Ἰ­σα­πό­στο­λος Κο­σμᾶς[95], ὁ ἐν τῇ Ἀλ­βα­νι­τί­ᾳ μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό ἔ­τος 1779, ἀγ­χό­νῃ τελειοῦται.

 * Ὁ Ἅ­γι­ος νέ­ος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς καί Ἰ­σα­πό­στο­λος Κο­σμᾶς[95], ὁ ἐν τῇ Ἀλ­βα­νι­τί­ᾳ μαρ­τυ­ρή­σας κα­τά τό ἔ­τος 1779, ἀγ­χό­νῃ τελειοῦται.

 + Εὔ­κο­σμος ὤ­φθης κό­σμος ὤ Κο­σμᾶ μά­καρ,

Κό­σμου λό­γοις σοῖς αἵ­μα­σι τ’ ἀ­γλα­ΐ­σα­ς[96].

 

   Αὐ­τός ὁ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ δι­δά­σκα­λος καί κή­ρυ­κας τοῦ θεί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου Κο­σμᾶς ἦ­ταν ἀ­πό τήν Αἰ­τω­λί­α, ἀ­πό ἕ­να μι­κρό χω­ριό, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μέ­γα Δέν­δρο. Ἦ­ταν υἱ­ός γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους, ἀ­φοῦ ἀ­να­τρά­φη­κε καί ἐκ­παι­δεύθη­κε μέ τήν παι­δεί­α καί τήν δι­δα­σκα­λί­α Κυ­ρί­ου, σύμ­φω­να μέ τόν Ἀ­πό­στο­λο, ὅ­ταν ἦ­ταν εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἴ­σως καί πα­ρα­πά­νω, ἄρ­χι­σε νά δι­δά­σκε­ται τά γραμ­μα­τι­κά δί­πλα στόν ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νο Ἀ­να­νί­α, τόν ὁ­ποῖ­ο τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δερ­βι­σά­νο. Καί ἐ­πει­δή  ἐ­κεῖ­να τά χρό­νι­α ξε­κί­νη­σε μέ με­γά­λη φή­μη καί τό σχο­λεῖ­ο τοῦ Βα­το­πε­δί­ου στό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος,

 

πῆ­γε σ’ ἐ­κεῖ­νο μέ πολ­λούς ἄλ­λους δι­κούς του συμ­μα­θη­τές. Ἐ­κεῖ τε­λεί­ω­σε τά γραμ­μα­τι­κά δί­πλα στόν δι­δά­σκα­λο Πα­να­γι­ώ­τη Πα­λα­μᾶ. Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά δι­δά­χθη­κε καί τήν Λο­γι­κή ἀ­πό τόν δι­δά­σκα­λο Νι­κό­λα­ο Τζαρ­τζού­λι­ο ἀ­πό τό Μέ­τσο­βο, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρη­μά­τι­σε σχο­λάρ­χης ἐ­κεῖ με­τά τόν σο­φώ­τα­το Εὐ­γέ­νι­ο. Ἦ­ταν δέ ἀ­κό­μα λα­ϊ­κός καί ὠνο­μα­ζό­ταν Κών­στας. Ὡ­στό­σο, ἄν καί ἀ­νῆ­κε στό σχῆ­μα τῶν λα­ϊ­κῶν, ἦ­ταν στο­λι­σμέ­νος μέ τήν σε­μνό­τη­τα τοῦ μο­να­χι­κοῦ σχή­μα­τος καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν σέ ὅ­λα καί τόν ἑ­αυ­τό του τόν ἐκ­παί­δευ­ε στήν τέ­λει­α ἄ­σκη­σι. Ἐ­πει­δή ὅ­μως πά­λι, γιά κα­κή του τύ­χη, ἡ πε­ρί­φη­μη ἐ­κεί­νη σχο­λή, ἐ­πει­δή ἔ­φυ­γαν οἱ δι­δά­σκα­λοι, ἐ­ρη­μώ­θη­κε καί κα­τάν­τη­σε νά γίνη ὅ­πως καί πρῶ­τα, τό­τε καί ὁ κα­λός Κών­στας, ἀ­φοῦ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆ­γε στήν ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Φι­λο­θέ­ου. Καί ἐ­κεῖ πρῶ­τα μέν ἔγινε  μο­να­χός καί προ­χώ­ρη­σε στούς πό­νους τῆς μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς προ­θυ­μό­τα­τα. Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τό, ἐ­πει­δή ἡ Μο­νή εἶ­χε ἀ­νάγ­κη  ἀ­πό ἐ­φη­μέ­ρι­ο, με­τά ἀ­πό ἐν­το­νώ­τα­τη προ­τρο­πή καί πα­ρά­κλη­σι τῶν πα­τέ­ρων, χει­ρο­το­νεῖ­ται καί Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος. Καί εἶ­χε με­γά­λο πό­θο ὁ Μα­κά­ρι­ος στήν καρ­διά του ἀ­πό τήν ἀρ­χή, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀ­κό­μη κο­σμι­κός, νά ὠ­φε­λή­ση καί τούς ἀ­δελ­φούς του Χρι­στια­νούς, ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού ἔ­μα­θε. Καί πολ­λές φο­ρές ἔ­λε­γε, ὅτι οἱ ἀ­δελ­φοί μας Χρι­στια­νοί, ἔ­χουν με­γά­λη ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Καί ὅ­τι ἔ­χουν χρέ­ος ἐ­κεῖ­νοι πού σπου­δά­ζουν νά μή τρέ­χουν σέ ἀρ­χον­τι­κά καί αὐ­λές με­γά­λων καί νά μα­ται­ώ­νουν τίς σπου­δές τους, γιά νά ἀ­πο­κτή­σουν πλοῦ­το καί ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ἀλ­λά νά δι­δά­σκουν κυ­ρί­ως τόν κοι­νό λα­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ μέ με­γά­λη ἀ­μορ­φω­σιά καί βαρ­βα­ρό­τη­τα, γιά νά ἀ­πο­κτή­σουν οὐ­ρά­νι­α ἀν­τα­μοι­βή καί ἀ­μά­ραν­τη δό­ξα. Ἀλ­λά παρ’ ὅ­λο πού εἶ­χε τό­σο πό­θο καί ζῆ­λος πο­λύς ἄ­να­βε στήν ἱ­ε­ρή του καρ­διά προ­κει­μέ­νου νά ὠ­φε­λή­ση τούς πολ­λούς, ὡ­στό­σο καί πά­λι συλ­λο­γι­ζό­με­νος πό­σο με­γά­λο καί δύ­σκο­λο εἶ­ναι τό ἐγ­χεί­ρη­μα τοῦ Ἀ­πο­στο­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος, ὡς τα­πει­νό­φρων καί με­τρι­ό­φρων πού ἦ­ταν, δέν τόλ­μη­σε ἀ­πό μό­νος του νά τό ἐ­πι­χει­ρή­ση, χω­ρίς νά κα­τα­λά­βη τήν θεί­α βού­λη­σι. Γι’ αὐ­τό θέ­λον­τας νά δο­κι­μά­ση, ἄν αὐ­τό εἶ­ναι θέ­λη­μα Θε­οῦ, ἀ­νοί­γει τήν θεί­α Γρα­φή. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, βρέ­θη­καν ἀ­μέ­σως μπρο­στά του τά λό­για τοῦ Ἀ­πο­στό­λου πού λέ­ει· «Μη­δείς τό ἑ­αυ­τοῦ ζη­τεί­τω, ἀλ­λά τό τοῦ ἑ­τέ­ρου ἕ­κα­στος» (Α΄ Κορ. 10,24), δη­λα­δή, ἄς μήν ζη­τᾶ κα­νείς μό­νο τό συμ­φέ­ρον τό δι­κό του, ἀλ­λά καί τό συμ­φέ­ρον τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του. Ἀ­φοῦ λοι­πόν τό ἔ­μα­θε  αὐ­τό καί ἀ­φοῦ φα­νέ­ρω­σε αὐ­τόν τόν σκο­πό του καί σέ ἄλ­λους πνευ­μα­τι­κούς πα­τέ­ρες καί ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε συγ­χώ­ρη­σι ἀ­πό αὐ­τούς, πη­γαί­νει στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, νά ἀν­τα­μώ­ση καί τόν αὐ­τά­δελ­φό του, τόν δι­δά­σκα­λο Χρύ­σαν­θο. Ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τοῦ δί­δα­ξε καί λί­γη ρη­το­ρι­κή τέ­χνη, γιά νά μι­λᾶ τά­χα μέ κά­ποια μέ­θο­δο. Ἀ­φοῦ φα­νέ­ρω­σε λοι­πόν καί στούς εὐ­λα­βέ­στε­ρους ἀρ­χι­ε­ρεῖς καί δι­δα­σκά­λους, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τήν ἴ­δια αὐ­τή σκέ­ψι του καί τούς βρῆ­κε ὅ­λους σύμ­φω­νους νά τόν πα­ρα­κι­νοῦν στό θεῖ­ο αὐ­τό ἔρ­γο, λαμ­βά­νει ἔγ­γρα­φη ἄ­δει­α ἀ­πό τόν τό­τε Πα­τρι­άρ­χη Σε­ρα­φείμ ἀ­πό τό Δελ­βί­νο. Καί ἔ­τσι ἄρ­χι­σε ὁ Μα­κά­ρι­ος νά κη­ρύτ­τη τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν, πρῶ­τα μέν στίς Ἐκ­κλη­σί­ες καί τά χω­ριά τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε στήν Ναύ­πα­κτο, στό Βρα­χώ­ρι, στό Με­σο­λόγ­γι καί ἄλ­λους τό­πους καί πά­λι ἀ­νέ­βη­κε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Καί ἀ­φοῦ συμ­βου­λεύ­θη­κε τόν τό­τε Πα­τρι­άρ­χη Σω­φρό­νι­ο καί ἔ­λα­βε ἀ­πό αὐ­τόν νέ­α ἄ­δει­α καί εὐ­λο­γί­α, ἄρ­χι­σε νά κη­ρύτ­τη πά­λι τόν λό­γο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη θερ­μό­τη­τα καί ζῆ­λο. Καί ἔ­τσι λοι­πόν ἀ­φοῦ πε­ρι­δι­ά­βη­κε σέ ὅ­λα σχε­δόν τά Δω­δε­κά­νη­σα καί δί­δα­ξε στούς Χρι­στια­νούς νά με­τα­νο­οῦν καί νά πράτ­τουν ἄ­ξι­α ἔρ­γα τῆς με­τά­νοι­ας, ἀ­πό ἐ­κεῖ γύ­ρι­σε στό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος τό ἔ­τος 1775, καί ἀ­φοῦ πε­ρι­δι­ά­βη­κε καί τά ἐ­κεῖ μο­να­στή­ρια καί τίς σκῆ­τες καί δί­δα­ξε τούς πα­τέ­ρες, πού μό­να­ζαν σ’ αὐ­τά, ἔ­μει­νε γιά λί­γο και­ρό δι­α­βά­ζον­τας τά θεῖ­α βι­βλί­α τῶν πα­τέ­ρων. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀν­τέ­ξη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη, πού ἄ­να­βε στήν καρ­διά του γιά τήν ὠ­φέ­λει­α τῶν Χρι­στια­νῶν (ὅ­πως πολ­λές φο­ρές ὁ ἴ­διος τό ἔ­λε­γε σέ πολ­λούς πα­τέ­ρες), ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος καί ξε­κι­νῶν­τας ἀ­πό τά χω­ριά ἔ­ξω ἀ­πό τό Ὄ­ρος, πῆ­γε κη­ρύτ­τον­τας στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, στήν Βέ­ροι­α καί σέ ὅ­λη σχε­δόν τήν Μα­κε­δο­νί­α. Προ­χώ­ρη­σε καί στά μέ­ρη τῆς Χει­μάρ­ρας, τῆς Ἀ­καρ­να­νί­ας, τῆς Αἰ­τω­λί­ας ἕ­ως καί στήν ἴ­δια τήν Ἄρ­τα καί τήν Πρέ­βε­ζα. Ἀ­πό ἐ­κεῖ τό­τε ἔ­πλευ­σε στήν Ἁ­γί­α Μαῦ­ρα καί στήν Κε­φα­λο­νι­ά. Καί ὅ­που καί ἄν πή­γαι­νε ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος, πραγ­μα­το­ποι­εῖτο με­γά­λη συγ­κέν­τρω­σι τῶν Χρι­στια­νῶν καί ἄ­κου­γαν μέ κα­τά­νυ­ξι καί εὐ­λά­βει­α τήν χά­ρι καί τήν γλυ­κύ­τη­τα τῶν λό­γων του καί στήν συ­νέ­χει­α προ­κα­λεῖτο καί με­γά­λη δι­όρ­θω­σι καί ψυ­χι­κή ὠ­φέ­λει­α. Ἦ­ταν βέ­βαι­α ἡ δι­δα­χή του, κα­θώς καί ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι ἤ­μα­σταν αὐ­τή­κο­οι μάρ­τυ­ρές της, ἁ­πλού­στα­τη, σάν ἐ­κεί­νη τῶν ἁ­λι­έ­ων. Ἦ­ταν γα­λή­νι­ος καί ἤ­ρε­μος, ἔ­τσι ὥ­στε φαι­νό­ταν ξε­κά­θα­ρα, ὅ­τι εἶ­ναι γε­μά­τη ἡ δι­δα­χή του ἀ­πό τήν χα­ρά τοῦ λαμ­προῦ καί ἥ­συ­χου Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Καί μά­λι­στα στό νη­σί τῆς Κε­φα­λο­νι­ᾶς προ­κά­λε­σε με­γά­λο καρ­πό ψυ­χι­κῆς ὠ­φέ­λει­ας ὁ ἱ­ε­ρός αὐ­τός δι­δά­σκα­λος μέ τόν σπό­ρο τῆς ἔν­θε­ης δι­δα­σκα­λί­ας του.

Ἀλ­λά καί ὁ Θε­ός ἀ­πό ψη­λά συ­νερ­γοῦ­σε καί ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε τά λό­για του μέ τά ἀ­κό­λου­θα ση­μεῖ­α καί θαύ­μα­τα, ὅ­πως κά­πο­τε μέ τά πα­ρό­μοι­α αὐ­τά θαύ­μα­τα ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε καί τό κή­ρυγ­μα τῶν ἱ­ε­ρῶν Ἀ­πο­στό­λων του. Δι­ό­τι στό νη­σί αὐ­τό ἦ­ταν ἕ­νας φτω­χός ρά­φτης, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε γιά πολ­λά χρό­νι­α τό δε­ξί του χέ­ρι πα­ρά­λυ­το καί ἀ­νε­νερ­γό. Αὐ­τός λοι­πόν ἀ­φοῦ πρόστρε­ξε στόν Ἅ­γι­ο, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν για­τρέ­ψη. Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος τόν πα­ρα­κί­νη­σε νά ἔλ­θη μέ εὐ­λά­βει­α στήν δι­δα­χή του, καί ὁ Θε­ός θά τόν σπλα­χνι­ζό­ταν. Ὑ­πά­κου­σε ὁ φτω­χός καί, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε τήν δι­δα­χή του, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα ἦ­ταν τε­λεί­ως κα­λά.

Ἄλ­λος πά­λι πα­ρά­λυ­τος, μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τό τό πα­ρά­δο­ξο, ζή­τη­σε νά τόν πᾶ­νε μέ τό κρε­ββά­τι του τήν ὥ­ρα τῆς δι­δα­χῆς του, καί με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες ἔ­γι­νε καί αὐ­τός τε­λεί­ως ὑ­γι­ής, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Ἅ­γι­ο.

Στό κά­στρο τῆς Ἄσ­σως, ἦ­ταν ἕ­νας εὐ­γε­νής, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε βα­ρειά ἀ­σθέ­νει­α στά αὐ­τιά του ἔ­τσι, ὥ­στε γιά πολ­λά χρό­νι­α ἦ­ταν σχε­δόν χα­μέ­νη ἡ ἀ­κο­ή του. Αὐ­τός πη­γαί­νον­τας μέ εὐ­λά­βει­α καί πί­στι ἐ­κεῖ, ὅ­που δί­δα­σκε  ὁ Ἅ­γι­ος, ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νά ἀ­κού­η κα­θα­ρά καί ἀ­πό τό­τε ἔ­μει­νε θε­ρα­πευ­μέ­νος.

Ὑ­πάρ­χει ἕ­να χω­ριό τῆς Κε­φα­λο­νι­ᾶς, πού ὀ­νο­μά­ζε­ται Κου­ρου­νοί. Κα­θώς περ­νοῦ­σε ἀ­πό αὐ­τό τό χω­ριό ὁ Ἅ­γι­ος τήν πε­ρί­ο­δο κα­λο­και­ριοῦ, δί­ψα­σε στόν δρό­μο καί ζή­τη­σε νά τοῦ δώ­σουν νε­ρό ἀ­πό τό ξε­ρο­πή­γα­δο, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ εἶ­παν, ὅ­τι ἦ­ταν ἀκα­τάλ­λη­λο. Ὅ­μως γιά νά κά­μουν ὑ­πα­κο­ή, πῆ­γαν καί ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τό βά­θος τοῦ πη­γα­διοῦ νε­ρό, γε­μᾶ­το ἀ­πό λά­σπη καί χῶ­μα καί τοῦ τό ἔ­φε­ραν. Καί μό­λις τό ἔ­βα­λε στό στό­μα του, ἤ­πιε λί­γο καί ἀ­πό τό­τε τό ξε­ρο­πή­γα­δο ἐ­κεῖ­νο ἀ­νέ­βλυ­σε πα­ρα­δό­ξως κα­θα­ρό νε­ρό καί εἶ­ναι πάν­το­τε γε­μᾶ­το καί τόν χει­μῶ­να καί τό κα­λο­καί­ρι καί γί­νε­ται ἰ­α­μα­τι­κό γιά πολ­λές ἀ­σθέ­νει­ες.

