Τῷ αὐτῷ μηνί K΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Θαυματουργοῦ Λέοντος Ἐπισκόπου Κατάνης.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ Λέοντας τοῦ Σοφοῦ, κατά τό ἔτος 886, καί καταγόταν ἀπό τήν Ραβέννα, πόλι τῆς Ἰταλίας, υἱός γονέων εὐσεβῶν μαζί καί εὐγενῶν. Λόγῳ τῆς καθαρότητας τῆς ζωῆς του, πέρασε ὅλους τούς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης, γενόμενος Ἀναγνώστης, Ὑποδιάκονος, Διάκονος καί Πρεσβύτερος. Στό τέλος μάλιστα μέ θεϊκή ψῆφο ἔγινε καί Ἐπίσκοπος τῆς μητροπόλεως Κατάνης, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν περίφημο νῆσο τῆς Σικελίας, ὅπου βρίσκεται καί τό βουνό τῆς Αἴτνας, τό ὁποῖο ξερνᾶ φλόγες πυρός μέχρι καί σήμερα. Αὐτός λοιπόν ὁ μακάριος, πιστεύοντας σάν λιοντάρι, σύμφωνα μέ τό ὄνομά του καί ἔχοντας ζῆλο γιά τό καλό καί τήν ἀρετή, ἔλαμψε σάν ἕνας φωστῆρας σέ ἐκεῖνα τά μέρη. Γι’ αὐτό καί φρόντιζε γιά τίς ψυχές τῶν πιστῶν, δηλαδή ἦταν τῶν χηρῶν προστάτης, παρηγοροῦσε τούς φτωχούς, ἀπεμάκρυνε τό σκότος τῆς πλάνης καί μέ τήν προσευχή του γκρέμισε στήν γῆ ἕνα εἰδωλικό ἄγαλμα.
Αὐτός ἔκτισε καί Ναό πάρα πολύ μεγάλο στό ὄνομα τῆς καλλινίκου Μάρτυρος Λουκίας, πού προερχόταν ἀπό τήν Σικελία, μέ δικά του φιλοτεχνήματα[1], καί κατέκαψε τόν μάγο καί τερατοποιό Ἡλιόδωρο. Ἐπειδή δηλαδή, αὐτός δέν ἔπαυε νά ἐνοχλῆ ὅλους τούς ἐκεῖ Χριστιανούς, πού βρίσκονταν ἐκεῖ, κάνοντας ψεύτικα τέρατα καί κατά φαντασίαν καί κατόπιν προσπάθησε νά ἐπιτεθῆ καί ἐναντίον τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, γιά τόν λόγο αὐτόν ὁ μακάριος Αὐτός Λέων, συνέλαβε τόν τερατοποιό ἐκεῖνον μέ κάθε φροντίδα καί μηχανή καί, ἀφοῦ τόν ἔδεσε μέ τό ἱερό του ἐπιτραχήλι, διέταξε καί ἔγινε μεγάλη πυρκαϊά στό κέντρο τῆς πόλεως. Καί ἀφοῦ ὁ Ἅγιος δημοσίευσε καί στηλίτευσε κάθε μαγεία, πού ἔκαμνε ἐκεῖνος ὁ παράφρονας, θέλησε νά παρουσιάση σέ ὅλους καθαρά τήν δική του εὐσέβεια καί ἀλήθεια καί ἐκείνου τοῦ ἀλιτήριου τήν δαιμονιώδη κακοτεχνία. Αὐτά, λέω, θέλοντας νά φανερώση ὁ Ἅγιος, μπῆκε μαζί μέ τόν Ἡλιόδωρο μέσα στήν πυρκαϊά καί δέν βγῆκε ἔξω ἀπό αὐτήν, ἕως ὅτου κατακάηκε ἐντελῶς ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος καί δείλαιος.
Αὐτό τό θαῦμα ἔκανε ὅλους νά ἐκπλαγοῦν, διότι ὄχι μόνο ὁ Ἅγιος παρέμεινε ἄφλεκτος ἀπό τήν φωτιά, ἀλλ’ οὔτε στά ἱερά του ἄμφια πλησίασε καθόλου ἡ φωτιά. Ἔτσι ἐπειδή ἡ φήμη τοῦ θαύματος αὐτοῦ ἔφθασε στά πέρατα τοῦ κόσμου, γι’ αὐτό καί οἱ αὐτοκράτορες Λέοντας ὁ Σοφός καί Κωνσταντῖνος ὁ υἱός του, ἀκούγοντας, ἔστειλαν καί ἔφεραν τόν Ἅγιο στήν Κωνσταντινούπολι. Αὐτοί, ἀφοῦ ἔπεσαν στά ἱερά του πόδια, τόν παρακαλοῦσαν νά παρακαλῆ τόν Θεό καί γι’ αὐτούς. Αὐτός ὁ Ἅγιος ὄχι μόνο ζῶντας ἦταν μέγιστος στά θαύματα, ἀλλά καί, ὅταν πέθανε καί ἐνταφιάσθηκε, ἐνεργοῦσε περισσότερα θαύματα. (Τόν ἐκτενῆ Βίο του βλέπε στόν Νέο Παράδεισο).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Σαδώκ Ἐπισκόπου, καί τῶν σύν αὐτῷ τελειωθέντων Ἁγίων, τόν ἀριθμόν ὄντων ἑκατόν εἰκοσιοκτώ.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι μαρτύρησαν στήν Περσία στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτοραΣαβωρίου, κατά τό ἔτος 330. Ἀφοῦ ὡμολόγησαν τήν πίστι στόν Χριστό, ἀποκεφαλίσθηκαν. Ἱστορεῖται, ὅτι ὁ Ἅγιος Σαδώκ, πρίν νά συλληφθῆ καί νά μαρτυρήση, εἶδε στό ὄνειρό του τόν πρίν ἀπό αὐτόν Ἱερομάρτυρα Ἅγιο Συμεών[2], ὁ ὁποῖος στεκόταν ἐπάνω σέ σκάλα ὑψηλή καί τόν παρακινοῦσε νά ἀνεβῆ. Μέ αὐτό φανέρωνε τήν ἀνάβασί του μέ τό μαρτύριο, ὅπως φαίνεται.
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Βησσαρίωνος.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Βησσαρίων γεννήθηκε στήν Αἴγυπτο, δηλασή στό Μισήρι. Ἀφοῦ λοιπόν ἀπογαλακτίσθηκε καί ἔμαθε τά ἱερά γράμματα, φῶς ἅγιο ἔλαμψε στήν καρδιά του. Ἔτσι, ἐπειδή ἀπό μικρή ἡλικία ἀγάπησε πολύ τόν Θεό, γι’ αὐτό δέν μόλυνε μέ κανένα ἁμάρτημα ἀπολύτως τό Ἅγιο Βάπτισμα πού τοῦ δόθηκε ἀπό τήν νηπιακή ἡλικία. Ἀνεβαίνοντας λοιπόν ἐπάνω σέ ἕνα μέρος ἔρημο, ἐκεῖ σάν ἕνα πτηνό καί σάν ἕνας ἄσαρκος ἀγωνιζόταν. Διότι δέν εἶχε φροντίδα οἴκου, δέν ἐπιθύμησε τόπους, δέν ἐπιθύμησε χορτασμό τροφῆς, οὔτε νά ἀποκτήση περιουσίες, οὔτε «βίβλων περιφοράς». Καί, ἀφοῦ παρέμεινε ἐκεῖ σαράντα χρόνια, δέν κοιμήθηκε ἐπάνω στό πλευρό, ἀλλά κοιμόταν ἤ καθισμένος ἤ παραμένοντας ὄρθιος. Ἔτσι ὁλοκληρωτικά, ἀφοῦ καταφρόνησε τό σῶμα, ὡς φθειρόμενο, τό ὑπέταξε στό ἀνώτερο, δηλαδή στήν ψυχή καί βρῆκε τόν Θεό βοηθό, τόν ὁποῖο πόθησε. Διότι σαράντα ἡμέρες καί σαράντα νύκτες στάθηκε σέ προσευχή ἀνάμεσα σέ ἕναν θάμνο ἀκανθώδη, σάν στῦλος ἀκίνητος, σηκωμένα ἔχοντας τά χέρια του καί τά μάτια στόν Οὐρανό καί τήν ψυχή ἔχοντας ἑνωμένη μέ τόν Θεό καί ἀχώριστη.
Γι’ αὐτό καί ἀξιώθηκε ὁ τρισμακάριος νά λάβη χάρι ἀπό τόν Θεό καί νά ἐκτελῆ ὄχι τά τυχόντα θαυμάσια. Διότι αὐτός, παρόμοια μέ τόν Προφήτη Μωυσῆ, χαράσσοντας τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ στόν ἀέρα, μετέβαλε τό ἁλμυρό νερό τῆς θάλασσας σέ γλυκύτητα καί μέ αὐτό παρηγόρησε τόν μαθητή του καί τόν ζωοποίησε, ὁ ὁποῖος, λιπόθυμος ὄντας ἀπό τήν δίψα, ἤπιε ἀπό ἐκεῖνο τό γλυκό νερό καί χόρτασε. Παρόμοια καί ἄλλοι πίνοντας ἀπό αὐτό, τόν Θεό εὐχαρίστησαν. Αὐτός παρόμοια μέ τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, ὄντας σέ ἕναν τόπο καί συνομιλῶντας μέ πολλούς ἀδελφούς τα ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά ὠφέλεια, ἔκανε νά σταθῆ ὁ ἥλιος μέ τήν προσευχή του, ἕως ὅτου τελείωσε τήν διδασκαλία του, διότι ὅταν βασίλευε ὁ ἥλιος, δέν προλάβαινε νά πάη ἐκεῖ, πού ἤθελε. Αὐτός παρόμοια μέ τόν Ἠλία, κατέβασε σέ καιρό ξηρασίας νερό ἀπό τόν οὐρανό. Ὄχι ὅμως μία φορά, ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀλλά δύο φορές καί πολλές φορές, ἐπειδή τοῦ τό ζήτησαν αὐτό καί ἄλλοι ἀδελφοί. Καί ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος πέρασε τόν Ἰορδάνη μέ τήν μηλωτή τοῦ Ἠλία, ἔτσι καί Αὐτός πέρασε τόν ποταμό Νεῖλο πεζός μέ τοῦ Σταυροῦ τήν δύναμι. Ὥστε μόνο τά πόδια του ἕως τούς ἀστράγαλους βράχθηκαν. Αὐτός καί διάφορα ἄλλα σημεῖα ἔκανε μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ. Τόν Θεό λοιπόν μέχρι τέλος, ἀφοῦ ὑπηρέτησε, τελείωσε τήν ζωή
του σέ γῆρας βαθύ καί πρός τόν Χριστό ἐξεδήμησε[3].
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἀγάθωνος Πάπα Ρώμης.
Ρώμης Ἀγάθων οἴακας διευθύνας,
Πρύμναν ἔκρουσε (ἤτοι ἐγύρισε) πρός νοητούς λιμένας.
Αὐτός ὁ ἐν Ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν καί θαυματουργός Ἀγάθων, καταγόταν ἀπό τήν Ἰταλία, υἱός ὄντας γονέων εὐσεβῶν καί εὐλαβῶν, στό ἔτος 650. Οἱ γονεῖς του κοπίασαν καί δίδαξαν ὅλη τήν ἁγία καί θεόπνευστη Γραφή, ἀπό τήν ὁποία τόσο ὠφελήθηκε καί κατανύχθηκε ὁ ἀοίδιμος, ὥστε ἀπό τότε, πού οἱ γονεῖς του πέθαναν, συγκέντρωσε ὅλο τόν πλοῦτο τους καί τόν μοίρασε στούς πτωχούς σέ μία ἡμέρα. Μετά ἀπό αὐτά πῆγε σέ ἕνα Μοναστήρι καί ἔγινε Μοναχός. Ἔτσι δούλευε στόν Θεό νύκτα καί ἡμέρα καί προσευχόταν γιά τόν κόσμο. Ἔφθασε μάλιστα σέ τέτοιο σημεῖο ἀρετῆς, ὥστε καί χάρι τῶν ἰαμάτων παρά Κυρίου ἔλαβε. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀρετή δέν μπορεῖ νά κρυφθῆ, γι’ αὐτό ἔγινε καί Πάπας τῆς Ρώμης. Ἀφοῦ λοιπόν σωστά διέλαμψε στό τοῦ Ἐπισκόπου ἀξίωμα, πρός Κύριον ἐξεδήμησε[4].
[1]Αὐτή ἡ Ἁγία Λουκία ἑορτάζεται κατά τήν 13η τοῦ Δεκεμβρίου, ὁπότε καί τό Συναξάρι της γράφεται.
[2] Αὐτός φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ Σελευκείας καί Κτησιφῶντος Ἐπίσκοπος, τόν ὁποῖο διέβαλαν οἱ Ἰουδαῖοι στόν Σαβώριο. Βλέπε τόν Μελέτιο, τόμ. α΄, σελ. 343. Ἑορτάζεται δέ κατά τήν 17η τοῦ Ἀπριλίου.
[3] Γι’ αὐτόν τόν Ὅσιο Βησσαρίωνα ἀναφέρει καί ὁ Εὐεργετινός, σελ. 400, ὅ,τι εἴπαμε παραπάνω. Δηλαδή ὅτι σαράντα ἡμερονύκτια ἔμεινε μέσα σέ ἀκανθώδεις θάμνους, χωρίς νά κοιμᾶται, γιά νά νικήση τόν ὕπνο. Ὁ ἴδιος λέει, ὅτι ὁ Ὅσιος Αὐτός πέρασε ὅλη τήν ζωή του ἀτάραχα καί ἀμέριμνα σάν ἕνα πουλί, χωρίς νά ἀποκτήση κανένα πρᾶγμα γήινο, οὔτε βιβλίο, οὔτε ἔνδυμα, ἐκτός ἀπό ἕνα καί μόνο καί αὐτό σχισμένο. Ἀλλ’ οὔτε ἔμπαινε κάτω ἀπό σκεπή, ἀλλά βαδίζοντας τόπους ἔρημους καί ἀκατοίκητους, ἔμενε πάντοτε χωρίς στέγη, μαχόμενος μέ τό κρύο τοῦ χειμῶνα καί μέ τήν ζέστη τοῦ καλοκαιριοῦ καί ἀνώτερος γινόμενος τῶν ἀναγκῶν τοῦ σώματος. Ἄν πάλι καμμιά φορά τύχαινε νά πάη σέ κατοικούμενο τόπο καί σέ Μοναστήρι, καθόταν ἔξω ἀπό τήν πόρτα καί ἔκλαιγε, σάν νά ἤθελε καραβοτσακισθῆ. Καί ὅταν ἐρωτᾶτο, γιατί κλαίει; Ἀποκρινόταν, ὅτι κλαίει γιά τόν πλοῦτο, πού ἔχασε καί γιά τήν δόξα καί εὐγένεια, ἀπό τήν ὁποία ἐξέπεσε. Οἱ Μοναχοί ὅμως, ἐπειδή δέν τόν ἔπειθαν νά μπῆ στό Μοναστήρι καί νά φάη, γι’ αὐτό τοῦ ἔδιναν ψωμί λέγοντας× «Πάρε αὐτό καί ἐκεῖνα, πού ἔχασες, δυνατός εἶναι ὁ Θεός νά σοῦ τά χαρίση πάλι». Ἐκεῖνος ὅμως, παίρνοντας τό ψωμί, ἀναστέναζε λέγοντας× «Δέν γνωρίζω, ἄν βρῶ πάλι τά ἀγαθά, πού ἔχασα. Ὅμως δέν θά παύσω ἀπό τό νά τά ζητῶ, ὅσο μπορῶ». Ἐνοοῦσε τά Οὐράνια ἀγαθά, πού στερηθήκαμε γιά τήν παράβασι. Ὁ Βίος του ἐκτενέστερος συντάχθηκε ἀπό τόν Ὀνούφριο τόν Μοναχό Ἰβηρίτη.
[4] Σημείωσε, ὅτι στήν ἐποχή τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Πάπα Ἀγάθωνος συγκροτήθηκε ἡ ἁγία καί Οἰκουμενική Ἕκτη Σύνοδος κατά τῶν Μονοθελητῶν, κατά τό ἔτος 680. Ἀντί δέ τοῦ Ἀγάθωνος ἦταν ἔξαρχοι στήν Σύνοδο ἐκείνη ὁ Θεόδωρος καί ὁ Σέργιος οἱ Πρεσβύτεροι μαζί μέ τόν Ἰωάννη τόν Διάκονο.


Login