Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄ , μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Εὐγενίας. Αὐτή ἡ Ἁγία Εὐγενία γεννήθηκε ἀπό γένος εὐγενικό, σάν ἕνα εὐγενές κλωνάρι καί μία δόξα τοῦ γένους της, καταγόμενη ἀπό τήν παλαιά Ρώμη, στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Κομμόδου, τό ἔτος 270. Οἱ γονεῖς της ὠνο μάζονταν Φίλιππος καί Εὐγενία. Οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν ἀπό τόν τότε βασιλιά, ὡς τιμή καί ἀξίωμα, τό νά πᾶνε στήν Ἀλεξάνδρεια καί νά κατοικήσουν σέ αὐτήν μαζί μέ τήν θυγατέρα τους τήν Εὐγενία. Αὐτή λοιπόν ἡ μακαρία ἔφυγε κρυφά ἀπό τούς γονεῖς καί ὅλους τούς συγγενεῖς της. Καί ἀφοῦ πῆρε δύο ὑπηρέτες, βγῆκε τήν νύχτα ἔξω ἀπό τό σπίτι τῶν γονέων της. Καί πηγαίνοντας σέ ἕναν Ἐπίσκοπο μέ ἀνδρικά ροῦ χα, ἔλαβε ἀπό ἐκεῖνον τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔκειρε τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς, ὠνομάσθηκε Εὐγένιος. Ἔτσι πῆγε σέ ἕνα Μοναστήρι κατά τά βαθειά χαράματα καί ἐκεῖ ἀσκοῦσε ἡ μακαρία κάθε ἀρετή μέ πόνους καί μόχθους. Μέ ἀσκητικούς ἀγῶνες καί μέ στάσεις καί μέ ἀγρυπνίες ὁλονύχτιες. Τί νά πολυλογῶ; Τόσο πολύ ἔλαμψε στίς ἀρετές ἡ Ἁγία αὐτή, σάν ἄλλος μέγας φωστήρας ἥλιος, ὥστε μέ τήν παράκλησι ὅλων τῶν ἀδελφῶν τοῦ Μοναστηριοῦ, δέχθηκε τήν προστασία τους καί τήν ἡγουμενία, ἀφοῦ πέθανε ὁ πρωτύτερος Ἡγούμενος. Καί μολονότι αὐτή δέν τό ἤθελε αὐτό στήν ἀρχή, ἐπειδή πιέσθηκε ὅμως καί πτοήθηκε ἀπό τά λόγια καί ἀπό τόν πόθο τῶν ἀδελφῶν, δέχθηκε ἄν καί δέν ἤθελε.
Μέ τέτοιον τρόπο ἀνέδειξε σέ ὅλους τόν Εὐγένιο αὐτόν μέγα καί λαμπρό, ὄχι μέ ἁπλᾶ λόγια καί ξερή φήμη, ἀλλά μέ πράξεις καί ἔργα μεγάλα καί θαυμαστά. Γι’ αὐτό καί αὐτή μονάχα ἡ ὄψι του προσέλκυε μέ παράδοξο τρόπο αὐτούς πού τόν ἔβλεπαν, ὅπως ὁ μαγνήτης τό σίδερο, προκειμένου νά ἀπολαύσουν τά καλά καί τίς ἀρετές του. Ἀλλά ὅμως μία μοναχή, πού ὠνομαζόταν Μελανθία, ἡ ὁποία ἦταν μελανή καί μαύρη στήν ψυχή, ὅπως φανερώνει καί τό ὄνομά της, αὐτή λέω, βλέποντας τόν Εὐγένιο, πώς ἦταν ὡραῖος φυσικά, κυριεύθηκε ἀπό ἕναν ἔντονο καί σατανικό ἔρωτα ἀπό τήν ὄψι του. Ἔτσι βρίσκοντας μία πρόφασι, ὅτι εἶχε μία μακρά ἀσθένεια, τόν παρακαλοῦσε νά πάη νά τοῦ τήν φανερώση κρυφά καί ἰδιαιτέρως. Γιατί ἔλεγε ἡ μιαρή, ὅτι μέ ἄλλον τρόπο δέν ἦταν δυνατό νά ἐλευθερωθῆ ἀπό ἐκείνη τήν ἀσθένεια.
Ὁ Εὐγένιος μέ συντριβή καί λύπη στήν καρδιά πείσθηκε ἀπό ἁπλότητα στά δόλια λόγια τῆς Μελανθίας καί συμφώνησε νά πάη σ’ αὐτήν, μή γνωρίζοντας τόν κρυμμένο δόλο. Ὁ δέ διαβολικός ἔρωτας τῆς Μελανθίας, ἄναψε φλόγα στήν καρδιά της πρός τόν Εὐγένιο. Καί καθώς αὐτός εἶναι τυφλός, ὅπως τόν ὀνομάζουν οἱ σοφοί, ἔτσι τύφλωσε καί τά ψυχικά μάτια τῆς Μελανθίας καί τῆς προξένησε μία φλόγα πορνικοῦ πάθους. Ἐπειδή ὅμως δέν πέτυχε τόν διαβολικό σκοπό, πού εἶχε, ἀλλά ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Εὐγένιο, γι’ αὐτό ἀπό τό κακό της μηχανεύθηκε αὐτή τήν συκοφαντία λέγοντας, δηλαδή, ὅτι “ὁ Ἡγούμενος τοῦ τάδε Μοναστηριοῦ Εὐγένιος, ἐξαπατῶντας μέ τά λόγια του τίς σώφρονες καί καθαρές γυναῖκες, ζήτησε νά ἐξαπατήση καί ἐμένα ὁ πόρνος καί ὁ τολμηρός, ἀλλά ὅμως δέν τό πέτυχε”. Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ὁ πατέρας τῆς Εὐγενίας καί ἔπαρχος, ἀμέσως θύμωσε. Ἔτσι ἔστειλε στό Μοναστήρι καί ἔφεραν γρήγορα τόν Ἡγούμενο Εὐγένιο καί τούς Μοναχούς τοῦ Μοναστηριοῦ δεμένους, ὡς ψευδολάτρες καί κακοποιούς. Καί τούς παρουσίασε στό δικαστήριο, γιά νά ἀπολογηθοῦν σχετικά μέ τήν ὑπόθεσι αὐτή. Ὅταν λοιπόν παρουσιάσθηκαν καί τά δύο μέρη, ἄρχισε ἡ συκοφάντρια Μελανθία νά μιλᾶ ἐναντίον τοῦ Εὐγένιου νά βρίζη, νά περιγελᾶ, νά χλευάζη, νά φωνάζη μέ θρασύτητα καί νά τόν δείχνη μέ τό δάχτυλο στούς παρευρισκομένους ὡς ἐργάτη τῆς ἁμαρτίας. Ὁμοίως καί τούς ὑποτασσόμενους σ’ αὐτόν Μοναχούς, ὀνομάζοντάς τους φθορεῖς. Ἔλεγε δέ καί τά ἑξῆς ἡ τολμηρή, γιά νά τά ἀκούσουν ὅλοι· «Ἀκοῦστε ὅλοι ἐσεῖς οἱ παρευρισκόμενοι τά λόγια μου, τά ὁποῖα εἶναι ἀληθινά καί βέβαια». Ὤ τῆς ἀνοχῆς σου Δέσποτα, Κύριε, μέ τήν ὁποία ὑπέμεινες τήν συκοφάντρια, καί δέν ἔσχισες τήν γῆ, γιά νά τήν καταπιῆ!
Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ἡ Εὐγενία, ἀμέσως ἔσχισε τό φόρεμά της, καί ἔδειξε στούς παρόντες θέαμα φρικτό καί ἐξαίσιο. Καί στήν συνέχεια λέει μέ παρρησία στούς παρευρισκομένους· «Ἔπρεπε ἐμεῖς οἱ Μοναχοί νά ὑποφέρουμε ὕβρεις καί κοροϊδίες καί ξυλοδαρμούς τοῦ σώματος καί γι’ αὐτά ὅλα νά εὐχαριστοῦμε. Ὅμως γιά νά μήν χλευάζεται τό σεμνό καί ἀγγελικό σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ἀκοῦστε. Ἐγώ ὡς πρός τήν φύσι εἶμαι γυναίκα, θυγατέρα τοῦ φίλτατου πατέρα μου αὐτοῦ καί δικαστῆ, μπροστά στόν ὁποῖο κρίνομαι σήμερα. Μητέρα μου εἶναι ἡ σύζυγός του, ἐνῶ αὐτοί οἱ παριστάμενοι ἀδελφοί εἶναι δοῦλοι μου». Ὅταν ἄκουσαν αὐτά τά λόγια τῆς καλῆς Εὐγενίας, ἔμειναν ὅλοι ἔκπληκτοι. Μέ ποιόν ὅμως τρόπο τιμώρησε ἡ θεία δίκη τήν Μελανθία, μπορεῖ βέβαια νά θαυμάση, ὅποιος θελήση νά τόν ἀκούση[236]. Παρακινούμενος λοιπόν ἀπό αὐτή τήν αἰτία ὁ πατέρας τῆς Ἁγίας Εὐγενίας, ἄφησε ἀμέσως τήν δόξα τοῦ κόσμου μαζί καί τόν πλοῦτο καί ὅλη τήν φαντασία τῆς ζωῆς, καί ἀναγεννήθηκε μέσῳ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Καί ὁ πρώην λύκος γίνεται ποιμένας τῶν Χριστιανῶν τῆς πόλεως. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε καλῶς τήν ζωή του, στά στερνά του τελείωσε μέ μαρτύριο. Διότι, ἀφοῦ καταπληγώθηκε ἀπό τούς ἀπίστους γιά τήν πίστι στόν Χριστό, χαρούμενος ἀνέβηκε στίς οὐράνιες Μονές. Ἡ μητέρα τῆς Ὁσίας ἀφήνοντας τήν γῆ τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἐπέστρεψε στήν πατρίδα της τήν Ρώμη, μαζί μέ τίς θυγατέρες της καί ἐκεῖ πάλι κατοικεῖ σύμφωνα μέ τόν πόθο της. Ἐπειδή ὅμως τότε βγῆκε βασιλική διαταγή, ἤ νά θυσιάζουν οἱ Χριστιανοί στά εἴδωλα ἤ νά θανατώνωνται κακῶς, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἡ Ἁγία αὐτή Εὐγενία, ἀφοῦ ἔλαμψε σέ ὅλους μέ τίς ἀρετές της, τέλος πάντων καταφλεγόμενη ἀπό τόν πνευματικό ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ἔλαβε θάρρος καί κήρυξε τήν εὐσέβεια. Γι’ αὐτό ἀφοῦ τήν ἔδεσαν ἀπό μία πέτρα βαρύτατη, τήν ἔρριξαν στήν θάλασσα. Ἐπειδή ὅμως ἔμεινε ἀβλαβής, γι’ αὐτό ἀποκεφαλίσθηκε καί ἔτσι χαρούμενη ἔφυγε ἡ μακάρια πρός αὐτόν πού ποθοῦσε τόν νυμφίο Χριστό. Γιά νά συμβασιλεύη μαζί του αἰώνια. (Τόν ἀναλυτικό Βίο της βλέπε στόν Παράδεισο[237]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ Ἁγία Μάρτυς Βασίλλα, ἡ συμμαρτυρήσασα τῇ Ἁγίᾳ Εὐγενίᾳ, ξίφει τελειοῦται.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φίλιππος, ὁ πατήρ τῆς Ἁγίας Εὐγενίας, μαχαίρᾳ τελειοῦται.
Οἱ Ἅγιοι Πρωτᾶς καί Ὑάκινθος, οἱ εὐνοῦχοι καί συνασκηταί τῆς Ἁγίας Εὐγενίας, ξίφει τελειοῦνται.
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Νικολάου τοῦ ἀπό στρατιωτῶν καί διήγησις ὠφέλιμος.
Αὐτός ὁ ἐν ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν Νικόλαος ἔγινε στρατιώτης στά χρόνια τοῦ βασιλέως Νικηφόρου, πού ἀποκαλεῖτο Πατρίκιος καί Σταυράκιος, τό ἔτος 802. Καί, ὅταν ἐκεῖνος συγκέντρωσε στρατεύματα, γιά νά πολεμήση τούς Βουλγάρους, τότε καί αὐτός βγῆκε μαζί μέ τό στράτευμα. Καί περνῶντας ἀπό ἕναν τόπο, ἐπειδή ἦταν βράδυ, ἔμεινε σέ ἕνα πανδοχεῖο, δηλαδή χάνι. Καί ἀφοῦ δείπνησε μαζί μέ τόν πανδοχέα, ἔκανε τήν προσευχή του καί πλάγιασε, γιά νά κοιμηθῆ. Κατά τίς ἕξι, ἤ καί τίς ἑπτά ἡ ὥρα τήν νύχτα, ἡ θυγατέρα τοῦ πανδοχέα, καθώς κτυπήθηκε ἀπό σατανικό ἔρωτα, πῆγε ἐκεῖ, ὅπου κοιμόταν ὁ Ὅσιος, καί τόν ἐνώχλησε, τραβῶντας τον σέ αἰσχρή συνεύρεσι. Ὁ δέ Ἅγιος εἶπε πρός αὐτήν· «Σταμάτα, γυναῖκα, ἀπό τόν σατανικό καί ἀθέμιτο ἔρωτα. Καί μή θελήσης καί ἐσύ νά μολύνης τήν παρθενία σου καί ἐμένα τόν ταλαίπωρο νά μέ κατεβάσης στόν Ἅδη». Ἐκείνη λοιπόν ἀναχώρησε πάλι γιά λίγο. Ἀλλά πάλι μετά ἀπό λίγη ὥρα πῆγε καί ἐνοχλοῦσε τόν δίκαιο. Ὁ δέ Ὅσιος τήν ἔδιωξε καί τήν δεύτερη φορά, ἀφοῦ τήν κατηγόρησε καί τήν ἐπέπληξε δυνατά. Ἐκείνη ὅμως πάλι ἀναχώρησε καί πάλι γύρισε, μεθυσμένη ἀπό τόν ἔρωτα.
Τότε ὁ Ἅγιος τῆς λέει· «Ταλαίπωρη καί γεμάτη ἀπό κάθε ἀδιαντροπιά, δέν βλέπεις πώς οἱ δαίμονες σέ ταράζουν, καί γιά νά διαφθείρουν τήν παρθενία σου καί γιά νά κολάσουν τήν ψυχή σου; Καί στήν συνέχεια νά σέ κάνουν περίγελο καί ντροπή σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους; Δέν βλέπεις, πώς καί ἐγώ ὁ ἐλάχιστος πηγαίνω σέ ἔθνη βάρβαρα καί σέ πόλεμο καί σέ αἱματοχυσία, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ; Πῶς λοιπόν νά μολύνω τήν σάρκα μου, τήν ὥρα πού πηγαίνω σέ πόλεμο;». Αὐτά καί ἄλλα παρόμοια ἐπιπληκτικά λόγια, ἀφοῦ εἶπε ὁ δίκαιος στήν γυναῖκα, καί ἀφοῦ τήν ἔδιωξε, σηκώθηκε ἐπάνω. Καί ἀφοῦ ἔκανε τήν προσευχή του, πῆγε στήν προκείμενη ὑπηρεσία του. Τήν ἐρχόμενη νύχτα, μόλις κοιμήθηκε, βλέπει πώς στεκόταν σέ ἕναν ψηλό καί περίοπτο τόπο. Κοντά του ὅμως βλέπει, πώς καθόταν ἕνας δικαστής, ὁ ὁποῖος εἶχε τό δεξί του πόδι βαλμένο ἐπάνω στό ἀριστερό καί τοῦ ἔλεγε· «Βλέπεις τά στρατεύματα τοῦ ἑνός μέρους τῶν Ρωμαίων καί τοῦ ἄλλου μέρους τῶν Βουλγάρων;». Ὁ δέ Νικόλαος ἀπαντοῦσε· «Ναί, Κύριε, βλέπω, ὅτι οἱ Ρωμαῖοι χτυποῦν καί νικοῦν τούς Βουλγάρους». Τότε ὁ δικαστής λέει πρός τόν δίκαιο· «Βλέπε πρός ἐμένα». Καί αὐτός, ἀφοῦ ἔστρεψε τά μάτια του πρός αὐτόν, εἶδε ὅτι, τό μέν δεξί του πόδι τό εἶχε ἐπάνω, στήν γῆ. Τό δέ ἀριστερό τό εἶχε ἐπάνω στό δεξί. Ἔπειτα ἀφοῦ γύρισε τά μάτια του στά στρατεύματα, βλέπει, πώς οἱ ἐχθροί Βούλγαροι χτυποῦσαν τούς Ρωμαίους.
Καί ἀφοῦ σταμάτησε ἡ σύγκρουσι καί ὁ πόλεμος, λέει ὁ φαινόμενος δικαστής πρός τόν δίκαιο· «Σκέψου καλά τούς τόπους τῶν φονευθέντων σωμάτων καί λέγε μου τί βλέπεις». Ὁ Νικόλαος, ἀφοῦ σκέφθηκε καλά, εἶδε ὅλη τήν γῆ ἐκείνη γεμάτη ἀπό νεκρά σώματα τῶν φονευθέντων Ρωμαίων. Ἀνάμεσα δέ σέ αὐτά, βλέπει καί ἕναν τόπο πράσινο καί ὡραῖο πού εἶχε τίς διαστάσεις μιᾶς κλίνης ἑνός ἀνθρώπου. Τότε ὁ φαινόμενος φοβερός εἶπε στόν στρατιώτη Νικόλαο. Καί τίνος θεωρεῖς ὅτι εἶναι ἐκείνη ἡ μία κλίνη; Ὁ Νικόλαος ἀποκρίθηκε· «Ἁπλός ἄνθρωπος εἶμαι καί ἀμαθής, ἀφέντη μου, καί δέν ξέρω». Λέγει σ’ αὐτόν πάλι ἐκεῖνος ὁ φοβερός· «Ἡ μία κλίνη πού βλέπεις, εἶναι δική σου. Καί σ’ αὐτήν ἐπρόκειτο νά πέσης καί ἐσύ, μαζί μέ τούς ἄλλους φονευθέντες συστρατιῶτες σου. Ἐπειδή ὅμως τήν περασμένη νύχτα ἀποτίναξες εὔστοχα καί νίκησες τό τριπλόκαμο φίδι, δηλαδή τήν γυναῖκα, πού σέ πολέμησε τρεῖς φορές, παρακινῶντας σε σέ αἰσχρή συνεύρεσι, γι’ αὐτό ἐσύ ὁ ἴδιος λύτρωσες τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν σύγκρουσι αὐτή καί τόν θάνατο καί ἔσωσες τήν ψυχή σου μαζί καί τό σῶμα σου. Λοιπόν οὔτε φυσικός θάνατος θά σέ κυριεύση, ἄν τυχόν μέ ὑπηρετήσης γνήσια».
Ἀφοῦ τά εἶδε αὐτά ὁ δίκαιος καί γέμισε ἀπό φόβο, ξύπνησε. Καί, ἀφοῦ σηκώθηκε ἀπό τήν κλίνη του, προσευχήθηκε. Καί, ἀφοῦ γύρισε πίσω σέ διάστημα μιᾶς ἡμέρας, ἀνέβηκε σέ ἕνα βουνό καί ἐκεῖ προσευχόταν μέ ἡσυχία πρός τόν Θεό γιά τό Ρωμαϊκό στράτευμα. Ὅταν ὅμως ὁ βασιλιάς πῆγε στίς κλεισοῦρες τῆς Βουλγαρίας, ἀνέβηκαν καί οἱ Βούλγαροι στό βουνό, ἀφήνοντας γιά τήν φύλαξι τοῦ τόπου, δεκαπέντε χιλιάδες στράτευμα, ἤ καί λίγο περισσότερο, ἤ καί λίγο λιγότερο, τούς ὁποίους οἱ Ρωμαῖοι τούς κατέσφαξαν. Ἔτσι ὑπερηφανευόμενοι γιά τήν νίκη αὐτή, ἀμέλησαν. Καί λοιπόν σέ μιά στιγμή, ὅπου ὅλοι οἱ Ρωμαῖοι κοιμοῦνταν ἀμέριμνα καί ἀφύλακτα, τούς ἐπιτέθηκαν τήν νύχτα οἱ Βούλγαροι καί ὅλους σχεδόν, μαζί μέ τόν βασιλέα Νικηφόρο, τούς κατέσφαξαν. Τότε ὁ δίκαιος Νικόλαος, καθώς θυμήθηκε τήν ὀπτασία, πού εἶδε, εὐχαρίστησε τόν Θεό καί ἐπέστρεψε πίσω κλαίγοντας καί ὀδυρόμενος. Ἔπειτα πηγαίνοντας σέ ἕνα Μοναστήρι, ἔλαβε τό ἀγγελικό σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Καί ἀφοῦ ὑπηρέτησε γνήσια τόν Θεό γιά ἀρκετά χρόνια, ἔγινε πολύ ξεχωριστός καί μέγας Πατέρας.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀχαϊκός ξίφει τελειοῦται.
Ὁ Ὅσιος Ἀντίοχος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[238].
* Ὁ Ὅσιος Βιτιμίων ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται[239].
* Ὁ Ὅσιος Ἀφροδίσιος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
* Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἄχμεδ, ὁ μαρτυρήσας ἐν Κωνσταντινουπόλει κατά τό 1682 ἔτος, ξίφει τελειοῦται.
Αὐτός ἔχοντας σκλάβα Ρωσσίδα συνευρισκόταν μέ αὐτήν, τήν ἄφηνε ὅμως νά πηγαίνη στήν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν στίς ἐπίσημες ἡμέρες· ἐπειδή ὅμως ὅταν ἐκείνη ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἐκκλησία, αὐτός αἰσθανόταν ἄρρητη εὐωδία, πού ἔβγαινε ἀπό τό στόμα της, τήν ρώτησε τί τρώει καί μυρίζει ἔτσι; Ἐκείνη τοῦ εἶπε, ὅτι τρώει ἀντίδωρο καί πίνει ἁγιασμό. Ὅταν τά ἄκουσε αὐτά, προσκαλεῖ ἕναν ἐφημέριο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τοῦ λέει νά ἑτοιμάση τόπο γιά νά πάη αὐτός, ὅταν λειτουργῆ ὁ Πατριάρχης. Ὅταν ἔγινε αὐτό, ἔβλεπε, ὤ τοῦ θαύματος! ὅταν εὐλογοῦσε ὁ Πατριάρχης τόν λαό, νά βγαίνουν ἀπό τό κριτήριο καί ἀπό τά δάκτυλά του ἀκτίνες καί ἔπεφταν ἐπάνω στίς κεφαλές ὅλων τῶν Χριστιανῶν, μόνο δέ τήν δική του κεφαλή ἄφηναν ἄμοιρη. Ὅταν εἶδε αὐτό τό θαυμάσιο, φωνάζει τόν ἱερέα καί βαπτίζεται καί ἦταν κρυφά Χριστιανός γιά ἀρκετό καιρό. Σέ μία συγκέντρωσι ὅμως κάποτε λογόφερναν οἱ μεγιστάνες γιά τό ποιός νά εἶναι ἄραγε ὁ μεγαλύτερος. Καί ρώτησαν καί αὐτόν. Καί αὐτός φώναξε ὅσο πιό δυνατά μποροῦσε μέ πολλή μεγάλη φωνή, ὅτι πιό μεγάλη ἀπό ὅλα εἶναι ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν καί ὡμολόγησε τόν ἑαυτό του Χριστιανό καί ἀφοῦ κήρυξε μέ θάρρος ὅλο Μυστήριο τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, τό Μακάριο τέλος τοῦ Μαρτυρίου δέχθηκε.
[235] Σημείωσε, ὅτι τήν ἡμέρα αὐτή τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων λέγεται λόγος τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Μέλλοντος ἀγαπητοί τοῦ κοινοῦ Σωτῆρος». Καί ὁ λόγος τοῦ Ἀθανασίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὥσπερ οἱ τήν χρυσῖτιν γῆν μεταλλεύειν». (Σώζονται καί οἱ δύο στήν Μεγίστη Λαύρα καί στήν Μονή Διονυσίου.)
[236] Διότι ὁ παντοδύναμος καί δικαιοκρίτης Θεός, πού κατοικεῖ στά ψηλά καί βλέπει τά ταπεινά, ἔρριξε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κατέκαυσε τήν Μελανθία καί ὅλο το σπίτι της ἀπό τά θεμέλια. Ἔτσι πολλοί πίστευσαν στόν Χριστό, βλέποντας αὐτό τό θαυμάσιο (στόν ἀναλυτικό βίο της).
[237] Σημείωσε, ὅτι τό Συναξάρι τῆς Ὁσίας αὐτῆς Εὐγενίας συνεγράφη μέ ἰαμβικούς στίχους ἀπό τούς ὁποίους καί μετεφράσθηκε. Γράφει δέ καί ὁ Μεταφραστής τόν βίο της, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Κομμόδου μετά Μᾶρκον». (Σώζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
[238] Ὁ Ἀντίοχος αὐτός φαίνεται νά εἶναι αὐτός πού χρημάτισε ἐπί βασιλέως Ἡρακλείου τό ἔτος 610, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀπό τήν Παλαιστίνη Μοναχός καί τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα, περιβόητος στήν ἀρετή καί στήν ἁγιότητα. Ὁ ὁποῖος ἐθρήνησε σάν ἄλλος Ἱερεμίας γιά τήν Ἱερουσαλήμ, ὅταν αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς Πέρσες καί γιά τόν ἐμπρησμό της καί γιά τήν μετακίνησι τοῦ ἁγίου Σταυροῦ στήν Περσία, ὅπως αὐτός γράφει στόν ρζ΄ λόγο. Αὐτός ἔγραψε πρός τόν Εὐστάθιο Ἡγούμενο Μονῆς τῆς Ἀτταλινῆς πόλεως Ἀγκύρας τῆς Γαλατίας, ἐπιστολή σχετική μέ τούς ἐκεῖ Ἁγίους Πατέρες, κεφάλ. ρλ΄ , καί προσευχή ἐξομολογήσεως ἄξια κάθε ἐπαίνου, τά ὁποῖα τυπώθηκαν στήν Βιβλιοθήκη τῶν Πατέρων (βλέπε σελ. 168, τοῦ β΄ τόμου τοῦ Μελετίου). Αὐτός λεγόταν Πάνδεκτος. Καί ἔγραψε πολλές εὐχές στόν Κύριο. Μία ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι καί ἡ εὐχή πρίν ἀπό τόν ὕπνο, τό· «Καί δός ἡμῖν Δέσποτα πρός ὕπνον ἀπιοῦσιν». Σχεδόν τά ἴδια γράφει καί ὁ Δοσίθεος σχετικά μέ αὐτόν τόν Ἀντίοχο, ἐνῶ προσθέτει, ὅτι αὐτός εἶχε καί τήν ἐπιστασία τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα. Καί ὅτι τό βιβλίο του ὀνομάζεται Πανδέκτης (ἀπό αὐτήν ὅπως φαίνεται ὠνομάσθηκε καί Πάνδεκτος) καί ἔχει ἑκατόν τριάντα διαφορετικά κεφάλαια. (Τά κεφάλαια αὐτά βρίσκονται στό χειρόγραφο Κουβαρᾶ τῆς Μονῆς τοῦ Διονυσίου.) Αὐτός θρηνεῖ καί ὀδύρεται γιά τούς Ὁσίους Πατέρες πού φονεύθηκαν ἀπό τούς Ἰσμαηλίτες στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, οἱ ὁποῖοι ἑορτάζουν στίς εἴκοσι τοῦ Μαρτίου (σελίδα 535, τῆς Δωδεκαβίβλου). Αὐτός εἶπε καί τό ἀξιομνημόνευτο αὐτό ἀπόφθεγμα· «Ὁ ὑπερήφανος Μοναχός, εἶναι δέντρο χωρίς καρπό καί χωρίς ρίζα καί δέν μπορεῖ νά ὑπομείνη τό φύσημα τοῦ ἀνέμου. Καί ὅπως ἀκριβῶς μία ραγισμένη φυσσαλίδα ἐξαφανίζεται, ἔτσι καί ἡ μνήμη τοῦ ὑπερήφανου μετά τόν θάνατο χάνεται. Καί ὅπως ἀκριβῶς ἡ προσευχή τοῦ ταπεινοῦ κάμπτει τόν Θεό, ἔτσι καί ἡ δέησις τοῦ ὑπερήφανου ἐξοργίζει τόν Ὕψιστο» (σελ. 715, τοῦ Εὐεργετινοῦ).
[239] Ὁ Ὅσιος αὐτός φαίνεται στόν Παράδεισο τῶν Πατέρων, ὅτι ὀνομάζεται Βιτίμιος. Σ’ αὐτόν ἔδωσαν μία φορά μῆλα, νά τά δώση στούς γέροντες στήν Σκήτη. Καί ἀφοῦ ἔφυγε καί χτύπησε τήν πόρτα τοῦ κελιοῦ τοῦ Ἀββᾶ Ἀχιλλᾶ, θέλησε νά τοῦ δώση ἀπό τά μῆλα. Ὁ Ἀχιλλᾶς τοῦ ἀποκρίθηκε· «Αὐτή τήν ὥρα δέν ἤθελα, ἀδελφέ, νά χτυπήσης τήν πόρτα μου, ἀκόμη καί ἄν ἤθελες νά μοῦ δώσης Οὐράνιο μάννα. Γι’ αὐτό μήν πᾶς οὔτε σέ κελλί ἄλλου». Ὁ Βιτίμιος λοιπόν πῆγε τά μῆλα στήν Ἐκκλησία, αὐτός ὅμως ἀναχώρησε στό κελλί του.


Login