Τῷ αὐτῶ μηνί KA΄ , μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Θαδδαίου, τοῦ καί Λευαίου.
Θαδδαῖε ποῖον ἄλλο σοι πλέξω στέφος,
Ἤ αὐτόπτην λέγειν σε καί μύστην Λόγου;
Εἰκάδι πρώτῃ Θαδδαῖος βιότοιο ἀπέπτη.
Αὐτός ἦταν ἀπό τήν πόλι Ἔδεσσα, Ἑβραῖος ὡς πρός τό γένος, καί ἐκπαιδευμένος ἀπόλυτα στίς θεῖες Γραφές. Αὐτός λοιπόν ἀνέβηκε στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήση, τόν καιρό τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Καί ἀφοῦ ἄκουσε τό κήρυγμά του καί ὑπερθαύμασε τήν ἀγγελική του ζωή, βαπτίσθηκε ἀπό αὐτόν. Μετά ἀπό αὐτά βλέποντας τόν Δεσπότη Χριστό καί τά ἄπειρα θαύματα, πού τελοῦσε καί ἀκούγοντας καί τήν διδασκαλία του, τόν ἀκολούθησε μέχρι τό Σωτήριο Πάθος. Καί μετά ἀπό τήν Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου, γύρισε στήν πατρίδα του τήν Ἔδεσσα καί, ἀφοῦ βάπτισε τόν τοπάρχη Αὔγαρο, καθάρισε τό ὑπόλειμμα ἐκεῖνο τῆς λέπρας, πού ἔμεινε στό μέτωπό του, ὅπως τό ἀναφέραμε αὐτό στίς δέκα ἕξι τοῦ Αὐγούστου στό Συναξάρι. Ἔπειτα πέρασε τίς πόλεις τῆς Συρίας καί πολλούς καί ἄλλους δίδαξε καί φώτισε καί Ἐκκλησίες ἔκτισε. Φθάνοντας τέλος στό Βερούτι, πού εἶναι πόλις τῆς Φοινίκης, δίδαξε καί βάπτισε πολλούς καί ἔτσι ἐκεῖ παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τελεῖται ἡ Σύναξί του καί ἡ ἑορτή στόν σεπτό Ναό τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου καί πανευφήμου Ἀποστόλου Πέτρου, πού βρίσκεται κοντά στήν μεγάλη Ἐκκλησία καί στό Μοναστήρι τοῦ Πρόβου[1].
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Βάσσης
καί τῶν τέκνων αὐτῆς Θεογνίου, Ἀγαπίου καί Πιστοῦ.
Μητρός μιᾶς κάλλιστα παιδία τρία,
Σύν μητρί Βάσσῃ πρός τομήν ψυχή μία.
Αὐτή ἡ Ἁγία Μάρτυς Βάσσα ἦταν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 290, καί καταγόταν ἀπό τήν πόλι Ἔδεσσα. Καί καθώς παντρεύτηκε μέ κάποιον Οὐαλλέριο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας τῶν εἰδώλων, γέννησε ἀπό αὐτόν τρεῖς υἱούς, τόν Θεόγνιο, τόν Ἀγάπιο καί τόν Πιστό, τούς ὁποίους ἀνέτρεφε μέ τήν εὐσέβεια πρός τόν Θεό, ἐπειδή καί ἡ ἴδια ἦταν ἀπό τούς προγόνους της Χριστιανή καί πιστή. Αὐτήν λοιπόν ἐπειδή τήν διέβαλε ὁ ἴδιος ὁ ἄνδρας της, τήν παρέστησαν μαζί μέ τούς τρεῖς υἱούς της μπροστά στόν ἀνθύπατο καί βικάριο καί ὡμολόγησε, ὅτι εἶναι Χριστιανή. Γι’ αὐτό αὐτήν καί τούς δύο της υἱούς, τούς ἔβαλαν στήν φυλακή. Ἐνῶ τόν Θεόγνιο, τόν πρῶτο της υἱό, ἀφοῦ τόν κρέμασαν, τόν ξέσχισαν. Καί ὕστερα ἀπό αὐτόν μεταφέρθηκε καί ὁ δεύτερός της υἱός, ὁ Ἀγάπιος καί τόν ἔδειραν. Ἡ μητέρα του ὅμως τοῦ ἔδινε θάρρος καί τόν παρακινοῦσε στό μαρτύριο. Μετά ἀπό αὐτά ἔγδαραν τό δέρμα τῆς κεφαλῆς του μέχρι τό στῆθος του. Καί ὅση ὥρα τόν ἔγδερναν, ἔλεγε ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ τό ἀξιομνημόνευτο αὐτό ἀπόφθεγμα· «Οὐδέν οὕτως ἠδύ, ὡς τό πάσχειν ὑπέρ Χριστοῦ». Δηλαδή κανένα πρᾶγμα δέν εἶναι τόσο γλυκό, ὅσο εἶναι τό νά πάσχη κανείς γιά τόν Χριστό[2].
Ὕστερα μεταφέρθηκε καί ὁ τρίτος της υἱός, πού ὠνομαζόταν Πιστός καί, ἀφοῦ ὡμολόγησε τήν πίστι πρός τόν Χριστό, τιμωρήθηκε μέ διάφορα βασανιστήρια καί ἔτσι ἔλαβε τήν ἀπόφασι νά θανατωθῆ ἀπό ξίφος, μαζί μέ τούς δύο του ἀδελφούς. Ἀμέσως λοιπόν ἀποκεφαλίσθηκαν καί οἱ τρεῖς καί ἔλαβαν οἱ μακάριοι τούς ἀμάραντους στεφάνους τῆς ἀθλήσεως. Τήν μητέρα τους, τήν Βάσσα τήν ἔβαλαν στήν φυλακή καί, ἐνῶ βρισκόταν ἐκεῖ, ἔλαβε τροφή ἀπό τό χέρι Ἀγγέλου καί, ἀφοῦ τήν ἔφαγε, δυναμώθηκε. Ἔπειτα τήν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή καί τήν πρόσταξαν νά ἀκολουθῆ πίσω ἀπό τόν βικάριο, ὁ ὁποῖος πήγαινε στήν Μακεδονία. Ἐκεῖ ἀνάγκασαν τήν Ἁγία νά θυσιάση στά εἴδωλα καί, ἐπειδή δέν συμφώνησε μ’ αὐτό, πρῶτα μέν τήν ἔβαλαν μέσα στό νερό καί ἔπειτα τήν ἔβαλαν στήν φωτιά καί μετά ἀπό αὐτά τήν λιθοβόλησαν.
Ἐπειδή ὅμως ἔμεινε ἀβλαβής ἀπό ὅλα αὐτά, γι’ αὐτό μεταφέρθηκε στόν ναό τῶν εἰδώλων καί, ἀφοῦ ἔπιασε τό εἴδωλο τοῦ Δία, τό κούνησε δυνατά καί τό γκρέμισε στήν γῆ καί τό ἔσπασε. Γι’ αὐτόν τό λόγο παραδόθηκε στά θηρία νά τήν φᾶνε καί, ἀφοῦ διαφυλάχθηκε ἀπό αὐτά ἀβλαβής, τήν ἔρριξαν στήν θάλασσα μακριά ἀπό τήν στεριά περίπου τριάντα στάδια, δηλαδή περίπου τέσσερα μίλια. Καί τότε φάνηκε ἡ Ἁγία σέ ὅσους τήν ἔβλεπαν ἀπό μακριά, ὅτι καθόταν ἐπάνω σέ θρόνο, καί μαζί μέ τόν θρόνο φαίνονταν καί τρεῖς ἄνδρες, πού ἔλαμπαν περισσότερο ἀπό τόν ἥλιο[3], οἱ ὁποῖοι φάνηκαν, ὅτι ἔβαλαν τήν Ἁγία μέσα σέ καΐκι μαζί μέ τόν θρόνο της. Καί μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἐμφανίσθηκε ἡ Μάρτυς ἐπάνω στό νησί τῆς Ἅλωνος, τό ὁποῖο εἶναι πρός τό μέρος τοῦ Ἑλλησπόντου καί στά τουρκικά λέγεται Πασᾶ λιμάνι, ἐνῶ ὑπόκειτο στήν δικαιοδοσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Προικονήσου.
Μόλις τό ἔμαθε αὐτό ὁ ἀνθύπατος, πού βρισκόταν στήν Μακεδονία, καθώς τοῦ τό ἀνάγγειλε ἕνας ἄνθρωπος, πού ὠνομαζόταν Φίλιππος, ἔγραψε στόν κονσουλάριο τῆς Κυζίκου καί ἄρχοντα τῆς ἐπαρχίας Ἑλλησπόντου, παρακινῶντας τον νά πιάση τήν Ἁγία. Ἔτσι αὐτός τήν ἀναζήτησε καί τήν βρῆκε καί ἐπειδή ἡ Μάρτυς δέν πείσθηκε νά θυσιάση στά εἴδωλα, γι’ αὐτό πρόσταξε καί ἔδεσαν τά χέρια της πρός τά πίσω· στήν συνέχεια ἔσπασαν τά μέλη της καί τελευταῖα ἔκοψαν τήν ἁγία της κεφαλή καί ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου[4].
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
[1] Σημείωσε, ὅτι αὐτόν τόν Ἀπόστολο ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος τόν συμπεριλαμβάνει στούς Δώδεκα Ἀποστόλους λέγοντας· «Καί Λευαῖος ὁ ἐπικληθείς Θαδδαῖος» (Ματθ. 10,3). Ὁπότε λανθασμένα τόν ἀναφέρει ὡς ἕναν ἀπό τούς Ἑβδομῆντα ὁ Γεώργιος ὁ Σύγγελος στήν Χρονολογία. Ἐνῶ στίς 19 Ἰουνίου ἀναφέρεται, διότι ὁ Θαδδαῖος αὐτός εἶναι ὁ ἴδιος μέ τόν Ἰούδα τόν Ἰακώβου.
[2] Γι’ αὐτό εἶπε καί ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «Ἄς δεχώμαστε τά πάντα γιά χάρι τοῦ Λόγου. Ἄς μιμούμαστε μέ τά πάθη μας τό Πάθος. Ἄς τιμοῦμε τό αἷμα του μέ τό αἷμα μας. Καί ἄς ἀνερχώμαστε μέ προθυμία στόν Σταυρό. Τά καρφιά εἶναι γλυκά, ἔστω καί ἄν προκαλοῦν φοβερούς πόνους, διότι τό νά ὑποφέρη κανείς μαζί μέ τόν Χριστό καί γιά χάρι τοῦ Χριστοῦ, εἶναι προτιμότερο ἀπό τό νά ζῆ ζωή ἀπολαύσεων κοντά σέ ἄλλους» (Λόγ. στό Πάσχα).
[3] Οἱ τρεῖς ἡλιόμορφοι ἄνδρες, πού φαίνονταν, ἴσως ἦταν οἱ τρεῖς υἱοί τῆς Ἁγίας, πού εἶχαν μαρτυρήσει πρίν, ὁ Θεόγνιος, ὁ Ἀγάπιος καί ὁ Πιστός.
[4] Περιττά ὅμως ἀναγράφεται ἐδῶ ἀπό τόν τυπωμένο Συναξαριστή τό Συναξάρι τῆς Ὁσίας Θεοκλητοῦς τῆς Θαυματουργοῦ. Διότι αὐτό ἀναγράφηκε καταλληλότερα στίς τρεῖς τοῦ Αὐγούστου, ὁπότε καί ἑορτάζεται ἡ μνήμη της.


Login