Τῇ 23ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου
νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Βραχωρίτου († 1813).
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἰωάννης, γεννήθηκε στήν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, πού τότε ἦταν ἕδρα τοῦ Ἐπισκόπου Βελλᾶς καί ἀνατράφηκε σέ αὐτήν ἀπό γονεῖς Μωαμεθανούς. Ὁ πατέρας του ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἐξέχοντες Τούρκους, δερβίσης καί σεΐχης στό ἀξίωμα. Ὅταν ὁ νέος ἔγινε εἰκοσαετής στήν ἡλικία, ἄφησε τήν Κόνιτσα, ὅπου γεννήθηκε, καί πῆγε στήν μητρόπολι Ἰωαννίνων. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ συμπολῖτες του τόν τιμοῦσαν καί τοῦ ἔδειχναν σεβασμό ὄχι λιγότερο ἀπό τόν πατέρα του (διότι καί αὐτός μπῆκε στό τάγμα τῶν δερβίσηδων ἀπό τόν πατέρα του σεΐχη).
Ἀφοῦ ἔμεινε ἀρκετόν καιρό στά Γιάννενα, ἔφυγε καί ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό Ἀγρίνιο, πού τότε ἦταν κωμόπολι τῆς Αἰτωλίας καί λεγόταν Βραχώρι. Ἐκεῖ ἔμενε στό ἀρχοντικό, πού λεγόταν Μουσελίμ σεράι.
Τόν χρόνο ἐκεῖνο ἐξουσίαζε σέ ὅλη τήν Αἰτωλοακαρνανία ὁ Ἰσούφ ὁ Ἄραψ, πού γνώριζε τόν πατέρα τοῦ νέου καί, ἐπειδή τόν σεβόταν μᾶλλον σάν σεΐχη καί ἀρχηγό τῆς θρησκείας τους, τόν δέχθηκε μέ ἀγάπη καί πολλή τιμή ὀνομάζοντάς τον δερβίση δικό του. Ἔμεινε, λοιπόν, ὁ νέος κοντά του ἀρκετόν καιρό καί πήγαινε ἀκατάπαυστα σέ ὑπηρεσίες, διότι τόν χρόνο ἐκεῖνο γινόταν στά Ἑπτάνησα πόλεμος μεταξύ Ρώσων καί Τούρκων καί ἀρχηγός τῶν Τούρκων ἦταν ὁ Ἰσούφ.
Ἐν τῷ μεταξύ ὁ νέος αὐτός, ἄν καί ζοῦσε στήν ἀσέβεια καί στήν πλάνη ἐν τούτοις εἶχε ζωή Χριστιανική καί χρησιμοποιοῦσε πολλές φορές τίς νηστήσιμες τροφές τῶν Χριστιανῶν ἔχοντας σέ ὑπόληψι καί ἐκτίμησι τήν Χριστιανική ζωή. Φοβόταν ὅμως καί τό ἔθνος του, μήπως τόν δοῦν καί κινδυνέψει.
Ἔπειτα ἀπό δύο χρόνια ἔγινε ἀλλαγή στίς ἀρχές τῆς Αἰτωλοακαρνανίας. Ὁ Ἰσούφ, λοιπόν, πῆγε στά Γιάννενα καί στήν θέσι του ἦρθε ὁ Σουλεϊμάν μπέης, πού στό ἐπίθετο λεγόταν Βρυώνης.
Ὁ νέος ὅμως δέν ἀκολούθησε οὔτε τόν διάδοχο τῆς ἐξουσίας οὔτε τόν Ἰσούφ, ἀλλά ἔμεινε στήν ἐπαρχία τῆς Αἰτωλίας καί γύριζε ντυμένος μέ Χριστιανικά ροῦχα, ἐνῷ τό δερβίσικο κιουλιάφι μαζί καί τά λευκοπράσινα, πού φοροῦσε προηγουμένως, τά ἔβγαλε καί τά καταπάτησε. Ἡ συμπεριφορά του πιά ἦταν τελείως Χριστιανική, ἔκανε παρέα μέ τούς φύλακες τοῦ γένους, πού τούς ἔλεγαν καπεταναίους καί μόνο τό ἅγιο Βάπτισμα δέν εἶχε πάρει. Ἤθελε βέβαια ἀπό πολύν καιρό νά τό ἀξιωθῆ στά μέρη αὐτά, ἀλλά δέν ἔγινε δυνατό νά τό ἀπολαύση, διότι οἱ Χριστιανοί εἶχαν φόβους, μήπως πέσουν σέ κίνδυνο, ἄν ἡ ἐξουσία μάθαινε τό πρᾶγμα.
Γι’ αὐτό, λοιπόν, ὁ νέος πέρασε στό νησί Ἰθάκη, ὅπου ἀναγεννήθηκε μέ τό θεῖο αὐτό Βάπτισμα καί μετωνομάσθηκε Ἰωάννης. Ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀρκετά ἐκεῖ ἀπό τόν Πνευματικό γιά τήν ὀρθόδοξη χριστιανική ζωή, γύρισε στό Ξηρόμερο. Ἀφοῦ ἔπειτα πῆγε σέ ἕνα χωριό, πού λεγόταν Μαχαλᾶς, ἔγινε δοῦλος στόν Πάνο Γαλάνη, πού ἦταν ἐκεῖ προεστώς τοῦ χωριοῦ καί στό ἴδιο χωριό νυμφεύθηκε, παίρνοντας πάντα τίς προφυλάξεις του ἀπό τούς Ἀγαρηνούς. Γι’ αὐτό καί τόν περισσότερο καιρό κρυβόταν, ἀσκῶντας τό ἐπάγγελμα τοῦ ἀγροφύλακα καί σπάνια ἐμφανιζόταν στό χωριό.
Κατά τό ἔτος 1813, μόλις ἔμαθε ὁ πατέρας του σεΐχης, τήν ἄρνησι τῆς θρησκείας τοῦ Μωαμεθανισμοῦ, θρήνησε ἀπαρηγόρητα γι’ αὐτό, καί ἔστειλε δύο δερβίσηδες τοῦ τάγματός του, γιά νά πᾶνε νά προσπαθήσουν μέ διάφορα ταξίματα καί ὑποσχέσεις νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Χριστιανισμό καί νά τόν ξαναγυρίσουν στήν θρησκεία τους.
Πράγματι, αὐτοί ἦρθαν καί ἔμαθαν ποῦ μένει ὁ Ἰωάννης καί πῆγαν στό σπίτι του. Αὐτός ὅμως δέν ἤθελε οὔτε νά τούς δῆ, οὔτε νά ἀκούση τίς φλυαρίες τους καί τίς μυθολογίες τοῦ Μωαμεθανισμοῦ, γι’ αὐτό γύρισε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του. Οἱ δερβίσηδες, λοιπόν, ντροπιάσθηκαν περισσότερο ἀπό αὐτή τήν περιφρόνησι καί ἔφυγαν ἄπρακτοι.
Ἕνας Ἀγαρηνός ὅμως, πού ἦταν νεροκράτης στό χωριό Μαχαλᾶς, κατηγόρησε τόν νέο στόν μουσελίμη τοῦ Ἀγρινίου, ὅτι ἔγινε Χριστιανός, ἐνῷ προηγουμένως ἦταν Τοῦρκος καί μάλιστα υἱός ἑνός περίφημου δερβίση καί σεΐχη. Χωρίς καμμιά ἀργοπορία αὐτός γνωστοποιεῖ τό πρᾶγμα στόν μουσελίμη, πού ἦταν στό Τεπελένι, τόν Ἐλμάζαγα Μπόνον, προσθέτοντας καί αὐτός μερικά, γιά νά ἀνάψη περισσότερο τόν θυμό του.
Ὁ μουσελίμης, μόλις εἶδε τά γραμμένα σχετικά μέ τόν νέο, ταράχθηκε ὁλόκληρος ἀπό τόν θυμό του καί ἔστειλε νά φωνάξουν τόν κριτή καί τόν μουφτῆ, πού ἦταν ὁ νομοκράτοράς τους καί τούς ἀνακοίνωσε τήν ὑπόθεσι. Στέλνει κατόπιν τήν ἴδια ἡμέρα στρατιῶτες, γιά νά τόν πιάσουν. Αὐτοί, μόλις τόν συνάντησαν, βρῆκαν μία πρόφασι καί ἀμέσως χωρίς ἀναβολή τόν ἔδεσαν καί ἔτσι δεμένο τόν ὡδήγησαν στό δικαστήριο.
Τόν ρώτησε, λοιπόν, ὁ μουσελίμης τό γένος, τήν πατρίδα, τό ὄνομα καί τήν θρησκεία του καί ὁ νέος σέ ὅλα αὐτά ἀπάντησε μέ ἕνα λόγο.
- Εἶμαι Χριστιανός καί ὀνομάζομαι Ἰωάννης.
-Δέν εἶσαι σύ ὁ δερβίσης, ὁ υἱός τοῦ σεΐχη τῆς Κονίτσης; ξαναρωτάει πάλι ὁ μουσελίμης.
- Ναί, ἐγώ, ἀλλά τώρα εἶμαι Χριστιανός καί Χριστιανός πρόκειται νά πεθάνω.
- Γελάστηκες ἀπό τήν γυναίκα σου καί ἔγινες Χριστιανός. Ἔλα ὅμως στά λογικά σου καί κήρυξε μπροστά σέ ὅλους τήν παλαιά σου πίστι τήν ἀληθινή καί τότε θά μάθης πόσο καλά θά τιμηθῆς ἀπό μένα.
- Μή πιστεύης, ἀγᾶ μου, ἀποκρίθηκε ὁ νέος, ὅτι θά φανῶ τόσο ἀνόητος καί βλάκας, ὥστε νά ἀφήσω τήν ἁγία πίστι τῶν Χριστιανῶν καί νά τυφλωθῶ πάλι νά γυρίσω στόν Μωαμεθανισμό. Μόλις ἔγινε δυνατό νά τήν γνωρίσω καί τώρα πῶς μπορῶ νά τήν ἀφήσω; Ποτέ, ποτέ νά μή μοῦ συμθῆ τέτοιο κακό.
Ὁ μουσελίμης καί οἱ ἄλλοι γύρω του θαύμασαν γιά τήν παρρησία τοῦ Μάρτυρα καί ἐπειδή ντροπιάσθηκαν, δέν θέλησαν νά ἐκταθοῦν σέ περισσότερες ὁμιλίες. Διέταξε, λοιπόν, νά τόν δέσουν καί νά τόν ρίξουν στήν φυλακή καί ἐκεῖ νά τόν βασανίσουν φοβερά καί σκληρά, σάν νά ντρεπόταν τάχα νά τόν τιμωρήση φανερά.
Τόν πῆραν οἱ ὑπηρέτες ἔτσι δεμένον καί πέρασαν στόν λαιμό του τήν πιό βαρειά ἁλυσίδα, ἐνῷ συγχρόνως πέρασαν τά πόδια του στό ξύλο. Ὁ καθένας μπορεῖ νά φαντασθῆ τί τράβηξε ἐκεῖ μέσα ὁ εὐλογημένος νέος! Ραβδισμούς καί κτυπήματα μέ χέρια καί πόδια, ἐνῷ ὁ Μάρτυρας εὐχαριστοῦσε τόν Θεό καί τά ὑπέμεινε μέ ἀνδρεία ψιθυρίζοντας: «Θεέ μου, βοήθησέ με».
Ὅταν ὁ μουσελίμης ἔμαθε τήν σταθερή ἀπόφασι τοῦ Μάρτυρα καί ἐπειδή φοβήθηκε, μήπως ντροπιασθῆ περισσότερο, ἄν τόν παρουσιάση σέ δεύτερη ἀνάκρισι, συγκέντρωσε τούς οὐλεμάδες (τούς σοφούς) τοῦ γένους του καί ἀπεφάσισαν, ὅτι «ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν πρέπει νά ζῆ, γιατί ἀλλαξοπίστησε καί ἀρνήθηκε τήν θρησκεία του». Δόθηκε, λοιπόν, ἡ διαταγή νά ἀποκεφαλισθῆ μέ ξίφος.
Τόν πῆραν, λοιπόν, οἱ δεσμοφύλακες καί ὁ ἀρχιφύλακας δεμένον, ὅπως τόν εἶχαν καί τόν πῆγαν στόν τόπο τῆς καταδίκης, ὅπου ζήτησε ὁ Μάρτυρας νά τόν λύσουν λίγο, γιά νά κάνη τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά δέν τόν ἄφησαν. Φώναξε τότε ὅπως ὁ λῃστής τοῦ Εὐαγγελίου τό «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», ἔσκυψε τό κεφάλι καί δέχθηκε τόν θάνατο μέ ξίφος στίς 23 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1814. Δόθηκε ἡ διαταγή νά μή πλησιάση κανείς τό λείψανο, γιά νά τό φᾶνε τά σκυλιά. Τό ἔρριξαν, λοιπόν, οἱ δήμιοι σέ ἕνα ρυάκι κοντά στήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, γιά νά φαγωθῆ ἀπό τά σκυλιά. Μερικοί ὅμως εὐσεβεῖς μεσίτεψαν στόν μουσελίμη καί ἐκεῖνος ἐπέτρεψε νά ταφῆ χωρίς τιμές σέ μέρος οὐδέτερο, μέ τήν πρόφασι, ὅτι δέν ἦταν οὔτε Τοῦρκος οὔτε Χριστιανός ὁ Μάρτυρας. Μερικοί ὅμως ἀπό εὐλάβεια ἄνοιξαν κρυφά ἕνα λάκκο καί ἔβαλαν μέσα τό μαρτυρικό λείψανο τοῦ Ἁγίου σέ ἕνα χωράφι στό Βραχώρι. Ἀργότερα μεταφέρθηκε στήν Ἱερά Μονή Προυσσοῦ καί φυλάγεται σέ εἰδική κρύπτη, ὅπου βρέθηκε τό 1974.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν μνήμη του στίς 23 Σεπτεμβρίου.


Login