Καί ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ με­γά­λου πλή­θους τοῦ λα­οῦ, πού δέν τούς χω­ροῦ­σε κα­μί­α Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἔ­κα­νε τήν δι­δα­χή του ἔ­ξω στίς πε­δι­ά­δες. Γι’ αὐ­τό συ­νή­θι­ζε καί, ὅ­που ἐ­πρό­κει­το νά στα­θῆ νά δι­δά­ξη, πρῶ­τα ἔ­λε­γε καί κα­τα­σκεύ­α­ζαν ἕ­ναν με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρό καί τόν ἔ­στη­ναν ἐ­κεῖ. Ἔ­πει­τα ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἐ­πά­νω στό ξύ­λο τοῦ σταυ­ροῦ τό σκα­μνί του, τό ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως λέ­νε, τοῦ τό κα­τα­σκεύ­α­σε σάν θρο­νί, ὁ Κούρτ πα­σᾶς, στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­νέ­βαι­νε καί δί­δα­σκε. Καί με­τά τήν δι­δα­χή, τό μέν σκα­μνί τό δι­έ­λυ­ε καί τό ἔ­παιρ­νε μα­ζί του, ὅ­που καί ἄν πή­γαι­νε. Ἐ­νῷ ὁ σταυ­ρός ἔ­με­νε ἐ­κεῖ γιά παν­το­τι­νή ἐν­θύ­μη­σι τοῦ κη­ρύγ­μα­τός του. Σ’ ἐ­κεί­νους λοι­πόν τούς τό­πους, ὅ­που ἦ­ταν στη­μέ­νοι οἱ σταυ­ροί, ἐ­νερ­γοῦ­σε ὁ Θε­ός πολ­λά θαύ­μα­τα. Γι’ αὐ­τό καί στήν μέ­ση τῆς ἀγορᾶς τοῦ Ἀρ­γο­στο­λί­ου, τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἡ χώ­ρα τῆς Κε­φα­λο­νι­ᾶς, ἐ­κεῖ ὅ­που ἄ­φη­σε ὁ Ἅ­γι­ος ἕ­ναν τέ­τοιο σταυ­ρό, ἀ­νέ­βλυ­σε ἕ­να νε­ρό θαυ­μα­στό, τό ὁ­ποῖ­ο ὑ­πάρ­χει ἕ­ως καί σή­με­ρα, χω­ρίς πο­τέ νά λι­γο­στεύ­η.

Ἀ­πό τήν Κε­φα­λο­νι­ά πέ­ρα­σε στήν Ζά­κυν­θο, συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πό πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό δέ­κα κα­ΐ­κια γε­μᾶ­τα ἀ­πό εὐ­λα­βεῖς Κε­φαλ­λο­νί­τες. Ἀλ­λά ὅ­μως ἐ­κεῖ δέν εὐ­τύ­χη­σε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος, γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ δί­δα­ξε γιά λί­γο μό­νο ἐ­κεῖ, γύ­ρι­σε πά­λι στήν Κε­φα­λο­νι­ά καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε στούς Κο­ρυ­φούς, ὅ­που καί τόν ὑ­πο­δέ­χτη­καν μέ με­γα­λο­πρέ­πει­α ὅ­λοι καί κυ­ρί­ως ὁ ἡ­γε­μό­νας του. Ἐ­πει­δή ὅ­μως συγ­κεν­τρώ­θη­κε με­γά­λο πλῆ­θος ἀ­πό τά χω­ριά, γιά νά ἀ­κού­σουν τήν δι­δα­χή τοῦ Ἁ­γί­ου, οἱ προ­ε­στοί τῆς πό­λε­ως, ἐ­πει­δή φο­βή­θη­καν τόν φθό­νο, τόν πα­ρα­κά­λε­σαν νά φύ­γη τό τα­χύ­τε­ρο. Καί ἔ­τσι, προ­κει­μέ­νου νά μή γί­νη αἴ­τι­ος σκαν­δά­λων καί τα­ρα­χῶν γιά τό λα­ό, ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆγε στό ἀν­τί­πε­ρα μέ­ρος τῆς Στε­ρε­ᾶς, δη­λα­δή τῆς Ἀρ­βα­νι­τί­ας, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἅ­γι­οι Σα­ράν­τα, καί ἐ­κεῖ δί­δα­σκε στούς Χρι­στια­νούς, πε­ρι­δι­α­βαί­νον­τας καί δι­ερ­χό­με­νος τίς βαρ­βα­ρι­κές ἐ­κεῖ­νες ἐ­παρ­χί­ες, στίς ὁ­ποῖ­ες κιν­δύ­νευ­ε νά χα­θῆ τε­λεί­ως ἡ εὐ­σέ­βεια καί ἡ Χρι­στια­νι­κή ζω­ή ἀ­πό τήν πολ­λή ἀ­μά­θει­α, πού εἶ­χαν οἱ Χρι­στια­νοί ἐ­κεῖ καί ἀ­πό τά πολ­λά κα­κά καί τούς φό­νους καί τίς κλε­ψιές καί τίς ἄλ­λες μύ­ρι­ες πα­ρα­νο­μί­ες, στίς ὁ­ποῖ­ες ἐ­πι­δί­δον­ταν καί ἦ­ταν σχε­δόν χει­ρό­τε­ροι στήν κα­κί­α ἀ­πό τούς ἀ­σε­βεῖς. Ἔ­τσι ἀ­φοῦ ἔ­σπει­ρε τόν σπό­ρο τοῦ θεί­ου λό­γου στίς ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τες καί ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νες καρ­διές αὐ­τῶν τῶν Χρι­στια­νῶν, ὁ ἱ­ε­ρός Κο­σμᾶς, ἔ­κα­νε, μέ τήν βο­ή­θει­α τῆς θεί­ας χά­ρι­τος, πολ­λούς καί με­γά­λους καρ­πούς. Διότι τούς ἄ­γρι­ους τούς ἐ­ξη­μέ­ρω­σε. Τούς λη­στές τούς κα­τα­πρά­υ­νε. Τούς ἄ­σπλα­χνους καί τούς ἀ­νε­λε­ή­μο­νες τούς ἀ­νέ­δει­ξε ἐ­λε­ή­μο­νες. Τούς ἀ­νευ­λα­βεῖς τούς ἔ­κα­νε εὐ­λα­βεῖς, τούς ἀ­μα­θεῖς καί τούς ἀ­γροί­κους στά θεῖα τούς κα­τή­χη­σε καί τούς ἔ­κανε νά συν­τρέ­χουν στίς ἱ­ε­ρές Ἀ­κο­λου­θί­ες. Καί ὅ­λους ἁ­πλᾶ τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, τούς με­τέ­στρε­ψε σέ με­γά­λη με­τά­νοι­α καί δι­όρ­θω­σι, ὥ­στε ὅ­λοι ἔ­λε­γαν, ὅ­τι στόν και­ρό τους ἀ­να­δεί­χθη­κε ἕ­νας νέ­ος Ἀ­πό­στο­λος.

Ἵ­δρυ­σε σχο­λεῖ­α παν­τοῦ μέ­σῳ τῆς δι­δα­σκα­λί­ας του, τό­σο ἑλ­λη­νι­κά, ὅ­σο καί κοι­νά, τό­σο στίς πό­λεις, ὅ­σο καί στά χω­ριά, γιά νά πη­γαί­νουν σ’ αὐ­τά τά παι­διά καί νά μα­θαί­νουν δω­ρε­άν τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα καί ἀ­πό αὐ­τά νά στε­ρε­ώ­νων­ται μέν στήν πί­στι καί στήν εὐ­σέ­βει­α, ἀλ­λά καί νά ὁ­δη­γοῦν­ται στήν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή καί πο­λι­τεί­α. Ἔ­πει­σε τούς πλού­σι­ους καί ἀ­γό­ρα­σαν πά­νω ἀ­πό τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες με­γά­λες, χάλ­κι­νες κο­λυμ­βῆ­θρες, πρός δώ­δε­κα γρό­σια τήν κα­θε­μί­α, καί τίς ἀ­φι­έ­ρω­σαν στίς Ἐκ­κλη­σί­ες, νά βρί­σκων­ται ἐ­κεῖ παν­το­τι­νά σέ ἀ­νά­μνη­σί τους, γιά νά βα­πτί­ζων­ται, ὅ­πως πρέ­πει, τά παι­διά τῶν Χρι­στια­νῶν. Ἐ­πί­σης ἔ­πει­σε ὅ­σους εἶ­χαν τήν δυ­να­τό­τη­τα καί ἀ­γό­ρα­ζαν βι­βλί­α πα­τε­ρι­κά καί Χρι­στια­νι­κές δι­δα­σκα­λί­ες, κομ­πο­λό­για, σταυ­ρου­δά­κια μι­κρά καί μαν­τή­λι­α καί χτέ­νες, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α, τά μέν βι­βλί­α τά μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα σ’ ἐ­κεί­νους, πού ἤ­ξε­ραν γράμ­μα­τα, ἤ σ’ ἐ­κεί­νους πού ὑ­πό­σχον­ταν νά μά­θουν. Τά δέ μαν­τή­λι­α (πά­νω ἀ­πό σα­ράν­τα χι­λιά­δες) τά μοί­ρα­ζε στίς γυ­ναῖ­κες, γιά νά σκε­πά­ζουν τό κε­φά­λι τους, τίς δέ χτέ­νες, σ’ ἐ­κεί­νους πού ἔ­τα­ζαν νά ἀ­φή­σουν τά γέ­νια καί νά ζοῦ­νε ἐ­νά­ρε­τα καί Χρι­στια­νι­κά. Τά κομ­πο­λό­για καί τά μι­κρά σταυ­ρου­δά­κια (πά­νω ἀ­πό πεν­τα­κό­σι­ες χι­λιά­δες) τά μοί­ρα­ζε στόν κοι­νό λα­ό, γιά νά συγ­χω­ροῦν αὐ­τούς πού τά ἀ­γό­ρα­ζαν.

Εἶ­χε σα­ράν­τα ἤ πε­νῆν­τα ἱ­ε­ρεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἀ­πό πί­σω, καί ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νά πά­η ἀ­πό τήν μί­α χώ­ρα στήν ἄλ­λη, πα­ράγ­γελ­νε πρῶ­τα στούς Χρι­στια­νούς νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νά νη­στέ­ψουν καί νά κά­νουν καί ἀ­γρυ­πνί­α μέ με­γά­λη φω­το­χυ­σί­α. Δι­ό­τι εἶ­χε ἐ­πί­τη­δες κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ξύ­λι­να μα­νου­ά­λια, πού χω­ροῦ­σαν τό κα­θέ­να ἀ­πό ἑ­κα­τό κε­ριά, τά ὁ­ποῖ­α, ἀ­φοῦ τά δι­έ­λυ­ε, τά ἔ­παιρ­νε μα­ζί του. Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ μοί­ρα­ζε σέ ὅ­λους κε­ριά δω­ρε­άν, ἔ­βα­ζε τούς ἱ­ε­ρεῖς καί δι­ά­βα­ζαν τό Ἅ­γι­ο Εὐ­χέ­λαι­ο καί χρί­ον­ταν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί καί στό τέ­λος ἔ­κα­μνε τήν δι­δα­χή. Καί, ἐ­πει­δή τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πο­λύς λα­ός, δύ­ο καί τρεῖς χι­λιά­δες, πρό­στα­ζε ἀ­πό τό βρά­δυ καί ἑ­τοί­μα­ζαν πολ­λά σα­κιά μέ ψω­μί καί κα­ζά­νια μέ βρα­σμέ­νο σι­τά­ρι. Ἔ­πει­τα τά πή­γαι­ναν ἔ­ξω στόν δρό­μο, ἐ­κεῖ ἀ­πό ὅ­που θά περ­νοῦ­σε ὁ λα­ός καί ἔ­τσι ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πό ἐ­κεῖ­να καί συγ­χω­ροῦ­σαν ζων­τα­νούς καί πε­θα­μέ­νους.

Καί ἐ­νέρ­γη­σε ὁ Θε­ός μέ­σῳ αὐ­τοῦ καί ἐ­κεῖ στήν Ἀρ­βα­νι­τί­α πα­ρό­μοι­α καί σέ ἄλ­λους τό­πους τέ­τοια θαύ­μα­τα.

Ἕ­νας Τοῦρ­κος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός, ἤ ἀ­πό τούς Ἑ­βραί­ους ἤ ἀ­πό τόν δαί­μο­να πα­ρα­κι­νη­μέ­νος, τό­σο μῖ­σος εἶ­χε κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου, πού μί­α φο­ρά κα­βα­λί­κε­ψε τό ἄ­λο­γό του καί ἔ­τρε­χε, γιά νά τόν φθά­ση καί νά τόν κα­κο­ποι­ή­ση, ἀλ­λά ἐ­νῷ ἔ­τρε­χε τό ἄ­λο­γο, τόν ἔ­ρρι­ξε κά­τω καί ἔ­σπα­σε τό δε­ξί του πό­δι καί γυ­ρί­ζον­τας στό σπί­τι του βρῆ­κε τόν υἱ­ό του πε­θα­μέ­νο. Γι’ αὐ­τό ἐ­πει­δή με­τα­νό­η­σε, ἔ­στει­λε ἐ­πι­στο­λή στόν Ἅ­γι­ο καί ζή­τη­σε ἀ­πό αὐ­τόν συγ­χώ­ρη­σι.

Ἀ­πό τίς Φι­λι­ά­τες οἱ πρῶ­τοι Ἀ­γᾶ­δες πῆ­γαν, νά ἰ­δοῦν τόν Ἅ­γι­ο καί νά ἀ­κού­σουν τήν δι­δα­χή του καί, ἐ­πει­δή ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι, κοι­μή­θη­καν ἔ­ξω στόν κάμ­πο. Καί κα­τά τίς πέν­τε ἡ ὥ­ρα τήν νύ­χτα εἶ­δαν ἕ­να οὐ­ρά­νι­ο φῶς, σάν σύν­νε­φο, πού σκέ­πα­ζε τόν τό­πο ἐ­κεῖ­νο, ὅ­που κα­θό­ταν ὁ Ἅ­γι­ος, τό ὁ­ποῖ­ο τό δι­η­γοῦν­το στούς Χρι­στια­νούς. Γι’ αὐ­τό τό πρω­ί ζη­τοῦ­σαν νά τούς δώ­ση τήν εὐ­χή του ὁ Ἅ­γι­ος ἀ­πό τήν καρ­διά του καί ὄ­χι ἀ­πό τά χεί­λη του.

Ἄλ­λος πά­λι Τοῦρ­κος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κός ἀ­πό τήν Καβ­βα­ΐ­α εἶ­χε βα­ρειά ἀ­σθέ­νει­α φι­άγ­γου, πού δέν μπο­ροῦ­σε νά χύ­ση τό νε­ρό του. Αὐ­τός μό­λις ἄ­κου­σε γιά τόν Ἅ­γι­ο, ἔ­στει­λε τόν δοῦ­λο του, πα­ρα­κα­λῶν­τας τον νά πά­η ἐ­κεῖ, γιά νά τοῦ εὐ­χη­θῆ καί ἐλ­πί­ζον­τας μέ­σῳ αὐ­τοῦ νά τόν για­τρέ­ψη ὁ Θε­ός. Ὁ Ἅ­γι­ος δέν θέ­λη­σε νά πά­η, ἀ­πο­κα­λῶν­τας τόν ἑ­αυ­τό του ἁ­μαρ­τω­λό. Πά­λι ἔ­στει­λε ὁ Τοῦρ­κος τόν δοῦ­λο του μέ ἕ­να ἀγ­γεῖ­ο νε­ρό, πα­ρα­κα­λῶν­τας τόν Ἅ­γι­ο νά τοῦ τό εὐ­λο­γή­ση. Τό­τε βλέ­πον­τας τήν με­γά­λη εὐ­λά­βει­α τοῦ Τούρ­κου ὁ Ἅ­γι­ος, τοῦ πα­ράγ­γει­λε νά κά­νη δύ­ο προ­στάγ­μα­τα, νά μήν πί­νη ρα­κί καί νά μοι­ρά­ση τό δέ­κα­το τοῦ πλού­του του στούς φτω­χούς. Καί ἀ­φοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά τά κάνη, εὐ­λό­γη­σε τό νε­ρό καί, ἀ­φοῦ τό ἤ­πι­ε ὁ ἀ­σθε­νής, σέ τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες γι­α­τρεύ­θη­κε τε­λεί­ως. Γι’ αὐ­τό ἔ­κα­νε με­γά­λες ἐ­λε­η­μο­σύ­νες.

Στό Φα­νά­ρι, στό μέ­ρος πού λέ­γε­ται Λυ­κου­ρί­σι, ἕ­νας Τοῦρ­κος ἄρ­χον­τας τοῦ τό­που, βλέ­πον­τας τόν σταυ­ρό, πού ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ ὁ Ἅ­γι­ος, ὅ­ταν δί­δα­ξε, ὅ­πως τό εἶ­χε συ­νή­θει­α, ὅ­πως προ­εί­πα­με, βλέ­πον­τας λοι­πόν αὐ­τόν τόν σταυ­ρό, τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τό­πο του καί τόν με­τέ­φε­ρε στό σπί­τι του, γιά νά κά­μη δύ­ο στύ­λους τοῦ κρε­βα­τιοῦ, πού εἶ­χε στήν δρα­γά­τα του. Ἀλ­λά ἀ­μέ­σως, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, γί­νε­ται σάν ἕ­νας φο­βε­ρός σει­σμός καί κα­θώς δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θῆ στά πό­δια του, ἔ­πε­σε κα­τα­γῆς καί κυ­λι­ό­ταν γιά πολ­λή ὥ­ρα καί ἄ­φρι­ζε καί ἔ­τρι­ζε τά δόν­τια του σάν δαι­μο­νι­σμέ­νος. Ὕ­στε­ρα, ἀ­φοῦ τόν σή­κω­σαν δύ­ο Τοῦρ­κοι, πού περ­νοῦ­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ καί ἦλ­θε στά λο­γι­κά του, κα­τά­λα­βε πώς αὐ­τό τό ἔ­πα­θε ἀ­πό θε­ϊ­κή ὀρ­γή, γιά τήν τόλ­μη πού εἶ­χε καί ἔ­βγα­λε τόν τί­μι­ο σταυ­ρό. Γι’ αὐ­τό μό­νος του τόν πῆ­γε καί τόν στε­ρέ­ω­σε πά­λι στόν τό­πο, ὅ­που ἦ­ταν καί πρω­τύ­τε­ρα. Καί κά­θε ἡ­μέ­ρα πή­γαι­νε καί τόν φι­λοῦ­σε μέ με­γά­λη εὐ­λά­βει­α. Καί ἄλ­λη φο­ρά πού πέ­ρα­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ ὁ ἱ­ε­ρός δι­δά­σκα­λος, ἔ­τρε­ξε αὐ­τός ὁ ἴ­διος Τοῦρ­κος νά τόν προ­σκυ­νή­ση καί δι­η­γεῖτο μέ τόλ­μη σέ ὅ­λους τό θαῦ­μα καί ζη­τοῦ­σε τα­πει­νά τήν συγ­χώ­ρη­σι.

Ἐ­πί­σης ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­πέ­πλητ­τε τίς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ­νες, πού φο­ροῦ­σαν στο­λί­δια, καί τίς ἔ­πει­σε μέ τήν δι­δα­χή του νά τά βγά­λουν ὅ­λα, τό­σο πού με­ρι­κές φό­ρε­σαν ἀ­κό­μη καί μαῦ­ρα.

Μί­α γυ­ναῖ­κα πλού­σι­α στήν Κό­ρι­ζα, εἶ­χε ἕ­να παι­δί, τοῦ ὁ­ποί­ου τό κε­φά­λι τό στό­λι­ζε μέ πολ­λά φλου­ριά καί ἄλ­λα πε­ριτ­τά στο­λί­δια. Αὐ­τή λοι­πόν τήν γυ­ναῖ­κα τήν συμ­βού­λε­ψε πολ­λές φο­ρές ὁ Ἅ­γι­ος νά τά μοι­ρά­ση αὐ­τά σέ φτω­χά παι­διά, ἐ­άν θέ­λη νά ζή­ση τό παι­δί της. Ἀλ­λά δέν τόν ὑ­πά­κου­σε. Τέ­λος, τῆς λέει ὅ­τι, ἐ­άν δέν βγά­λη ἀ­πό τό παι­δί της τά στο­λί­δια, πρό­κει­ται νά τό στε­ρη­θῆ γρή­γο­ρα. Καί ἐ­πει­δή οὔ­τε καί τό­τε πεί­σθη­κε, τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα βρῆ­κε τό παι­δί της πε­θα­μέ­νο στό στρῶ­μα, καί κα­τά­λα­βε τό­τε, ὅ­τι ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­πεί­θει­άς της ὁ Θε­ός τήν τι­μώ­ρη­σε.

Πά­λι, ἐ­πει­δή ὁ Ἅ­γι­ος, ὅ­που πή­γαι­νε, δί­δα­σκε στούς Χρι­στια­νούς νά μή κά­νουν πα­ζά­ρια τήν Κυ­ρι­α­κή, οὔ­τε ἄλ­λες ἐρ­γα­σί­ες, ἀλ­λά νά πη­γαί­νουν στίς Ἐκ­κλη­σί­ες, νά ἀ­κοῦ­νε τίς Ἱ­ε­ρές Ἀ­κο­λου­θί­ες καί τά θεῖ­α λό­για, ὅ­σοι τόν πα­ρά­κου­γαν, ὁ Θε­ός τούς παί­δευ­ε μέ δι­ά­φο­ρες τι­μω­ρί­ες. Γι’ αὐ­τό στό μέ­ρος, πού λέ­γε­ται Χαλ­κι­ά­δες, πε­ρί­που μί­α ὥ­ρα μα­κρι­ά ἀ­πό τήν Ἄρ­τα, ἕ­νας πραγ­μα­τευ­τής, ἐ­πει­δή πα­ρά­κου­σε καί τόλ­μη­σε νά ἐμ­πο­ρευ­θῆ τήν Κυ­ρι­α­κή, ἀ­μέ­σως πα­ρέ­λυ­σε τό χέ­ρι του. Καί ἀ­φοῦ πρό­σ­τρε­ξε στόν Ἅ­γι­ο καί ζή­τη­σε συγ­χώ­ρη­σι γιά τήν ἁ­μαρ­τί­α του, με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ρες θεραπεύθη­κε.

Τό ἴ­διο καί στήν Πάρ­γα ἕ­νας μα­γα­ζά­το­ρας, ἐ­πει­δή θέ­λη­σε νά που­λή­ση κά­ποιο ἐμ­πό­ρευ­μα τήν Κυ­ρι­α­κή, πι­ά­στη­κε τό χέ­ρι του. Μό­λις ὅ­μως ὡ­μο­λό­γη­σε τήν ἁ­μαρ­τί­α του μπρο­στά στόν Ἅ­γι­ο καί δέ­χθη­κε τίς συμ­βου­λές του, ἔ­λα­βε τήν συγ­χώ­ρη­σι μα­ζί καί τήν πο­θού­με­νη θεραπεία τοῦ χε­ριοῦ του.

Στό Ξη­ρό­με­ρο ἔ­τυ­χε μί­α γυ­ναῖ­κα καί ζύ­μω­σε τήν Κυ­ρι­α­κή, καί ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε τό ψω­μί ἀ­πό τόν φοῦρ­νο, τό βρῆ­κε κόκ­κι­νο σάν νά τό εἶ­χε ζυ­μώ­ση μέ τό αἷ­μα. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ πρόσ­πε­σε στά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­λα­βε τήν πρέ­που­σα δι­όρ­θω­σι. Σέ ἄλ­λα μέ­ρη πά­λι, ἐ­πει­δή δέν τη­ρή­θη­κε ὁ κα­θι­ε­ρω­μέ­νος σε­βα­σμός τῆς Κυ­ρι­α­κῆς, ἀλ­λου­νοῦ ἔ­σκα­σε τό βό­δι του, ἀλ­λου­νοῦ τό μου­λά­ρι του καί ἄλ­λος δαι­μο­νί­σθη­κε καί ἄλ­λος βρῆ­κε τό παι­δί του πε­θα­μέ­νο.

Σέ ἕ­να χω­ριό τῆς Κα­στο­ριᾶς, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Σέλ­τζα, μί­α γυ­ναί­κα, πού εἶ­χε εὐ­λά­βεια πρός τόν Ἅ­γιο, πῆ­ρε τό νε­ρό, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­νι­ψε κά­πο­τε τό πρό­σω­πό του ὁ Ἅ­γιος καί τό φύ­λα­ξε σέ γυ­ά­λι­νο δο­χεῖ­ο, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, μέ­σα σ’ αὐ­τό φύ­τρω­σε ἕ­να χορ­τά­ρι μέ δύ­ο φύλ­λα μό­νο, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε με­γά­λο, ὅ­σο ἦ­ταν τό δο­χεῖ­ο καί ἔ­πλε­ε ἐ­πά­νω στό νε­ρό χω­ρίς νά ἔ­χη ρί­ζα. Καί δέν ἄλ­λα­ξε κα­θό­λου τό χρῶ­μα του, ἀλ­λά ἔ­μει­νε δρο­σε­ρό γιά ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο ἔ­τσι, ὥ­στε θαύ­μα­ζαν ὅ­σοι τό ἔ­βλε­παν. Καί αὐ­τό τό νε­ρό ἔ­κα­νε πολ­λές θε­ρα­πεῖ­ες σέ πολ­λούς, ὅ­πως ἔ­λε­γε ἡ ἴ­δια αὐ­τή εὐ­λα­βής γυ­ναί­κα.

Αὐ­τά καί ἄλ­λα πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­νέρ­γη­σε μέ­σῳ αὐ­τοῦ ὁ Θε­ός, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­μεῖς γιά συν­το­μί­α τά ἀ­φή­νου­με. Καί ἐ­πει­δή ὁ Ἅ­γιος πολ­λές φο­ρές ἔ­λε­γε φα­νε­ρά στήν δι­δα­χή του, ὅ­τι προ­σκλή­θη­κε στό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό καί γιά τήν ἀ­γά­πη του πρό­κει­ται νά χύ­ση τό αἷ­μα του, εἶ­χε τέ­λος πάν­των ἡ πρό­βλε­ψί του αὐ­τή τήν ἔκ­βα­σι. Καί ἐ­ξε­λί­χθη­κε ὡς ἑ­ξῆς:

Ὁ ἀ­πο­στο­λι­κός αὐ­τός δι­δά­σκα­λος πο­τέ δέν ἄ­νοι­ξε τό στό­μα του γιά νά εἰ­πῆ ἕ­ναν λό­γο ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἑ­βραί­ων οὔ­τε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, οὔ­τε στήν Κα­στο­ριά, οὔ­τε στά Ἰ­ω­άν­νι­να, οὔ­τε σέ κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν Ἑ­βραῖ­οι, ἀλ­λά μό­νο στούς Χρι­στια­νούς δί­δα­σκε νά πο­λι­τεύ­ων­ται σάν Χρι­στια­νοί καί νά φυ­λάσ­σουν ἀ­λή­θει­α καί ἐμ­πι­στο­σύ­νη πρός τούς ἄρ­χον­τες, πού τούς ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός. Ἀ­κό­μη καί οἱ ἴ­διοι οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες, πού πή­γαι­ναν ἐ­κεῖ, ὅ­που δί­δα­σκε ἔ­ξω στίς πε­δι­ά­δες, τά ἄ­κου­γαν ἀ­πό τό στό­μα του καί τόν θε­ω­ροῦ­σαν ἄν­θρω­πο τοῦ Θε­οῦ τό­σο, ὥ­στε καί ὁ Κούρτ Πα­σᾶς, ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τήν κα­λή του φή­μη, πρό­στα­ξε καί ἦλ­θε μπρο­στά του. Καί τό­σο πο­λύ τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ ὁ­μι­λί­α του, ὥ­στε καί τό θρο­νί ἐ­κεῖ­νο, πού προ­εί­πα­με, τοῦ κα­τα­σκεύ­α­σε καί μέ βε­λοῦ­δο τόν ἔν­τυ­σε, γιά νά ἀ­νε­βαί­νη σ’ αὐ­τό καί νά δι­δά­σκη ἀ­πό ψη­λά τούς λα­ούς.

 Ἀλ­λά τό παμ­πό­νη­ρο καί μι­α­ρό­τα­το αὐ­τό γέ­νος τῶν Ἑ­βραί­ων, πού μι­σεῖ τόν Χρι­στό, ὅ­πως στούς πε­ρα­σμέ­νους αἰ­ῶ­νες ἐ­πέ­δει­ξε πάν­το­τε ἀ­πό­λυ­τη κα­κί­α ἐ­ναν­τί­ον τῶν Χρι­στια­νῶν, ἔ­τσι καί τώ­ρα, ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χαν νά κη­ρύτ­τε­ται ἡ πί­στι καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, οἱ Ἑ­βραῖ­οι, πού κα­τοι­κοῦν στά Ἰ­ω­άν­νι­να, πῆ­γαν αὐ­τοί πού σταύ­ρω­σαν τόν Χρι­στό καί εἶ­παν στόν πα­σᾶ τοῦ τό­που, πώς ὁ ἱ­ε­ρός αὐ­τός Κο­σμᾶς, ἦ­ταν ἀ­πε­σταλ­μέ­νος ἀ­πό τούς Μο­σκο­βί­τες, γιά νά πα­ρα­πλα­νᾶ τόν βα­σι­λι­κό ρα­γιά καί νά πη­γαί­νουν στήν Μό­σχα. Ἀλ­λά αὐ­τόν μέν ἡ θεί­α πρό­νοι­α τό­τε τόν δι­α­φύ­λα­ξε ἀ­πό τήν θα­να­τη­φό­ρα αὐ­τή ἐ­πι­βου­λή, προ­ξέ­νη­σε ὅ­μως ἀρ­κε­τή οἰ­κο­νο­μι­κή ζη­μιά στό κοι­νό των Χρι­στια­νῶν. Ἀ­πό τό­τε λοι­πόν ὁ ἱ­ε­ρός Κο­σμᾶς ἄρ­χι­σε νά στη­λι­τεύ­η τήν πο­νη­ρί­α καί τό ἀ­δι­άλ­λα­κτο μῖ­σος, πού ἔ­χουν ἐ­ναν­τί­ον τῶν Χρι­στια­νῶν οἱ Ἑ­βραῖ­οι καί, ἐ­πει­δή φα­νε­ρά ἀ­πο­δεί­χθη­κε, πώς ἦ­ταν τέ­χνα­σμα καί σα­φής συ­κο­φαν­τί­α ἐ­κεί­νη ἡ κα­τη­γο­ρί­α, πού εἶ­παν στόν Πα­σᾶ, πῆ­γε πά­λι στά Ἰ­ω­άν­νι­να. Καί πρῶ­τα μέν κα­τέ­πει­σε τούς Χρι­στια­νούς νά με­τα­φέ­ρουν τό κοι­νό πα­ζά­ρι ἀ­πό τήν Κυ­ρια­κή στό Σάβ­βα­το, τό ὁ­ποῖ­ο προ­ξέ­νη­σε πο­λύ με­γά­λη φθο­ρά σ’ αὐ­τούς. Δεύ­τε­ρον, τούς ἀ­να­κή­ρυ­ξε φα­νε­ρούς ἐ­χθρούς καί ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι σέ κά­θε εὐ­και­ρί­α νά κά­νουν κά­θε κα­κό στούς Χρι­στια­νούς. Τρί­τον, θέ­λον­τας νά βγά­λη ἀ­πό τά κε­φά­λια τῶν Χρι­στια­νῶν τίς μα­κρι­ές φοῦν­τες καί τά πα­ρό­μοι­α, τά ὁ­ποῖ­α ὅ­λα τά ἀ­γό­ρα­ζαν ἀ­πό τούς Ἑ­βραί­ους, τούς δί­δα­σκε, πώς εἶ­ναι ἀ­κά­θαρ­τα, ὅ­τι τά μο­λύ­νουν ἐ­πί­τη­δες γιά τούς Χρι­στια­νούς αὐ­τοί, πού σκό­τω­σαν τόν Χρι­στό, καί νά μή τά ἀ­γο­ρά­ζουν κα­θό­λου. Καί λοι­πόν ἐ­πει­δή δέν ἄν­τε­χαν πλέ­ον νά βλέ­πουν καί νά ἀ­κοῦ­νε τόν Ἅ­γιο νά τούς ἐ­πι­πλήτ­τη, πῆ­γαν στόν Κούρτ Πα­σᾶ καί τοῦ ἔ­δω­σαν πολ­λά πουγ­κιά, γιά νά τόν βγά­λη ἀ­πό τήν ζω­ή. Αὐ­τός ἀ­φοῦ συμ­βου­λεύ­θη­κε καί τόν χό­τζα του, ἀ­πο­φά­σι­σε μέ­σῳ αὐ­τοῦ νά τόν θα­να­τώ­ση, πού ἔ­γι­νε μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο·

 Εἶ­χε συ­νή­θει­α ὁ Ἅ­γι­ος, ὅ­που καί ἄν πή­γαι­νε νά δι­δά­ξη, νά παίρ­νη πρῶ­τα τήν ἄ­δει­α ἀ­πό τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α τοῦ τό­που ἤ ἀ­πό τούς ἐ­πι­τρό­πους του. Ἐ­πί­σης νά στέλ­νη ἀν­θρώ­πους Χρι­στια­νούς νά πά­ρουν αὐ­τή τήν ἄ­δει­α καί ἀ­πό τούς ἐ­ξω­τε­ρι­κούς ἄρ­χον­τες καί ἔ­τσι κή­ρυτ­τε ἀ­νεμ­πό­δι­στα. Πη­γαί­νον­τας λοι­πόν σέ ἕ­να χω­ριό τῆς Ἀρ­βα­νι­τί­ας, πού λε­γό­ταν Κο­λι­κόν­τα­σι, ἔ­λα­βε τήν ἄ­δει­α ἀ­πό τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α τοῦ τό­που. Καί κα­θώς ἐ­ρευ­νοῦ­σε καί γιά τούς ἐ­ξω­τε­ρι­κούς ἄρ­χον­τες, ἔ­μα­θε, ὅ­τι ὁ Κούρτ Πα­σᾶς ὥ­ρι­ζε τούς τό­πους ἐ­κεί­νους, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θό­ταν σέ ἕ­να χω­ριό, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μπε­ρά­τι, δώ­δε­κα ὧ­ρες μα­κρι­ά. Καί, ὅ­ταν ἔ­μα­θε καί ὅ­τι ὁ χό­τζας τοῦ ἴ­διου αὐ­τοῦ Πα­σᾶ κα­θό­ταν ἐ­κεῖ κον­τά, ἔ­στει­λε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο καί πῆ­ρε τήν ἄ­δει­α καί δί­δα­ξε, ὡ­στό­σο δέν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κε. Ἀλ­λά ζή­τη­σε νά πά­η καί μό­νος του στόν χό­τζα καί νά πά­ρη ἐ­πί­ση­μη ἀ­πό­φα­σι γιά με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­σφά­λει­α. Οἱ Χρι­στια­νοί ὅ­μως τόν ἐμ­πό­δι­σαν γιά τήν ὥ­ρα, λέ­γον­τάς του, ὅ­τι πο­τέ δέν ἔ­κα­νε τέ­τοιο πρᾶγ­μα, νά πά­η αὐ­το­προ­σώ­πως στούς ἄρ­χον­τες Ἀ­γα­ρη­νούς νά ζη­τή­ση ἄ­δει­α. Ὅ­μως δέν κα­τά­φε­ραν τε­λι­κά νά τόν ἐμ­πο­δί­σουν. Ἔ­τσι λέ­γον­τάς τους ὁ Ἅ­γι­ος νά μήν ἀ­σχο­λοῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο, παίρ­νει μα­ζί του τέσ­σε­ρις Μοναχούς καί ἕ­ναν πα­πᾶ γιά δι­ερ­μη­νέ­α καί πη­γαί­νει στόν χό­τζα. Ὁ χό­τζας προ­σποι­εῖ­ται καί τοῦ λέ­ει, πώς ἔ­χει ἔγ­γρα­φα ἀ­πό τόν Κούρτ Πα­σᾶ, ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν δι­ο­ρί­ζει νά τόν στεί­λη σ’ αὐ­τόν, γιά νά συ­νο­μι­λή­σουν. Ἔ­τσι πρό­στα­ξε τούς ἀν­θρώ­πους του νά φυ­λά­γουν τόν Ἅ­γι­ο, ὥ­σπου νά τόν στεί­λη στόν Πα­σᾶ καί νά μή τόν ἀ­φή­σουν νά βγῆ ἀ­πό τήν αὐ­λή του. Τό­τε κα­τά­λα­βε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος δι­δά­σκα­λος, πώς πρό­κει­ται νά τόν θα­να­τώ­σουν, γι’ αὐ­τό δό­ξα­σε καί εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν δε­σπό­τη Χρι­στό, πού τόν ἀ­ξί­ω­σε νά τε­λει­ώ­ση τόν δρό­μο τοῦ Ἀ­πο­στο­λι­κοῦ κη­ρύγ­μα­τος μέ μαρ­τύ­ρι­ο.

Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ στρά­φη­κε πρός τούς Μοναχούς πού τόν συ­νώ­δευ­αν, τούς λέ­ει ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο τοῦ ψαλ­μοῦ· «Πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­πό τήν φω­τιά, καί τό νε­ρό καί μᾶς ἔ­βγα­λες στήν ἀ­να­ψυ­χή». Καί ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν νύ­χτα δο­ξο­λο­γοῦ­σε μέ ψαλ­μούς τόν Κύ­ρι­ο, χω­ρίς νά δεί­ξη κα­θό­λου κα­νέ­να ση­μά­δι λύ­πης γιά τήν στέ­ρη­σι τῆς ζω­ῆς του, ἀλ­λά ἀν­τι­θέ­τως φαι­νό­ταν χα­ρού­με­νος στό πρό­σω­πο, σάν νά πή­γαι­νε σέ χα­ρές καί ξε­φαν­τώ­μα­τα. Καί ἀ­φοῦ ξη­μέ­ρω­σε, τόν πῆ­ραν ἑ­πτά δή­μι­οι Ἀ­γα­ρη­νοί καί τόν ἔ­βα­λαν ἐ­πά­νω σέ ἕ­να ἄ­λο­γο, προ­σποι­ού­με­νοι τά­χα, πώς πρό­κει­ται νά τόν πᾶ­νε στόν Κούρτ Πα­σᾶ. Ἀλ­λά, ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν πε­ρί­που δύ­ο ὡ­ρῶν δι­ά­στη­μα, τόν με­τέ­φε­ραν ἐ­κεῖ, πού ἔ­τρε­χε ἕ­νας με­γά­λος πο­τα­μός καί ἔ­τσι, ἀ­φοῦ τόν κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό τό ἄ­λο­γο, τοῦ φα­νέ­ρω­σαν τήν προ­στα­γή πού εἶ­χαν ἀ­πό τόν Κούρτ Πα­σᾶ, γιά νά τόν θα­να­τώ­σουν. Ὁ Ἅ­γι­ος δέ­χθη­κε μέ χα­ρά αὐ­τή τήν ἐ­ναν­τί­ον του ἀ­πό­φα­σι καί, ἀ­φοῦ γο­νά­τι­σε, προ­σευ­χή­θη­κε στόν Θε­ό εὐ­χα­ρι­στῶν­τας καί δο­ξά­ζον­τάς τον, δι­ό­τι γιά τήν ἀ­γά­πη του θυ­σι­ά­ζει τήν ζω­ή του, ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε πάν­το­τε ἡ ψυ­χή του.

Ἔ­πει­τα ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε, εὐ­λό­γη­σε σταυ­ρώ­νον­τας τά τέσ­σε­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου καί εὐ­χή­θη­κε σέ ὅ­λους τούς Χρι­στια­νούς νά τη­ροῦν τίς ἐν­το­λές του. Τό­τε οἱ δή­μι­οι τόν κά­θι­σαν κον­τά σέ ἕ­να δέν­τρο καί θέ­λη­σαν νά δέ­σουν τά χέ­ρια του. Ἀλ­λά ὁ Ἅ­γι­ος δέν τούς ἄ­φη­σε, λέ­γον­τάς τους, ὅ­τι δέν ἀν­τι­στέ­κε­ται, ἀλ­λά κρα­τᾶ σταυ­ρω­μέ­να τά χέ­ρια του, σάν νά τοῦ τά εἶ­χαν δε­μέ­να. Ἔ­πει­τα ἀ­κούμ­πη­σε τήν ἱ­ε­ρή του κε­φα­λή στό δέν­τρο καί ἔ­τσι τόν ἔ­δε­σαν οἱ βάρ­βα­ροι ἀ­πό τόν λαι­μό μέ ἕ­να σχοι­νί καί ἀ­μέ­σως μό­νο, πού τόν ἔ­σφι­ξαν, πέ­τα­ξε τό θεῖ­ο πνεῦ­μα του στά οὐ­ρά­νι­α καί ἔ­τσι ἀ­ξι­ώ­θη­κε ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος Κο­σμᾶς, ὁ κοι­νω­φε­λέ­στα­τος ἐ­κεῖ­νος ἄν­θρω­πος καί τοῦ κό­σμου τό λαμ­πρό­τα­το αὐ­τό στο­λί­δι νά λά­βη δι­πλοῦς τούς στε­φά­νους ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο καί ὡς ἰ­σα­πό­στο­λος καί ὡς ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς, ἐ­νῷ ἦ­ταν σέ ἡ­λι­κί­α ἑ­ξῆν­τα πέν­τε χρο­νῶν. Τό δέ τί­μι­ό του λεί­ψα­νο, ἀ­φοῦ τό γύ­μνω­σαν οἱ δή­μι­οι, τό ἔ­συ­ραν καί τό ἔ­ρρι­ξαν στόν πο­τα­μό μέ μί­α με­γά­λη πέ­τρα στόν λαι­μό. Οἱ δέ Χρι­στια­νοί μό­λις τό ἔ­μα­θαν αὐ­τό, ἔ­τρε­ξαν ἀ­μέ­σως, νά τό βγά­λουν καί ἀ­φοῦ ἐ­ρεύ­νη­σαν μέ δί­χτυ­α καί μέ ἄλ­λους τρό­πους, δέν κα­τά­φε­ραν νά τό βροῦν. Με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἕ­νας εὐ­λα­βής ἱ­ε­ρέας, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν πα­πᾶ Μᾶρ­κος, ἐ­φη­μέ­ρι­ος τοῦ μο­να­στη­ριοῦ τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου τῶν Εἰ­σο­δί­ων, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν ἐ­πί­σης τῆς Ἀρ­δευ­ού­σης καί βρι­σκό­ταν κον­τά στό χω­ριό Κο­λι­κόν­τα­σι, αὐ­τός, λέ­ω, μπαί­νον­τας σέ ἕ­να μο­νό­ξυ­λο καί κά­νον­τας τόν σταυ­ρό του, πῆ­γε γιά νά ἐ­ρευ­νή­ση καί ἀ­μέ­σως, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, βλέ­πει τό Ἅ­γι­ο λεί­ψα­νο, πού ἔ­πλε­ε ἐ­πά­νω στό νε­ρό καί στε­κό­ταν ὄρ­θι­ο, σάν νά ἦ­ταν ζων­τα­νό. Ἔ­τσι τρέ­χει ἀ­μέ­σως καί τό ἀγ­κα­λιά­ζει καί τό βγά­ζει ἀ­πό τό νε­ρό. Καί ὅ­πως τό σή­κω­σε, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα πο­λύ ἀ­πό τό με­λίρ­ρυ­το στό­μα τοῦ Ἁ­γί­ου μέ­σα στόν πο­τα­μό. Καί ἀ­φοῦ τό ἔν­τυ­σε μέ τό ρά­σο του, τό με­τέ­φε­ρε στό πα­ρα­πά­νω μο­να­στή­ρι τῆς Θε­ο­τό­κου καί τό ἐν­τα­φί­α­σε μέ τι­μές πί­σω ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Βῆ­μα.

Με­τά δέ τήν τε­λευ­τή τοῦ Ἁ­γί­ου συ­νέ­βη­σαν τά ἀ­κό­λου­θα: Ὁ Κούρτ Πα­σᾶς με­τα­νό­η­σε πο­λύ, πού γε­λά­σθη­κε καί γιά μά­ται­ο κέρ­δος θα­νά­τω­σε ἕ­ναν τέ­τοιο ἀ­θῷ­ο καί εἰ­ρη­νι­κό ἄν­θρω­πο. Γι’ αὐ­τό πρό­στα­ξε τόν χό­τζα του νά ἀ­φή­ση τούς Μοναχούς τοῦ Ἁ­γί­ου, πού εἶ­χε φυ­λα­κι­σμέ­νους, νά πᾶ­νε στό πα­ρα­πά­νω μο­να­στή­ρι τῆς Θε­ο­τό­κου καί ἐ­κεῖ νά κά­θων­ται. Αὐτοί, ὅ­ταν πῆ­γαν, βρῆ­καν ἐν­τα­φι­α­σμέ­νο τό Ἅ­γι­ο λεί­ψα­νο. Καί, γιά νά πά­ρουν πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τό Μαρ­τύ­ρι­ό του τό ξέ­θα­ψαν μα­ζί μέ ἄλ­λους ἱ­ε­ρεῖς καί Χρι­στια­νούς. Καί παρ’ ὅ­λο πού ἦ­ταν τρεῖς ἡ­μέ­ρες μέ­σα στόν πο­τα­μό, ὅ­πως ὁ Ἰ­ω­νᾶς μέ­σα στήν κοι­λιά τοῦ κή­τους, ὡ­στό­σο δέν εἶ­χε κα­μί­α δι­α­φο­ρά ἤ δυ­σω­δί­α, ἀλ­λά εὐ­ω­δί­α­ζε ὁ­λό­κλη­ρο καί φαι­νό­ταν σάν νά κοι­μᾶ­ται. Καί ἀ­φοῦ τό ἀ­σπά­σθη­καν μέ εὐ­λά­βει­α, τό ἐν­τα­φί­α­σαν πά­λι. Καί τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ἔ­τυ­χε νά βρε­θῆ ἐ­κεῖ μί­α δαι­μο­νι­σμέ­νη γυ­ναῖ­κα, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πό μα­κρι­νούς τό­πους ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τόν Ἅ­γι­ο, ὅ­ταν ἦ­ταν ζων­τα­νός, κα­θώς πο­θοῦ­σε τήν θεραπεία της καί, μό­λις εἶ­δε πού ἄ­νοι­ξαν τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου, τήν τά­ρα­ξε δυ­να­τά τό δαι­μό­νι­ο καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα γι­α­τρεύ­τη­κε τε­λεί­ως, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί τόν Ἅ­γι­ο.

Ἕ­νας ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς, πού θα­νά­τω­σαν τόν Ἅ­γι­ο, πῆ­ρε τό ἐ­πά­νω κα­λι­μαύ­κι του καί, γυ­ρί­ζον­τας πρός τόν χό­τζα, τό ἔ­βα­λε στό κε­φά­λι του καί πε­ρι­γε­λοῦ­σε τόν Ἅ­γι­ο. Καί ἀ­μέ­σως δαι­μο­νί­σθη­κε καί ἔ­βγα­λε τά ροῦ­χα του καί ἔ­τρε­χε φω­νά­ζον­τας, πώς αὐ­τός θα­νά­τω­σε τόν ἀ­σκη­τή. Ἔ­τσι ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ Πα­σᾶς, πρό­στα­ξε καί τόν ἔ­βα­λαν στά σί­δε­ρα καί ἐ­κεῖ μέ ἄ­σχη­μο τρό­πο ξε­ψύ­χη­σε ὁ κα­κός.

 Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τήν τε­λευ­ταί­α δι­δα­χή ὁ Ἅ­γι­ος στό προ­α­να­φερ­θέν χω­ριό Κο­λι­κόν­τα­σι, ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ ἕ­ναν σταυ­ρό, ὅ­πως τό συ­νή­θι­ζε, στη­μέ­νο στήν γῆ καί με­τά τήν τε­λευ­τή του, ἔ­βλε­παν οἱ Χρι­στια­νοί ἕ­να οὐ­ρά­νι­ο φῶς πού ἔ­λαμ­πε ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό κά­θε νύ­χτα. Ἔ­τσι τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ὑ­ψώ­σε­ως τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, πῆ­γαν οἱ ἱ­ε­ρεῖς μέ τόν λα­ό καί πῆ­ραν τόν σταυ­ρό ἐ­κεῖ­νον, ἀ­φοῦ ἔ­κα­ναν μέ εὐ­λά­βει­α λι­τα­νεί­α καί τόν ἔ­βα­λαν πί­σω ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό βῆ­μα, κον­τά στόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου γιά παν­το­τι­νή ἐν­θύ­μη­σι τοῦ θαύ­μα­τος.

Καί ἀ­φοῦ οἱ μα­θη­τές του ἔ­λα­βαν τήν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πό τόν Πα­σᾶ ἔ­κα­ναν ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου τοῦ Ἁ­γί­ου καί με­ρι­κοί ἀ­πό αὐ­τούς πῆ­ραν τεμάχια ἀ­πό αὐ­τό καί δι­α­σκορ­πί­σθη­καν σέ δι­α­φό­ρους τό­πους καί πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς ἔ­λα­βαν τήν ὑ­γεί­α τους ἀ­πό τά Ἅ­γι­α ἐ­κεῖ­να λεί­ψα­να. Καί μά­λι­στα στό νη­σί τῆς Νά­ξου, ὅ­που πῆ­γαν δύ­ο μα­θη­τές τοῦ Ἁ­γί­ου, γιά νά ἀ­ναγ­γεί­λουν τά σχε­τι­κά μέ τό Μαρ­τύ­ρι­ό του στόν σχο­λάρ­χη καί ἱ­ε­ρο­δι­δά­σκα­λο Χρύ­σαν­θο, τόν αὐ­τά­δελ­φο τοῦ ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα, ἔ­τυ­χε νά ἔ­χουν μα­ζί τους με­ρι­κές τρί­χες ἀ­πό τά γέ­νια τοῦ Ἁ­γί­ου[3] (τίς ὁ­ποῖ­ες μό­λις τίς κρά­τη­σε μέ εὐ­λά­βει­α μί­α γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τό χω­ριό, πού λε­γό­ταν Νε­ο­χώ­ρι, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό βα­ρύ­τα­τη καί θα­να­τη­φό­ρα ἀ­σθέ­νει­α, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως αἰ­σθάν­θη­κε στόν ἑ­αυ­τό της μί­α ὑ­περ­φυ­σι­κή δύ­να­μι, μέ­σῳ τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­νέ­κτη­σε με­τά ἀ­πό λί­γο τε­λεί­ως τήν ὑ­γεί­α της. Ἀλ­λά καί πολ­λές στεῖ­ρες γυ­ναῖ­κες, ἀ­φοῦ πῆ­ραν γιά δι­ά­στη­μα σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν χῶ­μα ἀ­πό τόν τά­φο τοῦ Ἁ­γί­ου μέ εὐ­λά­βει­α καί πί­στι, ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε τό αἴ­τη­μά τους, δη­λα­δή νά γεν­νή­σουν παι­διά μέ τήν χά­ρι τοῦ Χρι­στοῦ καί μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ Ἁ­γί­ου του ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα Κο­σμᾶ. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ω­θοῦ­με τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Ἀ­μήν.

(Νέ­ο Μαρ­τυ­ρο­λό­γι­ο, σελ. 201-208)

Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.



[95]   Σήμερα ἠ μνήμη του ἑορτάζεται τήν 24η Αὐγούστου.

 

[3]     Τίς τρίχες αὐτές, νομίζω, τίς πῆραν πρίν ἀπό τήν ἀνακομιδή του.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης