Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄ , μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Εὐγενίας. * Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἄχμεδ, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1682 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KΔ΄ , μνή­μη τῆς Ἁ­γί­ας Ὁ­σι­ο­παρ­θε­νο­μάρ­τυ­ρος Εὐ­γε­νί­ας. Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α Εὐ­γε­νί­α γεν­νή­θη­κε ἀ­πό γέ­νος εὐ­γε­νι­κό, σάν ἕ­να εὐ­γε­νές κλω­νά­ρι καί μί­α δό­ξα τοῦ γέ­νους της, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό τήν πα­λαι­ά Ρώ­μη, στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Κομ­μό­δου, τό ἔ­τος 270. Οἱ γο­νεῖς της ὠ­νο­ μά­ζον­ταν Φί­λιπ­πος καί Εὐ­γε­νί­α. Οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­λα­βαν ἀ­πό τόν τό­τε βα­σι­λιά, ὡς τι­μή καί ἀ­ξί­ω­μα, τό νά πᾶ­νε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καί νά κα­τοι­κή­σουν σέ αὐ­τήν μα­ζί μέ τήν θυ­γα­τέ­ρα τους τήν Εὐ­γε­νί­α. Αὐ­τή λοι­πόν ἡ μα­κα­ρί­α ἔ­φυ­γε κρυ­φά ἀ­πό τούς γο­νεῖς καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς της. Καί ἀ­φοῦ ­πῆ­ρε δύ­ο ὑ­πη­ρέ­τες, βγῆ­κε τήν νύ­χτα ἔ­ξω ἀ­πό τό σπί­τι τῶν γο­νέ­ων της. Καί πη­γαί­νον­τας σέ ἕ­ναν Ἐ­πί­σκο­πο μέ ἀν­δρι­κά ροῦ­ χα, ἔ­λα­βε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ­ἔκειρε τίς τρί­χες τῆς κε­φα­λῆς, ὠ­νο­μά­σθη­κε Εὐ­γέ­νιος. Ἔ­τσι ­πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι κα­τά τά βα­θειά χα­ρά­μα­τα καί ἐ­κεῖ ἀ­σκοῦ­σε ἡ μα­κα­ρί­α κά­θε ἀ­ρε­τή μέ πό­νους καί μό­χθους. Μέ ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες καί μέ στά­σεις καί μέ ἀ­γρυ­πνί­ες ὁ­λο­νύ­χτι­ες. Τί νά πο­λυ­λο­γῶ; Τό­σο πο­λύ ἔ­λαμ­ψε στίς ἀ­ρε­τές ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή, σάν ἄλ­λος μέ­γας φω­στήρας ἥ­λιος, ὥ­στε μέ τήν πα­ρά­κλη­σι ὅ­λων τῶν ἀ­δελ­φῶν τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ­δέ­χθη­κε τήν προ­στα­σί­α τους καί τήν ἡ­γου­με­νί­α, ἀ­φοῦ πέ­θα­νε ὁ πρω­τύ­τε­ρος Ἡ­γού­με­νος. Καί μο­λο­νό­τι αὐ­τή δέν τό ἤ­θε­λε αὐ­τό στήν ἀρ­χή, ἐ­πει­δή πι­έ­σθη­κε ὅ­μως καί πτο­ή­θη­κε ἀ­πό τά λό­για καί ἀ­πό τόν πό­θο τῶν ἀ­δελ­φῶν, δέ­χθη­κε ἄν καί δέν ἤ­θε­λε.

Μέ τέ­τοι­ον τρό­πο ἀ­νέ­δει­ξε σέ ὅ­λους τόν Εὐ­γέ­νιο αὐ­τόν μέ­γα καί λαμ­πρό, ὄ­χι μέ ἁ­πλᾶ λό­για καί ξε­ρή φή­μη, ἀλ­λά μέ πρά­ξεις καί ἔρ­γα με­γά­λα καί θαυ­μα­στά. Γι’ αὐτό καί αὐ­τή μο­νά­χα ἡ ὄ­ψι του προ­σέλ­κυ­ε μέ πα­ρά­δο­ξο τρό­πο αὐ­τούς πού τόν ἔ­βλε­παν, ὅ­πως ὁ μα­γνή­της τό σί­δε­ρο, προ­κει­μέ­νου νά ἀ­πο­λαύ­σουν τά κα­λά καί τίς ἀ­ρε­τές του. Ἀλ­λά ὅ­μως μί­α μο­να­χή, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Με­λαν­θί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν με­λα­νή καί μαύ­ρη στήν ψυ­χή, ὅ­πως φα­νε­ρώ­νει καί τό ὄ­νο­μά της, αὐ­τή λέ­ω, βλέ­πον­τας τόν Εὐ­γέ­νιο, πώς ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ος φυ­σι­κά, ­κυ­ρι­εύ­θη­κε ἀ­πό ἕ­ναν ἔν­το­νο καί σα­τα­νι­κό ἔ­ρω­τα ἀ­πό τήν ὄ­ψι του. Ἔ­τσι β­ρί­σκον­τας μί­α πρό­φα­σι, ὅ­τι εἶ­χε μί­α μα­κρά ἀ­σθέ­νεια, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά πά­η νά τοῦ τήν φα­νε­ρώ­ση κρυ­φά καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως. Για­τί ἔ­λε­γε ἡ μια­ρή, ὅ­τι μέ ἄλ­λον τρό­πο δέν ἦ­ταν δυ­να­τό νά ἐ­λευ­θε­ρω­θῆ ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἀ­σθέ­νεια.

Ὁ Εὐ­γέ­νιος μέ συν­τρι­βή καί λύ­πη στήν καρ­διά ­πεί­σθη­κε ἀ­πό ἁ­πλό­τη­τα στά δό­λια λό­για τῆς Με­λαν­θί­ας καί συμ­φώ­νη­σε νά πά­η σ’ αὐ­τήν, μή γνω­ρί­ζον­τας τόν κρυμ­μέ­νο δό­λο. Ὁ δέ δι­α­βο­λι­κός ἔ­ρωτας τῆς Με­λαν­θί­ας, ἄ­να­ψε φλό­γα στήν καρ­διά της πρός τόν Εὐ­γέ­νιο. Καί κα­θώς αὐ­τός εἶ­ναι τυ­φλός, ὅ­πως τόν ὀ­νο­μά­ζουν οἱ σο­φοί, ἔ­τσι ­τύ­φλω­σε καί τά ψυ­χι­κά μά­τια τῆς Με­λαν­θί­ας καί ­τῆς προ­ξέ­νη­σε μί­α φλόγα πορ­νι­κοῦ πά­θους. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν ­πέ­τυ­χε τόν δι­α­βο­λι­κό σκο­πό, πού εἶ­χε, ἀλ­λά ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πό τόν Εὐ­γέ­νιο, γι’ αὐτό ἀ­πό τό κα­κό της μη­χα­νεύ­θη­κε αὐ­τή τήν συ­κο­φαν­τί­α λέ­γον­τας, δη­λα­δή, ὅ­τι “ὁ Ἡ­γού­με­νος τοῦ τά­δε Μο­να­στη­ριοῦ Εὐ­γέ­νιος, ἐ­ξα­πα­τῶν­τας μέ τά λό­για του τίς σώ­φρο­νες καί κα­θα­ρές γυ­ναῖ­κες, ­ζή­τη­σε νά ἐ­ξα­πα­τή­ση καί ἐ­μέ­να ὁ πόρ­νος καί ὁ τολ­μη­ρός, ἀλ­λά ὅ­μως δέν τό ­πέ­τυ­χε”. Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ πα­τέ­ρας τῆς Εὐ­γε­νί­ας καί ἔ­παρ­χος, ἀ­μέ­σως ­θύ­μω­σε. Ἔ­τσι ἔ­στει­λε στό Μο­να­στή­ρι καί ἔ­φε­ραν γρή­γο­ρα τόν Ἡ­γού­με­νο Εὐ­γέ­νιο καί τούς Μο­να­χούς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ δε­μέ­νους, ὡς ψευ­δο­λά­τρες καί κα­κο­ποι­ούς. Καί τούς πα­ρουσίασε στό δι­κα­στή­ριο, γιά νά ἀ­πο­λο­γη­θοῦν σχε­τι­κά μέ τήν ὑ­πό­θε­σι αὐ­τή. Ὅ­ταν λοι­πόν πα­ρου­σι­ά­σθη­καν καί τά δύ­ο μέ­ρη, ἄρ­χι­σε ἡ συ­κο­φάν­τρια Με­λαν­θί­α νά μι­λᾶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Εὐ­γέ­νιου νά βρί­ζη, νά πε­ρι­γε­λᾶ, νά χλευά­ζη, νά φω­νά­ζη μέ θρα­σύ­τη­τα καί νά τόν δεί­χνη μέ τό δά­χτυ­λο στούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους ὡς ἐρ­γά­τη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ὁ­μοί­ως καί τούς ὑ­πο­τασ­σό­με­νους σ’ αὐ­τόν Μο­να­χούς, ὀ­νο­μά­ζον­τάς τους φθο­ρεῖς. Ἔ­λε­γε δέ καί τά ἑ­ξῆς ἡ τολ­μη­ρή, γιά νά τά ἀ­κού­σουν ὅ­λοι· «Ἀ­κοῦ­στε ὅ­λοι ἐ­σεῖς οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι τά λό­για μου, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νά καί βέ­βαι­α». Ὤ τῆς ἀ­νο­χῆς σου Δέ­σπο­τα, Κύ­ρι­ε, μέ τήν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­μει­νες τήν συ­κο­φάν­τρια, καί δέν ἔ­σχι­σες τήν γῆ, γιά νά τήν κα­τα­πιῆ!

Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ἡ Εὐ­γε­νί­α, ἀ­μέ­σως ἔ­σχι­σε τό φό­ρε­μά της, καί ἔ­δει­ξε στούς πα­ρόν­τες θέ­α­μα φρι­κτό καί ἐ­ξαί­σιο. Καί στήν συ­νέ­χεια λέ­ει μέ παρ­ρη­σί­α στούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους· «Ἔ­πρε­πε ἐ­μεῖς οἱ Μο­να­χοί νά ὑ­πο­φέ­ρου­με ὕ­βρεις καί κο­ρο­ϊ­δί­ες καί ξυ­λο­δαρ­μούς τοῦ σώ­μα­τος καί γι­’­ αὐ­τά ὅ­λα νά εὐ­χα­ρι­στοῦ­με. Ὅ­μως γιά νά μήν χλευ­ά­ζε­ται τό σε­μνό καί ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν, ἀ­κοῦ­στε. Ἐ­γώ ὡς πρός τήν φύ­σι εἶ­μαι γυ­ναί­κα, θυ­γα­τέ­ρα τοῦ φίλ­τα­του πα­τέρα μου αὐ­τοῦ καί δι­κα­στῆ, μπρο­στά στόν ὁ­ποῖ­ο κρί­νο­μαι σή­με­ρα. Μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἡ σύ­ζυ­γός του, ἐ­νῶ αὐ­τοί οἱ πα­ρι­στά­με­νοι ἀ­δελ­φοί εἶ­ναι δοῦ­λοι μου». Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν αὐ­τά τά λό­για τῆς κα­λῆς Εὐ­γε­νί­ας, ἔ­μει­ναν ὅ­λοι ἔκ­πλη­κτοι. Μέ ποι­όν ὅμως τρό­πο τι­μώ­ρη­σε ἡ θεί­α δί­κη τήν Με­λαν­θί­α, μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νά θαυ­μά­ση, ὅ­ποι­ος θε­λή­ση νά τόν ἀ­κού­ση[236]. Πα­ρα­κι­νού­με­νος λοι­πόν ἀ­πό αὐ­τή τήν αἰ­τί­α ὁ πα­τέ­ρας τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­γε­νί­ας, ἄ­φη­σε ἀ­μέ­σως τήν δό­ξα τοῦ κό­σμου μα­ζί καί τόν πλοῦ­το καί ὅ­λη τήν φαν­τα­σί­α τῆς ζω­ῆς, καί ἀ­να­γεν­νή­θη­κε μέ­σῳ τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­πτί­σμα­τος. Καί ὁ πρώ­ην λύ­κος γί­νε­ται ποι­μέ­νας τῶν Χρι­στια­νῶν τῆς πό­λεως. Ἔ­τσι, ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε κα­λῶς τήν ζω­ή του, στά στερ­νά του ­τε­λεί­ω­σε μέ μαρ­τύ­ριο. Δι­ό­τι, ἀ­φοῦ κα­τα­πλη­γώ­θη­κε ἀ­πό τούς ἀ­πί­στους γιά τήν πί­στι στόν Χρι­στό, χα­ρού­με­νος ἀ­νέ­βη­κε στίς οὐ­ρά­νι­ες Μο­νές. Ἡ μη­τέ­ρα τῆς Ὁ­σί­ας ἀ­φή­νον­τας τήν γῆ τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρειας, ἐ­πέστρεψε στήν πα­τρί­δα της τήν Ρώ­μη, μα­ζί μέ τίς θυ­γα­τέ­ρες της καί ἐ­κεῖ πά­λι κα­τοι­κεῖ σύμ­φω­να μέ τόν πό­θο της. Ἐ­πει­δή ὅμως τό­τε βγῆ­κε βα­σι­λι­κή δι­α­τα­γή, ἤ νά θυ­σιά­ζουν οἱ Χρι­στια­νοί στά εἴ­δω­λα ἤ νά θα­να­τώ­νων­ται κα­κῶς, ἐ­ξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή Εὐ­γε­νί­α, ἀ­φοῦ ἔ­λαμ­ψε σέ ὅ­λους μέ τίς ἀ­ρε­τές της, τέ­λος πάν­των κα­τα­φλε­γό­με­νη ἀ­πό τόν πνευ­μα­τι­κό ἔ­ρω­τα τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­λα­βε θάρ­ρος καί ­κή­ρυ­ξε τήν εὐ­σέ­βεια. Γι’ αὐτό ἀ­φοῦ τήν ἔ­δε­σαν ἀ­πό μί­α πέ­τρα βα­ρύ­τα­τη, τήν ἔ­ρρι­ξαν στήν θά­λασ­σα. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἔ­μει­νε ἀ­βλα­βής, γι’ αὐτό ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε καί ἔ­τσι χα­ρού­με­νη ἔ­φυ­γε ἡ μα­κά­ρι­α πρός αὐ­τόν πού πο­θοῦ­σε τόν νυμ­φί­ο Χρι­στό. Γιά νά συμ­βα­σι­λεύ­η μα­ζί του αἰ­ώ­νια. (Τόν ἀναλυτικό Βί­ο της βλέ­πε στόν Πα­ράδει­σο[237]).

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἡ Ἁ­γί­α Μάρ­τυς Βα­σίλ­λα, ἡ συμ­μαρ­τυ­ρή­σα­σα τῇ Ἁ­γίᾳ Εὐ­γε­νίᾳ, ξί­φει τε­λει­οῦ­ται.

  Ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυς Φί­λιπ­πος, ὁ πα­τήρ τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­γε­νί­ας, μα­χαί­ρᾳ  τε­λει­οῦ­ται.

  Οἱ Ἅ­γιοι Πρω­τᾶς καί Ὑ­ά­κιν­θος, οἱ εὐ­νοῦ­χοι καί συ­να­σκη­ταί τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­γε­νί­ας, ξί­φει τε­λει­οῦν­ται.

  Μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν Νι­κο­λά­ου τοῦ ἀ­πό στρα­τι­ω­τῶν καί δι­ή­γη­σις ὠ­φέ­λι­μος.

Αὐ­τός ὁ ἐν ἁγίοις Πα­τήρ ἡμῶν Νι­κό­λα­ος ἔ­γι­νε στρα­τι­ώ­της στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λέ­ως Νι­κη­φό­ρου, πού ἀ­πο­κα­λεῖτο Πα­τρί­κιος καί Σταυ­ρά­κιος, τό ἔ­τος 802. Καί, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος συγ­κέν­τρω­σε στρα­τεύ­μα­τα, γιά νά πο­λε­μή­ση τούς Βουλ­γά­ρους, τό­τε καί αὐ­τός βγῆ­κε μα­ζί μέ τό στρά­τευ­μα. Καί περ­νῶν­τας ἀ­πό ἕ­ναν τό­πο, ἐ­πει­δή ἦ­ταν βρά­δυ, ἔ­μει­νε σέ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο, δη­λα­δή χά­νι. Καί ἀ­φοῦ ­δεί­πνη­σε μα­ζί μέ τόν παν­δο­χέ­α, ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή του καί ­πλά­για­σε, γιά νά κοι­μη­θῆ. Κα­τά τίς ἕ­ξι, ἤ καί τίς ἑ­πτά ἡ ὥ­ρα τήν νύ­χτα, ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ παν­δο­χέ­α, κα­θώς κτυ­πή­θη­κε ἀ­πό σα­τα­νι­κό ἔ­ρω­τα, ­πῆ­γε ἐ­κεῖ, ὅ­που κοι­μό­ταν ὁ Ὅ­σιος, καί τόν ἐνώχλησε, τρα­βῶν­τας τον σέ αἰ­σχρή συ­νεύ­ρε­σι. Ὁ δέ Ἅ­γιος εἶ­πε πρός αὐ­τήν· «Στα­μά­τα, γυ­ναῖ­κα, ἀ­πό τόν σα­τα­νι­κό καί ἀ­θέ­μι­το ἔ­ρω­τα. Καί μή θε­λή­σης καί ἐ­σύ νά μο­λύ­νης τήν παρ­θε­νί­α σου καί ἐ­μέ­να τόν τα­λαί­πω­ρο νά μέ κα­τε­βά­σης στόν Ἅ­δη». Ἐ­κεί­νη λοιπόν ἀ­να­χώ­ρη­σε πάλι γιά λί­γο. Ἀλ­λά πά­λι με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα ­πῆ­γε καί ἐ­νο­χλοῦ­σε τόν δί­και­ο. Ὁ δέ Ὅ­σιος τήν ἔ­δι­ω­ξε καί τήν δεύ­τε­ρη φο­ρά, ἀ­φοῦ τήν κα­τη­γό­ρη­σε καί τήν ἐ­πέ­πλη­ξε δυ­να­τά. Ἐ­κεί­νη ὅμως πά­λι ἀ­να­χώ­ρη­σε καί πά­λι ­γύ­ρι­σε, με­θυ­σμέ­νη ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα.

