Τῷ αὐτῷ μηνί IΔ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου, ἑνός τῶν ιβ΄. * Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Θαυματουργοῦ τοῦ καί Παλαμᾶ, τοῦ διαπρέψαντος κατά τό ἔτος 1340.

  Τῷ αὐτῷ μηνί IΔ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου
Φιλίππου, ἑνός τῶν ιβ΄.

Ἀρθείς Φίλιππος ἐκ ποδῶν ἐπί ξύλου,

Τά τῶν ποδῶν σοι νίπτρα Σῶτερ ἐκτίει (ἤτοι πληρόνοι).

Ἤρθης κακκεφαλῆς δεκάτῃ Φίλιππε τετάρτῃ.

 Αὐ­τός ὁ Ἀ­πό­στο­λος κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Βηθ­σα­ϊ­δά τῆς Γα­λι­λαί­ας, συμ­πα­τρι­ώ­της ὄν­τας τοῦ Ἀν­δρέ­ου καί Πέ­τρου τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Ἦ­ταν πο­λύ συ­νε­τός, ἀ­σχο­λού­με­νος μέ τά βι­βλί­α τῶν Προ­φη­τῶν καί σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή γνω­στός ἦ­ταν ὡς παρ­θέ­νος. Ὄ­ταν τόν βρῆ­κε ὁ Κύ­ριος μετά τό βά­πτι­σμα στήν Γα­λι­λαί­α, τόν κά­λε­σε νά τόν ἀ­κο­λου­θή­ση καί αὐ­τός συ­ναν­τῶν­τας τόν Να­θα­να­ήλ τοῦ εἶ­πε· «Αὐ­τόν πού προ­α­νάγ­γει­λε ὁ Μω­υ­σῆς στόν νό­μο καί οἱ Προ­φῆ­τες, τόν βρή­κα­με· εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς, ὁ Υι­ός τοῦ Ἰ­ω­σήφ ὁ ἀ­πό Να­ζα­ρέτ» (Ἰ­ω. 1,46). Καί ἄλ­λα ἀ­κό­μη πολ­λά ρη­τά βρί­σκον­ται στά Ἅ­για Εὐ­αγ­γέ­λια, πού ἀ­να­φέ­ρον­ται σ’ αὐ­τόν ­τόν Ἀ­πό­στο­λο.

 

Αὐτός λοιπόν ἀφοῦ πῆρε ὡς κλῆρο[1] τήν γῆ τῆς Ἀσίας (τῆς μικρᾶς δηλαδή) εἶχε συνα-κόλουθο καί βοηθό του στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τόν Ἀπόστολο Βαρθολομαῖο. Εἶχε ἀκόμη  καί τήν σαρκική του ἀδελφή, Μαριάμ-νη, πού τούς ἀκολουθοῦσε καί τούς βοηθοῦσε. Περνῶντας λοιπόν οἱ Ἀπόστολοι αὐτοί τίς πό-λεις τῆς Λυδίας καί Μυσίας, καί κηρύττοντάς τες τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, πολλούς πειρα-σμούς καί κακοπάθειες δέχθηκαν ἀπό τούς ἄπιστους, δε­ρό­με­νοι, ρα­βδι­ζό­με­νοι, φυ­λα­κι­ζό­με­νοι καί λι­θο­βο­λού­με­νοι. Στήν συ­νέ­χεια βρῆ­καν τόν ἀ­γα­πη­μέ­νο μα­θη­τή καί Θε­ο­λό­γο Ἰ­ω­άν­νη νά κη­ρύτ­τη τόν Χρι­στό στήν Ἀ­σί­α. Ὅ­ταν καί ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀν­θύ­πα­του Νι­κά­νω­ρα πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί ὅ­ταν ἡ οἰ­κί­α τοῦ Στά­χυ­ος κά­η­κε ἀ­πό τόν ἀν­θύ­πα­το καί ἀ­πό τόν λα­ό τῶν Ἑλ­λή­νων, πη­γαί­νον­τας στήν Ἱ­ε­ρά­πο­λι ὁ θεῖ­ος Φί­λιπ­πος, σύρ­θηκε στήν γῆ ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες μέ­σα στίς πλα­τεῖ­ες τῆς πό­λε­ως. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ τρυ­πή­θη­κε στούς ἀ­στρά­γα­λους τῶν πο­δι­ῶν, καρ­φώ­θη­κε ἀ­νά­πο­δα καί ἔ­τσι προ­σευ­χό­με­νος πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ  Θε­οῦ.

Μόλις δέ ἐ­ξέ­πνευ­σε ὁ Ἅ­γιος Ἀ­πό­στο­λος, φο­βισμένη ἡ γῆ, ­σάν νά ἦ­ταν ἔμ­ψυ­χη, ἔβγαλε ἕ­ναν φο­βε­ρό ἦ­χο καί βογγητό. Καί ἔτσι ἄνοιξε καί κατάπιε πολ­λούς ἄπιστους. Οἱ ὑπόλοιποι φο­βισμένοι ­πρό­σπε­σαν στόν θεῖ­ο Βαρ­θο­λο­μαῖ­ο καί στήν Ἁ­γί­α Μα­ριά­μνη, κρε­μα­σμέ­νους καί αὐ­τούς ὄν­τας. Ἀφοῦ λοιπόν τούς ἔλευθέρωσαν ἀ­πό τό ξύ­λο, ­πρό­στρε­ξαν στήν ἀ­λη­θι­νή πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, ὁπότε  καί ἐν­τα­φί­α­σαν τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, Ὁ δέ Ἅ­γιος Βαρ­θο­λο­μαῖ­ος, ἀφοῦ τοποθέτησε τόν Στά­χυ ὡς Ἐ­πί­σκο­πο στήν πό­λι[2], β­γῆ­κε καί ­πῆ­γε μαζί μέ τήν Μα­ριά­μνη στήν Λυ­κα­ο­νί­α. (Τόν ἀναλυτικό Βί­ο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου αὐτοῦ βλέπε στόν Νέ­ο Πα­ρα­δει­σο­[3]).

  * Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Θαυματουργοῦ τοῦ καί Παλαμᾶ, τοῦ διαπρέψαντος
 κατά τό ἔτος 1340.

 * Φωτός λαμπρόν κήρυκα νῦν ὄντως μέγαν,

Πηγή φάους ἄδυτον ἄγει πρός φέγγος[4].

 

Αὐ­τός ὁ θεῖ­ος Πα­τέ­ρας μας Γρη­γό­ριος γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­γε­νεῖς καί ἐ­νά­ρε­τους. Καί τό­σο ἄ­ξιος ἄν­θρω­πος ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του, ὥ­στε ὅ­ταν ἀ­νέ­βη­κε στόν βα­σι­λι­κό θρό­νο ὁ Ἀν­δρό­νι­κος ὁ Β΄ Πα­λαι­ο­λό­γος, τόν δι­ώρι­σε ὡς ἕ­ναν ἀ­πό τούς Συγ­κλη­τι­κούς ἄρ­χον­τές του. Καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τός ὁ ἐ­πί­γει­ος βα­σι­λιάς τοῦ εἶ­χε με­γά­λη ἀ­γά­πη καί τι­μή, ἀλ­λά καί ὁ Θε­ός ὁ Οὐ­ρά­νιος Βα­σι­λιάς, ἐ­νῶ ζοῦ­σε ἀ­κό­μη, τόν δό­ξα­σε μέ θαύ­μα­τα καί, ἐ­πει­δή γνώ­ρι­ζε ἀ­πό πρίν τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, ἔ­λα­βε καί τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα καί ἀ­πό Κων­σταν­τῖ­νος με­τω­νο­μά­σθη­κε Κων­στάν­τιος. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε τά ἐ­πί­γεια, πῆ­γε στά οὐ­ρά­νια. Ὁ δέ Γρη­γό­ριος με­τά τόν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα του ἐ­πι­δό­θη­κε στήν μά­θη­σι τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς σο­φί­ας. Δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός καί ὁ Γρη­γό­ριος τό­σο πο­λύ πρό­κο­ψε, ὥ­στε ἦ­ταν θαυ­μα­στός ἀ­πό ὅ­λους γιά τήν σο­φί­α καί γιά τήν ἄλ­λη ἔ­φε­σι, πού εἶ­χε στίς ὑ­πο­θέ­σεις τῆς βα­σι­λεί­ας. Γι’ αὐ­τό καί ὁ βα­σι­λιάς χαι­ρό­ταν πο­λύ καί λο­γά­ρια­ζε γι’ αὐ­τόν με­γά­λα πράγ­μα­τα. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε τόν v­οῦ του σέ ἄλ­λα με­γα­λύ­τε­ρα καί ὑ­ψη­λό­τε­ρα, δη­λα­δή στόν Οὐ­ρά­νιο Βα­σι­λέ­α, καί σέ ἐ­κεῖ­να τά Βα­σί­λεια καί συ­νε­χῶς ἐ­κεῖ­να σκε­φτό­ταν καί δέν φρόν­τι­ζε κα­θό­λου γιά τά γή­ι­να.

Γι’ αὐ­τό καί δέν πα­ρέ­λει­πε νά συ­να­να­στρέ­φε­ται καί νά ἐ­ρω­τᾶ Μο­να­χούς ἀ­σκη­τές, πού ἔρχονταν ἀ­πό τό Ἅ­γιο Ὄ­ρος στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν συμ­βού­λευ­σαν νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τήν πό­λι καί νά πά­η στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος. Καί μά­λι­στα τοῦ ἔ­λε­γαν νά ἐκ­γυ­μνά­ζε­ται καί λί­γο στούς ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­ρε­τῆς καί πρίν ἀ­κό­μη νά ἀ­να­χω­ρή­ση. Καί τά ἔ­κα­μνε θαυ­μα­σι­ώ­τα­τα, δι­ό­τι τό­ση εὐ­τέ­λεια ἐ­πέ­δει­ξε σέ ὅ­λα του τά ἐν­δύ­μα­τα, καί τό­σο ἄλ­λα­ξε τόν τρό­πο ζω­ῆς του καί ὅ­λα τά ἤ­θη του καί αὐ­τά ἀ­κό­μη τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὥ­στε πολ­λές φο­ρές νό­μι­σαν με­ρι­κοί πώς ἔ­χα­σε τά λο­γι­κά του. Ἀλ­λά ὁ γεν­ναῖ­ος ἐ­κεῖ­νος δέν ἔ­βα­λε κα­θό­λου στόν νοῦ του αὐ­τή τήν ἀ­τι­μί­α καί ντρο­πή. Στήν δέ ἐγ­κρά­τεια καί τήν νη­στεί­α τό­σο πρό­θυ­μα ἐ­πι­δό­θη­κε, ὥ­στε μέ ψω­μί μο­να­χά καί νε­ρό ἀ­να­πλή­ρω­νε τήν ἀ­νάγ­κη τοῦ σώ­μα­τός του, ἀ­πο­φεύ­γον­τας σύμ­φω­να μέ αὐ­τά καί τόν χορ­τα­σμό. Πα­ρό­μοι­α καί σέ κά­θε ἄλ­λη ἀ­ρε­τή ἀ­γω­νι­ζό­ταν μέ ὑ­περ­βο­λή. Καί ὅ­ταν πέ­ρα­σαν εἴ­κο­σι χρό­νια μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ζω­ῆς, οὔ­τε στίς πα­ρα­κλή­σεις τοῦ Βα­σι­λέ­ως ὑ­πά­κου­σε, οὔ­τε στίς με­γά­λες ὑ­πο­σχέ­σεις ἀ­πέ­βλε­ψε, ἀλ­λά ἀ­φοῦ ἔ­πει­σε ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους τοῦ σπι­τιοῦ του καί τούς πλη­σι­έ­στε­ρους συγ­γε­νεῖς του καί τούς πλέ­ον κα­λο­προ­αί­ρε­τους δού­λους τους νά δε­χθοῦν τό Ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα καί τούς ἐγ­κα­τέ­στη­σε σέ Μο­να­στή­ρια, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι μέ τούς ἀ­δελ­φούς του καί πη­γαί­νον­τας στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, ­στά­θη­κε στήν Λαύ­ρα τοῦ Βα­το­πε­δί­ου καί ὑ­πο­τά­χθη­κε στόν θεῖ­ο Νι­κό­δη­μο, (ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν θαυ­μά­σιος ἡ­συ­χα­στής καί ἔ­λαμ­πε καί στήν πρᾶ­ξι καί στήν θε­ω­ρί­α). Καί ἔ­λα­βε τό Ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα. Ὕ­στε­ρα δέ ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε Μο­να­χός, μέ ποι­όν τρό­πο προ­χώ­ρη­σε στήν πρᾶ­ξι μα­ζί καί στήν θε­ω­ρί­α, προ­σέξ­τε, γιά νά τό κα­τα­λά­βε­τε.

 Δεύ­τε­ρο χρό­νο εἶ­χε πε­ρά­σει πού φε­ρό­ταν πρός τόν Θε­ό μέ νη­στεῖ­ες καί ἀ­γρυ­πνί­ες, μέ συγ­κέν­τρω­σι τῶν λο­γι­σμῶν καί ἀ­κα­τά­παυ­στη προ­σευ­χή καί πρό­βα­λλε τήν Θε­ο­τό­κο ὁ­δη­γό μα­ζί καί προ­στά­τη καί με­σί­τρια, καί κά­θε στιγ­μή καί ὥ­ρα μέ προ­σευ­χές ἔ­βα­ζε μπρο­στά στά μά­τια του τήν βο­ή­θειά της. Μί­α λοι­πόν τῶν ἡ­με­ρῶν, ἐ­κεῖ ὅ­που ἡ­σύ­χα­ζε μό­νος του καί εἶ­χε ὅ­λη τήν σκέ­ψι το­υ στραμ­μέ­νη στόν ἑ­αυ­τό του καί στόν Θε­ό, ἐμ­φα­νί­σθη­κε ξαφ­νι­κά μπρο­στά του ἕ­νας σε­μνός καί σε­βά­σμιος ἄν­θρω­πος (ἦ­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος ). Καί κοι­τά­ζον­τας μέ γε­λα­στό μά­τι τόν Γρη­γό­ριο, τοῦ εἶ­πε· «Ἦλ­θα, παι­δί μου, ὡς ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πό τήν Ἁ­γι­ω­τέ­ρα καί Βα­σί­λισ­σα τῶν ὅ­λων, γιά νά σέ ρω­τή­σω, γιά ποι­ά αἰ­τί­α κά­θε ὥ­ρα φω­νά­ζεις πρός τόν Θε­ό, φώ­τι­σέ μου τό σκο­τά­δι, φώ­τι­σέ μου τό σκο­τά­δι;» Ἀ­πάν­τη­σε ὁ Γρη­γό­ριος· «Καί τί ἄλ­λο πρέ­πει νά ζη­τῶ ἐ­γώ πού εἶ­μαι ὅ­λο πά­θη καί γε­μᾶ­τος ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες, πα­ρά νά ἐ­λε­η­θῶ καί νά φω­τι­σθῶ, γιά νά γνω­ρί­ζω καί νά κά­μνω τό θέ­λη­μά του τό Ἅ­γιο;». Τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής· «Ἡ Δέ­σποι­να τῶν πάν­των μέ­σα ἀ­πό ἐ­μέ­να τόν δοῦ­λο της ὁ­ρί­ζει, ὅ­τι ἐ­γώ θά σοῦ εἶ­μαι βο­η­θός». Ὁ δέ Γρη­γό­ριος τόν ρώ­τη­σε πά­λι· «Καί ποῦ πρό­κει­ται νά μέ βο­η­θή­ση ἡ Μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου μου, στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή ἤ στήν μέλ­λου­σα»; Ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Θε­ο­λό­γος· «Καί στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή καί στήν μέλ­λου­σα». Ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­πε αὐ­τά καί ἀ­φοῦ γέ­μι­σε τήν καρ­διά του μέ ἀ­νεί­πω­τη εὐ­φρο­σύ­νη μέ τίς ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς Θε­ο­τό­κου, ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος.

Καί ἀ­φοῦ ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ἔ­κα­νε τρί­α χρό­νια στήν ὑ­πα­κο­ή, καί ἔ­φθα­σε ὁ γέ­ρον­τάς του σέ βα­θειά γη­ρα­τειά καί ἔ­φυ­γε γιά τόν Κύ­ριο, ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ ὁ Γρη­γό­ριος, καί πῆ­γε στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου καί ἐ­κεῖ τόν ὑ­πο­δέ­χθη­καν οἱ Πα­τέ­ρες μέ με­γά­λη τι­μή, ἐ­πει­δή εἶ­χαν ἀ­πό πρίν ἀ­κού­σει τήν φή­μη τῆς ἀ­ρε­τῆς του. Καί ἔ­μει­νε μέ αὐ­τούς τρί­α χρό­νια καί ὅ­λοι θαύ­μα­σαν τόν τρό­πο ζω­ῆς καί τήν σο­φί­α του. Δι­ό­τι κα­θώς ἔ­λα­βε ἐν­το­λή ἀ­πό τόν ἡ­γού­με­νο, νά ὑ­πη­ρε­τῆ καί αὐ­τός μα­ζί μέ ἄλ­λους στήν κοι­νή τρά­πε­ζα τῶν ἀ­δελ­φῶν καί νά συμ­ψάλ­λη στήν Ἐκ­κλη­σί­α μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους ψάλ­τες, ἀ­πο­δεί­χθη­κε θαυ­μά­σιος σέ ὅ­λα. Καί προ­κα­λοῦ­σε σέ ὅ­λους θαυ­μα­σμό καί ἔκ­πλη­ξι. Καί μέ τό­ση ὑ­περ­βο­λή φρόν­τι­ζε νά κα­τορ­θώ­νη ἐξ ἴ­σου τίς ἀ­ρε­τές, ὥ­στε ἡ ψυ­χή του ἦ­ταν κα­τοι­κη­τή­ριο ὅ­λων μα­ζί τῶν πνευ­μα­τι­κῶν κα­λῶν καί στό ἑ­ξῆς ὅ­λοι σ’ αὐ­τόν ἀ­πέ­βλε­παν. Κυ­ρί­ευ­ε λοι­πόν ὁ θαυ­μά­σιος, ὄ­χι μο­νά­χα τά ἄ­λο­γα πά­θη καί τίς ὀ­ρέ­ξεις, μέ τήν ὑ­περ­βο­λι­κή ἄ­σκη­σι πού ἔ­κα­μνε, ἀλ­λά καί τίς ἀ­νάγ­κες τῆς φύ­σε­ως, καί, μο­λο­νό­τι δι­έ­θε­τε σῶ­μα, ἀ­γω­νι­ζό­ταν μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά γί­νη ἀ­σώ­μα­τος. Τόν δέ ὕ­πνο τό­σο πο­λύ τόν νί­κη­σε, ὥ­στε ἔ­μει­νε ἄυ­πνος τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρους μῆ­νες, σάν νά ἦ­ταν ἄ­σαρ­κος, ἐ­κτός μό­νο ἀ­πό κά­τι λί­γο πού κοι­μό­ταν τήν ἡ­μέ­ρα ὕ­στε­ρα ἀ­πό τό φα­γη­τό, γιά νά μήν πά­θη ἴ­σως τί­πο­τε τό μυα­λό του. Ὅ­μως ὁ πο­λύς ἔ­ρω­τας, πού εἶ­χε γιά τήν ἡ­συ­χί­α, δέν τόν ἄ­φη­σε νά μεί­νη ἐ­κεῖ μέ­χρι τέ­λους. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἔ­τρε­ξε στήν πο­λυ­πό­θη­τή του ἐ­ρη­μί­α, ἔ­χον­τας μα­ζί του καί τούς ὁ­μο­ψύ­χους του συ­να­γω­νι­στές τῶν ἰ­δί­ων ἀ­ρε­τῶν.

Γλωσ­σί­α ὠ­νό­μα­ζαν τήν ἱ­ε­ρή ἐ­κεί­νη σκή­τη, στήν ὁ­ποί­α κα­τοι­κοῦ­σαν καί ἄλ­λοι πολ­λοί ἀ­να­χω­ρη­τές. Τῶν ὁ­ποί­ων ὅ­λων ἦ­ταν σάν ἀρ­χη­γός καί κο­ρυ­φαῖ­ος, ἕ­νας ἄλ­λος Γρη­γό­ριος, ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί αὐ­τός κα­τα­γό­με­νος, μέ­γας καί πε­ρι­βό­η­τος στήν ἡ­συ­χί­α καί στήν νῆ­ψι καί τήν θε­ω­ρί­α ἐ­κεί­νη τήν πε­ρί­ο­δο. Ἀ­πό αὐ­τόν λοι­πόν δι­δά­χθηκε ὁ Γρη­γό­ριος τά ὑ­ψη­λό­τα­τα Μυ­στή­ρια τῆς νο­ε­ρᾶς ἐ­νερ­γεί­ας καί τῆς ἀ­κρο­τά­της θε­ω­ρί­ας τοῦ Θε­οῦ καί, ἐ­νῷ ἡ­σύ­χα­ζε ἐ­κεῖ μό­νος του, ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά λά­βη ἀ­πό τόν Θε­ό πολ­λά μυ­στι­κά χα­ρί­σμα­τα, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νά τά πα­ρα­στή­ση κα­νείς μέ λό­για. Τό­ση δέ κα­τά­νυ­ξι εἶ­χε πάν­το­τε, ὥ­στε ἔ­τρε­χαν ἀ­κα­τά­παυ­στα ἀ­πό τά μά­τια του τά δά­κρυ­α καί τόν πό­τι­ζαν καί τοῦ σύ­σται­ναν μα­ζί μέ τήν ψυ­χή καί τό σῶ­μα, τό ὁ­ποῖ­ο χά­ρι­σμα τῶν δα­κρύ­ων τό εἶ­χε σέ ὅ­λο τόν και­ρό τῆς ζω­ῆς του. Δέν μπό­ρε­σαν ὅ­μως νά ἀ­πο­λαύ­σουν γιά πάν­τα, τήν κα­λή ἐ­κεί­νη ἡ­συ­χί­α ἐ­κεῖ στήν Γλωσ­σί­α, ἐξ αἰ­τί­ας τῶν ἐ­πι­δρο­μῶν πού ἔ­καμναν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί στούς Μο­να­χούς, πού ἡ­σύ­χα­ζαν ἔ­ξω ἀ­πό τά Μο­να­στή­ρια. Γι’ αὐ­τό, γιά νά ἀ­πο­φύ­γουν τούς κιν­δύ­νους, ὁ Γρη­γό­ριος καί ἡ συ­νο­δεί­α του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν δώ­δε­κα, ἀ­ναγ­κά­σθη­καν καί πέ­ρα­σαν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ τό συ­ζή­τη­σαν με­τα­ξύ τους, συμ­φώ­νη­σαν νά πᾶ­νε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, καί γιά νά προ­σκυ­νή­σουν τούς Ἁ­γί­ους τό­πους καί γιά νά ἡ­συ­χά­σουν ἐ­κεῖ ἕ­ως τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς τους. Ὡ­στό­σο, ἐ­πει­δή ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ἤ­θε­λε νά μά­θη, ἄν ἦ­ταν ἀ­ρε­στό στόν Θε­ό τό ἐ­πι­χεί­ρη­μά τους, ἀ­φοῦ ἔ­κα­με προ­σευ­χή γι’ αὐ­τό πα­ρά­με­ρα, νύ­στα­ξε λι­γά­κι καί ἀ­μέ­σως εἶ­δε τήν ἑ­ξῆς ὀ­πτα­σί­α· «Μοῦ φά­νη­κε», λέ­ει, «σάν νά βρέ­θη­κα στά Βα­σι­λι­κά προ­αύ­λια μα­ζί μέ τούς συ­να­σκη­τές μου, καί ἐ­κεῖ κα­θό­ταν με­γα­λο­πρε­πῶς στόν θρό­νο του ὁ βα­σι­λιάς καί τρι­γύ­ρω του ἔ­στε­καν οἱ βα­σι­λι­κοί φρου­ροί καί ὅ­λοι οἱ ἄρ­χον­τες καί κά­θε εἴ­δους τά­ξις καί ἀ­φοῦ ξε­χώ­ρι­σε ἕ­νας ἀ­πό ἐ­κεί­νους τούς ἄρ­χον­τες, ἦλ­θε πρός ἐ­μᾶς. ( Φαι­νό­ταν δέ σάν νά ἦ­ταν ὁ μέ­γας Δού­κας). Καί ἀ­φοῦ μέ ἀγ­κά­λια­σε, σάν νά μέ ἔ­συ­ρε στόν ἑ­αυ­τό του, καί γυ­ρί­ζον­τας στούς συ­να­δέλ­φους μου εἶ­πε· «Ἐ­γώ κρα­τῶ τοῦ­τον ἐ­δῶ μα­ζί μου, ἐ­πει­δή ἔ­τσι πρό­στα­ξε ὁ βα­σι­λιάς καί ἐ­σεῖς πᾶ­τε, ὅ­που ἀ­γα­πᾶ­τε, δέν σᾶς ἐμ­πο­δί­ζει κα­νείς». Ἀ­φοῦ ἔ­τσι φω­τί­σθη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό ὁ μέ­γας Γρη­γό­ριος, καί ἀ­φοῦ τά κοι­νο­ποί­η­σε αὐ­τά καί στούς ἄλ­λους ἀ­δελ­φούς, συλ­λο­γί­σθη­καν ὅ­λοι, ὅ­τι ὁ μέ­γας Δού­κας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κρά­τη­σε τόν θεῖ­ο Γρη­γό­ριο ἦ­ταν ὁ μέ­γας Δη­μή­τριος. Γι’ αὐ­τό ἀ­πο­φά­σι­σαν νά μήν ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­πό τά πε­ρί­χω­ρα τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τῆς πα­τρί­δας τοῦ Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου. Καί ἐ­νῶ βρί­σκον­ταν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, πα­ρα­κά­λε­σαν τόν θεῖ­ο Γρη­γό­ριο οἱ συ­νά­δελ­φοί του νά δε­χθῆ τό ἀ­ξί­ω­μα τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης, ἀλ­λά αὐ­τός δέν τό δέ­χθη­κε, πα­ρά μό­νο ὅ­ταν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὅ­τι καί αὐ­τό ἦ­ταν θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.

 Με­τά δέ ἀ­πό τήν χει­ρο­το­νί­α, ἀ­φοῦ πῆ­γαν στήν Βέ­ροι­α, μπῆ­καν στήν σκή­τη τῶν Μο­να­χῶν καί ἀ­φοῦ ἔ­κτι­σε ἐ­κεῖ ἡ­συ­χα­στή­ριο ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος μα­ζί μέ τούς συ­να­σκη­τές του, ἄρ­χι­σε πά­λι νά ἀ­γω­νί­ζε­ται καί νά γυ­μνά­ζε­ται στήν θεί­α τε­λει­ό­τη­τα ὁ ἀ­λη­θι­νά γε­μᾶ­τος ἀ­πό κά­θε κα­λό. Καί τίς πέν­τε ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος, οὔ­τε αὐ­τός ἔ­βγαι­νε κα­θό­λου ἔ­ξω, οὔ­τε κα­νέ­ναν ἄλ­λο δε­χό­ταν μέ­σα στό κελ­λί του. Τό Σάβ­βα­το μο­να­χά καί τήν Κυ­ρια­κή ἔ­βγαι­νε, γιά νά ἱ­ε­ρουρ­γῆ τά θεῖ­α Μυ­στή­ρια καί νά συ­νο­μι­λῆ πνευ­μα­τι­κά καί νά συ­να­να­στρέ­φε­ται μέ τούς ἀ­δελ­φούς γιά τήν δι­κή τους ὠ­φέ­λεια. Ἦ­ταν δέ τό­τε τριά­ντα ἐ­τῶν καί ἦ­ταν ἀ­κό­μη κα­λά στήν ὑ­γεί­α του καί ὡς πρός τίς δυ­νά­μεις τοῦ σώ­μα­τός του καί γι’ αὐ­τό ἄρ­χι­σε καί με­γα­λύ­τε­ρους ἀ­γῶ­νες, καί σκλη­ρό­τε­ρο τρό­πο ζω­ῆς καί κα­τα­τα­λαι­πω­ροῦ­σε τό σῶ­μα του μέ νη­στεῖ­ες καί ἀ­γρυ­πνί­ες πο­λυ­ή­με­ρες ἀ­γω­νι­ζό­με­νος νά ὑ­πο­τά­ξη ἐν­τε­λῶς τήν σάρ­κα στό πνεῦ­μα. Ἐ­πί­σης ὄ­ξυ­νε καί κα­θά­ρι­ζε ἀ­κα­τά­παυ­στα τό νο­ε­ρό μά­τι τῆς ψυ­χῆς του μέ τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ἐγ­κρά­τεια καί τήν συγ­κέν­τρω­σι τῶν λο­γι­σμῶν του καί τήν συ­νη­θι­σμέ­νη του πη­γή τῶν δα­κρύ­ων καί ἀ­νύ­ψω­νε πάν­το­τε τόν νοῦ του στόν Θε­ό μέ τήν ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σευ­χή τοῦ νοῦ.

Ἀ­πό τόν θε­ά­ρε­στο αὐ­τόν τρό­πο ζω­ῆς τοῦ γεν­νι­οῦνταν καί οἱ καρ­ποί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, σύμ­φω­να μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο. Γι’ αὐ­τό καί ὅ­λοι οἱ συ­να­σκη­τές του καί οἱ Μο­να­χοί τοῦ Ὄ­ρους ἐ­κεί­νου καί οἱ κά­τοι­κοι ἀ­κό­μη τῆς Βέ­ροι­ας ὅ­λοι τόν ἔ­βλε­παν σάν εἰ­κό­να τῆς ἀ­ρε­τῆς. Ἐ­πει­δή ὄ­χι μό­νο ἡ ἀγ­γε­λι­κή του ζω­ή, ἀλ­λά καί ὁ λό­γος καί ἡ ὑ­περ­φυ­σι­κή θε­ο­σο­φί­α του προ­ξέ­νη­σε σέ ὅ­λους θαυ­μα­σμό καί ἔκ­στα­σι. Δι­ό­τι ἄλ­λο­τε μέν ἦ­ταν ὅ­λος προ­σο­χή, μό­νο στόν Θε­ό ὅ­λος προ­ση­λω­μέ­νος καί λου­σμέ­νος μέ τά θαυ­μα­στά δά­κρυ­ά του.

Καί ἄλ­λο­τε πά­λι εἶ­χε τό πρό­σω­πό του ὑ­περ­φυ­σι­κά φω­τει­νό, λαμ­πρό καί δο­ξα­σμέ­νο ἀ­πό τήν φλό­γα τοῦ Ἁ­γί­ου Ι­Ι­νεύ­μα­τος. Καί ἰ­δι­αί­τε­ρα, ὅ­ταν ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν ἱ­ε­ρουρ­γί­α ἤ καί ἀ­πό τό κελ­λί τῆς ἡ­συ­χί­ας του. Πέν­τε χρό­νια ἔ­κα­νε στήν ἡ­συ­χί­α ἐ­κεί­νου τοῦ Ὄ­ρους ὁ σο­φός Γρη­γό­ριος, ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἀ­ναγ­κά­σθη­κε ἀ­πό τίς συ­χνές ἐ­πι­δρο­μές πού ἐ­γί­νον­το ἐ­κεῖ ἀ­πό τό μι­α­ρώ­τα­το γέ­νος τῶν Ἀλ­βα­νῶν, πῆ­γε πά­λι στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, στήν Λαύ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, καί ἀ­πόλαυ­σε τούς φί­λους καί Πα­τέ­ρες καί ἀ­δελ­φούς μέ με­γά­λη ἀ­γαλ­λί­α­σι καί  κα­τοί­κη­σε ἔ­ξω ἀ­πό τήν μο­νή στό ἡ­συ­χα­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, καί ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα ἐ­κτός ἀ­πό τό Σάβ­βα­το καί τήν Κυ­ρια­κή δέν ἔ­βγαι­νε, οὔ­τε γιά νά ἰ­δῆ οὔ­τε γιά νά τόν ἰ­δῆ κα­νείς καί νά τοῦ μι­λή­ση, πα­ρά μό­νο ἄν ἤ­θε­λαν νά τόν προ­σκα­λέ­σουν ἀ­πό τήν Λαύ­ρα γιά ἱ­ε­ρουρ­γί­α. Καί ὁ κα­θ' αὐ­τό σκο­πός του ἦ­ταν ἡ θε­ω­ρί­α.

 Κάποτε προ­σευ­χό­ταν στό κελ­λί του ὁ Ἅ­γιος πρός τήν Θε­ο­τό­κο καί γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί γιά τήν συ­νο­δεί­α του, πα­ρα­κα­λῶν­τας την νά τούς κά­νη εὔ­κο­λη καί ἀ­νεμ­πό­δι­στη τήν πνευ­μα­τι­κή τους πο­λι­τεί­α καί τήν ἀ­νά­βα­σι πρός τόν Θε­ό καί ἔ­πει­τα νά τούς βο­η­θή­ση νά βρί­σκουν εὔ­κο­λα καί ἀ­κο­πί­α­στα καί τά ἀ­ναγ­καῖ­α πρός τό ζῆν, γιά νά μήν ξο­δεύ­ουν τόν και­ρό τους σ’ ἐ­κεῖ­να, ὅ­ταν τούς λεί­πουν, καί ἐμ­πο­δί­ζον­ται ἀ­πό τά πνευ­μα­τι­κά καί ἀ­ναγ­και­ό­τε­ρα. Ἡ δέ Δέ­σποι­να τῶν πάν­των, κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας, ἐμ­φα­νί­στη­κε σ’ αὐ­τόν σε­μνά καί παρ­θε­νι­κά στο­λι­σμέ­νη, ὅ­πως τήν βλέ­που­με νά ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται στίς εἰ­κό­νες, καί  γύ­ρι­σε σ’ ἐ­κεί­νους πού τήν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν (οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν πάμ­πολ­λοι καί λαμ­προί) καί τούς εἶ­πε· «Ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς ἐ­σεῖς νά ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­τε ὅ­λα τά ἀ­ναγ­καῖ­α καί νά τά δί­δε­τε στόν Γρη­γό­ριο καί στήν συ­νο­δεί­α του». Αὐ­τά πρό­στα­ξε ἡ Θε­ο­τό­κος καί  ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη. Καί ἔ­λε­γε ὁ Ἅ­γιος, ὅ­τι ἀ­πό τό­τε καί στό ἑ­ξῆς εἴ­χα­με ἀ­κο­πί­α­στα ὅ­λα τά ἀ­ναγ­καῖ­α, ὅ­που καί ἄν βρι­σκώ­μα­σταν.

 Στόν τρί­το χρό­νο πού εἶ­χε ὁ Ἅ­γιος στό ἡ­συ­χα­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, μί­α ἡμέρα πού εἶ­χε τόν νοῦ του στόν Θε­ό προ­ση­λω­μέ­νο μέ τήν ἱ­ε­ρή προ­σευ­χή, τοῦ ­φά­νη­κε, πώς τόν ἅρ­πα­ξε λί­γο ὁ ὕ­πνος, καί εἶ­δε τήν ἑ­ξῆς εἰ­κό­να: Τοῦ φά­νη­κε, πώς κρα­τοῦ­σε στά χέ­ρια του ἕ­να δο­χεῖ­ο γε­μᾶ­το ἀ­πό γά­λα καί πώς ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κά νά ἀ­να­βλύ­ζη σάν ἀ­πό πη­γή καί ξε­χεί­λι­σε καί χυ­νό­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τό δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα τοῦ φά­νη­κε, ὅ­τι ἀ­πό γά­λα με­τα­βλή­θη­κε ξαφ­νι­κά σέ κρα­σί ὡ­ραῖ­ο καί εὐ­ω­δια­στό, τό ὁ­ποῖ­ο κα­θώς χυ­νό­ταν πο­λύ ἐ­πά­νω στά χέ­ρια του καί στά ἐν­δύ­μα­τά του, τοῦ φά­νη­κε πώς τά κα­τά­βρε­ξε καί τά γέ­μι­σε ἀ­πό εὐ­ω­δί­α. Καί τήν ὥ­ρα πού χαι­ρό­ταν πο­λύ γι’ αὐ­τό καί τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ νά τό βλέ­πη καί νά αἰ­σθά­νε­ται αὐ­τή τήν εὐ­ω­δί­α, τοῦ φά­νη­κε, πώς ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, γε­μᾶ­τος ἀ­πό φῶς, στά­θη­κε ξαφ­νι­κά μπρο­στά του καί τοῦ εἶ­πε· «Για­τί, Γρη­γό­ρι­ε, δέν δί­νεις καί σέ ἄλ­λους ἀ­πό τό θαυ­μά­σιο τοῦ­το πο­τό, πού ἀ­να­βλύ­ζει μέ αὐ­τόν τόν τρό­πο πλου­σι­ο­πά­ρο­χα, ἀλ­λά τό ἀ­φή­νεις καί χύ­νε­ται ἔ­τσι μα­ταί­ως; Δέν γνω­ρί­ζεις πώς αὐ­τό εἶ­ναι δῶ­ρο Θε­οῦ καί δέν μπο­ρεῖ νά στα­μα­τή­ση πο­τέ νά ἀ­να­βλύ­ζη», καί ἐ­πει­δή ἀ­πο­κρί­θη­κε σ’ ­αὐ­τόν ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος στό νά με­τα­δί­δη τέ­τοι­ο πο­τό, καί ὅ­τι πρός τό πα­ρόν δέν ὑ­πάρ­χουν ἐ­κεῖ­νοι πού χρει­ά­ζον­ται αὐ­τό τό πο­τό, ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι μο­λο­νό­τι πρός τό πα­ρόν δέν ὑ­πάρ­χουν ἐ­κεῖ­νοι πού τό ζη­τοῦν μέ πό­θο, ὅ­μως ἐ­σύ πρέ­πει νά κά­νης τό χρέ­ος σου καί νά μήν ἀ­με­λῆς νά τό με­τα­δί­δης καί τήν ζή­τη­σι τῆς καρ­πο­φο­ρί­ας ἀ­πό ἐ­κεί­νους πού τό δέ­χον­ται, πρέ­πει νά τήν ἀ­φή­νης στόν Δε­σπό­τη. Ἔ­πει­τα ὁ λαμ­πρός ἐ­κεῖ­νος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, φά­νη­κε πώς ἀ­νε­χώ­ρη­σε. Ὁ δέ Ἅ­γιος τι­νά­χθη­κε ἀ­πό τόν ἐ­λα­φρύ ἐ­κεῖ­νο ὕ­πνο καί κα­θό­ταν ἐ­κεῖ ὧ­ρες πολ­λές, ὅ­λος πε­ρί­λαμ­προς ἀ­πό τό θεῖ­ο φῶς. Καί  φα­νέ­ρω­νε ἡ με­τα­βο­λή πού ἔ­γι­νε ἀ­πό τό γά­λα στό κρα­σί, ὅ­τι ἀ­πό τήν ἠ­θι­κή καί πιό ἁ­πλῆ δι­δα­σκα­λί­α, ἐ­πρό­κει­το νά πε­ρά­ση στόν λό­γο τόν δογ­μα­τι­κό καί τόν οὐ­ρά­νιο.

Γι’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή πεί­σθη­κε ἀ­πό τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες ὁ θε­ό­σο­φος Γρη­γό­ριος καί κα­θώς κα­θο­δη­γεῖτο ἀ­πό τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, πού κα­τοι­κοῦ­σε μέ­σα του, μα­ζί μέ τά λό­για τοῦ στό­μα­τος ἄρ­χι­σε νά συν­θέ­τη καί νά συγ­γρά­φη μέ τήν γρα­φί­δα πάμ­πολ­λα καί θαυ­μά­σια. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή δέν ἦ­ταν δί­και­ο ὁ τό­σο μέ­γας στήν ἀ­ρε­τή καί στά λό­για νά κά­θε­ται κρυμ­μέ­νος σέ μί­α γω­νί­α, τί γί­νε­ται; Ψη­φί­ζε­ται ἡ­γού­με­νος ἀ­πό τούς ἔγ­κρι­τους τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου, στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν δι­α­κό­σιοι Μο­να­χοί. Πῶς ὅ­μως καί μέ ποι­όν τρό­πο κυ­βερ­νοῦ­σε τό Μο­να­στή­ρι καί ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν ἱ­ε­ρή ἀ­δελ­φό­τη­τα, δέν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά τό ἀ­πο­δεί­ξου­με μέ λό­για, δι­ό­τι ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πό τά ἔρ­γα. Για­τί σ’ αὐ­τή τήν μο­νή ἦ­ταν ἕ­νας Μο­να­χός ἐ­νά­ρε­τος, πού λε­γό­ταν Εὐ­δό­κι­μος, τόν ὁ­ποῖ­ο πλά­νε­ψε ὁ δι­ά­βο­λος μέ κά­ποι­ες ψευ­δο­φαν­τα­σί­ες καί τόν ἔ­κα­νε νά φαν­τά­ζε­ται τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­νώ­τε­ρο στήν ἀ­ρε­τή ἀ­πό τόν θεῖ­ο Γρη­γό­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πει­δή κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἀ­πό δι­α­βο­λι­κή πλά­νη τά φαν­τα­ζό­ταν αὐ­τά ὁ Εὐ­δό­κι­μος, πό­τε μέν μέ ἱ­ε­ρές δι­δα­σκα­λί­ες, πό­τε δέ μέ κρυ­φές προ­σευ­χές καί δά­κρυ­α καί ἐ­πί πλέ­ον μέ κοι­νές δε­ή­σεις ὅ­λων τῶν ἀ­δελ­φῶν, ἀ­πε­δί­ω­ξε ἀ­πό αὐ­τόν ὅ­λη τήν ἐ­νέρ­γεια τοῦ δαί­μο­νος καί μέ τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τόν κα­τέ­στη­σε πραγ­μα­τι­κά Εὐ­δό­κι­μο, ὅ­πως ἦ­ταν καί τό ὄ­νο­μά του.

Δέν πέ­ρα­σε πο­λύς και­ρός καί ἀ­φοῦ πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­πό ἡ­γού­με­νος, πῆ­γε πά­λι στήν Λαύ­ρα, στήν πο­θη­τή ἡ­συ­χί­α του. Τό­τε δέ πρῶ­τον εἶ­χε ἔλ­θει ἀ­πό τήν Κα­λα­βρί­α καί ὁ παμ­μί­α­ρος Βαρ­λα­άμ καί ἔ­δει­χνε πώς συμ­φω­νοῦ­σε μέ τήν Ἀ­να­το­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά γί­νη Μο­να­χός καί τά­χα γιά νά τά βε­βαι­ώ­ση αὐ­τά, ἄρ­χι­σε νά συν­θέ­τη λό­γους ἐ­ναν­τί­ον τῶν ὁ­μο­φύ­λων του Λα­τί­νων. Ἀλ­λά, ἀ­φοῦ ἔ­κρι­νε καί δι­έ­κρι­νε τούς λό­γους του ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος, ἀ­πέ­δει­ξε ὅ­τι ὁ ἔ­λεγ­χος ἐ­κεῖ­νος, πού ἔ­κα­μνε ὁ Βαρ­λα­άμ ἐ­ναν­τί­ον τῶν Λα­τί­νων, ἦ­ταν πλα­στός καί δό­λιος καί μά­λι­στα ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἀ­λή­θειας πραγ­μα­τι­κά. Καί τοῦ­το στά­θη­κε ἡ πρώ­τη αἰ­τί­α πού ἔ­κα­νε ἐ­χθρό ἐ­ναν­τί­ον του τόν Βαρ­λα­άμ. Ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πει­τα ἀ­πό λί­γον και­ρό ­πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, σέ κά­ποι­ους πιό ἁ­πλοῦς Μο­να­χούς, τῶν ὁ­ποί­ων ἔρ­γο ἦ­ταν ἡ νο­ε­ρά προ­σευ­χή καί νῆ­ψις, καί πα­ρου­σι­α­ζό­ταν πώς γί­νε­ται μα­θη­τής καί φί­λος τους. Καί ἐ­νῷ ἄ­κου­σε ἀ­πό αὐ­τούς κά­ποι­α ἰ­δι­ω­τι­κά καί ἁ­πλᾶ πράγ­μα­τα, ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού πρέ­πει νά φυ­λάτ­τουν οἱ ἀρ­χά­ριοι Μο­να­χοί στήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή, κί­νη­σε ἐ­ναν­τί­ον τους τήν μια­ρή γλῶσ­σα καί τό χέ­ρι του ὀ­νο­μά­ζον­τάς τους, ἀλ­λοί­μο­νο! αἱ­ρε­τι­κούς καί γρά­φον­τας ἐ­ναν­τί­ον τῆς ἱ­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς καί τῆς μυ­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὡ­στό­σο, προ­τοῦ ἐκ­φρα­σθοῦν αὐ­τές οἱ βλα­σφη­μί­ες του, κα­τη­γο­ρή­θη­κε καί ντρο­πι­ά­σθη­κε μπρο­στά στόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη γιά ἄλ­λες αἰ­σχρές καί μια­ρές πρά­ξεις του καί ἔ­τσι μέ ἀτιμία ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἐ­πέ­στρε­ψε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἀ­κο­λου­θῶν­τας καί ἐ­κεῖ τίς ἴ­δι­ες κα­τη­γο­ρί­ες ἐ­ναν­τί­ον τῶν Μο­να­χῶν καί τό πλέ­ον χει­ρό­τε­ρο, δέν εὐ­χα­ρι­στι­ό­ταν νά συ­κο­φαν­τῆ μό­νο τούς Μο­να­χούς τοῦ και­ροῦ ἐ­κεί­νου, ἀλ­λά προ­σπα­θοῦ­σε νά ἀ­πο­δεί­ξη, ὅ­τι οἱ θε­ό­σο­φοι Πα­τέ­ρες καί δι­δά­σκα­λοι ἦ­ταν αἴ­τιοι τῆς πλά­νης τῶν Μο­να­χῶν.

Γι’ αὐ­τό οἱ Μο­να­χοί τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης ἔ­γρα­ψαν στόν Ἅ­γιο καί τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν θερ­μά νά πά­η ἐ­κεῖ, γιά νά ἀ­πο­κα­τα­στή­ση τήν ἀ­λή­θεια, ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Βαρ­λα­άμ. Καί ἀ­μέ­σως ἔ­φθα­σε ὁ Ἅ­γιος στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ἦ­ταν ὁ πό­λε­μος, καί δο­κί­μα­σε μέ δι­ά­φο­ρα μέ­σα νά δι­ορ­θώ­ση τόν Βαρ­λα­άμ καί ἔ­πει­τα καί ἄ­με­σα καί κα­τά πρό­σω­πο εἶ­πε πολ­λά πρός αὐ­τόν, ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά τόν φέ­ρη στήν ὁ­μό­νοι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­πει­δή ὅ­μως αὐ­τός δέν στα­μα­τοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νά καί μέ λό­γους καί μέ συγ­γράμ­μα­τα ὁ­λό­κλη­ρα νά φέ­ρε­ται ἀ­ναί­σχυν­τα ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί γι’ αὐ­τό, ἐ­πει­δή δέν ἔ­βλε­πε ὁ Ἅ­γιος καμ­μί­α δι­όρ­θω­σι, ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἄρ­χι­σε καί αὐ­τός νά γρά­φη ὑ­πέρ τῆς εὐ­σέ­βειας, ἐ­νάν­τια στούς ψευ­δεῖς λό­γους τοῦ Βαρ­λα­άμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τήν κα­τα­στρο­φή καί ἀ­ναί­ρε­σι τῶν λό­γων του, πού ἔ­γι­νε ἀ­πό τούς θαυ­μα­στούς λό­γους, πού ἐ­ξέ­δω­σε στό κοι­νό ὁ Ἅ­γιος ὑ­πέρ τῆς ἱ­ε­ρᾶς ἡ­συ­χί­ας καί τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἀ­λη­θεί­ας, στα­μά­τη­σε νά λέ­η καί νά γρά­φη ἐ­ναν­τί­ον τῶν Μο­να­χῶν καί ὥρ­μη­σε στό ἑ­ξῆς ὅ­λος ἐ­ναν­τί­ον τοῦ θεί­ου Γρη­γο­ρί­ου. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀν­τι­στα­θῆ κα­τά πρό­σω­πο καί νά ἀν­τι­λέ­γη σ’ αὐ­τόν, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί πῆ­γε πά­λι στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι.

       Εἶ­χε δέ ὁ Ἅ­γιος τρί­α ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ἔ­λε­γε καί ἔ­γρα­φε τούς θαυ­μα­στούς ἐ­κεί­νους λό­γους ὑ­πέρ τῆς ἀ­λη­θι­νῆς δό­ξης. Στήν συνέχεια, πῆ­γε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος καί ἔ­δει­ξε στούς ἡ­συ­χα­στές καί στούς ἐγ­κρί­τους ἡ­γου­μέ­νους τῶν Μο­να­στη­ρι­ῶν, τά ὅ­σα ἔ­γρα­ψε ὑ­πέρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας, ἐ­ναν­τί­ον τῆς πλά­νης τοῦ Βαρ­λα­άμ, τά ὁ­ποῖ­α καί θαύ­μα­σαν καί ἐ­παί­νε­σαν καί συμ­φώ­νως ὅ­λοι τά ἐ­πε­κύ­ρω­σαν. Ἦ­ταν ὅ­μως τήν ὥ­ρα, πού ἤ­θε­λε νά πά­η στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, κον­τά στόν θά­να­το ἡ ἀ­δελ­φή του, ἡ Θε­ο­δό­τη. Γι’ αὐ­τό τόν ρώ­τη­σαν οἱ μα­θη­τές καί οἱ φί­λοι του, μέ ποι­όν τρό­πο νά γί­νη ἡ κη­δεί­α της. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως προ­βλέ­πον­τας τό μέλ­λον, τούς εἶ­πε· «Δέν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά μέ ρω­τή­σε­τε γι’ αὐ­τό. Ἐ­πει­δή, ἐ­άν τό θέ­λη ὁ Θε­ός, θά ἐ­πι­στρέ­ψω καί ἐ­γώ ἕ­ως τό­τε καί θά πα­ρα­βρε­θῶ ἐ­δῶ πρίν ἀ­πό τό τέ­λος της». Ἔ­τσι εἶ­πε, καί ὁ λό­γος ἔ­γι­νε ἔρ­γο, δι­ό­τι ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν ἔ­σχα­τη ὥ­ρα ἡ Θε­ο­δό­τη, ζή­τη­σε τόν θεῖ­ο Γρη­γό­ριο τόν κα­λό της ἀ­δελ­φό καί πα­τέ­ρα καί μό­λις ἄ­κου­σε, πώς ἔ­λει­πε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, λυ­πή­θη­κε κα­τά­καρ­δα καί τα­λά­νι­σε τόν ἑ­αυ­τό της, ὅ­τι στά­θη­κε ἀ­νά­ξια νά τόν δῆ καί νά τοῦ μι­λή­ση γιά τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Καί ἀ­πό τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη σι­ώ­πη­σε καί ἡ­σύ­χα­σε ὁ­λό­τε­λα. Μό­λις ἔ­φθα­σε τό βρά­δυ τῆς ὀ­γδό­ης ἡ­μέ­ρας, ἦλ­θε καί ὁ πο­θού­με­νος ἀ­πό τό Ὄ­ρος. Καί ἀ­φοῦ στά­θη­κε κον­τά στήν ἀ­δελ­φή του, τῆς μί­λη­σε, καί μό­λις ἄ­κου­σε ἐ­κεί­νη τήν φω­νή τοῦ γλυ­κύ­τα­του ἀ­δελ­φοῦ της, ἄ­νοι­ξε πρός ἐ­κεῖ­νον τά μά­τια τοῦ σώ­μα­τος μα­ζί μέ τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς, καί ἐπειδή δέν μποροῦσε νά μιλήση, ὕψωσε λίγο τά χέρια της πρός τόν Θεό, γιά νά τόν εὐχαριστήση καί ὕστερα ἀπό λίγες στιγμές παρέδωσε ἐνδόξως τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ Θεοῦ.

 Ὁ δέ μέγας Γρηγόριος μετά τήν κηδεία τῆς ἀδελφῆς του, πάλι κα­τα­γι­νό­ταν στά πρῶ­τα του, δη­λα­δή στήν ἡ­συ­χί­α καί στήν νῆ­ψι καί προ­σευ­χή καί στήν ἀ­κα­τά­παυ­στη προ­σο­χή τῶν θεί­ων θε­ω­ρι­ῶν καί ἐμ­φά­σε­ων. Ὁ ἐ­χθρός ὅ­μως αὐ­τῶν τῶν ἐμ­φά­σε­ων, ὁ μια­ρός Βαρ­λα­άμ, εἶ­χε ἀ­νε­βῆ στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ὅ­πως εἴ­πα­με. Καί προ­βάλ­λον­τας σάν δό­λω­μα τήν ἔ­ξω σο­φί­α σέ ἐ­κεί­νους πού ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζον­ταν μέ τέ­τοι­α, μέ­σα σέ λί­γο δι­ά­στη­μα κα­τά­φε­ρε νά τούς με­τα­στρέ­ψη ὅ­λους στήν κα­κο­δο­ξί­α του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν Πα­τριά­ρχη. Καί λί­γο ἔ­λει­ψε νά πεί­ση ὅ­λους καί τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α νά ἀρ­νη­θοῦν καί τούς θεί­ους κή­ρυ­κες τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας (οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος καί οἱ ὁ­μό­δο­ξοί του) νά κα­λέ­σουν μέ Πα­τρι­αρ­χι­κά ἔγ­γρα­φα στό δι­κα­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς ὑ­πεύ­θυ­νους. Καί λοι­πόν, ἀ­φοῦ πῆ­ρε τόν Ἰ­σί­δω­ρο καί τόν Μᾶρ­κο καί τόν Θε­ό­δω­ρο, τούς κο­ρυ­φαί­ους ἀ­πό τούς φί­λους του, ἔ­φθα­σε στήν πό­λι καί κα­θώς βρῆ­κε ὅ­λους σχε­δόν τούς ἐ­κλε­κτούς, (ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­ναν ἤ δύ­ο) οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­χαν πι­στέ­ψει στίς φλυ­α­ρί­ες τοῦ Βαρ­λα­άμ, τούς ὡ­δή­γη­σε στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α μέ τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί αὐ­τόν τόν ἴ­διο τόν Πα­τριά­ρχη. Οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σαν καί τούς θαυ­μα­στούς ἐ­κεί­νους λό­γους, πού εἶ­χε συν­θέ­σει κα­τά τοῦ Βαρ­λα­άμ καί τῶν βλα­σφη­μι­ῶν του, ὅ­λοι μα­ζί τόν ἀ­νε­κή­ρυ­ξαν δι­δά­σκα­λο τῆς εὐ­σε­βεί­ας καί σύμ­φω­νο μέ τούς θεί­ους Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ὁ ἴ­διος ὁ Πα­τριά­ρχης τοῦ ἀ­πέ­δι­δε με­γά­λες εὐ­χα­ρι­στί­ες.

 Ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά γί­νη κοι­νή Σύ­νο­δος, γιά νά φύ­γη ἀ­πό τή μέ­ση ἡ πλά­νη τοῦ Βαρ­λα­άμ, ὅ­ρι­σε νά γί­νη, ὅ­ταν ἔλ­θη ὁ Βα­σι­λιάς. Καί συ­νέ­τρε­ξαν ἀ­πό θεί­α προ­τρο­πή καί ἄλ­λοι ὁ­μό­δο­ξοι ἀ­σκη­τές ἀ­πό ἄλ­λα μέ­ρη στήν Βα­σι­λεύ­ου­σα· ὁ ὁ­σι­ώ­τα­τος Δα­βίδ μέ τούς συ­να­σκη­τές του καί ὁ Δι­ο­νύ­σιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος γνώ­ρι­ζε ἀ­πό πρίν, ἀ­πό μί­α ὀ­πτα­σί­α, τήν νί­κη πού ἐ­πρό­κει­το νά κά­νη ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ἐ­ναν­τί­ον τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν καί ἄλ­λοι τέ­τοι­οι. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἔ­φθα­σε καί ὁ Βα­σι­λιάς, τόν ὁ­ποῖ­ο πρό­σμε­ναν. Συγ­κρο­τεῖ­ται λοι­πόν Σύ­νο­δος στόν Να­ό τῆς Ἁ­γί­ας Σο­φί­ας καί, τέ­λος πάν­των, κα­τα­δι­κά­ζε­ται μέ κα­τά­ρες τρο­με­ρές καί φρι­κτές ποι­νές ὁ Βαρ­λα­άμ, μα­ζί μέ τά βλά­σφη­μά του συγ­γρά­μμα­τα. Καί ἄν ἴ­σως δέν ὑ­πο­κρι­νό­ταν πώς με­τα­νό­η­σε, καί δέ­χθη­κε καί ὡ­μο­λό­γη­σε τήν ἀ­λή­θεια καί ὅ­τι κα­τα­κρί­νει ὡς ψευ­δῆ καί αἱ­ρε­τι­κά τά συγ­γράμ­μα­τά του δέν θά γλύ­τω­νε ζων­τα­νός ἀ­πό τήν ὁρ­μή τοῦ κοι­νοῦ λα­οῦ. Ἀλ­λά ὁ μέν Βαρ­λα­άμ ντρο­πι­α­σμέ­νος ἔ­τσι, κα­τέ­φυ­γε στούς ἀ­γα­πη­μέ­νους του Λα­τί­νους. Ὁ δέ δο­λε­ρός Γρη­γό­ριος, αὐ­τός πού ἐ­πο­νο­μα­ζό­ταν Ἀ­κίν­δυ­νος, ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξαφ­νι­κά στή μέ­ση ὡς δι­ά­δο­χος καί κλη­ρο­νό­μος τῆς πλά­νης τοῦ Βαρ­λα­άμ· καί πά­λι συγ­κρο­τεῖ­ται Σύ­νο­δος ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὄ­χι μι­κρό­τε­ρη καί κα­τώ­τε­ρη ἀ­πό ἐ­κεί­νη πού ἔ­γι­νε κα­τά τοῦ Βαρ­λα­άμ· καί πά­λι ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται μέ­γας ἀ­γω­νι­στής καί λαμ­πρός ἀ­θλη­τής ὑ­πέρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, κα­τα­στρέ­φον­τας τήν πλά­νη ἀ­πό τίς θεῖ­ες Γρα­φές καί ἀ­πό τίς δι­δα­σκα­λί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Καί γιά νά προ­σπε­ρά­σω τά ἐν­δι­ά­με­σα, χει­ρο­το­νεῖ­ται μη­τρο­πο­λί­της τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἀ­φοῦ τόν πα­ρε­κά­λε­σαν πο­λύ καί πα­ρα­κι­νή­θη­κε σέ τοῦ­το καί ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Βα­σι­λιά καί ἀ­πό τόν Πα­τριά­ρχη Ἰ­σί­δω­ρο. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη εἶ­χε ξε­κι­νή­σει προ­η­γου­μέ­νως κά­ποι­α ἀλ­λη­λο­μα­χί­α καί δέν εἶ­χε στα­μα­τή­σει ἀ­κό­μη, γι’ αὐ­τό δι­ώ­χνε­ται ἀ­πό αὐ­τούς ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τοῦ Θε­οῦ Γρη­γό­ριος, καί, ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε, πῆ­γε πά­λι στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος.

Ἐ­κεῖ λοι­πόν στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος πού πῆ­γε, τόν βρῆ­κε ὁ Στέ­φα­νος ὁ ἄρ­χων τῶν Βουλ­γά­ρων καί τόν πα­ρα­κί­νη­σε πο­λύ, γιά νά τόν πά­ρη στό βα­σί­λει­ό του, ἀλ­λά δέν τό κα­τά­φε­ρε. Τί συ­νέ­βη με­τά ἀ­πό αὐ­τό; Πι­έ­σθη­κε πο­λύ ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Στέ­φα­νο καί στάλ­θη­κε ὡς πρέ­σβυς στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι πρός τούς βα­σι­λεῖς. Καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός, πῆ­γε πά­λι στήν ἐ­παρ­χί­α του, πα­ρα­κι­νού­με­νος καί ἀ­πό τήν ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς προ­στα­σί­ας καί ἀ­πό τούς βα­σι­λεῖς ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τόν Πα­τριά­ρχη, κα­θώς νό­μι­ζαν πώς ἕ­ως τό­τε θά εἶ­χαν στα­μα­τή­σει τά σκάν­δα­λα, ἀλ­λά καί πά­λι ἀ­κο­λού­θη­σαν ἄλ­λες ἀ­φορ­μές τα­ρα­χῆς καί δι­χό­νοι­ας καί πά­λι ὁ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας ἐμ­πο­δί­σθη­κε καί ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί ἀ­πό τήν Μη­τρό­πο­λι καί μέ ψῆ­φο τῆς Με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας πῆ­γε στήν Λῆ­μνο, τήν ὁ­ποί­α μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α του καί μέ τά θαύ­μα­τά του πο­λύ ὠ­φέ­λη­σε. Καί τήν πε­ρί­ο­δο, πού ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, ἐ­πει­δή τόν προ­σκά­λε­σαν, πῆ­γε σέ μί­α μι­κρή πο­λι­τεί­α, στήν ὁ­ποί­α συ­νέ­βη πα­νού­κλα καί κά­νον­τας λι­τα­νεί­α μέ ὅ­λο τόν λα­ό καί πα­ρα­κα­λῶν­τας τόν Θε­ό, στα­μά­τη­σε τό θα­να­τι­κό.

       Τέ­λος πάν­των οἱ Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς δέν ἄν­τε­χαν νά ἀ­πο­λαμ­βά­νουν οἱ ξέ­νοι τό δι­κό τους κα­λό, ἐξ αἰ­τί­ας με­ρι­κῶν σκαν­δα­λο­ποι­ῶν. Ἀλ­λά ἀ­φοῦ ἑ­τοί­μα­σαν πλοῖ­ο-φυ­λα­κή αὐ­θεν­τι­κό γι’ αὐ­τό τόν λό­γο, μπῆ­καν σ’ αὐ­τό οἱ πρῶ­τοι ἄρ­χον­τες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί πῆ­γαν στήν Λῆ­μνο καί με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες με­τέ­φε­ραν τόν ποι­μέ­να στό ποί­μνιό του. Καί πό­ση χα­ρά ἔ­γι­νε ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα πού πῆ­γε ὁ Ἅ­γιος! Τό­σο, ὥ­στε σάν νά ἦ­ταν ἡ λαμ­προ­φό­ρος ἡ­μέ­ρα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ἄ­φη­σαν τίς συ­νη­θι­σμέ­νες ψαλ­μῳ­δί­ες στίς εἰ­σό­δους τῶν ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καί, ἐμ­πνευ­σμέ­νοι ἀ­πό τόν Θε­ό ἔ­ψαλ­λαν τό, «Ἀ­να­στά­σε­ως ἡ­μέ­ρα» κτλ. τό, «Κα­θαρ­θῶ­μεν τάς αἰ­σθή­σεις» κτλ. τό, «Φω­τί­ζου, φω­τί­ζου», καί τά λοι­πά. Καί τό θαῦ­μα ἦ­ταν ὅ­τι δέν βρέ­θη­κε ποι­ός ­συμ­βού­λευ­σε τούς ψάλ­τες νά ψάλ­λουν αὐ­τά τά τρο­πά­ρια, οὔ­τε ποι­ός ἔ­κα­με πρῶ­τος τήν ἀρ­χή τῆς ψαλ­μῳ­δί­ας ἐ­κεί­νης. Με­τά δέ ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες ὥ­ρι­σε ὁ Ἅ­γιος καί ἔ­γι­νε Σύ­να­ξις κοι­νή καί λι­τα­νεί­α μέ τίς Ἁ­γί­ες εἰ­κό­νες καί με­τά τήν λι­τα­νεί­α ἔ­κα­νε καί δι­δα­χή σχε­τι­κά μέ τήν ὁ­μό­νοι­α καί τήν εἰ­ρή­νη, καί ὕ­στε­ρα λει­τούρ­γη­σε καί τήν ἀ­ναί­μα­κτη θυ­σί­α, γιά νά ἁ­γιά­ση καί μέ αὐ­τή τόν λα­ό.

 Ἐ­πει­δή ὅ­μως καί οἱ ὁ­μό­δο­ξοι τοῦ Βαρ­λα­άμ καί τοῦ Ἀ­κίν­δυ­νου, δέν στα­μα­τοῦ­σαν νά τα­ράσ­σουν πά­λι τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, γι’ αὐ­τό ὁ Βα­σι­λιάς μα­ζί μέ τόν Πα­τριά­ρχη, ἀ­πο­φα­σί­ζουν νά συγ­κρο­τή­σουν πά­λι Σύ­νο­δο στήν Βα­σι­λεύ­ου­σα, γιά νά ἐ­ξε­τα­σθοῦν ἀ­πό τήν ἀρ­χή ἐ­κεῖ­να πού ἔ­λε­γαν ἐ­κεῖ­νοι, κα­θώς αὐ­τό ζη­τοῦ­σαν καί ἐ­κεῖ­νοι κα­θη­με­ρι­νά. Καί λοι­πόν πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λους ζη­τοῦν τόν θεῖ­ο Γρη­γό­ριο τόν ἀ­ξι­ώ­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λους τούς ἄλ­λους καί ἀ­φοῦ τόν προ­σκά­λε­σαν μέ ἔγ­γρα­φα βα­σι­λι­κά καί πα­τρι­αρ­χι­κά καί μέ πολ­λή πα­ρά­κλη­σι, ἀ­νέ­βη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Καί ἀ­φοῦ συγ­κρο­τή­θη­κε λαμ­πρά καί με­γά­λη Σύ­νο­δος, ἐ­πει­δή πα­ρα­κι­νή­θη­κε πο­λύ ἀ­πό τόν βα­σι­λιά­ καί ἀ­πό τήν Σύ­νο­δο, κή­ρυ­ξε μπρο­στά στήν Σύ­νο­δο τά ὀρ­θό­δο­ξα δόγ­μα­τα τῆς πί­στε­ως μέ λό­γους καί συγ­γράμ­μα­τα καί θαυ­μα­στές δη­μη­γο­ρί­ες. Με­τά τό τέ­λος τῆς Συ­νό­δου, γύ­ρι­σε τό συν­το­μώ­τε­ρο στό ποί­μνιό του· καί πά­λι τοῦ ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἡ εἴ­σο­δος στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὄ­χι πλέ­ον ἀ­πό τούς ἐ­παρ­χι­ῶ­τες του, ἀλ­λά ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Πα­λαι­ο­λό­γο, πού ζοῦ­σε ἐ­κεῖ. Καί λοι­πόν ἀ­πό ἀ­νάγ­κη κα­τέ­φυ­γε στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος. Ἀλ­λά ὕ­στε­ρα ἀ­πό τρεῖς μῆ­νες τόν προ­σκά­λε­σε ὁ ἴ­διος ὁ Ἰ­ω­άν­νης καί ἐ­πέ­στρε­ψε στήν ἐ­παρ­χί­α του, καί πά­λι τήν ποί­μαι­νε καί τήν ὠ­φε­λοῦ­σε ψυ­χι­κά καί σω­μα­τι­κά. Ἔ­πει­τα πῆ­γε σέ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στή­ρι, γιά νά ἑ­ορ­τά­ση τό Γε­νέ­σιο τῆς Θε­ο­τό­κου καί τήν ὥ­ρα τῆς θεί­ας ἱ­ε­ρουρ­γί­ας μί­α Μο­να­χή πού λε­γό­ταν Ἐ­λε­ο­δώ­ρα, (ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε τυ­φλω­θῆ ἀ­πό τό ἕ­να μά­τι, τό­τε πρίν ἀ­πό λί­γες μέ­ρες) πῆ­γε κρυ­φά ὅ­σο μπο­ροῦ­σε, σάν τήν αἱ­μορ­ρο­οῦ­σα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, καί ἔ­πια­σε τήν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή του στο­λή, καί τήν ἄγ­γι­ξε στό μά­τι της, ὅ­που ἔ­πα­σχε καί ἔ­λα­βε θαυ­μα­σί­ως τήν θε­ρα­πεί­α της.

 Καί, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἕ­ναν χρό­νο στήν ἐ­παρ­χί­α του, ἔ­πε­σε σέ δει­νή καί πο­λυ­ή­με­ρη ἀρ­ρώ­στια, ἐ­πει­δή τα­λαι­πω­ρή­θη­κε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά τό σῶ­μα του ἀ­πό τούς ἀ­κα­τά­παυ­στους κό­πους, ἀ­πό τούς πολ­λούς πει­ρα­σμούς καί ἀ­πό τά συ­χνά τα­ξί­δια καί ὅ­λοι θε­ω­ροῦ­σαν πώς θά πε­θά­νη, ἀλ­λά ὁ Θε­ός ἀ­πό ψη­λά τοῦ χά­ρι­σε ἀ­νέλ­πι­στα καί πά­λι τήν ζω­ή, για­τί τόν προ­ε­τοί­μα­ζε σέ ἀ­γῶ­νες καί δρό­μους καί πα­λαί­σμα­τα, ὅ­πως ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο ἀ­θλη­τή. Καί ἐ­νῷ ἀ­κό­μη εἶ­χε τά ἀ­πο­μει­νά­ρια τῆς ἀρ­ρώ­στιας, ἀ­ναγ­κά­σθη­κε ἀ­πό τίς πολ­λές καί ἔν­το­νες πα­ρα­κλή­σεις τοῦ βα­σι­λέ­ως Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Πα­λαι­ο­λό­γου νά ἀ­νέ­βη πά­λι στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, γιά νά με­σι­τεύ­ση πρός τόν πε­θε­ρό του, τόν βα­σι­λέ­α Ἰ­ω­άν­νη τόν Καν­τα­κου­ζη­νό, νά τούς εἰ­ρη­νεύ­ση στίς ἀλ­λη­λο­μα­χί­ες πού εἶ­χαν, γιά τίς ὁ­ποῖ­ες καί στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη με­ρι­μνοῦ­σε, ἀλ­λά ὁ Θε­ός ἀ­πό ψη­λά, ὁ Βα­σι­λιάς τῶν βα­σι­λευ­όν­των, τόν ἔ­στει­λε σέ ἄλ­λη ὑ­πη­ρε­σί­α. Δι­ό­τι, κα­θώς πή­γαι­νε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, σκλα­βώ­θη­κε ἀ­πό τούς Ἐ­χαι­με­νί­δες, καί ἔ­τσι μέ πε­ρι­βο­λή σκλά­βου με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό αὐ­τούς στήν Ἀ­σί­α, σάν ἕ­νας Εὐ­αγ­γε­λι­στής καί κή­ρυ­κας τῆς πί­στε­ως στούς ἐ­κεῖ σκλα­βω­μέ­νους Χρι­στια­νούς, γιά νά τούς στη­ρί­ξη μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α του. Πό­σες δέ καί τί εἴ­δους συ­ζη­τή­σεις ἔ­κα­νε μέ τούς Τούρ­κους ὑ­πέρ τῆς εὐ­σε­βεί­ας στήν Προῦ­σα καί στήν Νί­και­α, καί μέ ποι­όν τρό­πο ἔ­φρα­ξε μέ αὐ­τές τά στό­μα­τά τους καί μέ ποι­ές ἄλ­λες δι­δα­σκα­λί­ες στε­ρέ­ω­σε τούς ἐ­κεῖ Χρι­στια­νούς, ὅ­ποι­ος θέ­λει ἄς τά μά­θη ἀ­πό τήν ἐ­κτε­τα­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο, πα­ρε­κί­νη­σε ὁ Θε­ός με­ρι­κούς Βουλ­γά­ρους, ἀν­θρώ­πους κα­λῆς προ­θέ­σε­ως καί μέ προ­θυ­μί­α πο­λλή ἔ­δω­σαν χρή­μα­τα καί ἐ­λευ­θέ­ρω­σαν τόν Ἅ­γιο.

 Ἀλ­λά ἐ­πει­δή καί αὐ­τός ἄν­θρω­πος ἦ­ταν καί ἔ­πρε­πε νά πλη­ρώ­ση τό κοι­νό χρέ­ος, γι’ αὐ­τό μό­λις ἐ­πέ­ρα­σαν τρί­α χρό­νια, ὅ­ταν κα­τέ­βη­κε τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά ἀ­πό τήν Βα­σι­λεύου­σα, ἀρ­ρώ­στη­σε καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι, καί, τό­τε, ἀ­φοῦ δί­δα­ξε ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κά τούς πα­ρόν­τες προ­έ­βλε­ψε τό τέ­λος του, φα­νε­ρώ­νον­τας ρη­τῶς καί αὐ­τήν τήν ἡ­μέ­ρα, πού ἐ­πρόκει­το νά τε­λει­ώ­ση, πρίν ἀ­πό πολ­λές ἡ­μέ­ρες. Δι­ό­τι εἶ­πε πρός τούς φί­λους του, πώς θά ἔλθη τό τέ­λος του ὕ­στε­ρα ἀ­πό τήν ἑ­ορ­τή τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, τήν 14η δη­λα­δή τοῦ μη­νός Νο­εμ­βρί­ου. Δι­ό­τι τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε σέ ὅ­ρα­μα ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος καί τόν κα­λοῦ­σε πρός τό μέ­ρος του ὡς ὁ­μό­τρο­πό του καί ἀ­γα­πη­τό καί συγ­κά­τοι­κο. Ὅ­ταν δέ ὁ ἀρ­χι­ε­ρέας τοῦ Θε­οῦ ξε­ψυ­χοῦ­σε καί ἔστρεφε μέ ὅ­λη τήν προ­σο­χή τόν δρό­μο του πρός τά οὐ­ρά­νια, ἔ­λε­γε σέ κά­ποι­ον κά­τι μέ ἀ­δύ­να­τη φω­νή, οἱ δέ πα­ρόν­τες ἐ­κεῖ δίνον­τας προ­σο­χή νά ἀ­κού­σουν τί ἔ­λε­γε, ἄλ­λο δέν ἄ­κου­σαν, πα­ρά τά ἀ­κό­λου­θα ἱ­ε­ρά λό­για «τά ἐ­πουρά­νια, στά ἐ­που­ρά­νια». Καί τά ἴ­δια λό­για ἔ­λε­γε ἀ­κα­τά­παυ­στα, ἕ­ως ὅ­του ἡ θεί­α καί ὑ­περου­ρά­νια χά­ρις, πού ­κα­τοι­κοῦ­σε στήν οὐ­ρά­νια ἐ­κεί­νη ψυ­χή, δι­α­χω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τό σύ­ζυ­γό της σῶ­μα.

Συμ­πλή­ρω­σε λοι­πόν ὅ­λη ἡ ζω­ή τοῦ θαυ­μα­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου ἑ­ξῆντα τρί­α χρό­νια. Ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α δώ­δε­κα χρό­νια καί ἕ­ξι μῆ­νες, ­ποί­μα­νε ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κά τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Καί μό­λις βγῆ­κε ἡ μα­κα­ρί­α του ψυ­χή, ἡ δη­μι­ουρ­γός πάν­των χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος φα­νέ­ρω­σε μέ ἐ­ξαί­σιο τρό­πο καί στούς ἔ­ξω τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή λαμπρό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς του, ἐ­πει­δή φῶς πο­λύ καί πα­ρά­δο­ξο γέ­μι­σε τό κε­λλί ἐ­κεῖ­νο, στό ὁ­ποῖ­ο β­ρι­σκό­ταν τό ἱ­ε­ρό Λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου. Καί ταυ­τό­χρο­να ἔ­λαμ­ψε καί τό πρό­σω­πό του, πα­ρ’ ­ὅ­λο πού ἦ­ταν πο­λύ στε­γνό καί κα­τά­ξε­ρο ἀ­κό­μη καί πρίν ἀ­πό τήν νέ­κρω­σί του. Καί αὐ­τῆς τῆς ὑ­πε­ρου­σί­ου λαμ­πρό­τη­τος τοῦ προ­σώ­που του, ­στά­θη­καν μάρ­τυ­ρες ὅ­λοι σχε­δόν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς πό­λε­ως, οἱ ὁ­ποῖ­οι συμ­με­τεῖ­χαν τό­τε στόν ἐν­τα­φια­σμό τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἐ­κεί­νου λει­ψά­νου. Καί ἔ­μει­νε ἀ­χώ­ρι­στη ἀ­πό αὐ­τόν καί ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό του Λεί­ψα­νο ἡ χάρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί στό ἑ­ξῆς ἀ­νέ­δει­ξε τόν Ἅ­γιο τά­φο του ὡς κα­τοι­κη­τή­ριο θεί­ου φω­τός καί πη­γή θαυ­μά­των καί βρύ­ση ἱ­ε­ρῶν χα­ρι­σμά­των καί δω­ρε­άν κοι­νό ἰατρεῖ­ο. Γι’ αὐ­τό καί ὠ­νο­μά­σθη­κε θαυ­μα­τουρ­γός καί εἶ­ναι πράγ­μα­τι θαυ­μα­τουρ­γός.

Καί θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα, ἄν μοῦ τό ἐ­πι­τρέ­πη ὁ χρό­νος, νά δι­η­γη­θῶ τά θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­με σέ πολλούς. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή αὐ­τό εἶ­ναι δύ­σκο­λο καί ἐ­ξ αἰ­τί­ας τοῦ πλή­θους τῶν θαυ­μά­των καί ἐξ αἰ­τί­ας τῆς στε­νό­τη­τας τοῦ χρό­νου, γι’ αὐ­τό προ­σπερ­νῶ ἐ­κεῖ­να πού ἐ­νήρ­γη­σε πα­ρα­δόξως με­τά τόν θά­να­το, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι γραμ­μέ­να στόν ἐ­κτε­τα­μέ­νο βί­ο του, καί ὅ­ποι­ος ποθεῖ ἄς τά δι­α­βά­ση, καί δι­η­γοῦ­μαι μέ συν­το­μί­α, ἕ­να μό­νο θεῖ­ο θαῦ­μα νέ­ο πού ἔ­κανε, μέ τό ὁ­ποῖ­ο αὐ­τός μέν ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­λη­θι­νά Ἅ­γιος, δο­ξα­σμέ­νος ἀ­πό τόν Θε­ό, ἡ δέ Ἀ­να­το­λική Ἐκ­κλη­σί­α μας ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καί αὐ­τή θεί­α καί ἁ­γί­α καί ἀ­λά­θη­τη, πού τόν δο­ξά­ζει καί τόν ἑ­ορ­τά­ζει ὡς Ἅ­γιο, καί ἀ­κοῦ­στε αὐ­τά μέ προ­σο­χή.

Ἐ­πει­δή καί οἱ Λα­τῖ­νοι κα­τη­γο­ροῦν τήν Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α τήν Ἀ­να­το­λι­κή λέ­γον­τας, ὅ­τι ἀ­πό τότε πού ἀ­πο­χω­ρί­σθη­κε ἀ­πό τήν δυ­τι­κή, δη­λα­δή τήν Φράγ­κι­κη Ἐκ­κλη­σί­α, δέν ἔ­βγα­λε πλέ­ον κα­νέ­ναν νέ­ο Ἅ­γιο, οὔ­τε θαύ­μα­τα ἔ­χει πλέ­ον, γι’ αὐ­τό θέ­λον­τας ὁ ἱ­ε­ρός Νε­κτά­ριος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­ε­τέ­λε­σε Πα­τριά­ρχης τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ στά 1660 με­τά Χρι­στόν, θέ­λον­τας, λέ­ω, αὐ­τός ὁ φλο­γε­ρός ζη­λω­τής τῆς ἀ­λη­θεί­ας, νά κλεί­ση τά ἀ­θυ­ρό­στο­μα στό­μα­τα τῶν Λα­τίνων καί νά ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι ψεῦ­τες καί συ­κο­φάν­τες, ἀ­πα­ριθ­μεῖ πολ­λούς νέ­ους Ἁγί­ους τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἁ­γί­α­σαν με­τά τό σχί­σμα καί δι­η­γεῖ­ται πολλά καί πα­ρά­δο­ξα νέ­α θαύ­μα­τα. Λέ­ει λοι­πόν καί γιά τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο, αὐ­τόν πού ἑ­ορτά­ζει σή­με­ρα, ὅ­τι στό νη­σί, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται κοι­νῶς Σαν­το­ρί­νη, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς μνή­μης τοῦ Ἁ­γί­ου αὐτοῦ, δη­λα­δή τήν δευ­τέ­ρα Κυ­ρια­κή τῶν Νη­στει­ῶν, με­ρι­κοί Φράγ­κοι ἔ­πλεαν μέ­σα σέ ἕ­να κα­ΐ­κι, γιά νά λά­βουν ἄ­νε­σι. Ἤ ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει αὐ­τό τό ἴ­διο θαῦ­μα κα­θαρώ­τε­ρα ὁ Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων Δο­σί­θε­ος (Στόν τόμο τῆς Ἀγάπης, φύλ. 31, οἱ Φράγ­κοι ἔ­βα­λαν ἐ­πί­τη­δες με­ρι­κά παι­διά μέ­σα σέ μί­α βάρ­κα καί ἔ­πλε­αν καί χτυ­πῶν­τας τά χέ­ρια τους, ἔ­λε­γαν· «Ἀ­νά­θε­μα τόν Πα­λα­μᾶ. Ἄν εἶ­ναι ὁ Πα­λα­μᾶς Ἅ­γιος, ἄς κά­μη νά πνι­γοῦ­με». Αὐ­τά βλα­σφη­μοῦ­σαν τά Φραγ­κό­πουλα, καί, ὤ τοῦ πα­ρα­δό­ξου θαύ­μα­τος, ἀ­δελ­φοί! ὤ τῆς Ἁ­γι­ό­τη­τος, καί τῆς πρός τόν Θε­ό παρ­ρη­σί­ας τοῦ θεί­ου Γρη­γο­ρί­ου! τήν ἴ­δια στιγ­μή πού βλα­σφη­μοῦ­σαν, χω­ρίς φουρ­τούνα, σέ και­ρό μά­λι­στα γα­λή­νης, κα­τα­πον­τί­σθη­κε τό κα­ΐ­κι μέ ὅ­λους ἐ­κεί­νους πού ἦ­ταν μέ­σα, σύμ­φω­να μέ τήν βλα­σφη­μί­α πού ἔ­λε­γαν, ‘ἄν εἶ­ναι Ἅ­γιος, ἄς μᾶς πνί­ξη’. Καί τά μέν σώ­μα­τα τῶν βλά­σφη­μων ἐ­κεί­νων ­βυ­θί­σθη­καν στήν θά­λασ­σα, οἱ δέ μια­ρές τους ψυ­χές στό αἰ­ώ­νιο πῦρ τῆς κο­λά­σε­ως. Καί ἔ­τσι ­βε­βαι­ώ­θη­κε ἡ Ἁ­γι­ό­τητα τοῦ θεί­ου Γρη­γο­ρί­ου. Καί κα­τέ­στη θαυ­μα­στός ὁ Θε­ός, ὁ θαυ­μα­στός μέ­σα ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους του. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



[1]      Τί ἦ­ταν ὁ κλῆ­ρος πού ἔ­βα­λαν οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, βλέ­πε στήν 13η  τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου στήν  ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τοῦ Συ­να­ξα­ρί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Κορ­νη­λί­ου.

[2]      Ἄλ­λος φαί­νε­ται νά εἶ­ναι ὁ Στά­χυς αὐ­τός ἀ­πό τόν Στά­χυ πού ἔ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος στό Βυ­ζάν­τιο . Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος Βυ­ζαν­τί­ου ἀ­πό τόν πρω­τό­κλη­το Ἀν­δρέ­α τόν Ἀ­πό­στο­λο, ὅ­πως φαί­νε­ται στό  Συ­να­ξά­ρι ἐ­κεί­νου κα­τά τήν 30ή τοῦ Νο­εμ­βρί­ου μη­νός. Αὐ­τός ὅ­μως χει­ρο­το­νή­θη­κε ἀ­πό τόν Βαρ­θο­λο­μαῖ­ο ἐ­κεῖ στήν πό­λι τῆς Ἀ­σί­ας, δη­λα­δή στήν Ἱ­ε­ρά­πο­λι, ὅ­πως γρά­φει ὁ χει­ρό­γρα­φος Συ­να­ξα­ρι­στής. Ἔ­τσι δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται σω­στά στόν τυ­πω­μέ­νο Συ­να­ξα­ρι­στή, ὅ­τι χει­ρο­το­νή­θη­κε αὐ­τός στό  Βυ­ζάν­τιο.

[3]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στόν Ἀ­πό­στο­λο αὐτόν Φί­λιπ­πο ἐγ­κώ­μιο πλέ­κει ὁ Νι­κή­τας ὁ Ρή­τωρ, τοῦ ὁποίου ἡ  ἀρ­χή εἶναι· «Ἀν­τλή­σα­τε ὕ­δωρ με­τ’ εὐ­φρο­σύ­νης». (Σῴ­ζε­ται στήν  Λαύ­ρα, στήν  τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου καί στήν τοῦ Βα­το­παι­δί­ου). Παρόμοια καί ἄλ­λο ἐγ­κώ­μιό του σώ­ζε­ται στήν  τῶν Ἰ­βή­ρων, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Ὁ τοῦ Θε­οῦ Θε­ός Λό­γος». Ἐπίσης  καί στήν  Με­γί­στη Λαύ­ρα σώζε­ται ἄλ­λο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι· «Ἀ­πο­στο­λι­κῆς μνη­σθῆ­ναι ἠ­ξι­ω­μέ­νος χά­ρι­τος».

[4]      Τόν Βίο  του  συνέγραψε Φιλόθεος ὁ Κωνσταντινουπόλεως. Ἑορτάζεται αὐτός ὁ Ἅγιος  κατά τήν δευτέρα Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης