Τῷ αὐτῷ μηνί IE΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου.
Αὐτός καταγόταν ἀπό τήν πόλι τῆς Ρώμης, κατά τό ἔτος 117, πολύ νέος στήν ἡλικία, ὀρφανός ἀπό πατέρα, μητέρα ἔχοντας μόνο, πού λεγόταν Ἀνθία. Ἡ ὁποία διδάχθηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο τήν πίστι στόν Χριστό. Αὐτός λοιπόν ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδί, προσφέρθηκε ἀπό τήν μητέρα του στόν Ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης Ἀνίκητο. Καί ἀπό ἐκεῖνον ἔμαθε τά ἱερά γράμματα καί συγκαταριθμήθηκε στό τάγμα τῶν κληρικῶν, δηλαδή ἔγινε Ἀναγνώστης. Ὅταν δέ ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν, χειροτονήθηκε Διάκονος. Κατά δέ τό δέκατο ὄγδοο ἔτος τῆς ἡλικίας του χειροτονήθηκε Ἱερέας καί στό εἰκοστό ἔτος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς του ἀρετῆς, ἔκανε πολλά θαύματα[188]. Ἐπειδή ὅμως ἐπέστρεφε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ πολλούς Ἕλληνες μέ τήν διδασκαλία του, γιά τόν λόγο αὐτόν ὡδηγήθηκε μπροστά στόν αὐτοκράτορα Ἀδριανό. Καί ἀφοῦ ἀνεκήρυξε τόν Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό, μέ διαταγή τοῦ αὐτοκράτορα τοποθετεῖται ἐπάνω σέ ἕνα χάλκινο καί πυρωμένο κρεββάτι, κάτω ἀπό τό ὁποῖο ἦταν στρωμμένη φωτιά. Ἔπειτα ἁπλώνεται ἐπάνω σέ μία σχάρα πολύ ναμμένη. Καί μετά ἀπό αὐτά τοποθετεῖται μέσα σέ ἕνα πυρωμένο τηγάνι γεμᾶτο ἀπό λάδι καί λίπος καί πίσσα. Ἀπό τήν θεία ὅμως χάρι διαφυλάχθηκε ἀπό ὅλα αὐτά ἀβλαβής.
Στήν συνέχεια ὅμως κατασκευάζεται, μέ τήν συμβουλή τοῦ ἐπάρχου Κορέμμονα, ἕνας φοῦρνος, ὁ ὁποῖος εἶχε σουβλιά αἰχμηρά ἀπό τά δύο μέρη. Μέσα στόν ὁποῖο πρῶτος ὁ Κορέμμων μπῆκε, ἀφοῦ ἦταν γεμᾶτος ἀπό Πνεῦμα Ἅγιο καί ὡμολόγησε τόν Χριστό, ὅτι εἶναι Θεός ἀληθινός. Ἐπειδή ὅμως βγῆκε ἀπό ἐκεῖ ἀβλαβής, γι’ αὐτό ἀποκεφαλίζεται καί λαμβάνει τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Ὁ δέ Ἅγιος Ἐλευθέριος τοποθετήθηκε μέσα σέ τηγάνι. Καί ἀμέσως ἡ μέν φωτιά ἔσβυσε, ἐνῶ αὐτός βγῆκε ἀπό ἐκεῖ σῶος καί ἀβλαβής. Ἔπειτα ρίχνεται στήν φυλακή καί ἀφοῦ δέθηκε σέ ἅμαξα, σύρεται ἀπό ἄγρια ἄλογα. Καί ἀφοῦ λύθηκε ἀπό τήν ἅμαξα ἀπό θείους Ἀγγέλους, ἀνέβηκε ἐπάνω σέ ἕνα βουνό ψηλό καί ἐκεῖ συναναστρεφόταν μέ τά ἄγρια ζῶα, τά ὁποῖα γίνονταν ἥμερα, ὅταν ὁ Ἅγιος μελετοῦσε τά λόγια του Θεοῦ. Ὅταν πάλι στάλθηκαν στρατιῶτες νά τόν συλλάβουν, ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ τούς νουθέτησε, τούς ἐπέστρεψε στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί τούς βάπτισε. Καί ὄχι μόνον αὐτούς, ἀλλά καί ἄλλους Ἕλληνας βάπισε μέχρι πεντακόσιους, ἀφοῦ πίστεψαν στόν Χριστό. Ὡδηγήθηκε κατόπιν στόν αὐτοκράτορα, καί μολονότι παραδόθηκε στά θηρία γιά νά τόν φᾶνε, διαφυλάχθηκε σῶος καί ἀβλαβής. Καί τελευταῖα θανατώνεται ἀπό δύο στρατιῶτες κατά διαταγή τοῦ αυτοκράτορα. Ἡ δέ μητέρα του Ἀνθία, ἀφοῦ ἀγκάλιασε τό νεκρό λείψανο τοῦ υἱοῦ της καί τό κατασπαζόταν, μέ τό ξῖφος καί αὐτή θανατώνεται. Καί ἔτσι μαζί μέ τόν υἱό της λαμβάνει τόν στέφανο τῆς ἀθλήσεως. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν μαρτυρικό Ναό, πού βρίσκεται πλησίον τοῦ Ξηρολόφου. (Βλέπε τόν ἀναλυτικό του Βίο στόν Νέο Παράδεισο[2]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ Ἁγία Ἀνθία, ἡ μήτηρ τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, περιχυθεῖσα τῷ τοῦ υἱοῦ νεκρῷ, ξίφει τελειοῦται.
Ὁ Ἅγιος Κορέμμων ὁ ἔπαρχος, πιστεύσας τῷ Χριστῷ καί βαπτισθείς, ξίφει τελειοῦται.
Οἱ δύο Δήμιοι, πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ, ξίφει τελειοῦνται.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἐλευθερίου τοῦ Κουβικουλαρίου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος εἶχε πατρίδα τήν Κωνσταντινούπολι, μέ τήν Ὀρθοδοξία ὅμως διέλαμπε, μέ πλοῦτο δέ καί δόξα ξεπερνῶντας ὅλους τούς ἔνδοξους καί τούς ἄρχοντες τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Ἐπειδή ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀνατράφηκε μέσα στίς βασιλικές αὐλές, γι’ αὐτό ἀπό ἐκεῖ ἔλαβε καί τίς πρῶτες τιμές. Ἀφοῦ ὅμως τρώθηκε ἡ καρδιά του ἀπό τόν ἔρωτα τῶν ἀφθάρτων καί αἰωνίων ἀγαθῶν, δέν ὑπολόγισε καθόλου ὅλα τά γήινα ὁ μακάριος. Ἀλλά προτίμησε νά παραρρίπτεται, δηλαδή νά ἔχη τόν κατώτερο τόπο στίς αὐλές τοῦ Κυρίου, παρά νά ἔχη τήν πρώτη θέσι στά σκηνώματα τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅπως λέει ὁ θεῖος Δαβίδ. Ὁπότε ἔχοντας πρός τόν Θεό στραμμένο τό νοερό μάτι τῆς ψυχῆς του, ἀσχολεῖτο καθημερινά μέ ὕμνους καί δοξολογίες τοῦ Θεοῦ καί χρησιμοποιοῦσε κάθε εἶδος ἀρετῆς. Ἀλλ’ ὁ φθορέας τῶν ψυχῶν μας Διάβολος δέν ὑπέφερε νά βλέπη αὐτά τά καλά. Τότε, ἀφοῦ χρησιμποίησε ὡς ὄργανο τόν δοῦλο τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ (διότι σύμφωνα μέ τήν γνώμη ἑνός σοφοῦ, «Τό δοῦλον ἐχθρόν τοῖς δεσπόταις»∙ δηλαδή οἱ δοῦλοι εἶναι πάντοτε ἐχθροί στούς κυρίους τους) προσέρχεται στόν τότε ἀσεβῆ αὐτοκράτορα[3] διά μέσου τοῦ δούλου καί συκοφαντεῖ τόν Ἅγιο λέγοντας, ὅτι ὁ κύριός μου Ἐλευθέριος βαπτίσθηκε μέ τό Βάπτισμα τῶν Χριστιανῶν καί ἔκτισε Ναό. Καί λατρεύει βέβαια τόν ἐσταυρωμένο, μισεῖ ὅμως καί ἀποστρέφεται τίς βασιλικές διαταγές. Καί ἔχοντας οἰκία κρυφή κάτω ἀπό τήν γῆ, προσφέρει στόν Χριστό ἀγρυπνίες ὁλονύκτιες καί ταλαιπωρεῖ τό σῶμα του μέ νηστεῖες καί δάκρυα καί κλαυθμούς.
Ὅταν τά διηγήθηκε αὐτά ὁ δοῦλος, ἄναψε ἀπό τόν θυμό ὁ αὐτοκράτορας καί στέλνει ἀνθρώπους καί φέρνει τόν Ἅγιο. Καί ἀφοῦ παρουσιάσθηκε μπροστά του, τόν ρωτᾶ εἰρηνικά καί κολακευτικά, λέγοντας∙ «Πῶς μᾶς ἄφησες, Ἐλευθέριε, τόσο καιρό καί καταφρόνησες τήν πρός ἐσένα ὑπερβολικά μεγάλη μου ἀγάπη καί τίς βασιλικές μου αὐλές;». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε∙ «Ἔχοντας, βασιλιά, τό σῶμα ταλαιπωρημένο ἀπό τίς ἀλλεπάλληλες ἀσθένειες, γι’ αὐτό θέλησα νά παραμείνω σέ εὔκρατο ἀέρα καί τόπο, γιά νά ἀναλάβω τήν ὑγεία μου». «Καί γιατί μόνος σου», εἶπε ὁ αὐτοκράτορας, «ἀπολαμβάνεις τά ἀγαθά τοῦ εὔκρατου ἀέρα καί τόπου; Ἤ δέν θέλουμε νά συναπολαύσουμε καί ἐμεῖς τά ἀγαθά αὐτά, ἀφοῦ συναντηθήκαμε μαζί;». Ὁ δέ Ἅγιος δεν ἀπάντησε ἀπολύτως τίποτε. Ὁπότε ὁ αὐτοκράτορας, ἀφοῦ πέρασε κατά τό βράδυ τόν ποταμό Σάγαρι, πῆγε στόν οἶκο τοῦ Ἁγίου, διότι ἐκεῖ κατοικοῦσε. Καί βλέποντας μία κρυφή πόρτα, ἀπό ἐκείνη βρίσκει ἕνα χάσμα διαμορφωμένο σέ εἶδος πηγαδιοῦ. Καί ἀπό ἐκεῖ κατεβαίνοντας, βρίσκει ἕναν Ναό στολισμένο. Καί μολονότι σιχάθηκε ὁ ἀσεβής γι’ αὐτόν, διότι «Βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια» (Σειρ. 1,22), δέν ἀπείλισε ὅμως τόν Ἅγιο. Ἀλλά ἀφήνοντας τίς ἀπειλές, ἄρχισε νά τόν κολακεύη μέ λόγια κολακευτικά, θέλοντας μέ αὐτά νά μαλακώση τήν σταθερή γνώμη τοῦ Μάρτυρα. Ἀλλ’ ἐπειδή μέ αὐτά ὅλα φαινόταν, ὅτι δέρνει τόν ἀέρα, κατά τήν παροιμία, ἐπιχειρῶντας νά καταπείση τόν ἀκατάπειστο, γι’ αὐτό διατάζει νά ἀποκεφαλίσουν τόν Ἅγιο. Καί τό τίμιο σῶμα του νά τό ρίξουν στούς σκύλους καί τά ὄρνεα, γιά νά τό φᾶνε. Ὁπότε, ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκε ὁ μακάριος Ἐλευθέριος, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Τό δέ τίμιο σῶμα του, ὄντας ἀμελημένο, ἕνας εὐλαβής καί θεοφιλής Χριστιανός, στολισμένος μέ τό τῆς Ἱερωσύνης ἀξίωμα, τό πῆρε. Καί ἀφοῦ τό περιέλουσε μέ μύρα, τό ἐνταφίασε σέ ἐπίσημο τόπο.
Μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Σωσάννης, τῆς εἰς ἄνδρα μετασχηματισθείσης καί μετονομασθείσης Ἰωάννης.
+ Σωσάννα, ὤ πῶς ἡ πάλαι καί ἡ νέα,
Τούς συκοφαντῶν οὐ διέδρασαν λόγους!
Αὐτή ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ, κατά τό ἔτος 300, καταγόμενη ἀπό τήν Παλαιστίνη, θυγατέρα πατέρα μέν Ἕλληνος, μητέρας δέ Ἑβραίας. Ἀποφεύγοντας καί τῶν δύο αὐτῶν τήν ἀσέβεια, δέχθηκε τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί λαμβάνει τό Ἅγιο Βάπτισμα ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Σιλβανό. Ἀφοῦ λοιπόν οἱ γονεῖς της πέθαναν, μοίρασε ἡ μακάρια ὅλη της τήν περιουσία στούς πτωχούς. Καί ἀφοῦ ἐλευθέρωσε τούς δούλους καί τίς δοῦλες της, ντύθηκε ἀνδρικά ἐνδύματα. Στήν συνέχεια ἀφοῦ ἔκειρε τήν κεφαλή, πῆγε σέ ἕνα Μοναστήρι ἀνδρῶν, πού βρίσκεται στήν πόλι τῆς Ἱερουσαλήμ καί μετωνομάσθηκε Ἰωάννης. Ἀπό δέ τίς πολλές ἀρετές της ἔγινε καί Ἀρχιμανδρίτης τοῦ Μοναστηριοῦ ἐκείνου. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε ἐκεῖ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια, πέφτει σέ μία φοβερή συκοφαντία. Μία δηλαδή ἀσκήτρια μπαίνοντας στό Μοναστήρι καί νομίζοντας ὅτι εἶναι ἄνδρας, τήν παρακινοῦσε στήν ἁμαρτία. Ἐπειδή ὅμως ἡ Ὁσία δέν δέχθηκε, συκοφαντεῖται ἀπό ἐκείνη, ὅτι δῆθεν προσπάθησε νά τήν βιάση.
Ἡ Ἁγία ὅμως δέχεται εὐχάριστα αὐτήν τήν συκοφαντία καί ζητεῖ μετάνοια γιά τό ἔγκλημα πού κατηγορήθηκε. Ὅταν ἔμαθε τήν ὑπόθεσι ὁ Ἐπίσκοπος Ἐλευθερουπόλεως, πῆγε στό Μοναστήρι καί ἐπέπληξε τόν Ἡγούμενο, γιατί ἀφήνει νά γίνωνται στό Μοναστήρι τέτοιες ἀνωμαλίες. Ὁ δέ Ἡγούμενος σκέφθηκε νά ἀφαιρέση τό σχῆμα ἀπό τόν Ἰωάννη πού κατηγορήθηκε. Τότε ἐπειδή βρέθηκε σέ δύσκολη θέσι ἡ μακάρια Σωσάννα, ζήτησε δύο παρθένες καί δύο διακόνισσες γυναῖκες. Καί πηγαίνοντας κατ’ ἰδίαν τίς πληροφόρησε, ὅτι πράγματι εἶναι γυναίκα. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ Ἐπίσκοπος, ἐξεπλάγη, καί τήν χειροτόνησε Διάκονο. Καί ἀπό τότε πολλά θαύματα ἔκανε ἡ μακάρια στό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἐπειδή δέ ὁ ἡγεμόνας Ἀλέξανδρος πῆγε στήν Ἐλευθερούπολι καί πρόσφερε θυσία στά εἴδωλα, γιά τόν λόγο αὐτόν αὐτόκλητη ἡ Ἁγία αὐτή πῆγε σ’ αὐτόν. Καί μέ μόνη τήν προσευχή της γκρέμισε τά εἴδωλα. Καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε στόν ἡγεμόνα, ὡμολόγησε τόν Χριστό. Τότε ἔκοψαν τά στήθη της. Καί ἐπειδή αὐτά ἔγιναν πάλι σῶα καί ὑγιῆ μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, βλέποντας τό θαῦμα οἱ δήμιοι, πού ἔκοψαν τά στήθη, πίστεψαν στόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Στό στόμα τῆς μακάριας Σωσάννας, ἔχυσαν μέ χωνί μολύβι λειωμένο, τό ὁποῖο ἔφθασε ἕως μέσα στά ἐντόσθιά της. Διαφυλάχθηκε ὅμως ἡ Ἁγία ἀβλαβής μέ τήν θεία χάρι. Τότε δέρνεται καί ἀφοῦ ρίχθηκε στήν φωτιά, ἐκεῖ στόν Θεό τήν ψυχή της παρέδωσε. Καί ἔτσι ἀπῆλθε πρός τόν Νυμφίο Κύριο, τόν ὁποῖο ποθοῦσε.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Βάκχος ὁ Νέος ξίφει τελειοῦται.
Αὐτός ὁ Ἅγιος Βάκχος καταγόταν ἀπό τήν Παλαιστίνη, ζῶντας στά χρόνια Κωνσταντίνου καί Εἰρήνης τῶν εὐσεβῶν βασιλέων, κατά τό ἔτος 780. Οἱ γονεῖς του ἦταν Χριστιανοί ἀπό τούς προγόνους τους. Ὁ πατέρας λοιπόν τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ εἶχε γυναίκα χριστιανικώτατη. Ἀλλά ἐπειδή ἀπατήθηκε ἀπό τήν μάταιη δόξα τοῦ κόσμου, ἀρνήθηκε ἀλλοίμονο! τήν ἀληθινή καί πατροπαράδοτη πίστι τῶν Χριστιανῶν καί πῆγε αὐτός μόνος του στήν μιαρή θρησκεία τῶν Ἀγαρηνῶν. Ὁπότε ὕστερα γέννησε ἑπτά παιδιά, τά ὁποῖα ἀνέθρεφε σύμφωνα μέ τήν ἀσεβῆ πλάνη τῶν Τούρκων[4]. Ἐπειδή δέ αὐτός πέθανε στήν ἀσέβεια, ἔμειναν οἱ υἱοί του μαζί μέ τήν μητέρα τους. Ὁ τρίτος δέ ἀπό τούς υἱούς του, Δαχάκ ὀνομαζόμενος (πού σημαίνει Γελάσιος) φύλαξε τόν ἑαυτό του καί δέν νυμφεύθηκε. Ἀλλά καί πρίν νά πεθάνη ὁ ἀρνησίχριστος πατέρας του, αὐτός σκεπτόταν νά δεχθῆ τήν πίστι τῶν Χριστιανῶν. Ὅταν δέ ἐκεῖνος πέθανε, τότε τελείωσε αὐτό πού μελετοῦσε.
Ἀφοῦ φανέρωσε στήν μητέρα του τόν σκοπό του, τήν βρῆκε σύμφωνη καί μάλιστα νά τόν προτρέπη σ’ αὐτό. Διότι ἦταν πιστή. Ὁπότε ἀναχωρῶντας ἀπό τήν πατρίδα του, πῆγε στά Ἱεροσόλυμα. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ καθωδηγήθηκε ἀπό ἕναν Μοναχό, πῆγε στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου δέχεται τό Ἅγιο Βάπτισμα καί ἀντί Δαχάκ ὀνομάζεται Βάκχος. Ἔπειτα, ἀφοῦ παρακάλεσε τούς Μοναχούς, ντύνεται τό μοναχικό σχῆμα. Τότε ἀφοῦ ἔζησε στό σχῆμα μέ νηστεῖες καί ἐγκράτειες καί ἀφοῦ γέμισε τόν ἑαυτό του μέ τίς ὑπόλοιπες ἀρετές, μέ διαταγή τοῦ Ἡγουμένου βγαίνει ἀπό τό Μοναστήρι. Διότι φοβεῖτο ὁ Ἡγούμενος, μήπως φανερωθῆ ἡ ὑπόθεσις στούς Ἀγαρηνούς, οἱ ὁποῖοι κυρίευαν τότε τά Ἱεροσόλυμα. Κατά τύχη ὅμως, ἤ, νά ποῦμε καλλίτερα, κατά θεία οἰκονομία, πηγαίνοντας ὁ Βάκχος στά Ἱεροσόλυμα, βρίσκει τήν μητέρα του καί τῆς φανερώνει ὅλα, ὅσα ἀφοροῦν τόν ἑαυτό του. Προσθέτοντας καί αὐτό, ὅτι πολύ λυπεῖται γιά τούς ἄλλους του ἀδελφούς, πού βρίσκονταν στήν ἀπιστία.
Ὅταν ἄκουσαν τόν λόγο αὐτόν ἀπό τήν μητέρα τους οἱ ἄλλοι του ἀδελφοί, προσῆλθαν καί αὐτοί στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί γίνονται Χριστιανοί. Ἕνας ὅμως καί μόνος ἔμεινε στήν ἀπιστία, Ὁ ὁποῖος πῆγε στούς Ἀγαρηνούς καί πρόδωσε αὐτόν τόν ἀδελφό του Βάκχο, ὅτι ἔγινε Χριστιανός. Οἱ Ἀγαρηνοί, ὅταν ἔμαθαν αὐτό, ἐρεύνησαν καί τόν βρῆκαν. Καί βρίσκοντας, τόν συλλαμβάνουν καί τόν πηγαίνουν στόν ἀμηρᾶ τῆς ἁγίας Πόλεως, Ὁ δέ ἀμηρᾶς τόν στέλλει στόν ὀνομαζόμενο κοντά σ’ αὐτούς στρατηγό καί στούς κριτές. Μπροστά λοιπόν σ’ αὐτούς ὁ Ἅγιος Βάκχος ὡμολόγησε τόν Χριστό Θεό ἀληθινό, τήν δέ τῶν Ἀγαρηνῶν πίστι κατηγόρησε ὡς μάταιη καί ψευδῆ καί τήν περιέπαιξε. Γι’ αὐτό ἀποκεφαλίζεται. Καί ἔτσι λαμβάνει τόν τοῦ μαρτυρίου ἀμάραντο στέφανο.
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παύλου τοῦ νέου, ἀσκήσαντος ἐν τῷ ὄρει τοῦ Λάτρου.
* Αὐτός ὁ θεσπέσιος Πατέρας μας Παῦλος ἔζησε στά χρόνια Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου τοῦ υἱοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, κατά τό ἔτος 912, γεννηθείς σέ μία πόλι, πού λέγεται Ἐλαία καί βρίσκεται κοντά στήν Πέργαμο. Υἱός τῶν εὐσεβῶν καί φιλόθεων γονέων Ἀντιόχου καί Εὐδοκίας, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπό τό γένος τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Ἰωαννικίου τοῦ μεγάλου. Αὐτός λοιπόν, ὅταν ἐνηλικιώθηκε, ἔμεινε ὀρφανός ἀπό γονεῖς. Γι’ αὐτό καί τοῦ ἔλειπαν τά ἀναγκαῖα τῆς ζωῆς. Ὁπότε ἔγινε βοσκός τῶν χοίρων τοῦ τόπου του, καί ἀπό τήν τέχνη αὐτή ἐξοικονομοῦσε τά πρός τό ζῆν. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός τοῦ Ἁγίου, Βασίλειος ὀνομαζόμενος, ἦταν Μοναχός καί ἀγωνιζόταν στήν ἄσκησι κοντά στό ὄρος τοῦ Λάτρου. Ὁ ὁποῖος ἔστειλε ἕναν ἀδελφό, γιά νά ζητήση τόν νέο, ἐπειδή καί τοῦτο διατάχθηκε μέ θεία ἀποκάλυψι ἀπό τόν Θεό νά κάνη.
Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἀπεσταλμένος ἀναζήτησε καί βρῆκε τόν νέο, τόν πῆρε μαζί του καί ἄρχισαν νά βαδίζουν στόν δρόμο. Ὅταν ὅμως ἔμαθαν αὐτό οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου ἐκείνου, ἐμπόδισαν τόν νέο καί δέν τόν ἄφησαν νά πάη. Ὁπότε ὁ ἀπεσταλμένος ἐπέστρεψε ἄπρακτος πρός ἐκεῖνον πού τόν ἀπέστειλε. Ὁ δέ ἀδελφός του ἔστειλε γιά δεύτερη φορά τόν ἴδιο, γιά νά φέρη τόν νέο. Ἀλλ’ οὔτε τότε τόν ἄφησαν οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου. Ἀφοῦ ἀναζητήθηκε ὅμως καί γιά τρίτη φορά ὁ νέος, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀφέθηκε καί ἦλθε στόν ἀδελφό του, πού τόν ποθοῦσε. Τότε, ἀφοῦ ὑποδέχθηκε τόν νέο ὁ ἀδελφός του Βασίλειος, τόν παρέδωσε σέ ἕνα γέροντα ἀσκητικώτατο, Πέτρο ὀνομαζόμενο, γιά νά μαθαίνη ἀπό ἐκεῖνον τήν ὁδό τῆς ἀσκήσεως. Ἦταν δέ ὁ θεῖος Πέτρος αὐτός γεμᾶτος ἀπό κάθε ἁγιωσύνη καί ἀπόλυτα ἐκπαιδευμένος τήν ἀσκητική πολιτεία. Ὁπότε ὁ Παῦλος ὑπηρετοῦσε ἄοκνα τόν γέροντα, χρησιμοποιῶντας κάθε ὑπακοή καί δείχνοντας φρόνημα ταπεινό καί μέτριο. Μία φορά μάλιστα, ἐπειδή ὁ Παῦλος νύσταξε ἀπό ἀμέλεια στόν καιρό τῆς Ἀκολουθίας, τόν ράπισε ὁ γέροντας στό πρόσωπο. Ὁπότε στό ἑξῆς τόν ἔκανε νά ἀγρυπνῆ καί νά προσέχη πάντοτε. Διότι ἀπό τότε καί στήν συνέχεια δέν φάνηκε πλέον ὁ Παῦλος νά ἀμελήση ποτέ. Ἀφοῦ δέ ὁ γέροντας πέθανε, βίαζαν τόν Παῦλο οἱ ἄλλοι Μοναχοί καί συμμαθητές του νά δεχθῆ τήν προστασία τους καί νά γίνη Ἡγούμενος. Ἐκεῖνος ὅμως ὁ μακάριος δέν θέλησε, ἀλλά πῆγε καί κατοίκησε στά βαθύτερα καί ὑψηλότερα μέρη τοῦ βουνοῦ Λάτρου, πού βρίσκεται στήν μικρά Ἀσία, ἀπέναντι ἀπό τήν νῆσο τῆς Πάτμου, τρώγοντας βαλάνια ὠμά, ὅταν πεινοῦσε, ἀσχολούμενος ὅμως μέ παντοτινές προσευχές καί ἀγρυπνίες καί νηστεῖες. Καί δοκιμάζοντας πολλούς πειρασμούς ἀπό τούς πονηρούς δαίμονες, τούς ὁποίους μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἔκαμνε ἄπρακτους, καί δέν ὑπολόγιζε καθόλου.
Στήν συνέχεια κατεβαίνει στά κάτω μέρη τοῦ Λάτρου καί κτίζει Ναό ὡραῖο στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ προηγουμένως ἔκανε τόν ἑαυτό του ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι θυμόταν πάντοτε τήν κόλασι, πού ἔχουν οἱ ἁμαρτωλοί· παρόμοια θυμόταν καί τήν τῶν δικαίων χαρά καί ἀπόλαυσι. Καί ἀπό τήν ἐνθύμησι αὐτῶν ἔβρεχε πάντοτε τό πρόσωπό του μέ δάκρυα. Ὁπότε γιά τούς ἀγῶνες αὐτούς, ἔλαβε ὁ ἀοίδιμος ἀπό τόν Θεό τήν δύναμι τῶν θαυμάτων. Διότι σέ ἄνυδρο τόπο μέ τήν προσευχή του ἔβγαλε νερό. Δεχόταν φωτιά πού ἐρχόταν ἀπό ἐπάνω καί ἀπό αὐτήν τήν φωτιά γινόταν φωτεινός. Τά δάκτυλά του, ὅταν προσευχόταν, ἄναβαν καί σάν λαμπάδες ἀπό φωτιά γίνονταν, καί φαίνονταν, ὅτι στέλνουν τήν φλόγα στόν Οὐρανό. Ἄγγελον εἶχε συγκάτοικό του, ὁ ὁποῖος, διαφυλάσσοντας τόν Ὅσιο πάντοτε, φανερά μιλοῦσε μαζί του, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης του καθαρότητας, καί ἐκπλήρωνε μέ προθυμία κάθε του θέλημα. Διότι κάποτε, πού ἐπεθύμησε ὁ Ἅγιος τυρί νωπό, ὁ Ἄγγελος τόν ὑπηρέτησε σ’ αὐτό καί τό ἔφερε. Ἄλλοτε δέ πάλι πού ἐπεθύμησε τρία μαρούλια, τοῦ τά ἔφερε. Καί μία φορά, ἐπειδή χάθηκε ἡ βακτηρία τοῦ Ἁγίου, τήν ὁποία εἶχε καί στηριζόταν, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε Ἄγγελος τοῦ ἔδωσε ἄλλην ἀντί γιά ἐκείνη.
Καί γιατί νά ἀναφέρω τά κατά μέρος; Μέ τό ὄνομα μόνο τοῦ Ἁγίου ἀπομακρυνόταν ὅλη ἡ τῶν δαιμόνων παράταξις. Οἱ ἀσθένειες ἔφευγαν ἀπό τούς ἀσθενεῖς, οἱ τυφλώσεις τῶν ὀφθαλμῶν θεραπεύονταν. Κάθε πάθος τῶν σωμάτων θεραπευόταν. Καί πρίν ἀπό τά σωματικά πάθη, θεραπεύονταν τά πάθη τῆς ψυχῆς μέ τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου. Ὁπότε οἱ ψυχές ἐκεῖνες, πού ἔπασχαν ἀπό ἄγνοια Θεοῦ καί ἦταν ἀκάθαρτες, αὐτές ἀποδεικνύονταν ὑγιεῖς καί καθαρές μέ τόν Ἅγιο.
Ἦταν δέ ὁ θεσπέσιος αὐτός Πατέρας γεμᾶτος ἀπό κάθε θεϊκή χάρι. Ἦταν γλυκύς καί ἱλαρός, καί μάλιστα στούς ἁμαρτωλούς ἦταν πολύ καταδεκτικός καί σέ ὅσους μετανοοῦσαν ἐγγυᾶτο τήν σωτηρία. Ἧταν μικρός ὡς πρός τήν σωματική του διάπλασι. Εἶχε φαλακρή τήν κεφαλή. Τό δέ γένειο δεν ἦταν πολύ μακρύ, ἀλλά ἦταν πλατύ. Κίτρινος μέν φαινόμενος στό πρόσωπο, ἀλλ’ ὅμως ἔχοντας μία θαυμαστή χάρι νά λάμπη μαζί μέ τήν κιτρινάδα. Αὐτός λοιπόν ἀφοῦ ἔζησε καλά καί πολιτεύθηκε θεάρεστα, ἀναδείχθηκε ὑποφήτης καί θεωρός πολλῶν προφητειῶν καί μεγαλωτάτων ὁράσεων. Ὅταν ἔγινε πλήρης ἡμερῶν, τόσο τῶν σωματικῶν καί ἀνθρωπίνων, ὅσο καί τῶν τοῦ πνεύματος, ἀνέδραμε στήν μακαριότητα, πού εἶναι στούς Οὐρανούς, ὁ ἀειμακάριστος. Δοξάσθηκε ὅμως ἀπό τόν Θεό καί μετά τόν θάνατο, μέ τά πολύ μεγάλα θαύματα, πού ἔκαμνε καί μέ τά μύρα, πού ἀνέβλυζε ἀπό τόν τάφο του. (Τόν ἀναλυτικό Βίο τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ, βλέπε στόν Νέο Παράδεισο).
Χειροτονία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι κατά τήν 15η αὐτή ἡμέρα τοῦ Δεκεμβρίου, χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν καί ἡ ἑορτή τῶν Χριστοῦ Γεννῶν ἄρχισε νά ἑορτάζεται ἀπό αὐτόν. Ἐπειδή τότε εἶχαν ἔλθει μερικοί ἀπό τά μέρη τῆς Δύσεως καί ἀπήγγειλαν, ποιόν καιρό συνέβη ἡ γιορτή αὐτή. Γι’ αὐτό καί λόγος ἀπολογητικός ἐκφωνήθηκε ἀπό αὐτόν πάρα πολύ καλός καί πάρα πολύ ὠφέλιμος
[188] Ἄς μή ἀπορῆ κανείς γιατί ὁ Ἅγιος αὐτός χειροτονήθηκε παρ’ ἡλικίαν ἔξω ἀπό τούς θείους καί ἱερούς Κανόνες, τόσο τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς, ὅσο καί τῆς Τοπικῆς Συνόδου στήν Νεοκαισάρεια, οἱ ὁποῖες ὁρίζουν ὅτι ὁ μέν Διάκονος, νά χειροτονῆται εἴκοσι πέντε ἐτῶν. Ὁ δέ Πρεσβύτερος τριάντα ἐτῶν, καί ὁ Ἐπίσκοπος περισσότερο ἀπό τριάντα. Κανένας, λέω, γι’ αὐτό, ἄς μήν ἀπορῆ. Διότι ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος ἦταν πρίν νά ὁρισθοῦν οἱ ἀνωτέρω Κανόνες. Διότι αὐτοί ὡρίσθηκαν ἀργότερα.
[2] Σημείωσε, ὅτι τά ὅσα λείπουν στήν ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Ἐλευθερίου, τά συμπλήρωσε ἡ προσωπική μου ἀδυναμία. Τόν δέ ἑλληνικό του Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι∙ «Αἰλίου Ἀδριανοῦ». (Σώζεται στήν Λαύρα, στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).
[3] Αὐτός φαίνεται νά ἦταν ὁ παραβάτης Ἰουλιανός, πού βασίλευσε κατά τό ἔτος 361.
[4] Ἐδῶ πρέπει νά ἀπορήση κανείς μέ ποιά γυναῖκα γέννησε ὁ ἀρνησίχριστος αὐτά τά ἑπτά παιδιά; Φαίνεται δέ, ὅτι μέ ἐκείνη τήν χριστιανικώτατη, τήν ὁποία εἶχε ἀκόμη ὄντας Χριστιανός. Πρῶτον διότι δέν ἀναφέρει τό Συναξάρι αὐτό, ὅτι δηλαδή πῆρε ἄλλη γυναίκα μετά τήν ἄρνησι. Καί δεύτερον, διότι παρακάτω γράφεται, ὅτι ἡ γυναίκα του αὐτή πιστή ὄντας παρεκίνησε καί αὐτόν τόν υἱό της Ἅγιο Βάκχο καί τούς ἄλλους υἱούς της καί ἔγιναν Χριστιανοί. Γιατί ἀνεχόταν ἡ γυναίκα αὐτή νά συγκατοικῆ στό ἑξῆς μέ ἀρνησίχριστο ἄνδρα; Ἴσως ἐλπίζοντας στήν μεταβολή ἐκείνου καί στήν διόρθωσι καί ἀκολουθῶντας τό τοῦ Παύλου λόγιο ἐκεῖνο· «Τί γάρ οἶδας γύναι, εἰ τόν ἄνδρα σώσεις;».


Login