Τό­τε ὁ Ἅ­γιος τῆς λέ­ει· «Τα­λαί­πω­ρη καί γε­μά­τη ἀ­πό κά­θε ἀ­δι­αν­τρο­πιά, δέν βλέ­πεις πώς οἱ δαί­μο­νες σέ τα­ρά­ζουν, καί γιά νά δι­α­φθεί­ρουν τήν παρ­θε­νί­α σου καί γιά νά κο­λά­σουν τήν ψυ­χή σου; Καί στήν συ­νέ­χεια νά σέ κάνουν πε­ρί­γε­λο καί ντρο­πή σέ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους; Δέν βλέ­πεις, πώς καί ἐ­γώ ὁ ἐ­λά­χι­στος πη­γαί­νω σέ ἔ­θνη βάρ­βα­ρα καί σέ πό­λε­μο καί σέ αἱ­μα­το­χυ­σί­α, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ; Πῶς λοι­πόν νά μο­λύ­νω τήν σάρ­κα μου, τήν ὥ­ρα πού πη­γαί­νω σέ πό­λε­μο;». Αὐ­τά καί ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α ἐ­πι­πλη­κτι­κά λό­για, ἀ­φοῦ εἶ­πε ὁ δί­και­ος στήν γυ­ναῖ­κα, καί ἀ­φοῦ τήν ἔ­δι­ω­ξε, ­ση­κώ­θη­κε ἐ­πά­νω. Καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή του, ­πῆ­γε στήν προ­κεί­με­νη ὑ­πη­ρε­σί­α του. Τήν ἐρ­χό­με­νη νύ­χτα, μό­λις ­κοι­μή­θη­κε, βλέ­πει πώς στε­κό­ταν σέ ἕ­ναν ψη­λό καί πε­ρί­ο­πτο τό­πο. Κον­τά του ὅμως βλέ­πει, πώς κα­θό­ταν ἕ­νας δι­κα­στής, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τό δε­ξί του πό­δι βαλ­μέ­νο ἐ­πά­νω στό ἀ­ρι­στε­ρό καί τοῦ ἔ­λε­γε· «Βλέ­πεις τά στρα­τεύ­μα­τα τοῦ ἑ­νός μέ­ρους τῶν Ρω­μαί­ων καί τοῦ ἄλ­λου μέ­ρους τῶν Βουλ­γά­ρων;». Ὁ δέ Νι­κό­λα­ος ἀ­παν­τοῦ­σε· «Ναί, Κύ­ρι­ε, βλέ­πω, ὅ­τι οἱ Ρω­μαῖ­οι χτυ­ποῦν καί νι­κοῦν τούς Βουλ­γά­ρους». Τό­τε ὁ δι­κα­στής λέ­ει πρός τόν δί­και­ο· «Βλέ­πε πρός ἐ­μέ­να». Καί αὐ­τός, ἀ­φοῦ ἔ­στρε­ψε τά μά­τια του πρός αὐ­τόν, εἶ­δε ὅ­τι, τό μέν δε­ξί του πό­δι τό εἶ­χε ἐ­πά­νω, στήν γῆ. Τό δέ ἀ­ρι­στε­ρό τό εἶ­χε ἐ­πά­νω στό δε­ξί. Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε τά μά­τια του στά στρα­τεύ­μα­τα, βλέ­πει, πώς οἱ ἐ­χθροί Βούλ­γα­ροι χτυ­ποῦ­σαν τούς Ρω­μαί­ους.

Καί ἀ­φοῦ στα­μά­τη­σε ἡ σύγ­κρου­σι καί ὁ πό­λε­μος, λέ­ει ὁ φαι­νό­με­νος δι­κα­στής πρός τόν δί­και­ο· «Σκέ­ψου κα­λά τούς τό­πους τῶν φο­νευ­θέν­των σω­μά­των καί λέ­γε μου τί βλέ­πεις». Ὁ Νι­κό­λα­ος, ἀ­φοῦ σκέ­φθη­κε κα­λά, εἶ­δε ὅ­λη τήν γῆ ἐ­κεί­νη γε­μά­τη ἀ­πό νε­κρά σώ­μα­τα τῶν φο­νευ­θέν­των Ρω­μαί­ων. Ἀ­νά­με­σα δέ σέ αὐ­τά, βλέ­πει καί ἕ­ναν τό­πο πρά­σι­νο καί ὡ­ραῖ­ο πού εἶ­χε τίς δι­α­στά­σεις μιᾶς κλί­νης ἑ­νός ἀν­θρώ­που. Τό­τε ὁ φαι­νό­με­νος φο­βε­ρός εἶ­πε στόν στρα­τι­ώ­τη Νι­κό­λα­ο. Καί τί­νος θε­ω­ρεῖς ὅ­τι εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ μί­α κλί­νη; Ὁ Νι­κό­λα­ος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἁ­πλός ἄν­θρω­πος εἶ­μαι καί ἀ­μα­θής, ἀ­φέν­τη μου, καί δέν ξέ­ρω». Λέ­γει σ’ ­αὐ­τόν πά­λι ἐ­κεῖ­νος ὁ φο­βε­ρός· «Ἡ μί­α κλί­νη πού βλέ­πεις, εἶ­ναι δι­κή σου. Καί σ’­ αὐ­τήν ἐ­πρό­κει­το νά πέ­σης καί ἐ­σύ, μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους φο­νευ­θέν­τες συ­στρα­τι­ῶ­τες σου. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τήν πε­ρα­σμέ­νη νύ­χτα ἀ­πο­τί­να­ξες εὔ­στο­χα καί ­νί­κη­σες τό τρι­πλό­κα­μο φί­δι, δη­λα­δή τήν γυ­ναῖ­κα, πού σέ ­πο­λέ­μη­σε τρεῖς φο­ρές, πα­ρα­κι­νῶν­τας σε σέ αἰ­σχρή συ­νεύ­ρε­σι, γι’ αὐτό ἐ­σύ ὁ ἴ­διος ­λύ­τρω­σες τόν ἑ­αυ­τό σου ἀ­πό τήν σύγ­κρου­σι αὐ­τή καί τόν θά­να­το καί ἔ­σω­σες τήν ψυ­χή σου μα­ζί καί τό σῶ­μα σου. Λοι­πόν οὔ­τε φυ­σι­κός θά­να­τος θά σέ κυ­ρι­εύ­ση, ἄν τυ­χόν μέ ὑ­πη­ρε­τή­σης γνή­σια».

Ἀ­φοῦ τά εἶ­δε αὐ­τά ὁ δί­και­ος καί γέ­μι­σε ἀ­πό φό­βο, ­ξύ­πνη­σε. Καί, ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τήν κλί­νη του, ­προ­σευ­χή­θη­κε. Καί, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε πί­σω σέ δι­ά­στη­μα μιᾶς ἡ­μέ­ρας, ἀ­νέ­βη­κε σέ ἕ­να βου­νό καί ἐ­κεῖ προ­σευ­χό­ταν μέ ἡ­συ­χί­α πρός τόν Θε­ό γιά τό Ρω­μα­ϊ­κό στρά­τευ­μα. Ὅταν ὅμως ὁ βα­σι­λιάς πῆ­γε στίς κλει­σοῦ­ρες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ἀ­νέ­βη­καν καί οἱ Βούλ­γα­ροι στό βου­νό, ἀ­φή­νον­τας γιά τήν φύ­λα­ξι τοῦ τό­που, δε­κα­πέν­τε χι­λιά­δες στρά­τευ­μα, ἤ καί λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἤ καί λί­γο λι­γό­τε­ρο, τούς ὁ­ποί­ους οἱ Ρω­μαῖ­οι τούς κα­τέ­σφα­ξαν. Ἔ­τσι ὑ­πε­ρη­φα­νευ­ό­με­νοι γιά τήν νί­κη αὐ­τή, ἀ­μέ­λη­σαν. Καί λοι­πόν σέ μιά στιγ­μή, ὅ­που ὅ­λοι οἱ Ρω­μαῖ­οι κοι­μοῦν­ταν ἀ­μέ­ρι­μνα καί ἀ­φύ­λα­κτα, τούς ἐπιτέθηκαν τήν νύ­χτα οἱ Βούλ­γα­ροι καί ὅ­λους σχε­δόν, μα­ζί μέ τόν βα­σι­λέ­α Νι­κη­φό­ρο, τούς κατέσφαξαν. Τό­τε ὁ δί­και­ος Νι­κό­λα­ος, κα­θώς θυ­μή­θη­κε τήν ὀ­πτα­σί­α, πού εἶ­δε, εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Θε­ό καί ἐπέστρεψε πί­σω κλαί­γον­τας καί ὀ­δυ­ρό­με­νος. Ἔ­πει­τα πη­γαί­νον­τας σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι, ἔ­λα­βε τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν. Καί ἀ­φοῦ ὑ­πη­ρέ­τη­σε γνή­σια τόν Θε­ό γιά ἀρ­κε­τά χρό­νια, ἔ­γι­νε πο­λύ ξε­χω­ρι­στός καί μέ­γας Πα­τέ­ρας.

  Ὁ Ἅ­γιος Μάρ­τυς Ἀ­χα­ϊ­κός ξί­φει τε­λει­οῦ­ται.

  Ὁ Ὅ­σιος Ἀν­τί­ο­χος ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται[238].

 * Ὁ Ὅ­σιος Βι­τι­μί­ων ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται[239].

 * Ὁ Ὅ­σιος Ἀ­φρο­δί­σιος ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται.

  * Ὁ Ἅ­γιος Νε­ο­μάρ­τυς Ἄχ­μεδ, ὁ μαρ­τυ­ρή­σας ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει κα­τά τό 1682 ἔ­τος, ξί­φει τε­λει­οῦ­ται.

 Αὐ­τός ἔ­χον­τας σκλά­βα Ρωσ­σί­δα συ­νευ­ρι­σκό­ταν μέ αὐ­τήν, τήν ἄ­φη­νε ὅ­μως νά πη­γαί­νη στήν ­Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Χρι­στια­νῶν στίς ἐ­πί­ση­μες ἡ­μέ­ρες· ἐ­πει­δή ὅ­μως ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τός αἰ­σθα­νό­ταν ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α, πού ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα της, τήν ρώ­τη­σε τί τρώ­ει καί μυ­ρί­ζει ἔ­τσι; Ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι τρώ­ει ἀν­τίδω­ρο καί πί­νει ἁ­για­σμό. Ὅ­ταν τά ἄ­κου­σε αὐ­τά, προ­σκα­λεῖ ἕ­ναν ἐ­φη­μέ­ριο τῆς Με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ λέ­ει νά ἑ­τοι­μά­ση τό­πο γιά νά πά­η αὐ­τός, ὅ­ταν λει­τουρ­γῆ ὁ Πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, ἔ­βλε­πε, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ὅ­ταν εὐ­λο­γοῦ­σε ὁ Πα­τριά­ρχης τόν λα­ό, νά βγαί­νουν ἀ­πό τό κρι­τή­ριο καί ἀ­πό τά δά­κτυ­λά του ἀ­κτί­νες καί ἔ­πε­φταν ἐ­πά­νω στίς κε­φα­λές ὅ­λων τῶν Χρι­στια­νῶν, μό­νο δέ τήν δι­κή του κε­φα­λή ἄ­φη­ναν ἄ­μοι­ρη. Ὅ­ταν εἶ­δε αὐ­τό τό θαυ­μά­σιο, φω­νά­ζει τόν ἱ­ε­ρέ­α καί βα­πτί­ζε­ται καί ἦ­ταν κρυ­φά Χρι­στια­νός γιά ἀρ­κε­τό και­ρό. Σέ μί­α συγ­κέν­τρω­σι ὅ­μως κά­πο­τε λο­γό­φερ­ναν οἱ με­γι­στά­νες γιά τό ποι­ός νά εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ὁ με­γα­λύ­τε­ρος. Καί ρώ­τη­σαν καί αὐ­τόν. Καί αὐ­τός φώ­να­ξε ὅ­σο πιό δυ­να­τά μπο­ροῦ­σε μέ πολ­λή με­γά­λη φω­νή, ὅ­τι πιό με­γά­λη ἀ­πό ὅ­λα εἶ­ναι ἡ πί­στις τῶν Χρι­στια­νῶν καί ὡ­μο­λό­γη­σε τόν ἑ­αυ­τό του Χρι­στια­νό καί ἀ­φοῦ κή­ρυ­ξε μέ θάρ­ρος ὅ­λο Μυ­στή­ριο τῆς ἐν­σάρ­κου οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, τό Μα­κά­ριο τέ­λος τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου δέ­χθη­κε.



[235] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων λέ­γε­ται λό­γος τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Μέλ­λον­τος ἀ­γα­πη­τοί τοῦ κοι­νοῦ Σω­τῆ­ρος». Καί ὁ λό­γος τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ὥ­σπερ οἱ τήν χρυ­σῖ­τιν γῆν με­ταλ­λεύ­ειν». (Σώ­ζον­ται καί οἱ δύ­ο στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα καί στήν Μο­νή Δι­ο­νυ­σί­ου.)

 

[236] Δι­ό­τι ὁ παν­το­δύ­να­μος καί δι­και­ο­κρί­της Θε­ός, πού κα­τοι­κεῖ στά ψη­λά καί βλέ­πει τά τα­πει­νά, ἔ­ρρι­ξε φω­τιά ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί κα­τέ­καυ­σε τήν Με­λαν­θί­α καί ὅ­λο το σπί­τι της ἀ­πό τά θε­μέ­λια. Ἔ­τσι πολ­λοί ­πί­στευ­σαν στόν Χρι­στό, βλέ­πον­τας αὐ­τό τό θαυ­μά­σιο (στόν ἀναλυτικό βί­ο της).

[237] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τό Συ­να­ξά­ρι τῆς Ὁ­σί­ας αὐ­τῆς Εὐ­γε­νί­ας συ­νε­γρά­φη­ μέ ἰ­αμ­βι­κούς στί­χους ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους καί με­τε­φρά­σθη­κε. Γρά­φει δέ καί ὁ Με­τα­φρα­στής τόν βί­ο της, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Κομ­μό­δου με­τά Μᾶρ­κον». (Σώ­ζε­ται στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα, στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες).

[238]  Ὁ Ἀν­τί­ο­χος αὐ­τός φαί­νε­ται νά εἶ­ναι αὐ­τός πού χρη­μά­τι­σε ἐ­πί βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου τό ἔ­τος 610, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­πό τήν Πα­λαι­στί­νη Μο­να­χός καί τῆς Λαύ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, πε­ρι­βό­η­τος στήν ἀ­ρε­τή καί στήν ἁ­γι­ό­τη­τα. Ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­θρή­νη­σε σάν ἄλ­λος Ἱ­ε­ρε­μί­ας γιά τήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ, ὅ­ταν αἰχ­μα­λω­τί­σθη­κε ἀ­πό τούς Πέρ­σες καί γιά τόν ἐμ­πρη­σμό της καί γιά τήν με­τα­κί­νη­σι τοῦ ἁ­γί­ου Σταυ­ροῦ στήν Περ­σί­α, ὅ­πως αὐ­τός γρά­φει στόν ρζ΄ λό­γο. Αὐ­τός ἔ­γρα­ψε πρός τόν Εὐ­στά­θιο Ἡ­γού­με­νο Μο­νῆς τῆς Ἀτ­τα­λι­νῆς πό­λε­ως Ἀγ­κύ­ρας τῆς Γα­λα­τί­ας, ἐ­πι­στο­λή σχε­τι­κή μέ τούς ἐ­κεῖ Ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες, κε­φάλ. ρλ΄ , καί προ­σευ­χή ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως ἄ­ξια κά­θε ἐ­παί­νου, τά ὁ­ποῖ­α ­τυ­πώ­θη­καν στήν Βι­βλι­ο­θή­κη τῶν Πα­τέ­ρων (βλέ­πε σελ. 168, τοῦ β΄  τό­μου τοῦ Με­λε­τί­ου). Αὐ­τός λε­γό­ταν Πάν­δε­κτος. Καί ἔ­γρα­ψε πολ­λές εὐ­χές στόν Κύ­ριο. Μί­α ἀ­πό τίς ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι καί ἡ εὐ­χή πρίν ἀ­πό τόν ὕ­πνο, τό· «Καί δός ἡμῖν Δέ­σπο­τα πρός ὕ­πνον ἀ­πι­οῦσιν». Σχε­δόν τά ἴ­δια γρά­φει καί ὁ Δο­σί­θε­ος σχε­τι­κά μέ αὐ­τόν τόν Ἀν­τί­ο­χο, ἐ­νῶ προ­σθέ­τει, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­χε καί τήν ἐ­πι­στα­σί­α τῆς Λαύ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα. Καί ὅ­τι τό βι­βλί­ο του ὀ­νο­μά­ζε­ται Παν­δέ­κτης (ἀ­πό αὐ­τήν ὅ­πως φαί­νε­ται ὠ­νο­μά­σθη­κε καί Πάν­δε­κτος) καί ἔ­χει ἑ­κα­τόν τριά­ντα δι­α­φο­ρε­τι­κά κε­φά­λαι­α. (Τά κε­φά­λαι­α αὐ­τά β­ρί­σκον­ται στό χει­ρό­γρα­φο Κου­βα­ρᾶ τῆς  Μο­νῆς τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου.) Αὐ­τός θρη­νεῖ καί ὀ­δύ­ρε­ται γιά τούς Ὁ­σί­ους Πα­τέ­ρες πού φο­νεύ­θη­καν ἀ­πό τούς Ἰ­σμα­η­λί­τες στήν Λαύ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἑ­ορ­τά­ζουν στίς εἴ­κο­σι τοῦ Μαρ­τί­ου (σε­λί­δα 535, τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Αὐ­τός εἶ­πε καί τό ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το αὐ­τό ἀ­πό­φθεγ­μα· «Ὁ ὑ­πε­ρή­φα­νος Μο­να­χός, εἶ­ναι δέν­τρο χω­ρίς καρ­πό καί χω­ρίς ρί­ζα καί δέν μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­μεί­νη τό φύ­ση­μα τοῦ ἀ­νέ­μου. Καί ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μί­α ρα­γι­σμέ­νη φυσ­σα­λί­δα ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, ἔ­τσι καί ἡ μνή­μη τοῦ ὑ­πε­ρή­φα­νου με­τά τόν θά­να­το χά­νε­ται. Καί ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἡ προ­σευ­χή τοῦ τα­πει­νοῦ κάμ­πτει τόν Θε­ό, ἔ­τσι καί ἡ δέ­η­σις τοῦ ὑ­πε­ρή­φα­νου ἐ­ξορ­γί­ζει τόν Ὕ­ψι­στο» (σελ. 715, τοῦ Εὐ­ερ­γε­τι­νοῦ).

[239] Ὁ Ὅ­σιος αὐ­τός φαί­νε­ται στόν Πα­ρά­δει­σο τῶν Πα­τέ­ρων, ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Βι­τί­μιος. Σ’ αὐ­τόν ἔ­δω­σαν μί­α φο­ρά μῆ­λα, νά τά δώ­ση στούς γέ­ρον­τες στήν Σκή­τη. Καί ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε καί ­χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα τοῦ κε­λιοῦ τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἀ­χιλ­λᾶ, θέ­λη­σε νά τοῦ δώ­ση ἀ­πό τά μῆ­λα. Ὁ Ἀ­χιλ­λᾶς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Αὐ­τή τήν ὥ­ρα δέν ἤ­θε­λα, ἀ­δελ­φέ, νά χτυ­πή­σης τήν πόρ­τα μου, ἀ­κό­μη καί ἄν ἤ­θε­λες νά μοῦ δώ­σης Οὐ­ρά­νιο μάν­να. Γι’ αὐτό μήν πᾶς οὔ­τε σέ κελ­λί ἄλ­λου». Ὁ Βι­τί­μιος λοι­πόν ­πῆ­γε τά μῆ­λα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, αὐ­τός ὅμως ἀ­να­χώ­ρη­σε στό κε­λλί του.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης