερός Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος διετέλεσε Πατριάρχης τῆς Ἱερουσαλήμ στά 1660 μετά Χριστόν, θέλοντας, λέω, αὐτός ὁ φλογερός ζηλωτής τῆς ἀληθείας, νά κλείση τά ἀθυρόστομα στόματα τῶν Λατίνων καί νά ἀποδείξη ὅτι εἶναι ψεῦτες καί συκοφάντες, ἀπαριθμεῖ πολλούς νέους Ἁγίους τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἁγίασαν μετά τό σχίσμα καί διηγεῖται πολλά καί παράδοξα νέα θαύματα. Λέει λοιπόν καί γιά τόν Ἅγιο Γρηγόριο, αὐτόν πού ἑορτάζει σήμερα, ὅτι στό νησί, πού ὀνομάζεται κοινῶς Σαντορίνη, τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, δηλαδή τήν δευτέρα Κυριακή τῶν Νηστειῶν, μερικοί Φράγκοι ἔπλεαν μέσα σέ ἕνα καΐκι, γιά νά λάβουν ἄνεσι. Ἤ ὅπως ἀναφέρει αὐτό τό ἴδιο θαῦμα καθαρώτερα ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος (Στόν τόμο τῆς Ἀγάπης, φύλ. 31, οἱ Φράγκοι ἔβαλαν ἐπίτηδες μερικά παιδιά μέσα σέ μία βάρκα καί ἔπλεαν καί χτυπῶντας τά χέρια τους, ἔλεγαν· «Ἀνάθεμα τόν Παλαμᾶ. Ἄν εἶναι ὁ Παλαμᾶς Ἅγιος, ἄς κάμη νά πνιγοῦμε». Αὐτά βλασφημοῦσαν τά Φραγκόπουλα, καί, ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος, ἀδελφοί! ὤ τῆς Ἁγιότητος, καί τῆς πρός τόν Θεό παρρησίας τοῦ θείου Γρηγορίου! τήν ἴδια στιγμή πού βλασφημοῦσαν, χωρίς φουρτούνα, σέ καιρό μάλιστα γαλήνης, καταποντίσθηκε τό καΐκι μέ ὅλους ἐκείνους πού ἦταν μέσα, σύμφωνα μέ τήν βλασφημία πού ἔλεγαν, ‘ἄν εἶναι Ἅγιος, ἄς μᾶς πνίξη’. Καί τά μέν σώματα τῶν βλάσφημων ἐκείνων βυθίσθηκαν στήν θάλασσα, οἱ δέ μιαρές τους ψυχές στό αἰώνιο πῦρ τῆς κολάσεως. Καί ἔτσι βεβαιώθηκε ἡ Ἁγιότητα τοῦ θείου Γρηγορίου. Καί κατέστη θαυμαστός ὁ Θεός, ὁ θαυμαστός μέσα ἀπό τούς Ἁγίους του. Στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
[1] Τί ἦταν ὁ κλῆρος πού ἔβαλαν οἱ Ἀπόστολοι, βλέπε στήν 13η τοῦ Σεπτεμβρίου στήν ὑποσημείωσι τοῦ Συναξαρίου τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Κορνηλίου.
[2] Ἄλλος φαίνεται νά εἶναι ὁ Στάχυς αὐτός ἀπό τόν Στάχυ πού ἔγινε Ἐπίσκοπος στό Βυζάντιο . Διότι ἐκεῖνος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βυζαντίου ἀπό τόν πρωτόκλητο Ἀνδρέα τόν Ἀπόστολο, ὅπως φαίνεται στό Συναξάρι ἐκείνου κατά τήν 30ή τοῦ Νοεμβρίου μηνός. Αὐτός ὅμως χειροτονήθηκε ἀπό τόν Βαρθολομαῖο ἐκεῖ στήν πόλι τῆς Ἀσίας, δηλαδή στήν Ἱεράπολι, ὅπως γράφει ὁ χειρόγραφος Συναξαριστής. Ἔτσι δέν ἀναφέρεται σωστά στόν τυπωμένο Συναξαριστή, ὅτι χειροτονήθηκε αὐτός στό Βυζάντιο.
[3] Σημείωσε, ὅτι στόν Ἀπόστολο αὐτόν Φίλιππο ἐγκώμιο πλέκει ὁ Νικήτας ὁ Ρήτωρ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τοῦ Διονυσίου καί στήν τοῦ Βατοπαιδίου). Παρόμοια καί ἄλλο ἐγκώμιό του σώζεται στήν τῶν Ἰβήρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὁ τοῦ Θεοῦ Θεός Λόγος». Ἐπίσης καί στήν Μεγίστη Λαύρα σώζεται ἄλλο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἀποστολικῆς μνησθῆναι ἠξιωμένος χάριτος».
[4] Τόν Βίο του συνέγραψε Φιλόθεος ὁ Κωνσταντινουπόλεως. Ἑορτάζεται αὐτός ὁ Ἅγιος κατά τήν δευτέρα Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.


Login