Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου. Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παύλου τοῦ νέου, ἀσκήσαντος ἐν τῷ ὄρει τοῦ Λάτρου.

 Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου.

Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Ρώ­μης, κα­τά τό ἔ­τος 117, πο­λύ νέ­ος στήν ἡ­λι­κί­α, ὀρ­φα­νός ἀ­πό πα­τέ­ρα, μη­τέ­ρα ἔ­χον­τας μό­νο, πού λε­γό­ταν Ἀν­θί­α. Ἡ ὁ­ποί­α δι­δά­χθη­κε ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο τήν πί­στι στόν Χρι­στό. Αὐ­τός λοι­πόν ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­κό­μη παι­δί, προ­σφέρ­θη­κε ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του στόν Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Ρώ­μης Ἀ­νί­κη­το. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα καί συγ­κα­τα­ριθ­μή­θη­κε στό τάγ­μα τῶν κλη­ρι­κῶν, δη­λα­δή ἔ­γι­νε Ἀ­να­γνώ­στης. Ὅ­ταν δέ ἔ­γι­νε δε­κα­πέν­τε ἐ­τῶν, χει­ρο­το­νή­θηκε Δι­ά­κο­νος. Κα­τά δέ τό δέ­κα­το ὄ­γδο­ο ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἱ­ε­ρέ­ας καί στό εἰ­κο­στό ἔ­τος χει­ρο­το­νή­θη­κε Ἐ­πί­σκο­πος τοῦ Ἰλ­λυ­ρι­κοῦ, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως, λό­γῳ τῆς ὑ­περ­βο­λι­κῆς του ἀ­ρε­τῆς, ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα[188]. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἐ­πέ­στρε­φε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ πολ­λούς Ἕλ­λη­νες μέ τήν δι­δα­σκα­λί­α του, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ὡ­δη­γή­θη­κε μπρο­στά στόν αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­δρια­νό. Καί ἀ­φοῦ ἀ­νε­κή­ρυ­ξε τόν Χρι­στό ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό, μέ δι­α­τα­γή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα το­πο­θε­τεῖ­ται ἐ­πά­νω σέ ἕ­να χάλ­κι­νο καί πυ­ρω­μέ­νο κρεβ­βά­τι, κά­τω ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν στρωμ­μέ­νη φω­τιά. Ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­νε­ται ἐ­πά­νω σέ μί­α σχά­ρα πο­λύ ­ναμ­μέ­νη. Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά το­πο­θε­τεῖ­ται μέ­σα σέ ἕ­να πυ­ρω­μέ­νο τη­γά­νι γε­μᾶ­το ἀ­πό λά­δι καί λί­πος καί πίσ­σα. Ἀ­πό τήν θεί­α ὅ­μως χά­ρι δι­α­φυ­λά­χθηκε ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά ἀ­βλα­βής.

Στήν συ­νέ­χεια ὅ­μως κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται, μέ τήν συμ­βου­λή τοῦ ἐ­πάρ­χου Κο­ρέμ­μο­να, ἕ­νας φοῦρ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε σουβλιά αἰχμηρά ἀ­πό τά δύ­ο μέ­ρη. Μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος ὁ Κο­ρέμ­μων μπῆ­κε, ἀ­φοῦ ἦ­ταν γε­μᾶ­τος ἀ­πό Πνεῦ­μα Ἅ­γιο καί ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό, ὅ­τι εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός. Ἐ­πει­δή ὅ­μως βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ ἀ­βλα­βής, γι’ αὐ­τό ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται καί λαμ­βά­νει τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τόν στέ­φα­νο. Ὁ δέ Ἅ­γιος Ἐ­λευ­θέ­ριος το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­σα σέ τη­γά­νι. Καί ἀ­μέ­σως ἡ μέν φω­τιά ἔ­σβυ­σε, ἐ­νῶ αὐ­τός βγῆ­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ σῶ­ος καί ἀ­βλα­βής. Ἔ­πει­τα ρί­χνε­ται στήν φυ­λα­κή καί ἀ­φοῦ δέ­θη­κε σέ ἅμαξα, σύ­ρε­ται ἀ­πό ἄ­γρια ἄ­λο­γα. Καί ἀ­φοῦ λύ­θη­κε ἀ­πό τήν ἅμαξα ἀ­πό θεί­ους Ἀγ­γέ­λους, ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω σέ ἕ­να βου­νό ­ψη­λό καί ἐ­κεῖ συ­να­να­στρε­φό­ταν μέ τά ἄ­γρια ζῶ­α, τά ὁ­ποῖ­α γίνον­ταν ἥ­με­ρα, ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος με­λε­τοῦ­σε τά λό­για του Θε­οῦ. Ὅ­ταν πά­λι στάλ­θη­καν στρα­τι­ῶ­τες νά τόν συλ­λά­βουν, ὁ Ἅ­γιος, ἀ­φοῦ τούς νου­θέ­τη­σε, τούς ἐ­πέ­στρε­ψε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί τούς βά­πτι­σε. Καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τούς, ἀλ­λά καί ἄλ­λους Ἕλ­λη­νας βά­πι­σε μέ­χρι πεν­τα­κό­σιους, ἀ­φοῦ πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό. Ὡ­δη­γή­θη­κε κα­τό­πιν στόν αὐ­το­κρά­το­ρα, καί μο­λο­νό­τι πα­ρα­δό­θη­κε στά θη­ρί­α γιά νά τόν φᾶ­νε, δι­α­φυ­λά­χθη­κε σῶ­ος καί ἀ­βλα­βής. Καί τε­λευ­ταῖ­α θα­να­τώ­νε­ται ἀ­πό δύ­ο στρα­τι­ῶ­τες κα­τά δι­α­τα­γή τοῦ αυ­το­κρά­το­ρα. Ἡ δέ μη­τέ­ρα του Ἀν­θί­α, ἀ­φοῦ ἀγ­κά­λια­σε τό νε­κρό λεί­ψα­νο τοῦ υἱ­οῦ της καί τό κα­τα­σπα­ζό­ταν, μέ τό ξῖ­φος καί αὐ­τή θα­να­τώ­νε­ται. Καί ἔ­τσι μα­ζί μέ τόν υἱ­ό της λαμ­βά­νει τόν στέ­φα­νο τῆς ἀ­θλή­σε­ως. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ Σύ­να­ξί του στόν μαρ­τυ­ρι­κό Να­ό, πού βρί­σκε­ται πλη­σί­ον τοῦ Ξη­ρο­λό­φου. (Βλέ­πε τόν ἀ­να­λυ­τι­κό του Βί­ο στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[2]).

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ Ἁγία Ἀνθία, ἡ μήτηρ τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, περιχυθεῖσα τῷ τοῦ υἱοῦ νεκρῷ, ξίφει τελειοῦται.

  Ὁ Ἅγιος Κορέμμων ὁ ἔπαρχος, πιστεύσας τῷ Χριστῷ καί βαπτισθείς, ξίφει τελειοῦται.

  Οἱ δύο Δήμιοι, πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ, ξίφει τελειοῦνται.

 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐλευθερίου τοῦ Κουβικουλαρίου.

Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος εἶ­χε πα­τρί­δα τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, μέ τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὅ­μως δι­έ­λαμ­πε, μέ πλοῦ­το δέ καί δό­ξα ξε­περ­νῶν­τας ὅ­λους τούς ἔν­δο­ξους καί τούς ἄρ­χον­τες τοῦ και­ροῦ ἐ­κεί­νου. Ἐ­πει­δή ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α ἀ­να­τρά­φη­κε μέ­σα στίς βα­σι­λι­κές αὐ­λές, γι’ αὐ­τό ἀ­πό ἐ­κεῖ ἔ­λα­βε καί τίς πρῶ­τες τι­μές. Ἀ­φοῦ ὅ­μως τρώθηκε ἡ καρ­διά του ἀ­πό τόν ἔ­ρω­τα τῶν ἀ­φθάρ­των καί αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν, δέν ὑ­πο­λό­γι­σε κα­θό­λου ὅ­λα τά γή­ι­να ὁ μα­κά­ριος. Ἀλ­λά προ­τί­μη­σε νά πα­ραρ­ρί­πτε­ται, δη­λα­δή νά ἔ­χη τόν κα­τώ­τε­ρο τό­πο στίς αὐ­λές τοῦ Κυ­ρί­ου, πα­ρά νά ἔ­χη τήν πρώ­τη θέ­σι στά σκη­νώ­μα­τα τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν, ὅ­πως λέ­ει ὁ θεῖ­ος Δα­βίδ. Ὁ­πό­τε ἔ­χον­τας πρός τόν Θε­ό στραμ­μέ­νο τό νο­ε­ρό μά­τι τῆς ψυ­χῆς του, ἀ­σχο­λεῖ­το κα­θη­με­ρι­νά μέ ὕ­μνους καί δο­ξο­λο­γί­ες τοῦ Θε­οῦ καί χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κά­θε εἶ­δος ἀ­ρε­τῆς. Ἀλ­λ’ ὁ φθο­ρέ­ας τῶν ψυ­χῶν μας Δι­ά­βο­λος δέν ὑ­πέ­φε­ρε νά βλέ­πη αὐ­τά τά κα­λά. Τότε, ἀφοῦ χρησιμποίησε ὡς ὄρ­γα­νο τόν δοῦ­λο τοῦ Ἁ­γί­ου αὐτοῦ (διότι σύμφωνα μέ τήν γνώμη ἑ­νός σο­φοῦ, «Τό δοῦ­λον ἐ­χθρόν τοῖς δε­σπό­ταις»∙ δηλαδή οἱ δοῦ­λοι εἶ­ναι πάν­το­τε ἐ­χθροί στούς κυρίους τους) προ­σέρ­χε­ται στόν τό­τε ἀ­σε­βῆ αὐτοκράτορα[3] διά μέ­σου τοῦ δού­λου καί συκοφαντεῖ τόν Ἅ­γιο λέ­γοντας, ὅ­τι ὁ κύριός μου Ἐ­λευ­θέ­ριος ­βα­πτί­σθηκε μέ τό Βά­πτι­σμα τῶν Χρι­στια­νῶν καί ἔ­κτι­σε Να­ό. Καί λα­τρεύ­ει βέβαια τόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο, μι­σεῖ ὅμως καί ἀ­πο­στρέ­φε­ται τίς βα­σι­λι­κές διαταγές. Καί ἔ­χον­τας οἰκία κρυφή ­κά­τω ἀπό τήν γῆ, προ­σφέ­ρει στόν Χρι­στό ἀ­γρυ­πνίες ὁ­λο­νύκτιες καί τα­λαι­πω­ρεῖ τό σῶ­μα του μέ νη­στεῖ­ες καί δά­κρυ­α καί κλαυθ­μούς.

Ὅ­ταν τά δι­η­γή­θη­κε αὐ­τά ὁ δοῦ­λος, ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας καί στέλ­νει ἀν­θρώ­πους καί φέρ­νει τόν Ἅ­γιο. Καί ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε μπρο­στά του, τόν ρω­τᾶ εἰ­ρη­νι­κά καί κο­λα­κευ­τι­κά, λέ­γον­τας∙ «Πῶς μᾶς ἄ­φη­σες, Ἐ­λευ­θέ­ρι­ε, τό­σο και­ρό καί κα­τα­φρό­νη­σες τήν πρός ἐ­σέ­να ὑ­περ­βο­λι­κά με­γά­λη μου ἀ­γά­πη καί τίς βα­σι­λι­κές μου αὐ­λές;». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θηκε∙ «Ἔ­χον­τας, βα­σι­λιά, τό σῶ­μα τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο ἀ­πό τίς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἀ­σθέ­νει­ες, γι’ αὐ­τό θέ­λη­σα νά πα­ρα­μεί­νω σέ εὔ­κρα­το ἀ­έ­ρα καί τό­πο, γιά νά ἀ­να­λά­βω τήν ὑ­γεί­α μου». «Καί για­τί μό­νος σου», εἶ­πε ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, «ἀ­πο­λαμ­βά­νεις τά ἀ­γα­θά τοῦ εὔ­κρα­του ἀ­έ­ρα καί τό­που; Ἤ δέν θέ­λου­με νά συ­να­πο­λαύ­σου­με καί ἐ­μεῖς τά ἀ­γα­θά αὐ­τά, ἀ­φοῦ συ­ναν­τη­θή­κα­με μα­ζί;». Ὁ δέ Ἅ­γιος δεν ἀ­πάν­τη­σε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τε. Ὁ­πό­τε ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­τά τό βρά­δυ τόν πο­τα­μό Σά­γα­ρι, πῆ­γε στόν οἶ­κο τοῦ Ἁ­γί­ου, δι­ό­τι ἐ­κεῖ κα­τοι­κοῦ­σε. Καί βλέ­πον­τας μί­α κρυ­φή πόρ­τα, ἀ­πό ἐ­κεί­νη βρί­σκει ἕ­να χά­σμα δι­α­μορ­φω­μέ­νο σέ εἶ­δος πη­γα­διοῦ. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ κα­τε­βαί­νον­τας, βρί­σκει ἕ­ναν Να­ό στο­λι­σμέ­νο. Καί μο­λο­νό­τι σιχά­θη­κε ὁ ἀ­σε­βής γι’ αὐ­τόν, δι­ό­τι «Βδέ­λυγ­μα ἁ­μαρ­τω­λῷ θε­ο­σέ­βεια» (Σειρ. 1,22), δέν ἀ­πεί­λι­σε ὅ­μως τόν Ἅ­γιο. Ἀλ­λά ἀ­φή­νον­τας τίς ἀ­πει­λές, ἄρ­χι­σε νά τόν κο­λα­κεύ­η μέ λό­για κο­λα­κευ­τι­κά, θέ­λον­τας μέ αὐ­τά νά μα­λα­κώ­ση τήν στα­θε­ρή γνώ­μη τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Ἀλ­λ’ ἐ­πει­δή μέ αὐ­τά ὅ­λα φαι­νό­ταν, ὅ­τι δέρ­νει τόν ἀ­έ­ρα, κα­τά τήν πα­ροι­μί­α, ἐ­πι­χει­ρῶν­τας νά κα­τα­πεί­ση τόν ἀ­κα­τά­πει­στο, γι’ αὐ­τό δι­α­τά­ζει νά ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν τόν Ἅ­γιο. Καί τό τί­μιο σῶ­μα του νά τό ρί­ξουν στούς σκύ­λους καί τά ὄρ­νε­α, γιά νά τό φᾶ­νε. Ὁ­πό­τε, ἀ­φοῦ ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε ὁ μα­κά­ριος Ἐ­λευ­θέ­ριος, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Τό δέ τί­μιο σῶ­μα του, ὄν­τας ἀ­με­λη­μέ­νο, ἕ­νας εὐ­λα­βής καί θε­ο­φι­λής Χρι­στια­νός, στο­λι­σμέ­νος μέ τό τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης ἀ­ξί­ω­μα, τό πῆ­ρε. Καί ἀ­φοῦ τό πε­ρι­έ­λου­σε μέ μύ­ρα, τό ἐν­τα­φί­α­σε σέ ἐ­πί­ση­μο τό­πο.

  Μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Σωσάννης, τῆς εἰς ἄνδρα μετασχηματισθείσης καί μετονομασθείσης Ἰωάννης.

 + Σωσάννα, ὤ πῶς ἡ πάλαι καί ἡ νέα,

Τούς συκοφαντῶν οὐ διέδρασαν λόγους!

 

Αὐ­τή ἔ­ζη­σε στά  χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Μα­ξι­μια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 300, κα­τα­γό­με­νη ἀ­πό τήν Πα­λαι­στί­νη, θυ­γα­τέ­ρα πα­τέ­ρα μέν Ἕλ­λη­νος, μη­τέ­ρας δέ Ἑ­βραί­ας. Ἀ­πο­φεύ­γον­τας καί τῶν δύ­ο αὐ­τῶν τήν ἀ­σέ­βεια, δέ­χθη­κε τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί λαμ­βά­νει τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα ἀ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πο Σιλ­βα­νό. Ἀ­φοῦ λοι­πόν οἱ γο­νεῖς της πέ­θα­ναν, μοί­ρα­σε ἡ μα­κά­ρια ὅ­λη της τήν πε­ρι­ου­σί­α στούς πτω­χούς. Καί ἀ­φοῦ ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τούς δού­λους καί τίς δοῦ­λες της, ντύ­θη­κε ἀν­δρι­κά ἐν­δύ­μα­τα. Στήν συ­νέ­χεια ἀ­φοῦ ἔ­κει­ρε τήν κε­φα­λή, πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι ἀν­δρῶν, πού βρί­σκε­ται στήν πό­λι τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί με­τω­νο­μά­σθη­κε Ἰ­ω­άν­νης. Ἀ­πό δέ τίς πολ­λές ἀ­ρε­τές της ἔ­γι­νε καί Ἀρ­χι­μαν­δρί­της τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ ἐ­κεί­νου. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέ­ρα­σε ἐ­κεῖ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, πέ­φτει σέ  μί­α φο­βε­ρή συ­κο­φαν­τί­α. Μί­α δη­λα­δή ἀ­σκή­τρια μπαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι καί νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ἄν­δρας, τήν πα­ρα­κι­νοῦ­σε στήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ Ὁ­σί­α δέν δέ­χθη­κε, συ­κο­φαν­τεῖ­ται ἀ­πό ἐ­κεί­νη, ὅ­τι δῆ­θεν προ­σπά­θη­σε νά τήν βιά­ση.

Ἡ Ἁ­γί­α ὅ­μως δέ­χε­ται εὐ­χά­ρι­στα αὐ­τήν τήν συ­κο­φαν­τί­α καί ζη­τεῖ με­τά­νοι­α γιά τό ἔγ­κλη­μα πού κα­τη­γο­ρή­θη­κε. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τήν ὑ­πό­θε­σι ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­λευ­θε­ρου­πό­λε­ως, πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι καί ἐ­πέ­πλη­ξε τόν Ἡ­γού­με­νο, για­τί ἀ­φή­νει νά γί­νων­ται στό Μο­να­στή­ρι τέ­τοι­ες ἀ­νω­μα­λί­ες. Ὁ δέ Ἡ­γού­με­νος σκέ­φθη­κε νά ἀφαιρέση τό σχῆ­μα ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη πού κα­τη­γο­ρή­θη­κε. Τό­τε ἐ­πει­δή βρέ­θη­κε σέ δύ­σκο­λη θέ­σι ἡ μα­κά­ρια Σω­σάν­να, ζή­τη­σε δύ­ο παρ­θέ­νες καί δύ­ο δι­α­κό­νισ­σες γυ­ναῖ­κες. Καί πη­γαί­νον­τας κα­τ’ ἰ­δί­αν τίς πλη­ρο­φό­ρη­σε, ὅ­τι πράγ­μα­τι εἶ­ναι γυ­ναί­κα. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ Ἐ­πί­σκο­πος, ἐ­ξε­πλά­γη, καί τήν χει­ρο­τό­νη­σε Δι­ά­κο­νο. Καί ἀ­πό τό­τε πολ­λά θαύ­μα­τα ἔ­κα­νε ἡ μα­κά­ρια στό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἐ­πει­δή δέ ὁ ἡ­γε­μό­νας Ἀ­λέ­ξαν­δρος πῆ­γε στήν Ἐ­λευ­θε­ρού­πο­λι καί πρό­σφε­ρε θυ­σί­α στά εἴ­δω­λα, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν αὐ­τό­κλη­τη ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή πῆ­γε σ’ αὐ­τόν. Καί μέ μό­νη τήν προ­σευ­χή της γκρέ­μι­σε τά εἴ­δω­λα. Καί, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ἡ­γε­μό­να, ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό. Τό­τε ἔ­κο­ψαν τά στή­θη της. Καί ἐ­πει­δή αὐ­τά ἔ­γι­ναν πά­λι σῶ­α καί ὑ­γι­ῆ μέ τήν δύ­να­μι τοῦ Θε­οῦ, ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ, βλέ­πον­τας τό θαῦ­μα οἱ δή­μιοι, πού ἔ­κο­ψαν τά στή­θη, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν καί ἔ­λα­βαν τούς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Στό στό­μα τῆς μα­κά­ριας Σω­σάν­νας, ἔ­χυ­σαν μέ χω­νί μο­λύ­βι λει­ω­μέ­νο, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­φθα­σε ἕ­ως μέ­σα στά ἐν­τό­σθιά της. Δι­α­φυ­λά­χθη­κε ὅ­μως ἡ Ἁ­γί­α ἀ­βλα­βής μέ­ τήν θεί­α χά­ρι. Τό­τε δέρ­νε­ται καί ἀ­φοῦ ρί­χθη­κε στήν φω­τιά, ἐ­κεῖ στόν Θε­ό τήν ψυ­χή της πα­ρέ­δω­σε. Καί ἔ­τσι ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Νυμ­φί­ο Κύ­ριο, τόν ὁ­ποῖ­ο πο­θοῦ­σε.

  Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Βάκχος ὁ Νέος ξίφει τελειοῦται.

 Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος Βάκ­χος κα­ταγό­ταν ἀ­πό τήν Πα­λαι­στί­νη, ζῶν­τας στά χρό­νια Κων­σταν­τί­νου καί Εἰ­ρή­νης τῶν εὐ­σε­βῶν βα­σι­λέ­ων, κα­τά τό ἔ­τος 780. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν Χρι­στια­νοί ἀ­πό τούς προ­γό­νους τους. Ὁ πα­τέ­ρας λοι­πόν τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ εἶ­χε γυ­ναί­κα χρι­στι­α­νι­κώ­τα­τη. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἀ­πα­τή­θη­κε ἀ­πό τήν μά­ται­η δό­ξα τοῦ κό­σμου, ἀρ­νή­θη­κε ἀλ­λοί­μο­νο! τήν ἀ­λη­θι­νή καί πα­τρο­πα­ρά­δο­τη πί­στι τῶν Χρι­στια­νῶν καί πῆ­γε αὐ­τός μό­νος του στήν μια­ρή θρη­σκεί­α τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν. Ὁ­πό­τε ὕ­στε­ρα γέν­νη­σε ἑ­πτά παι­διά, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νέ­θρε­φε σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­σε­βῆ πλά­νη τῶν Τούρ­κω­ν[4]. Ἐ­πει­δή δέ αὐ­τός πέ­θα­νε στήν ἀ­σέ­βεια, ἔ­μει­ναν οἱ υἱ­οί του μα­ζί μέ τήν μη­τέ­ρα τους. Ὁ τρί­τος δέ ἀ­πό τούς υἱ­ούς του, Δα­χάκ ὀ­νο­μα­ζό­με­νος (πού ση­μαί­νει Γε­λά­σιος) φύ­λα­ξε τόν ἑ­αυ­τό του καί δέν νυμφεύθηκε. Ἀλ­λά καί πρίν νά πε­θά­νη ὁ ἀρ­νη­σί­χρι­στος πα­τέ­ρας του, αὐ­τός σκε­πτό­ταν νά δε­χθῆ τήν πί­στι τῶν Χρι­στια­νῶν. Ὅ­ταν δέ ἐ­κεῖ­νος πέ­θα­νε, τό­τε τε­λεί­ω­σε αὐ­τό πού με­λε­τοῦ­σε.

Ἀ­φοῦ φα­νέ­ρω­σε στήν μη­τέ­ρα του τόν σκο­πό του, τήν βρῆ­κε σύμ­φω­νη καί μά­λι­στα νά τόν προ­τρέ­πη σ’ αὐ­τό. Δι­ό­τι ἦ­ταν πι­στή. Ὁ­πό­τε ἀ­να­χω­ρῶν­τας ἀ­πό τήν πα­τρί­δα του, πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ κα­θω­δη­γή­θη­κε ἀ­πό ἕ­ναν Μο­να­χό, πῆ­γε στήν Λαύ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Σάβ­βα, ὅ­που δέ­χε­ται τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα καί ἀν­τί Δα­χάκ ὀ­νο­μά­ζε­ται Βάκ­χος. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ πα­ρα­κά­λε­σε τούς Μο­να­χούς, ντύ­νε­ται τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα. Τό­τε ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε στό σχῆ­μα μέ νη­στεῖ­ες καί ἐγ­κρά­τει­ες καί ἀ­φοῦ γέ­μι­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­ρε­τές, μέ δι­α­τα­γή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου βγαί­νει ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι. Δι­ό­τι φο­βεῖτο ὁ Ἡ­γού­με­νος, μή­πως φα­νε­ρω­θῆ ἡ ὑ­πό­θε­σις στούς Ἀ­γα­ρη­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι κυ­ρί­ευ­αν τό­τε τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Κα­τά τύ­χη ὅ­μως, ἤ, νά ποῦ­με καλ­λί­τε­ρα, κα­τά θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α, πη­γαί­νον­τας ὁ Βάκ­χος στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, βρί­σκει τήν μη­τέ­ρα του καί τῆς φα­νε­ρώ­νει ὅ­λα, ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν τόν ἑ­αυ­τό του. Προ­σθέ­τον­τας καί αὐ­τό, ὅ­τι πο­λύ λυ­πεῖ­ται γιά τούς ἄλ­λους του ἀ­δελ­φούς, πού βρί­σκον­ταν στήν ἀ­πι­στί­α.

 Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τόν λό­γο αὐ­τόν ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα τους οἱ ἄλ­λοι του ἀ­δελ­φοί, προ­σῆλ­θαν καί αὐ­τοί στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ καί γί­νον­ται Χρι­στια­νοί. Ἕ­νας ὅ­μως καί μό­νος ἔ­μει­νε στήν ἀ­πι­στί­α, Ὁ ὁ­ποῖ­ος πῆ­γε στούς Ἀ­γα­ρη­νούς καί πρό­δω­σε αὐ­τόν τόν ἀ­δελ­φό του Βάκ­χο, ὅ­τι ἔ­γι­νε Χρι­στια­νός. Οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί, ὅ­ταν ἔ­μα­θαν αὐ­τό, ἐ­ρεύ­νη­σαν καί τόν βρῆ­καν. Καί βρί­σκον­τας, τόν συλ­λαμ­βά­νουν καί τόν πη­γαί­νουν στόν ἀ­μη­ρᾶ τῆς ἁ­γί­ας Πό­λε­ως, Ὁ δέ ἀ­μη­ρᾶς τόν στέλ­λει στόν ὀ­νο­μα­ζό­με­νο κον­τά σ’ αὐ­τούς στρα­τη­γό καί στούς κρι­τές. Μπρο­στά λοι­πόν σ’ αὐ­τούς ὁ Ἅ­γιος Βάκ­χος ὡ­μο­λό­γη­σε τόν Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό, τήν δέ τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν πί­στι κα­τη­γό­ρη­σε ὡς μά­ται­η καί ψευ­δῆ καί τήν πε­ρι­έ­παι­ξε. Γι’ αὐ­τό ἀ­πο­κε­φα­λί­ζε­ται. Καί ἔ­τσι λαμ­βά­νει τόν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου ἀ­μά­ραν­το στέ­φα­νο.

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παύλου τοῦ νέου, ἀσκήσαντος ἐν τῷ ὄρει τοῦ Λάτρου.

 * Αὐ­τός ὁ θε­σπέ­σιος Πα­τέ­ρας μας Παῦ­λος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια Κων­σταν­τί­νου τοῦ Πορ­φυ­ρο­γεν­νή­του τοῦ υἱ­οῦ Λέ­ον­τος τοῦ Σο­φοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 912, γεν­νη­θείς σέ μί­α πό­λι, πού λέ­γε­ται Ἐ­λαί­α καί βρί­σκε­ται κον­τά στήν Πέρ­γα­μο. Υἱ­ός τῶν εὐ­σε­βῶν καί φι­λό­θε­ων γο­νέ­ων Ἀν­τι­ό­χου καί Εὐ­δο­κί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τά­γον­ταν ἀ­πό τό γέ­νος τοῦ Ὁ­σί­ου καί θε­ο­φό­ρου Πα­τρός ἡ­μῶν Ἰ­ω­αν­νι­κί­ου τοῦ με­γά­λου. Αὐ­τός λοι­πόν, ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε, ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό γο­νεῖς. Γι’ αὐ­τό καί τοῦ ἔ­λει­παν τά ἀ­ναγ­καῖ­α τῆς ζω­ῆς. Ὁ­πό­τε ἔ­γι­νε βο­σκός τῶν χοί­ρων τοῦ τό­που του, καί ἀ­πό τήν τέ­χνη αὐ­τή ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σε τά πρός τό ζῆν. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δελ­φός τοῦ Ἁ­γί­ου, Βα­σί­λει­ος ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, ἦ­ταν Μο­να­χός καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν στήν ἄ­σκη­σι κον­τά στό ὄ­ρος τοῦ Λά­τρου. Ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­στει­λε ἕ­ναν ἀ­δελ­φό, γιά νά ζη­τή­ση τόν νέ­ο, ἐ­πει­δή καί τοῦ­το δι­α­τά­χθη­κε μέ θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψι ἀ­πό τόν Θε­ό νά κά­νη.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­να­ζή­τη­σε καί βρῆ­κε τόν νέ­ο, τόν πῆ­ρε μα­ζί του καί ἄρ­χι­σαν νά βα­δί­ζουν στόν δρό­μο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­μα­θαν αὐ­τό οἱ κά­τοι­κοι τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου, ἐμ­πό­δι­σαν τόν νέ­ο καί δέν τόν ἄ­φη­σαν νά πά­η. Ὁ­πό­τε ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἐ­πέ­στρε­ψε ἄ­πρα­κτος πρός ἐ­κεῖ­νον πού τόν ἀ­πέ­στει­λε. Ὁ δέ ἀ­δελ­φός του ἔ­στει­λε γιά δεύ­τε­ρη φορά τόν ἴ­διο, γιά νά φέ­ρη τόν νέ­ο. Ἀλ­λ’ οὔ­τε τό­τε τόν ἄ­φη­σαν οἱ κά­τοι­κοι τοῦ τό­που. Ἀ­φοῦ ἀ­να­ζη­τή­θη­κε ὅ­μως καί γιά τρί­τη φο­ρά ὁ νέ­ος, μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ ἀ­φέ­θη­κε καί ἦλ­θε στόν ἀ­δελ­φό του, πού τόν πο­θοῦ­σε. Τό­τε, ἀ­φοῦ ὑ­πο­δέ­χθη­κε τόν νέ­ο ὁ ἀ­δελ­φός του Βα­σί­λει­ος, τόν πα­ρέ­δω­σε σέ ἕ­να γέ­ρον­τα ἀ­σκη­τι­κώ­τα­το, Πέ­τρο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο, γιά νά μα­θαί­νη ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον τήν ὁ­δό τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Ἦ­ταν δέ ὁ θεῖ­ος Πέ­τρος αὐ­τός γε­μᾶ­τος ἀ­πό κά­θε ἁ­γι­ω­σύ­νη καί ἀ­πό­λυ­τα ἐκ­παι­δευ­μέ­νος τήν ἀ­σκη­τι­κή πο­λι­τεί­α. Ὁ­πό­τε ὁ Παῦ­λος ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε ἄ­ο­κνα τόν γέ­ρον­τα, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας κά­θε ὑ­πα­κο­ή καί δεί­χνον­τας φρό­νη­μα τα­πει­νό καί μέ­τριο. Μί­α φο­ρά μά­λι­στα, ἐ­πει­δή ὁ Παῦ­λος νύ­στα­ξε ἀ­πό ἀ­μέ­λεια στόν και­ρό τῆς Ἀκο­λου­θί­ας, τόν ρά­πι­σε ὁ γέ­ρον­τας στό πρό­σω­πο. Ὁ­πό­τε στό ἑ­ξῆς τόν ἔ­κα­νε νά ἀ­γρυ­πνῆ καί νά προ­σέ­χη πάν­το­τε. Δι­ό­τι ἀ­πό τό­τε καί στήν συ­νέ­χεια δέν φά­νη­κε πλέ­ον ὁ Παῦ­λος νά ἀ­με­λή­ση πο­τέ. Ἀ­φοῦ δέ ὁ γέ­ρον­τας πέ­θα­νε, βί­α­ζαν τόν Παῦ­λο οἱ ἄλ­λοι Μο­να­χοί καί συμ­μα­θη­τές του νά δε­χθῆ τήν προ­στα­σί­α τους καί νά γί­νη Ἡ­γού­με­νος. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ὁ μα­κά­ριος δέν θέ­λη­σε, ἀλ­λά πῆ­γε καί κα­τοί­κη­σε στά βα­θύ­τε­ρα καί ὑ­ψη­λό­τε­ρα μέ­ρη τοῦ βου­νοῦ Λά­τρου, πού βρί­σκε­ται στήν μι­κρά Ἀ­σί­α, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν νῆ­σο τῆς Πά­τμου, τρώ­γον­τας βα­λά­νια ὠ­μά, ὅ­ταν πει­νοῦ­σε, ἀ­σχο­λού­με­νος ὅ­μως μέ παν­το­τι­νές προ­σευ­χές καί ἀ­γρυ­πνί­ες καί νη­στεῖ­ες. Καί δο­κι­μά­ζον­τας πολ­λούς πει­ρα­σμούς ἀ­πό τούς πο­νη­ρούς δαί­μο­νες, τούς ὁ­ποί­ους μέ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ, ἔ­κα­μνε ἄ­πρα­κτους, καί δέν ὑ­πο­λό­γι­ζε κα­θό­λου.

Στήν συ­νέ­χεια κα­τε­βαί­νει στά κά­τω μέ­ρη τοῦ Λά­τρου καί κτί­ζει Να­ό ὡ­ραῖ­ο στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­κα­νε τόν ἑ­αυ­τό του να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Δι­ό­τι θυ­μό­ταν πάν­το­τε τήν κό­λα­σι, πού ἔ­χουν οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί· πα­ρό­μοι­α θυ­μό­ταν καί τήν τῶν δι­καί­ων χα­ρά καί ἀ­πό­λαυ­σι. Καί ἀ­πό τήν ἐν­θύ­μη­σι αὐ­τῶν ἔ­βρε­χε πάν­το­τε τό πρό­σω­πό του μέ δά­κρυ­α. Ὁ­πό­τε γιά τούς ἀ­γῶ­νες αὐ­τούς, ἔ­λα­βε ὁ ἀ­οί­δι­μος ἀ­πό τόν Θε­ό τήν δύ­να­μι τῶν θαυ­μά­των. Δι­ό­τι σέ ἄ­νυ­δρο τό­πο μέ τήν προ­σευ­χή του ἔ­βγα­λε νε­ρό. Δε­χό­ταν φω­τιά πού ἐρ­χό­ταν ἀ­πό ἐ­πά­νω καί ἀ­πό αὐ­τήν τήν φω­τιά γι­νό­ταν φω­τει­νός. Τά δά­κτυ­λά του, ὅ­ταν προ­σευ­χό­ταν, ἄ­να­βαν καί σάν λαμ­πά­δες ἀ­πό φω­τιά γί­νον­ταν, καί φαί­νον­ταν, ὅ­τι στέλ­νουν τήν φλό­γα στόν Οὐ­ρα­νό. Ἄγ­γε­λον εἶ­χε συγ­κά­τοι­κό του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, δι­α­φυ­λάσ­σον­τας τόν Ὅ­σιο πάν­το­τε, φα­νε­ρά μι­λοῦ­σε μα­ζί του, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς με­γά­λης του κα­θα­ρό­τη­τας, καί ἐκ­πλή­ρω­νε μέ προ­θυ­μί­α κά­θε του θέ­λη­μα. Δι­ό­τι κά­πο­τε, πού ἐ­πε­θύ­μη­σε ὁ Ἅ­γιος τυ­ρί νω­πό, ὁ Ἄγ­γε­λος τόν ὑ­πη­ρέ­τη­σε σ’ αὐ­τό καί τό ἔ­φε­ρε. Ἄλ­λο­τε δέ πά­λι πού ἐ­πε­θύ­μη­σε τρί­α μα­ρού­λια, τοῦ τά ἔ­φε­ρε. Καί μί­α φο­ρά, ἐ­πει­δή χά­θη­κε ἡ βα­κτη­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου, τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε καί στη­ρι­ζό­ταν, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε Ἄγ­γε­λος τοῦ ἔ­δω­σε ἄλ­λην ἀν­τί γιά ἐ­κεί­νη.

Καί για­τί νά ἀ­να­φέ­ρω τά κα­τά μέ­ρος; Μέ τό ὄ­νο­μα μό­νο τοῦ Ἁ­γί­ου ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ὅ­λη ἡ τῶν δαι­μό­νων πα­ρά­τα­ξις. Οἱ ἀ­σθέ­νει­ες ἔ­φευ­γαν ἀ­πό τούς ἀ­σθε­νεῖς, οἱ τυ­φλώ­σεις τῶν ὀ­φθαλ­μῶν θε­ρα­πεύον­ταν. Κά­θε πά­θος τῶν σω­μά­των θε­ρα­πευ­ό­ταν. Καί πρίν ἀ­πό τά σω­μα­τι­κά πά­θη, θε­ρα­πεύ­ον­ταν τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου. Ὁ­πό­τε οἱ ψυ­χές ἐ­κεῖ­νες, πού ἔ­πα­σχαν ἀπό ἄ­γνοι­α Θε­οῦ καί ἦ­ταν ἀ­κά­θαρ­τες, αὐ­τές ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ταν ὑ­γι­εῖς καί κα­θα­ρές μέ τόν Ἅγιο.

 Ἦ­ταν δέ ὁ θε­σπέ­σιος αὐ­τός Πα­τέρας γε­μᾶ­τος ἀ­πό κά­θε θε­ϊ­κή χά­ρι. Ἦ­ταν γλυ­κύς καί ἱ­λα­ρός, καί μά­λι­στα στούς ἁ­μαρ­τω­λούς ἦ­ταν πο­λύ κα­τα­δε­κτι­κός καί σέ ὅ­σους με­τα­νο­οῦ­σαν ἐγ­γ­υᾶ­το τήν σω­τη­ρί­α. Ἧ­ταν μι­κρός ὡς πρός τήν σω­μα­τι­κή του δι­ά­πλα­σι. Εἶ­χε φα­λα­κρή τήν κε­φα­λή. Τό δέ γέ­νει­ο δεν ἦ­ταν πο­λύ μα­κρύ, ἀλ­λά ἦταν πλα­τύ. Κί­τρι­νος μέν φαι­νό­με­νος στό πρό­σω­πο, ἀλ­λ’ ὅ­μως ἔ­χον­τας μί­α θαυ­μα­στή χά­ρι νά λάμ­πη μα­ζί μέ τήν κι­τρι­νά­δα. Αὐ­τός λοι­πόν ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε κα­λά καί πο­λι­τεύ­θη­κε θε­ά­ρε­στα­, ἀ­να­δεί­χθη­κε ὑ­πο­φή­της καί θε­ω­ρός πολ­λῶν προ­φη­τει­ῶν καί με­γα­λω­τά­των ὁ­ρά­σε­ων. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε πλή­ρης ἡ­με­ρῶν, τό­σο τῶν σω­μα­τι­κῶν καί ἀν­θρω­πί­νων, ὅ­σο καί τῶν τοῦ πνεύ­μα­τος, ἀ­νέ­δρα­με στήν μα­κα­ρι­ό­τη­τα, πού εἶ­ναι στούς Οὐ­ρα­νούς, ὁ ἀ­ει­μα­κά­ρι­στος. Δο­ξά­σθη­κε ὅ­μως ἀ­πό τόν Θε­ό καί με­τά τόν θά­να­το, μέ τά πο­λύ με­γά­λα θαύ­μα­τα, πού ἔ­κα­μνε καί μέ τά μύ­ρα, πού ἀ­νέ­βλυ­ζε ἀ­πό τόν τά­φο του. (Τόν ἀ­να­λυ­τι­κό Βί­ο τοῦ Ὁ­σί­ου αὐ­τοῦ, βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο).

  Χειροτονία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

 Πρέ­πει νά γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι κα­τά τήν 15η αὐ­τή ἡ­μέ­ρα τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου, χει­ρο­το­νή­θη­κε Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ὁ θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, ὅ­ταν καί ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στοῦ Γεν­νῶν ἄρ­χι­σε νά ἑ­ορ­τά­ζε­ται ἀ­πό αὐ­τόν. Ἐ­πει­δή τό­τε εἶ­χαν ἔλ­θει με­ρι­κοί ἀ­πό τά μέ­ρη τῆς Δύ­σε­ως καί ἀ­πήγ­γει­λαν, ποι­όν και­ρό συ­νέ­βη ἡ γι­ορ­τή αὐ­τή. Γι’ αὐ­τό καί λό­γος ἀ­πο­λο­γη­τι­κός ἐκ­φω­νή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τόν πά­ρα πο­λύ κα­λός­ καί πά­ρα πο­λύ ὠ­φέ­λι­μος



[188] Ἄς μή ἀπορῆ κανείς για­τί ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ­χει­ρο­το­νή­θηκε πα­ρ’ ἡ­λι­κί­αν ἔ­ξω ἀ­πό τούς θεί­ους καί ἱ­ε­ρούς Κα­νό­νες, τό­σο τῆς Ἕκτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς, ὅ­σο καί τῆς Τοπικῆς Συνόδου στήν Νε­ο­και­σάρεια, οἱ ὁποῖες ὁρίζουν ὅ­τι ὁ μέν Δι­ά­κο­νος, νά χει­ρο­το­νῆ­ται εἴ­κο­σι­ πέν­τε ἐτῶν. Ὁ δέ Πρε­σβύ­τε­ρος τρι­άν­τα ἐτῶν, καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος περισσότερο ἀπό τρι­ά­ν­τα. Κανένας, λέω, γι’ αὐτό, ἄς μήν ἀπορῆ. Διότι ὁ Ἅ­γιος Ἐ­λευ­θέ­ριος ἦ­ταν πρίν νά ὁ­ρι­σθοῦν οἱ ἀ­νω­τέ­ρω Κα­νό­νες. Διότι αὐτοί ὡρίσθηκαν ἀργότερα.

[2] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι τά ὅσα ­λεί­πουν­ στήν ἀσματική Ἀκολουθία  τοῦ Ἁ­γί­ου αὐτοῦ Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, τά συμπλή­ρω­σε ἡ προσωπική μου ἀ­δυ­να­μί­α. Τόν δέ ἑλ­λη­νι­κό του Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρ­χή εἶναι∙ «Αἰ­λί­ου Ἀ­δρια­νοῦ». (Σώ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες).

[3] Αὐτός φαίνεται νά ἦταν ὁ παραβάτης Ἰουλιανός, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 361.

[4] Ἐδῶ πρέπει νά ἀπορήση κανείς μέ ποιά γυναῖκα γέννησε ὁ ἀρνησίχριστος αὐτά τά ἑπτά παιδιά; Φαίνεται δέ, ὅτι μέ ἐκείνη τήν χριστιανικώτατη, τήν ὁποία εἶχε ἀκόμη ὄντας Χριστιανός. Πρῶτον διότι δέν ἀναφέρει τό Συναξάρι αὐτό, ὅτι δηλαδή πῆρε ἄλλη γυναίκα μετά τήν ἄρνησι. Καί δεύτερον, διότι παρακάτω γράφεται, ὅτι ἡ γυναίκα του αὐτή πιστή ὄντας παρεκίνησε καί αὐτόν τόν υἱό της Ἅγιο Βάκχο καί τούς ἄλλους υἱούς της καί ἔγιναν Χριστιανοί. Γιατί ἀνεχόταν ἡ γυναίκα αὐτή νά συγκατοικῆ στό ἑξῆς μέ ἀρνησίχριστο ἄνδρα; Ἴσως ἐλπίζοντας στήν μεταβολή ἐκείνου καί στήν διόρθωσι καί ἀκολουθῶντας τό τοῦ Παύλου λόγιο ἐκεῖνο· «Τί γάρ οἶδας γύναι, εἰ τόν ἄνδρα σώσεις;».

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης