Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν διακοσίων εἴκοσι δύο Νεομαρτύρων τῆς ρωσικῆς Ἱεραποστολῆς εἰς Πεκῖνον.

11 Ἰ­ου­νί­ου 1900. Ἡ­μέ­ρα δι­ο­κλη­τι­ά­νει­ου δι­ωγ­μοῦ τῶν εὐ­α­ρίθ­μων Χρι­στι­α­νῶν τῆς ἀ­χα­νοῦς Κί­νας, ἡ­μέ­ρα ὀρ­γῆς καί φω­τι­ᾶς καί συσ­σει­σμοῦ. Οἱ ἐ­πα­να­στά­τες Πυγ­μά­χοι («Μπό­ξερς») ἔ­στρε­ψαν τό μέ­νος τους ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἑ­πτα­κο­σί­ων Ὀρ­θο­δό­ξων καί κτύ­πη­σαν μέ λύσ­σα τό «μι­κρόν ποί­μνι­ον» τοῦ Χρι­στοῦ…       

Ἴ­σως νά εἶ­χαν πολ­λά πα­ρά­πο­να μέ τούς ξέ­νους καί μέ τίς δι­ά­φο­ρες «ἱ­ε­ρα­πο­στο­λές» τους, πού δέν ἦ­ταν πάν­το­τε ἄ­μοι­ρες ἐγ­κό­σμι­ων ἐ­πι­δι­ώ­ξε­ων καί σκο­πι­μο­τή­των. Ὅ­μως ἡ μι­κρή Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Κί­νας, ἅ­γι­ο τέ­κνο τῆς ρω­σι­κῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κῆς φλό­γας πα­λαι­ο­τέ­ρων ἐ­πο­χῶν, ἀ­πό νω­ρίς εἶ­χε δεί­ξει καί ἀ­πο­δεί­ξει, ὅ­τι ἔ­γνοι­ά της καί ἔρ­γο της ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κά ὁ εὐ­αγ­γε­λι­σμός καί ἡ ἐ­ξά­πλω­σι τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ καί ὄ­χι ἡ «θρη­σκευ­τι­κή» ὑ­πο­στή­ρι­ξι πο­λι­τι­κῶν καί ἄλ­λων μά­ται­ων καί ἐ­φά­μαρ­των σκο­πι­μο­τή­των. Ἔτ­σι, ἄν ἄλ­λοι εἶ­χαν δώ­σει λα­βή γι­ά ὑ­πο­ψί­ες καί πα­ρά­πο­να, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι ἐ­κή­ρυτ­ταν Χρι­στόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον καί τί­πο­τε ἄλ­λο!           

Μέ­σα στίς «μυρ­μιγ­κι­ές» τῶν Βου­δι­στῶν, τῶν Κομ­φου­κι­α­νῶν καί Τα­ο­ϊ­στῶν, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρου­σί­α ἦ­ταν «στα­γών ἐν τῷ ὠ­κε­α­νῷ». Πα­ρά ταῦ­τα, ἡ στα­γό­να αὐ­τή ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρα ἐ­νο­χλη­τι­κή γι­ά τούς «Μπό­ξερς» καί δέν τήν ἀ­νέ­χθη­καν νά λει­τουρ­γή­ση στά μά­τι­α τῆς ψυ­χῆς τους σάν κολ­λύ­ρι­ο, γι­ά νά μπο­ρέ­σουν νά δι­α­κρί­νουν τό φῶς τῆς ἀ­λη­θι­νῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Γι’ αὐ­τό καί βάλ­θη­καν νά τήν στε­γνώ­σουν μέ τήν φω­τι­ά τοῦ δι­ωγ­μοῦ, μέ τόν ἀ­παί­σι­ο ἄ­νε­μο τῆς βί­ας.

Ὅ­λες σχε­δόν οἱ ἐκ­κλη­σί­ες πυρ­πο­λή­θη­καν. Τό ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό κέν­τρο τοῦ Πε­κί­νου, ἡ πο­λύ­τι­μη βι­βλι­ο­θή­κη του, τό τυ­πο­γρα­φεῖ­ο του, τά πάν­τα πα­ρα­δό­θη­καν στίς φλό­γες. Ὅ,τι εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νά δη­μι­ουρ­γή­ση ἡ τα­πει­νή ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κή προ­σπά­θει­α, με­τα­βλή­θη­κε σέ ἐ­ρεί­πι­α καί στάκτες. Ἀ­πό τούς ἑ­πτα­κό­σι­ους πι­στούς, με­τρη­μέ­νοι στά δάχ­τυ­λα ἦταν οἱ Ρῶ­σοι, τό βα­σι­κό δη­λα­δή προ­σω­πι­κό μο­νά­χα τῆς ὑ­πό τόν Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Ἰν­νο­κέν­τι­ο Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς. Ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἦ­ταν αὐ­τό­χθο­νες, Κι­νέ­ζοι.        

Ἡ λύσ­σα τῶν «Μπό­ξερς» ξέ­σπα­σε ἀ­κρι­βῶς ἐ­ναν­τί­ον αὐ­τῶν τῶν ὁ­μο­ε­θνῶν τους. Δέν ὑ­πάρ­χουν λό­γι­α, γι­ά νά πε­ρι­γρά­ψη κα­νείς τό φο­νι­κό τους μέ­νος ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἀρ­νί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας! Ἀ­πό τά πρῶ­τα θύ­μα­τά τους ὑ­πῆρ­ξε ὁ σε­βά­σμι­ος Ἱ­ε­ρέ­ας Μη­τρο­φά­νης Τσή.  «Πα­τά­ξω τόν ποι­μέ­να καί δι­α­σκορ­πι­σθή­σον­ται τά πρό­βα­τα τῆς ποί­μνης» (Ματθ. 26,31)

Μα­ζί μέ τόν Ἱ­ε­ρέ­α καί ὁ ἀ­πει­ρό­κα­κος βλα­στός του Ἰ­ω­άν­νης, ὀ­κτά­χρο­νο παι­δί, τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­κρω­τη­ρί­α­σαν ἀ­νη­λε­ῶς.

Ἀρ­νεῖ­σαι τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ;…- Ὄ­χι!...- Προ­σκυ­νᾶς τόν Βούδ­δα;…  - Μή γέ­νοι­το!... Τόν ἔ­κο­ψαν κομ­μά­τι­α. Στό ξε­ψύ­χι­σμά του κά­ποι­οι πο­νε­τι­κοί πλη­σί­α­σαν καί προ­σπά­θη­σαν νά τοῦ δεί­ξουν λί­γη ἀν­θρω­πι­ά. Στήν ἐ­ρώ­τη­σί τους ἄν ὑ­πο­φέ­ρη πο­λύ, ὁ ἅ­γι­ος Παι­δο­μάρ­τυ­ρας τοῦ Χρι­στοῦ, μέ ἀγ­γε­λι­κό μει­δί­α­μα στά χεί­λη ψι­θύ­ρι­σε· «Τό νά πά­σχη κα­νείς γι­ά τόν Χρι­στό, δέν εἶ­ναι βα­ρύ πρᾶγ­μα!..», καί ἔ­κλει­σε τά ἀ­θῶ­α του μά­τι­α στήν βαρ­βα­ρό­τη­τα τῆς γῆς, γι­ά νά τά ἀ­νοί­ξη στήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που οἱ Κή­ρυ­κοι καί οἱ Ταρ­σί­ζι­οι καί οἱ Κλαύ­δι­οι καί οἱ Ὑ­πά­τι­οι καί οἱ Δι­ο­νύ­σι­οι καί οἱ Παῦ­λοι καί οἱ ἄλ­λοι «Παι­δα­ρί­σκοι» τοῦ Χρι­στοῦ τόν πε­ρί­με­ναν.        

Ὁ Παῦ­λος Βάν, Κα­τη­χη­τής, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νά ἐ­πι­σφρα­γί­ση μέ τήν ὁ­μο­λο­γί­α του καί τό μαρ­τύ­ρι­ο ὑ­πέρ Χρι­στοῦ, ὅ­σα γι­ά χρό­νι­α δί­δα­σκε στούς νε­οσ­σούς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὑ­πέ­μει­νε ἀ­γόγ­γυ­στα ἀ­νή­κου­στα μαρ­τύ­ρι­α μέ τήν προ­σευ­χή στά χεί­λη καί πα­ρέ­δω­σε τή μα­κα­ρί­α του ψυ­χή στά χέ­ρι­α τοῦ Πλά­στου του.        

Ἡ Ἴ­γι­α Βέν, δα­σκά­λα τῆς Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κῆς Σχο­λῆς, βα­σα­νί­σθη­κε ἀ­πάν­θρω­πα κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψι. Χτυ­πή­θη­κε, ἀ­κρω­τη­ρι­ά­σθη­κε, ξε­ψύ­χι­σε ἐ­πι­τέ­λους ὁ­μο­λο­γῶντας καί αὐ­τή μέ ἀν­δρι­κό φρό­νη­μα καί παρ­ρη­σί­α τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Μα­ζί τους καί ἄλ­λοι, μι­κροί καί με­γά­λοι, ἁ­πλοῖ καί ἐ­πί­ση­μοι, μορ­φω­μέ­νοι καί ἰ­δι­ῶ­τες, ἄν­θρω­ποι τῆς ὑ­παί­θρου καί ἀ­στοί.   Ἐρ­γά­τες τῶν γραμ­μά­των καί χει­ρώ­να­κτες. Τά ὀ­νό­μα­τά τους τά ξέ­ρει ὁ Θεός, πού τά κα­τέ­γρα­ψε «ἐν βί­βλῳ ζω­ῆς». Τε­τρα­κό­σι­οι πε­ρί­που φι­λό­χρι­στοι ἀ­να­δεί­χθη­καν Μάρ­τυ­ρες καί Ὁ­μο­λο­γη­τές καί πό­τι­σαν μέ τά κα­θα­ρά τους αἵ­μα­τα τά χώ­μα­τα τῆς Κί­νας καί τά ἁ­γί­α­σαν μέ τήν ὑ­πέρ­τα­τη θυ­σί­α τους. Ἡ πρώ­ην ἄ­γο­νη καί στεί­ρα Κι­νε­ζι­κή γῆ ἀ­να­βλά­στη­σε τά πρῶ­τα της μυ­ρί­πνο­α ἄν­θη, πού μέ τό γλυ­κύ κί­τρι­νο χρῶ­μα τους πλού­τι­σαν τήν ὡ­ραι­ό­τη­τα τοῦ Κή­που τῆς ἐ­που­ρά­νι­ας Ἐ­δέμ, καί μέ τήν δρο­σι­ά τους δρό­σι­σαν τήν λι­γο­θυ­μι­σμέ­νη ἀ­πό τό καῦ­μα τοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ καί τῆς ἀ­κη­δί­ας Χρι­στι­α­νω­σύ­νη τῶν ἀρ­χῶν τοῦ αἰ­ῶ­νος μας. Ὁ ἱ­στο­ρι­κός λα­ός τῶν Σι­νῶν ἔ­δω­σε τίς ἀ­παρ­χές του στόν Θε­ό Σαβ­βα­ώθ…        



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης