* Ὁ Ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς καί Ἰσαπόστολος Κοσμᾶς[95], ὁ ἐν τῇ Ἀλβανιτίᾳ μαρτυρήσας κατά τό ἔτος 1779, ἀγχόνῃ τελειοῦται.
+ Εὔκοσμος ὤφθης κόσμος ὤ Κοσμᾶ μάκαρ,
Κόσμου λόγοις σοῖς αἵμασι τ’ ἀγλαΐσας[96].
Αὐτός ὁ κυριολεκτικά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ διδάσκαλος καί κήρυκας τοῦ θείου Εὐαγγελίου Κοσμᾶς ἦταν ἀπό τήν Αἰτωλία, ἀπό ἕνα μικρό χωριό, πού ὠνομαζόταν Μέγα Δένδρο. Ἦταν υἱός γονέων εὐσεβῶν, ἀπό τούς ὁποίους, ἀφοῦ ἀνατράφηκε καί ἐκπαιδεύθηκε μέ τήν παιδεία καί τήν διδασκαλία Κυρίου, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο, ὅταν ἦταν εἴκοσι χρονῶν, ἴσως καί παραπάνω, ἄρχισε νά διδάσκεται τά γραμματικά δίπλα στόν ἱεροδιάκονο Ἀνανία, τόν ὁποῖο τόν ἀποκαλοῦσαν Δερβισάνο. Καί ἐπειδή ἐκεῖνα τά χρόνια ξεκίνησε μέ μεγάλη φήμη καί τό σχολεῖο τοῦ Βατοπεδίου στό Ἅγιο Ὄρος,
πῆγε σ’ ἐκεῖνο μέ πολλούς ἄλλους δικούς του συμμαθητές. Ἐκεῖ τελείωσε τά γραμματικά δίπλα στόν διδάσκαλο Παναγιώτη Παλαμᾶ. Καί μετά ἀπό αὐτά διδάχθηκε καί τήν Λογική ἀπό τόν διδάσκαλο Νικόλαο Τζαρτζούλιο ἀπό τό Μέτσοβο, ὁ ὁποῖος χρημάτισε σχολάρχης ἐκεῖ μετά τόν σοφώτατο Εὐγένιο. Ἦταν δέ ἀκόμα λαϊκός καί ὠνομαζόταν Κώνστας. Ὡστόσο, ἄν καί ἀνῆκε στό σχῆμα τῶν λαϊκῶν, ἦταν στολισμένος μέ τήν σεμνότητα τοῦ μοναχικοῦ σχήματος καί ἀγωνιζόταν σέ ὅλα καί τόν ἑαυτό του τόν ἐκπαίδευε στήν τέλεια ἄσκησι. Ἐπειδή ὅμως πάλι, γιά κακή του τύχη, ἡ περίφημη ἐκείνη σχολή, ἐπειδή ἔφυγαν οἱ διδάσκαλοι, ἐρημώθηκε καί κατάντησε νά γίνη ὅπως καί πρῶτα, τότε καί ὁ καλός Κώνστας, ἀφοῦ ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στήν ἱερά Μονή τοῦ Φιλοθέου. Καί ἐκεῖ πρῶτα μέν ἔγινε μοναχός καί προχώρησε στούς πόνους τῆς μοναχικῆς ζωῆς προθυμότατα. Καί μετά ἀπό αὐτό, ἐπειδή ἡ Μονή εἶχε ἀνάγκη ἀπό ἐφημέριο, μετά ἀπό ἐντονώτατη προτροπή καί παράκλησι τῶν πατέρων, χειροτονεῖται καί Ἱερομόναχος. Καί εἶχε μεγάλο πόθο ὁ Μακάριος στήν καρδιά του ἀπό τήν ἀρχή, ἐνῷ ἦταν ἀκόμη κοσμικός, νά ὠφελήση καί τούς ἀδελφούς του Χριστιανούς, ἀπό ἐκεῖνα πού ἔμαθε. Καί πολλές φορές ἔλεγε, ὅτι οἱ ἀδελφοί μας Χριστιανοί, ἔχουν μεγάλη ἀνάγκη ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καί ὅτι ἔχουν χρέος ἐκεῖνοι πού σπουδάζουν νά μή τρέχουν σέ ἀρχοντικά καί αὐλές μεγάλων καί νά ματαιώνουν τίς σπουδές τους, γιά νά ἀποκτήσουν πλοῦτο καί ἀξιώματα, ἀλλά νά διδάσκουν κυρίως τόν κοινό λαό, ὁ ὁποῖος ζεῖ μέ μεγάλη ἀμορφωσιά καί βαρβαρότητα, γιά νά ἀποκτήσουν οὐράνια ἀνταμοιβή καί ἀμάραντη δόξα. Ἀλλά παρ’ ὅλο πού εἶχε τόσο πόθο καί ζῆλος πολύς ἄναβε στήν ἱερή του καρδιά προκειμένου νά ὠφελήση τούς πολλούς, ὡστόσο καί πάλι συλλογιζόμενος πόσο μεγάλο καί δύσκολο εἶναι τό ἐγχείρημα τοῦ Ἀποστολικοῦ κηρύγματος, ὡς ταπεινόφρων καί μετριόφρων πού ἦταν, δέν τόλμησε ἀπό μόνος του νά τό ἐπιχειρήση, χωρίς νά καταλάβη τήν θεία βούλησι. Γι’ αὐτό θέλοντας νά δοκιμάση, ἄν αὐτό εἶναι θέλημα Θεοῦ, ἀνοίγει τήν θεία Γραφή. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, βρέθηκαν ἀμέσως μπροστά του τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου πού λέει· «Μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. 10,24), δηλαδή, ἄς μήν ζητᾶ κανείς μόνο τό συμφέρον τό δικό του, ἀλλά καί τό συμφέρον τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἀφοῦ λοιπόν τό ἔμαθε αὐτό καί ἀφοῦ φανέρωσε αὐτόν τόν σκοπό του καί σέ ἄλλους πνευματικούς πατέρες καί ἀφοῦ ἔλαβε συγχώρησι ἀπό αὐτούς, πηγαίνει στήν Κωνσταντινούπολι, νά ἀνταμώση καί τόν αὐτάδελφό του, τόν διδάσκαλο Χρύσανθο. Ὁ ὁποῖος καί τοῦ δίδαξε καί λίγη ρητορική τέχνη, γιά νά μιλᾶ τάχα μέ κάποια μέθοδο. Ἀφοῦ φανέρωσε λοιπόν καί στούς εὐλαβέστερους ἀρχιερεῖς καί διδασκάλους, πού ἦταν ἐκεῖ, τήν ἴδια αὐτή σκέψι του καί τούς βρῆκε ὅλους σύμφωνους νά τόν παρακινοῦν στό θεῖο αὐτό ἔργο, λαμβάνει ἔγγραφη ἄδεια ἀπό τόν τότε Πατριάρχη Σεραφείμ ἀπό τό Δελβίνο. Καί ἔτσι ἄρχισε ὁ Μακάριος νά κηρύττη τό Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, πρῶτα μέν στίς Ἐκκλησίες καί τά χωριά τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν Ναύπακτο, στό Βραχώρι, στό Μεσολόγγι καί ἄλλους τόπους καί πάλι ἀνέβηκε στήν Κωνσταντινούπολι. Καί ἀφοῦ συμβουλεύθηκε τόν τότε Πατριάρχη Σωφρόνιο καί ἔλαβε ἀπό αὐτόν νέα ἄδεια καί εὐλογία, ἄρχισε νά κηρύττη πάλι τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου μέ περισσότερη θερμότητα καί ζῆλο. Καί ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ περιδιάβηκε σέ ὅλα σχεδόν τά Δωδεκάνησα καί δίδαξε στούς Χριστιανούς νά μετανοοῦν καί νά πράττουν ἄξια ἔργα τῆς μετάνοιας, ἀπό ἐκεῖ γύρισε στό Ἅγιο Ὄρος τό ἔτος 1775, καί ἀφοῦ περιδιάβηκε καί τά ἐκεῖ μοναστήρια καί τίς σκῆτες καί δίδαξε τούς πατέρες, πού μόναζαν σ’ αὐτά, ἔμεινε γιά λίγο καιρό διαβάζοντας τά θεῖα βιβλία τῶν πατέρων. Ἐπειδή ὅμως δέν μποροῦσε νά ἀντέξη περισσότερο ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἄναβε στήν καρδιά του γιά τήν ὠφέλεια τῶν Χριστιανῶν (ὅπως πολλές φορές ὁ ἴδιος τό ἔλεγε σέ πολλούς πατέρες), ἔφυγε ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος καί ξεκινῶντας ἀπό τά χωριά ἔξω ἀπό τό Ὄρος, πῆγε κηρύττοντας στήν Θεσσαλονίκη, στήν Βέροια καί σέ ὅλη σχεδόν τήν Μακεδονία. Προχώρησε καί στά μέρη τῆς Χειμάρρας, τῆς Ἀκαρνανίας, τῆς Αἰτωλίας ἕως καί στήν ἴδια τήν Ἄρτα καί τήν Πρέβεζα. Ἀπό ἐκεῖ τότε ἔπλευσε στήν Ἁγία Μαῦρα καί στήν Κεφαλονιά. Καί ὅπου καί ἄν πήγαινε ὁ τρισμακάριστος, πραγματοποιεῖτο μεγάλη συγκέντρωσι τῶν Χριστιανῶν καί ἄκουγαν μέ κατάνυξι καί εὐλάβεια τήν χάρι καί τήν γλυκύτητα τῶν λόγων του καί στήν συνέχεια προκαλεῖτο καί μεγάλη διόρθωσι καί ψυχική ὠφέλεια. Ἦταν βέβαια ἡ διδαχή του, καθώς καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἤμασταν αὐτήκοοι μάρτυρές της, ἁπλούστατη, σάν ἐκείνη τῶν ἁλιέων. Ἦταν γαλήνιος καί ἤρεμος, ἔτσι ὥστε φαινόταν ξεκάθαρα, ὅτι εἶναι γεμάτη ἡ διδαχή του ἀπό τήν χαρά τοῦ λαμπροῦ καί ἥσυχου Ἁγίου Πνεύματος. Καί μάλιστα στό νησί τῆς Κεφαλονιᾶς προκάλεσε μεγάλο καρπό ψυχικῆς ὠφέλειας ὁ ἱερός αὐτός διδάσκαλος μέ τόν σπόρο τῆς ἔνθεης διδασκαλίας του.
Ἀλλά καί ὁ Θεός ἀπό ψηλά συνεργοῦσε καί ἐπιβεβαίωνε τά λόγια του μέ τά ἀκόλουθα σημεῖα καί θαύματα, ὅπως κάποτε μέ τά παρόμοια αὐτά θαύματα ἐπιβεβαίωνε καί τό κήρυγμα τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων του. Διότι στό νησί αὐτό ἦταν ἕνας φτωχός ράφτης, ὁ ὁποῖος εἶχε γιά πολλά χρόνια τό δεξί του χέρι παράλυτο καί ἀνενεργό. Αὐτός λοιπόν ἀφοῦ πρόστρεξε στόν Ἅγιο, τόν παρακαλοῦσε νά τόν γιατρέψη. Τότε ὁ Ἅγιος τόν παρακίνησε νά ἔλθη μέ εὐλάβεια στήν διδαχή του, καί ὁ Θεός θά τόν σπλαχνιζόταν. Ὑπάκουσε ὁ φτωχός καί, ἀφοῦ ἄκουσε τήν διδαχή του, ὤ τοῦ θαύματος, τήν ἄλλη ἡμέρα ἦταν τελείως καλά.
Ἄλλος πάλι παράλυτος, μόλις ἄκουσε αὐτό τό παράδοξο, ζήτησε νά τόν πᾶνε μέ τό κρεββάτι του τήν ὥρα τῆς διδαχῆς του, καί μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ἔγινε καί αὐτός τελείως ὑγιής, δοξάζοντας τόν Θεό καί εὐχαριστῶντας τόν Ἅγιο.
Στό κάστρο τῆς Ἄσσως, ἦταν ἕνας εὐγενής, ὁ ὁποῖος εἶχε βαρειά ἀσθένεια στά αὐτιά του ἔτσι, ὥστε γιά πολλά χρόνια ἦταν σχεδόν χαμένη ἡ ἀκοή του. Αὐτός πηγαίνοντας μέ εὐλάβεια καί πίστι ἐκεῖ, ὅπου δίδασκε ὁ Ἅγιος, ἀμέσως ἄρχισε νά ἀκούη καθαρά καί ἀπό τότε ἔμεινε θεραπευμένος.
Ὑπάρχει ἕνα χωριό τῆς Κεφαλονιᾶς, πού ὀνομάζεται Κουρουνοί. Καθώς περνοῦσε ἀπό αὐτό τό χωριό ὁ Ἅγιος τήν περίοδο καλοκαιριοῦ, δίψασε στόν δρόμο καί ζήτησε νά τοῦ δώσουν νερό ἀπό τό ξεροπήγαδο, πού ἦταν ἐκεῖ κοντά. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ εἶπαν, ὅτι ἦταν ἀκατάλληλο. Ὅμως γιά νά κάμουν ὑπακοή, πῆγαν καί ἔβγαλαν ἀπό τό βάθος τοῦ πηγαδιοῦ νερό, γεμᾶτο ἀπό λάσπη καί χῶμα καί τοῦ τό ἔφεραν. Καί μόλις τό ἔβαλε στό στόμα του, ἤπιε λίγο καί ἀπό τότε τό ξεροπήγαδο ἐκεῖνο ἀνέβλυσε παραδόξως καθαρό νερό καί εἶναι πάντοτε γεμᾶτο καί τόν χειμῶνα καί τό καλοκαίρι καί γίνεται ἰαματικό γιά πολλές ἀσθένειες.
Καί ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου πλήθους τοῦ λαοῦ, πού δέν τούς χωροῦσε καμία Ἐκκλησία, ἀναγκαστικά ἔκανε τήν διδαχή του ἔξω στίς πεδιάδες. Γι’ αὐτό συνήθιζε καί, ὅπου ἐπρόκειτο νά σταθῆ νά διδάξη, πρῶτα ἔλεγε καί κατασκεύαζαν ἕναν μεγάλο ξύλινο σταυρό καί τόν ἔστηναν ἐκεῖ. Ἔπειτα ἀκουμποῦσε ἐπάνω στό ξύλο τοῦ σταυροῦ τό σκαμνί του, τό ὁποῖο, ὅπως λένε, τοῦ τό κατασκεύασε σάν θρονί, ὁ Κούρτ πασᾶς, στό ὁποῖο ἀνέβαινε καί δίδασκε. Καί μετά τήν διδαχή, τό μέν σκαμνί τό διέλυε καί τό ἔπαιρνε μαζί του, ὅπου καί ἄν πήγαινε. Ἐνῷ ὁ σταυρός ἔμενε ἐκεῖ γιά παντοτινή ἐνθύμησι τοῦ κηρύγματός του. Σ’ ἐκείνους λοιπόν τούς τόπους, ὅπου ἦταν στημένοι οἱ σταυροί, ἐνεργοῦσε ὁ Θεός πολλά θαύματα. Γι’ αὐτό καί στήν μέση τῆς ἀγορᾶς τοῦ Ἀργοστολίου, τό ὁποῖο εἶναι ἡ χώρα τῆς Κεφαλονιᾶς, ἐκεῖ ὅπου ἄφησε ὁ Ἅγιος ἕναν τέτοιο σταυρό, ἀνέβλυσε ἕνα νερό θαυμαστό, τό ὁποῖο ὑπάρχει ἕως καί σήμερα, χωρίς ποτέ νά λιγοστεύη.
Ἀπό τήν Κεφαλονιά πέρασε στήν Ζάκυνθο, συνοδευόμενος ἀπό περισσότερα ἀπό δέκα καΐκια γεμᾶτα ἀπό εὐλαβεῖς Κεφαλλονίτες. Ἀλλά ὅμως ἐκεῖ δέν εὐτύχησε ὁ εὐλογημένος, γι’ αὐτό, ἀφοῦ δίδαξε γιά λίγο μόνο ἐκεῖ, γύρισε πάλι στήν Κεφαλονιά καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στούς Κορυφούς, ὅπου καί τόν ὑποδέχτηκαν μέ μεγαλοπρέπεια ὅλοι καί κυρίως ὁ ἡγεμόνας του. Ἐπειδή ὅμως συγκεντρώθηκε μεγάλο πλῆθος ἀπό τά χωριά, γιά νά ἀκούσουν τήν διδαχή τοῦ Ἁγίου, οἱ προεστοί τῆς πόλεως, ἐπειδή φοβήθηκαν τόν φθόνο, τόν παρακάλεσαν νά φύγη τό ταχύτερο. Καί ἔτσι, προκειμένου νά μή γίνη αἴτιος σκανδάλων καί ταραχῶν γιά τό λαό, ἀφοῦ ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στό ἀντίπερα μέρος τῆς Στερεᾶς, δηλαδή τῆς Ἀρβανιτίας, πού ὠνομαζόταν Ἅγιοι Σαράντα, καί ἐκεῖ δίδασκε στούς Χριστιανούς, περιδιαβαίνοντας καί διερχόμενος τίς βαρβαρικές ἐκεῖνες ἐπαρχίες, στίς ὁποῖες κινδύνευε νά χαθῆ τελείως ἡ εὐσέβεια καί ἡ Χριστιανική ζωή ἀπό τήν πολλή ἀμάθεια, πού εἶχαν οἱ Χριστιανοί ἐκεῖ καί ἀπό τά πολλά κακά καί τούς φόνους καί τίς κλεψιές καί τίς ἄλλες μύριες παρανομίες, στίς ὁποῖες ἐπιδίδονταν καί ἦταν σχεδόν χειρότεροι στήν κακία ἀπό τούς ἀσεβεῖς. Ἔτσι ἀφοῦ ἔσπειρε τόν σπόρο τοῦ θείου λόγου στίς ἀκαλλιέργητες καί ἐξαγριωμένες καρδιές αὐτῶν τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἱερός Κοσμᾶς, ἔκανε, μέ τήν βοήθεια τῆς θείας χάριτος, πολλούς καί μεγάλους καρπούς. Διότι τούς ἄγριους τούς ἐξημέρωσε. Τούς ληστές τούς καταπράυνε. Τούς ἄσπλαχνους καί τούς ἀνελεήμονες τούς ἀνέδειξε ἐλεήμονες. Τούς ἀνευλαβεῖς τούς ἔκανε εὐλαβεῖς, τούς ἀμαθεῖς καί τούς ἀγροίκους στά θεῖα τούς κατήχησε καί τούς ἔκανε νά συντρέχουν στίς ἱερές Ἀκολουθίες. Καί ὅλους ἁπλᾶ τούς ἁμαρτωλούς, τούς μετέστρεψε σέ μεγάλη μετάνοια καί διόρθωσι, ὥστε ὅλοι ἔλεγαν, ὅτι στόν καιρό τους ἀναδείχθηκε ἕνας νέος Ἀπόστολος.
Ἵδρυσε σχολεῖα παντοῦ μέσῳ τῆς διδασκαλίας του, τόσο ἑλληνικά, ὅσο καί κοινά, τόσο στίς πόλεις, ὅσο καί στά χωριά, γιά νά πηγαίνουν σ’ αὐτά τά παιδιά καί νά μαθαίνουν δωρεάν τά ἱερά γράμματα καί ἀπό αὐτά νά στερεώνωνται μέν στήν πίστι καί στήν εὐσέβεια, ἀλλά καί νά ὁδηγοῦνται στήν ἐνάρετη ζωή καί πολιτεία. Ἔπεισε τούς πλούσιους καί ἀγόρασαν πάνω ἀπό τέσσερις χιλιάδες μεγάλες, χάλκινες κολυμβῆθρες, πρός δώδεκα γρόσια τήν καθεμία, καί τίς ἀφιέρωσαν στίς Ἐκκλησίες, νά βρίσκωνται ἐκεῖ παντοτινά σέ ἀνάμνησί τους, γιά νά βαπτίζωνται, ὅπως πρέπει, τά παιδιά τῶν Χριστιανῶν. Ἐπίσης ἔπεισε ὅσους εἶχαν τήν δυνατότητα καί ἀγόραζαν βιβλία πατερικά καί Χριστιανικές διδασκαλίες, κομπολόγια, σταυρουδάκια μικρά καί μαντήλια καί χτένες, ἀπό τά ὁποῖα, τά μέν βιβλία τά μοίραζε χάρισμα σ’ ἐκείνους, πού ἤξεραν γράμματα, ἤ σ’ ἐκείνους πού ὑπόσχονταν νά μάθουν. Τά δέ μαντήλια (πάνω ἀπό σαράντα χιλιάδες) τά μοίραζε στίς γυναῖκες, γιά νά σκεπάζουν τό κεφάλι τους, τίς δέ χτένες, σ’ ἐκείνους πού ἔταζαν νά ἀφήσουν τά γένια καί νά ζοῦνε ἐνάρετα καί Χριστιανικά. Τά κομπολόγια καί τά μικρά σταυρουδάκια (πάνω ἀπό πεντακόσιες χιλιάδες) τά μοίραζε στόν κοινό λαό, γιά νά συγχωροῦν αὐτούς πού τά ἀγόραζαν.
Εἶχε σαράντα ἤ πενῆντα ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι τόν ἀκολουθοῦσαν ἀπό πίσω, καί ὅταν ἐπρόκειτο νά πάη ἀπό τήν μία χώρα στήν ἄλλη, παράγγελνε πρῶτα στούς Χριστιανούς νά ἐξομολογηθοῦν, νά νηστέψουν καί νά κάνουν καί ἀγρυπνία μέ μεγάλη φωτοχυσία. Διότι εἶχε ἐπίτηδες κατασκευασμένα ξύλινα μανουάλια, πού χωροῦσαν τό καθένα ἀπό ἑκατό κεριά, τά ὁποῖα, ἀφοῦ τά διέλυε, τά ἔπαιρνε μαζί του. Ἔπειτα, ἀφοῦ μοίραζε σέ ὅλους κεριά δωρεάν, ἔβαζε τούς ἱερεῖς καί διάβαζαν τό Ἅγιο Εὐχέλαιο καί χρίονταν ὅλοι οἱ Χριστιανοί καί στό τέλος ἔκαμνε τήν διδαχή. Καί, ἐπειδή τόν ἀκολουθοῦσε πολύς λαός, δύο καί τρεῖς χιλιάδες, πρόσταζε ἀπό τό βράδυ καί ἑτοίμαζαν πολλά σακιά μέ ψωμί καί καζάνια μέ βρασμένο σιτάρι. Ἔπειτα τά πήγαιναν ἔξω στόν δρόμο, ἐκεῖ ἀπό ὅπου θά περνοῦσε ὁ λαός καί ἔτσι ἔπαιρναν ὅλοι ἀπό ἐκεῖνα καί συγχωροῦσαν ζωντανούς καί πεθαμένους.
Καί ἐνέργησε ὁ Θεός μέσῳ αὐτοῦ καί ἐκεῖ στήν Ἀρβανιτία παρόμοια καί σέ ἄλλους τόπους τέτοια θαύματα.
Ἕνας Τοῦρκος ἀξιωματικός, ἤ ἀπό τούς Ἑβραίους ἤ ἀπό τόν δαίμονα παρακινημένος, τόσο μῖσος εἶχε κατά τοῦ Ἁγίου, πού μία φορά καβαλίκεψε τό ἄλογό του καί ἔτρεχε, γιά νά τόν φθάση καί νά τόν κακοποιήση, ἀλλά ἐνῷ ἔτρεχε τό ἄλογο, τόν ἔρριξε κάτω καί ἔσπασε τό δεξί του πόδι καί γυρίζοντας στό σπίτι του βρῆκε τόν υἱό του πεθαμένο. Γι’ αὐτό ἐπειδή μετανόησε, ἔστειλε ἐπιστολή στόν Ἅγιο καί ζήτησε ἀπό αὐτόν συγχώρησι.
Ἀπό τίς Φιλιάτες οἱ πρῶτοι Ἀγᾶδες πῆγαν, νά ἰδοῦν τόν Ἅγιο καί νά ἀκούσουν τήν διδαχή του καί, ἐπειδή ἦταν καλοκαίρι, κοιμήθηκαν ἔξω στόν κάμπο. Καί κατά τίς πέντε ἡ ὥρα τήν νύχτα εἶδαν ἕνα οὐράνιο φῶς, σάν σύννεφο, πού σκέπαζε τόν τόπο ἐκεῖνο, ὅπου καθόταν ὁ Ἅγιος, τό ὁποῖο τό διηγοῦντο στούς Χριστιανούς. Γι’ αὐτό τό πρωί ζητοῦσαν νά τούς δώση τήν εὐχή του ὁ Ἅγιος ἀπό τήν καρδιά του καί ὄχι ἀπό τά χείλη του.
Ἄλλος πάλι Τοῦρκος ἀξιωματικός ἀπό τήν Καββαΐα εἶχε βαρειά ἀσθένεια φιάγγου, πού δέν μποροῦσε νά χύση τό νερό του. Αὐτός μόλις ἄκουσε γιά τόν Ἅγιο, ἔστειλε τόν δοῦλο του, παρακαλῶντας τον νά πάη ἐκεῖ, γιά νά τοῦ εὐχηθῆ καί ἐλπίζοντας μέσῳ αὐτοῦ νά τόν γιατρέψη ὁ Θεός. Ὁ Ἅγιος δέν θέλησε νά πάη, ἀποκαλῶντας τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό. Πάλι ἔστειλε ὁ Τοῦρκος τόν δοῦλο του μέ ἕνα ἀγγεῖο νερό, παρακαλῶντας τόν Ἅγιο νά τοῦ τό εὐλογήση. Τότε βλέποντας τήν μεγάλη εὐλάβεια τοῦ Τούρκου ὁ Ἅγιος, τοῦ παράγγειλε νά κάνη δύο προστάγματα, νά μήν πίνη ρακί καί νά μοιράση τό δέκατο τοῦ πλούτου του στούς φτωχούς. Καί ἀφοῦ ὑποσχέθηκε νά τά κάνη, εὐλόγησε τό νερό καί, ἀφοῦ τό ἤπιε ὁ ἀσθενής, σέ τέσσερις ἡμέρες γιατρεύθηκε τελείως. Γι’ αὐτό ἔκανε μεγάλες ἐλεημοσύνες.
Στό Φανάρι, στό μέρος πού λέγεται Λυκουρίσι, ἕνας Τοῦρκος ἄρχοντας τοῦ τόπου, βλέποντας τόν σταυρό, πού ἄφησε ἐκεῖ ὁ Ἅγιος, ὅταν δίδαξε, ὅπως τό εἶχε συνήθεια, ὅπως προείπαμε, βλέποντας λοιπόν αὐτόν τόν σταυρό, τόν ἔβγαλε ἀπό τόν τόπο του καί τόν μετέφερε στό σπίτι του, γιά νά κάμη δύο στύλους τοῦ κρεβατιοῦ, πού εἶχε στήν δραγάτα του. Ἀλλά ἀμέσως, ὤ τοῦ θαύματος!, γίνεται σάν ἕνας φοβερός σεισμός καί καθώς δέν μποροῦσε νά σταθῆ στά πόδια του, ἔπεσε καταγῆς καί κυλιόταν γιά πολλή ὥρα καί ἄφριζε καί ἔτριζε τά δόντια του σάν δαιμονισμένος. Ὕστερα, ἀφοῦ τόν σήκωσαν δύο Τοῦρκοι, πού περνοῦσαν ἀπό ἐκεῖ καί ἦλθε στά λογικά του, κατάλαβε πώς αὐτό τό ἔπαθε ἀπό θεϊκή ὀργή, γιά τήν τόλμη πού εἶχε καί ἔβγαλε τόν τίμιο σταυρό. Γι’ αὐτό μόνος του τόν πῆγε καί τόν στερέωσε πάλι στόν τόπο, ὅπου ἦταν καί πρωτύτερα. Καί κάθε ἡμέρα πήγαινε καί τόν φιλοῦσε μέ μεγάλη εὐλάβεια. Καί ἄλλη φορά πού πέρασε ἀπό ἐκεῖ ὁ ἱερός διδάσκαλος, ἔτρεξε αὐτός ὁ ἴδιος Τοῦρκος νά τόν προσκυνήση καί διηγεῖτο μέ τόλμη σέ ὅλους τό θαῦμα καί ζητοῦσε ταπεινά τήν συγχώρησι.
Ἐπίσης ὁ Ἅγιος ἐπέπληττε τίς γυναῖκες ἐκεῖνες, πού φοροῦσαν στολίδια, καί τίς ἔπεισε μέ τήν διδαχή του νά τά βγάλουν ὅλα, τόσο πού μερικές φόρεσαν ἀκόμη καί μαῦρα.
Μία γυναῖκα πλούσια στήν Κόριζα, εἶχε ἕνα παιδί, τοῦ ὁποίου τό κεφάλι τό στόλιζε μέ πολλά φλουριά καί ἄλλα περιττά στολίδια. Αὐτή λοιπόν τήν γυναῖκα τήν συμβούλεψε πολλές φορές ὁ Ἅγιος νά τά μοιράση αὐτά σέ φτωχά παιδιά, ἐάν θέλη νά ζήση τό παιδί της. Ἀλλά δέν τόν ὑπάκουσε. Τέλος, τῆς λέει ὅτι, ἐάν δέν βγάλη ἀπό τό παιδί της τά στολίδια, πρόκειται νά τό στερηθῆ γρήγορα. Καί ἐπειδή οὔτε καί τότε πείσθηκε, τήν ἑπόμενη ἡμέρα βρῆκε τό παιδί της πεθαμένο στό στρῶμα, καί κατάλαβε τότε, ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἀπείθειάς της ὁ Θεός τήν τιμώρησε.
Πάλι, ἐπειδή ὁ Ἅγιος, ὅπου πήγαινε, δίδασκε στούς Χριστιανούς νά μή κάνουν παζάρια τήν Κυριακή, οὔτε ἄλλες ἐργασίες, ἀλλά νά πηγαίνουν στίς Ἐκκλησίες, νά ἀκοῦνε τίς Ἱερές Ἀκολουθίες καί τά θεῖα λόγια, ὅσοι τόν παράκουγαν, ὁ Θεός τούς παίδευε μέ διάφορες τιμωρίες. Γι’ αὐτό στό μέρος, πού λέγεται Χαλκιάδες, περίπου μία ὥρα μακριά ἀπό τήν Ἄρτα, ἕνας πραγματευτής, ἐπειδή παράκουσε καί τόλμησε νά ἐμπορευθῆ τήν Κυριακή, ἀμέσως παρέλυσε τό χέρι του. Καί ἀφοῦ πρόστρεξε στόν Ἅγιο καί ζήτησε συγχώρησι γιά τήν ἁμαρτία του, μετά ἀπό λίγες ἡμέρες θεραπεύθηκε.
Τό ἴδιο καί στήν Πάργα ἕνας μαγαζάτορας, ἐπειδή θέλησε νά πουλήση κάποιο ἐμπόρευμα τήν Κυριακή, πιάστηκε τό χέρι του. Μόλις ὅμως ὡμολόγησε τήν ἁμαρτία του μπροστά στόν Ἅγιο καί δέχθηκε τίς συμβουλές του, ἔλαβε τήν συγχώρησι μαζί καί τήν ποθούμενη θεραπεία τοῦ χεριοῦ του.
Στό Ξηρόμερο ἔτυχε μία γυναῖκα καί ζύμωσε τήν Κυριακή, καί ἀφοῦ ἔβγαλε τό ψωμί ἀπό τόν φοῦρνο, τό βρῆκε κόκκινο σάν νά τό εἶχε ζυμώση μέ τό αἷμα. Γι’ αὐτό, ἀφοῦ πρόσπεσε στά πόδια τοῦ Ἁγίου, ἔλαβε τήν πρέπουσα διόρθωσι. Σέ ἄλλα μέρη πάλι, ἐπειδή δέν τηρήθηκε ὁ καθιερωμένος σεβασμός τῆς Κυριακῆς, ἀλλουνοῦ ἔσκασε τό βόδι του, ἀλλουνοῦ τό μουλάρι του καί ἄλλος δαιμονίσθηκε καί ἄλλος βρῆκε τό παιδί του πεθαμένο.
Σέ ἕνα χωριό τῆς Καστοριᾶς, πού ὠνομαζόταν Σέλτζα, μία γυναίκα, πού εἶχε εὐλάβεια πρός τόν Ἅγιο, πῆρε τό νερό, μέ τό ὁποῖο ἔνιψε κάποτε τό πρόσωπό του ὁ Ἅγιος καί τό φύλαξε σέ γυάλινο δοχεῖο, καί ὤ τοῦ θαύματος!, μέσα σ’ αὐτό φύτρωσε ἕνα χορτάρι μέ δύο φύλλα μόνο, τό ὁποῖο ἔγινε μεγάλο, ὅσο ἦταν τό δοχεῖο καί ἔπλεε ἐπάνω στό νερό χωρίς νά ἔχη ρίζα. Καί δέν ἄλλαξε καθόλου τό χρῶμα του, ἀλλά ἔμεινε δροσερό γιά ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ἔτσι, ὥστε θαύμαζαν ὅσοι τό ἔβλεπαν. Καί αὐτό τό νερό ἔκανε πολλές θεραπεῖες σέ πολλούς, ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια αὐτή εὐλαβής γυναίκα.
Αὐτά καί ἄλλα περισσότερα ἐνέργησε μέσῳ αὐτοῦ ὁ Θεός, τά ὁποῖα ἐμεῖς γιά συντομία τά ἀφήνουμε. Καί ἐπειδή ὁ Ἅγιος πολλές φορές ἔλεγε φανερά στήν διδαχή του, ὅτι προσκλήθηκε στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό καί γιά τήν ἀγάπη του πρόκειται νά χύση τό αἷμα του, εἶχε τέλος πάντων ἡ πρόβλεψί του αὐτή τήν ἔκβασι. Καί ἐξελίχθηκε ὡς ἑξῆς:
Ὁ ἀποστολικός αὐτός διδάσκαλος ποτέ δέν ἄνοιξε τό στόμα του γιά νά εἰπῆ ἕναν λόγο ἐναντίον τῶν Ἑβραίων οὔτε στήν Θεσσαλονίκη, οὔτε στήν Καστοριά, οὔτε στά Ἰωάννινα, οὔτε σέ κανένα ἄλλο μέρος, ὅπου ὑπῆρχαν Ἑβραῖοι, ἀλλά μόνο στούς Χριστιανούς δίδασκε νά πολιτεύωνται σάν Χριστιανοί καί νά φυλάσσουν ἀλήθεια καί ἐμπιστοσύνη πρός τούς ἄρχοντες, πού τούς ἔδωσε ὁ Θεός. Ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἀρβανῖτες, πού πήγαιναν ἐκεῖ, ὅπου δίδασκε ἔξω στίς πεδιάδες, τά ἄκουγαν ἀπό τό στόμα του καί τόν θεωροῦσαν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ τόσο, ὥστε καί ὁ Κούρτ Πασᾶς, ὅταν πληροφορήθηκε τήν καλή του φήμη, πρόσταξε καί ἦλθε μπροστά του. Καί τόσο πολύ τοῦ ἄρεσε ἡ ὁμιλία του, ὥστε καί τό θρονί ἐκεῖνο, πού προείπαμε, τοῦ κατασκεύασε καί μέ βελοῦδο τόν ἔντυσε, γιά νά ἀνεβαίνη σ’ αὐτό καί νά διδάσκη ἀπό ψηλά τούς λαούς.
Ἀλλά τό παμπόνηρο καί μιαρότατο αὐτό γένος τῶν Ἑβραίων, πού μισεῖ τόν Χριστό, ὅπως στούς περασμένους αἰῶνες ἐπέδειξε πάντοτε ἀπόλυτη κακία ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, ἔτσι καί τώρα, ἐπειδή δέν ἄντεχαν νά κηρύττεται ἡ πίστι καί τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἑβραῖοι, πού κατοικοῦν στά Ἰωάννινα, πῆγαν αὐτοί πού σταύρωσαν τόν Χριστό καί εἶπαν στόν πασᾶ τοῦ τόπου, πώς ὁ ἱερός αὐτός Κοσμᾶς, ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπό τούς Μοσκοβίτες, γιά νά παραπλανᾶ τόν βασιλικό ραγιά καί νά πηγαίνουν στήν Μόσχα. Ἀλλά αὐτόν μέν ἡ θεία πρόνοια τότε τόν διαφύλαξε ἀπό τήν θανατηφόρα αὐτή ἐπιβουλή, προξένησε ὅμως ἀρκετή οἰκονομική ζημιά στό κοινό των Χριστιανῶν. Ἀπό τότε λοιπόν ὁ ἱερός Κοσμᾶς ἄρχισε νά στηλιτεύη τήν πονηρία καί τό ἀδιάλλακτο μῖσος, πού ἔχουν ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν οἱ Ἑβραῖοι καί, ἐπειδή φανερά ἀποδείχθηκε, πώς ἦταν τέχνασμα καί σαφής συκοφαντία ἐκείνη ἡ κατηγορία, πού εἶπαν στόν Πασᾶ, πῆγε πάλι στά Ἰωάννινα. Καί πρῶτα μέν κατέπεισε τούς Χριστιανούς νά μεταφέρουν τό κοινό παζάρι ἀπό τήν Κυριακή στό Σάββατο, τό ὁποῖο προξένησε πολύ μεγάλη φθορά σ’ αὐτούς. Δεύτερον, τούς ἀνακήρυξε φανερούς ἐχθρούς καί ὅτι εἶναι ἕτοιμοι σέ κάθε εὐκαιρία νά κάνουν κάθε κακό στούς Χριστιανούς. Τρίτον, θέλοντας νά βγάλη ἀπό τά κεφάλια τῶν Χριστιανῶν τίς μακριές φοῦντες καί τά παρόμοια, τά ὁποῖα ὅλα τά ἀγόραζαν ἀπό τούς Ἑβραίους, τούς δίδασκε, πώς εἶναι ἀκάθαρτα, ὅτι τά μολύνουν ἐπίτηδες γιά τούς Χριστιανούς αὐτοί, πού σκότωσαν τόν Χριστό, καί νά μή τά ἀγοράζουν καθόλου. Καί λοιπόν ἐπειδή δέν ἄντεχαν πλέον νά βλέπουν καί νά ἀκοῦνε τόν Ἅγιο νά τούς ἐπιπλήττη, πῆγαν στόν Κούρτ Πασᾶ καί τοῦ ἔδωσαν πολλά πουγκιά, γιά νά τόν βγάλη ἀπό τήν ζωή. Αὐτός ἀφοῦ συμβουλεύθηκε καί τόν χότζα του, ἀποφάσισε μέσῳ αὐτοῦ νά τόν θανατώση, πού ἔγινε μέ τόν ἑξῆς τρόπο·
Εἶχε συνήθεια ὁ Ἅγιος, ὅπου καί ἄν πήγαινε νά διδάξη, νά παίρνη πρῶτα τήν ἄδεια ἀπό τόν ἀρχιερέα τοῦ τόπου ἤ ἀπό τούς ἐπιτρόπους του. Ἐπίσης νά στέλνη ἀνθρώπους Χριστιανούς νά πάρουν αὐτή τήν ἄδεια καί ἀπό τούς ἐξωτερικούς ἄρχοντες καί ἔτσι κήρυττε ἀνεμπόδιστα. Πηγαίνοντας λοιπόν σέ ἕνα χωριό τῆς Ἀρβανιτίας, πού λεγόταν Κολικόντασι, ἔλαβε τήν ἄδεια ἀπό τόν ἀρχιερέα τοῦ τόπου. Καί καθώς ἐρευνοῦσε καί γιά τούς ἐξωτερικούς ἄρχοντες, ἔμαθε, ὅτι ὁ Κούρτ Πασᾶς ὥριζε τούς τόπους ἐκείνους, ὁ ὁποῖος καθόταν σέ ἕνα χωριό, πού ὠνομαζόταν Μπεράτι, δώδεκα ὧρες μακριά. Καί, ὅταν ἔμαθε καί ὅτι ὁ χότζας τοῦ ἴδιου αὐτοῦ Πασᾶ καθόταν ἐκεῖ κοντά, ἔστειλε ἕναν ἄνθρωπο καί πῆρε τήν ἄδεια καί δίδαξε, ὡστόσο δέν ἱκανοποιήθηκε. Ἀλλά ζήτησε νά πάη καί μόνος του στόν χότζα καί νά πάρη ἐπίσημη ἀπόφασι γιά μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Οἱ Χριστιανοί ὅμως τόν ἐμπόδισαν γιά τήν ὥρα, λέγοντάς του, ὅτι ποτέ δέν ἔκανε τέτοιο πρᾶγμα, νά πάη αὐτοπροσώπως στούς ἄρχοντες Ἀγαρηνούς νά ζητήση ἄδεια. Ὅμως δέν κατάφεραν τελικά νά τόν ἐμποδίσουν. Ἔτσι λέγοντάς τους ὁ Ἅγιος νά μήν ἀσχολοῦνται περισσότερο, παίρνει μαζί του τέσσερις Μοναχούς καί ἕναν παπᾶ γιά διερμηνέα καί πηγαίνει στόν χότζα. Ὁ χότζας προσποιεῖται καί τοῦ λέει, πώς ἔχει ἔγγραφα ἀπό τόν Κούρτ Πασᾶ, ὁ ὁποῖος τόν διορίζει νά τόν στείλη σ’ αὐτόν, γιά νά συνομιλήσουν. Ἔτσι πρόσταξε τούς ἀνθρώπους του νά φυλάγουν τόν Ἅγιο, ὥσπου νά τόν στείλη στόν Πασᾶ καί νά μή τόν ἀφήσουν νά βγῆ ἀπό τήν αὐλή του. Τότε κατάλαβε ὁ εὐλογημένος διδάσκαλος, πώς πρόκειται νά τόν θανατώσουν, γι’ αὐτό δόξασε καί εὐχαρίστησε τόν δεσπότη Χριστό, πού τόν ἀξίωσε νά τελειώση τόν δρόμο τοῦ Ἀποστολικοῦ κηρύγματος μέ μαρτύριο.
Ἔπειτα, ἀφοῦ στράφηκε πρός τούς Μοναχούς πού τόν συνώδευαν, τούς λέει ἐκεῖνο τό σημεῖο τοῦ ψαλμοῦ· «Περάσαμε μέσα ἀπό τήν φωτιά, καί τό νερό καί μᾶς ἔβγαλες στήν ἀναψυχή». Καί ὅλη ἐκείνη τήν νύχτα δοξολογοῦσε μέ ψαλμούς τόν Κύριο, χωρίς νά δείξη καθόλου κανένα σημάδι λύπης γιά τήν στέρησι τῆς ζωῆς του, ἀλλά ἀντιθέτως φαινόταν χαρούμενος στό πρόσωπο, σάν νά πήγαινε σέ χαρές καί ξεφαντώματα. Καί ἀφοῦ ξημέρωσε, τόν πῆραν ἑπτά δήμιοι Ἀγαρηνοί καί τόν ἔβαλαν ἐπάνω σέ ἕνα ἄλογο, προσποιούμενοι τάχα, πώς πρόκειται νά τόν πᾶνε στόν Κούρτ Πασᾶ. Ἀλλά, ὅταν ἀπομακρύνθηκαν περίπου δύο ὡρῶν διάστημα, τόν μετέφεραν ἐκεῖ, πού ἔτρεχε ἕνας μεγάλος ποταμός καί ἔτσι, ἀφοῦ τόν κατέβασαν ἀπό τό ἄλογο, τοῦ φανέρωσαν τήν προσταγή πού εἶχαν ἀπό τόν Κούρτ Πασᾶ, γιά νά τόν θανατώσουν. Ὁ Ἅγιος δέχθηκε μέ χαρά αὐτή τήν ἐναντίον του ἀπόφασι καί, ἀφοῦ γονάτισε, προσευχήθηκε στόν Θεό εὐχαριστῶντας καί δοξάζοντάς τον, διότι γιά τήν ἀγάπη του θυσιάζει τήν ζωή του, ὅπως ἐπιθυμοῦσε πάντοτε ἡ ψυχή του.
Ἔπειτα ἀφοῦ σηκώθηκε, εὐλόγησε σταυρώνοντας τά τέσσερα μέρη τοῦ κόσμου καί εὐχήθηκε σέ ὅλους τούς Χριστιανούς νά τηροῦν τίς ἐντολές του. Τότε οἱ δήμιοι τόν κάθισαν κοντά σέ ἕνα δέντρο καί θέλησαν νά δέσουν τά χέρια του. Ἀλλά ὁ Ἅγιος δέν τούς ἄφησε, λέγοντάς τους, ὅτι δέν ἀντιστέκεται, ἀλλά κρατᾶ σταυρωμένα τά χέρια του, σάν νά τοῦ τά εἶχαν δεμένα. Ἔπειτα ἀκούμπησε τήν ἱερή του κεφαλή στό δέντρο καί ἔτσι τόν ἔδεσαν οἱ βάρβαροι ἀπό τόν λαιμό μέ ἕνα σχοινί καί ἀμέσως μόνο, πού τόν ἔσφιξαν, πέταξε τό θεῖο πνεῦμα του στά οὐράνια καί ἔτσι ἀξιώθηκε ὁ τρισμακάριστος Κοσμᾶς, ὁ κοινωφελέστατος ἐκεῖνος ἄνθρωπος καί τοῦ κόσμου τό λαμπρότατο αὐτό στολίδι νά λάβη διπλοῦς τούς στεφάνους ἀπό τόν Κύριο καί ὡς ἰσαπόστολος καί ὡς ἱερομάρτυς, ἐνῷ ἦταν σέ ἡλικία ἑξῆντα πέντε χρονῶν. Τό δέ τίμιό του λείψανο, ἀφοῦ τό γύμνωσαν οἱ δήμιοι, τό ἔσυραν καί τό ἔρριξαν στόν ποταμό μέ μία μεγάλη πέτρα στόν λαιμό. Οἱ δέ Χριστιανοί μόλις τό ἔμαθαν αὐτό, ἔτρεξαν ἀμέσως, νά τό βγάλουν καί ἀφοῦ ἐρεύνησαν μέ δίχτυα καί μέ ἄλλους τρόπους, δέν κατάφεραν νά τό βροῦν. Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἕνας εὐλαβής ἱερέας, πού ὠνομαζόταν παπᾶ Μᾶρκος, ἐφημέριος τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Εἰσοδίων, πού ὠνομαζόταν ἐπίσης τῆς Ἀρδευούσης καί βρισκόταν κοντά στό χωριό Κολικόντασι, αὐτός, λέω, μπαίνοντας σέ ἕνα μονόξυλο καί κάνοντας τόν σταυρό του, πῆγε γιά νά ἐρευνήση καί ἀμέσως, ὤ τοῦ θαύματος!, βλέπει τό Ἅγιο λείψανο, πού ἔπλεε ἐπάνω στό νερό καί στεκόταν ὄρθιο, σάν νά ἦταν ζωντανό. Ἔτσι τρέχει ἀμέσως καί τό ἀγκαλιάζει καί τό βγάζει ἀπό τό νερό. Καί ὅπως τό σήκωσε, ἔτρεξε αἷμα πολύ ἀπό τό μελίρρυτο στόμα τοῦ Ἁγίου μέσα στόν ποταμό. Καί ἀφοῦ τό ἔντυσε μέ τό ράσο του, τό μετέφερε στό παραπάνω μοναστήρι τῆς Θεοτόκου καί τό ἐνταφίασε μέ τιμές πίσω ἀπό τό Ἅγιο Βῆμα.
Μετά δέ τήν τελευτή τοῦ Ἁγίου συνέβησαν τά ἀκόλουθα: Ὁ Κούρτ Πασᾶς μετανόησε πολύ, πού γελάσθηκε καί γιά μάταιο κέρδος θανάτωσε ἕναν τέτοιο ἀθῷο καί εἰρηνικό ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό πρόσταξε τόν χότζα του νά ἀφήση τούς Μοναχούς τοῦ Ἁγίου, πού εἶχε φυλακισμένους, νά πᾶνε στό παραπάνω μοναστήρι τῆς Θεοτόκου καί ἐκεῖ νά κάθωνται. Αὐτοί, ὅταν πῆγαν, βρῆκαν ἐνταφιασμένο τό Ἅγιο λείψανο. Καί, γιά νά πάρουν περισσότερες πληροφορίες γιά τό Μαρτύριό του τό ξέθαψαν μαζί μέ ἄλλους ἱερεῖς καί Χριστιανούς. Καί παρ’ ὅλο πού ἦταν τρεῖς ἡμέρες μέσα στόν ποταμό, ὅπως ὁ Ἰωνᾶς μέσα στήν κοιλιά τοῦ κήτους, ὡστόσο δέν εἶχε καμία διαφορά ἤ δυσωδία, ἀλλά εὐωδίαζε ὁλόκληρο καί φαινόταν σάν νά κοιμᾶται. Καί ἀφοῦ τό ἀσπάσθηκαν μέ εὐλάβεια, τό ἐνταφίασαν πάλι. Καί τήν ὥρα ἐκείνη ἔτυχε νά βρεθῆ ἐκεῖ μία δαιμονισμένη γυναῖκα, ἡ ὁποία ἀπό μακρινούς τόπους ἀκολουθοῦσε τόν Ἅγιο, ὅταν ἦταν ζωντανός, καθώς ποθοῦσε τήν θεραπεία της καί, μόλις εἶδε πού ἄνοιξαν τόν τάφο τοῦ Ἁγίου, τήν τάραξε δυνατά τό δαιμόνιο καί ὕστερα ἀπό λίγη ὥρα γιατρεύτηκε τελείως, δοξάζοντας τόν Θεό καί τόν Ἅγιο.
Ἕνας ἀπό τούς Ἀγαρηνούς, πού θανάτωσαν τόν Ἅγιο, πῆρε τό ἐπάνω καλιμαύκι του καί, γυρίζοντας πρός τόν χότζα, τό ἔβαλε στό κεφάλι του καί περιγελοῦσε τόν Ἅγιο. Καί ἀμέσως δαιμονίσθηκε καί ἔβγαλε τά ροῦχα του καί ἔτρεχε φωνάζοντας, πώς αὐτός θανάτωσε τόν ἀσκητή. Ἔτσι ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ Πασᾶς, πρόσταξε καί τόν ἔβαλαν στά σίδερα καί ἐκεῖ μέ ἄσχημο τρόπο ξεψύχησε ὁ κακός.
Ἀφοῦ ἔκανε τήν τελευταία διδαχή ὁ Ἅγιος στό προαναφερθέν χωριό Κολικόντασι, ἄφησε ἐκεῖ ἕναν σταυρό, ὅπως τό συνήθιζε, στημένο στήν γῆ καί μετά τήν τελευτή του, ἔβλεπαν οἱ Χριστιανοί ἕνα οὐράνιο φῶς πού ἔλαμπε ἐπάνω στόν σταυρό κάθε νύχτα. Ἔτσι τήν ἡμέρα τῆς ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πῆγαν οἱ ἱερεῖς μέ τόν λαό καί πῆραν τόν σταυρό ἐκεῖνον, ἀφοῦ ἔκαναν μέ εὐλάβεια λιτανεία καί τόν ἔβαλαν πίσω ἀπό τό ἱερό βῆμα, κοντά στόν τάφο τοῦ Ἁγίου γιά παντοτινή ἐνθύμησι τοῦ θαύματος.
Καί ἀφοῦ οἱ μαθητές του ἔλαβαν τήν ἀπόλυτη ἐλευθερία ἀπό τόν Πασᾶ ἔκαναν ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου καί μερικοί ἀπό αὐτούς πῆραν τεμάχια ἀπό αὐτό καί διασκορπίσθηκαν σέ διαφόρους τόπους καί πολλοί ἀσθενεῖς ἔλαβαν τήν ὑγεία τους ἀπό τά Ἅγια ἐκεῖνα λείψανα. Καί μάλιστα στό νησί τῆς Νάξου, ὅπου πῆγαν δύο μαθητές τοῦ Ἁγίου, γιά νά ἀναγγείλουν τά σχετικά μέ τό Μαρτύριό του στόν σχολάρχη καί ἱεροδιδάσκαλο Χρύσανθο, τόν αὐτάδελφο τοῦ ἱερομάρτυρα, ἔτυχε νά ἔχουν μαζί τους μερικές τρίχες ἀπό τά γένια τοῦ Ἁγίου[3] (τίς ὁποῖες μόλις τίς κράτησε μέ εὐλάβεια μία γυναῖκα ἀπό τό χωριό, πού λεγόταν Νεοχώρι, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἀπό βαρύτατη καί θανατηφόρα ἀσθένεια, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως αἰσθάνθηκε στόν ἑαυτό της μία ὑπερφυσική δύναμι, μέσῳ τῆς ὁποίας ἀνέκτησε μετά ἀπό λίγο τελείως τήν ὑγεία της. Ἀλλά καί πολλές στεῖρες γυναῖκες, ἀφοῦ πῆραν γιά διάστημα σαράντα ἡμερῶν χῶμα ἀπό τόν τάφο τοῦ Ἁγίου μέ εὐλάβεια καί πίστι, ἐκπληρώθηκε τό αἴτημά τους, δηλαδή νά γεννήσουν παιδιά μέ τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ καί μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου του ἱερομάρτυρα Κοσμᾶ. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.
(Νέο Μαρτυρολόγιο, σελ. 201-208)
Ταῖς τῶν σῶν Ἁγίων Πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.


Login