Τῷ αὐτῷ μηνί K΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Θαυματουργοῦ Λέοντος Ἐπισκόπου Κατάνης.

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί K΄, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡ­μῶν καί Θαυ­μα­τουρ­γοῦ Λέ­ον­τος Ἐ­πι­σκό­που Κα­τά­νης.

  Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Λέ­ον­τας τοῦ Σο­φοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 886, καί κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ρα­βέν­να, πό­λι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, υἱ­ός γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν μα­ζί καί εὐ­γε­νῶν. Λό­γῳ τῆς κα­θα­ρό­τη­τας τῆς ζω­ῆς του, πέ­ρα­σε ὅ­λους τούς βαθ­μούς τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης, γε­νό­με­νος Ἀ­να­γνώ­στης, Ὑ­πο­δι­ά­κο­νος, Δι­ά­κο­νος καί Πρε­σβύ­τε­ρος. Στό τέ­λος μά­λι­στα μέ θε­ϊ­κή ψῆ­φο ἔ­γι­νε καί Ἐ­πί­σκο­πος τῆς μη­τρο­πό­λε­ως Κα­τά­νης, ἡ ὁ­ποί­α βρί­σκε­ται στήν πε­ρί­φη­μο νῆ­σο τῆς Σι­κε­λί­ας, ὅ­που βρί­σκε­ται καί τό βου­νό τῆς Αἴτ­νας, τό ὁ­ποῖ­ο ξερ­νᾶ φλό­γες πυ­ρός μέ­χρι καί σή­με­ρα. Αὐ­τός λοι­πόν ὁ μα­κά­ριος, πιστεύοντας σάν λιοντάρι, σύμφωνα μέ τό ὄνομά του καί ἔ­χον­τας ζῆ­λο γιά τό κα­λό καί τήν ἀ­ρε­τή, ἔ­λαμ­ψε σάν ἕ­νας φω­στῆ­ρας σέ ἐ­κεῖ­να τά μέ­ρη. Γι’ αὐ­τό καί φρόν­τι­ζε γιά τίς ψυ­χές τῶν πι­στῶν, δη­λα­δή ἦ­ταν τῶν χη­ρῶν προ­στά­της, πα­ρη­γο­ροῦ­σε τούς φτω­χούς, ἀ­πε­μά­κρυ­νε τό σκό­τος τῆς πλά­νης καί μέ τήν προ­σευ­χή του γκρέ­μι­σε στήν γῆ ἕ­να εἰ­δω­λι­κό ἄ­γαλ­μα.

Αὐ­τός ἔ­κτι­σε καί Να­ό πά­ρα πο­λύ με­γά­λο στό ὄ­νο­μα τῆς καλ­λι­νί­κου Μάρ­τυ­ρος Λου­κί­ας, πού προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό τήν Σι­κε­λί­α, μέ δι­κά του φι­λο­τε­χνή­μα­τα[1], καί κα­τέ­κα­ψε τόν μά­γο καί τε­ρα­το­ποι­ό Ἡ­λι­ό­δω­ρο. Ἐ­πει­δή δη­λα­δή, αὐ­τός δέν ἔ­παυ­ε νά ἐ­νο­χλῆ ὅ­λους τούς ἐ­κεῖ Χρι­στια­νούς, πού βρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ, κά­νον­τας ψεύ­τι­κα τέ­ρα­τα καί κα­τά φαν­τα­σί­αν καί κα­τό­πιν προ­σπά­θη­σε νά ἐ­πι­τε­θῆ καί ἐ­ναν­τί­ον τῆς τοῦ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­ας, γιά τόν λό­γο αὐ­τόν ὁ μα­κά­ριος Αὐ­τός Λέ­ων, συ­νέ­λα­βε τόν τε­ρα­το­ποι­ό ἐ­κεῖ­νον μέ κά­θε φρον­τί­δα καί μη­χα­νή καί, ἀ­φοῦ τόν ἔ­δε­σε μέ τό ἱ­ε­ρό του ἐ­πι­τρα­χή­λι, δι­έ­τα­ξε καί ἔ­γι­νε με­γά­λη πυρ­κα­ϊ­ά στό κέ­ντρο τῆς πό­λε­ως. Καί ἀ­φοῦ ὁ Ἅ­γιος δη­μο­σί­ευ­σε καί στη­λί­τευ­σε κά­θε μα­γεί­α, πού ἔ­κα­μνε ἐ­κεῖ­νος ὁ πα­ρά­φρο­νας, θέ­λη­σε νά πα­ρου­σιά­ση σέ ὅ­λους κα­θα­ρά τήν δι­κή του εὐ­σέ­βεια καί ἀ­λή­θεια καί ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­λι­τή­ριου τήν δαι­μο­νι­ώ­δη κα­κο­τε­χνί­α. Αὐ­τά, λέ­ω, θέ­λον­τας νά φα­νε­ρώ­ση ὁ Ἅ­γιος, μπῆ­κε μα­ζί μέ τόν Ἡ­λι­ό­δω­ρο μέ­σα στήν πυρ­κα­ϊ­ά καί δέν βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τήν, ἕ­ως ὅ­του κα­τα­κά­η­κε ἐν­τε­λῶς ὁ ἄ­θλιος ἐ­κεῖ­νος καί δεί­λαι­ος.

Αὐ­τό τό θαῦ­μα ἔ­κα­νε ὅ­λους νά ἐκ­πλα­γοῦν, δι­ό­τι ὄ­χι μό­νο ὁ Ἅ­γιος πα­ρέ­μει­νε ἄ­φλε­κτος ἀ­πό τήν φω­τιά, ἀλ­λ’ οὔ­τε στά ἱ­ε­ρά του ἄμ­φια πλη­σί­α­σε κα­θό­λου ἡ φω­τιά. Ἔ­τσι ἐ­πει­δή ἡ φή­μη τοῦ θαύ­μα­τος αὐ­τοῦ ἔ­φθα­σε στά πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τό καί οἱ αὐ­το­κρά­το­ρες Λέ­ον­τας ὁ Σο­φός καί Κων­σταν­τῖ­νος ὁ υἱ­ός του, ἀ­κού­γον­τας, ἔ­στει­λαν καί ἔ­φε­ραν τόν Ἅ­γιο στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Αὐ­τοί, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σαν στά ἱ­ε­ρά του πό­δια, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νά πα­ρα­κα­λῆ τόν Θε­ό καί γι’ αὐ­τούς. Αὐ­τός ὁ Ἅ­γιος ὄ­χι μό­νο ζῶν­τας ἦ­ταν μέ­γι­στος στά θαύ­μα­τα, ἀλ­λά καί, ὅ­ταν πέ­θα­νε καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε, ἐ­νερ­γοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρα θαύ­μα­τα. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο).

  Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Σα­δώκ Ἐ­πι­σκό­που, καί τῶν σύν αὐ­τῷ τε­λει­ω­θέν­των Ἁ­γί­ων, τόν ἀ­ριθ­μόν ὄν­των ἑ­κα­τόν εἰ­κο­σι­ο­κτώ.

Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι μαρ­τύ­ρη­σαν στήν Περ­σί­α στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ραΣα­βω­ρί­ου, κα­τά τό ἔ­τος 330. Ἀ­φοῦ ὡ­μο­λό­γη­σαν τήν πί­στι στόν Χρι­στό, ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν. Ἱ­στο­ρεῖ­ται, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος Σα­δώκ, πρίν νά συλ­λη­φθῆ καί νά μαρ­τυ­ρή­ση, εἶ­δε στό ὄ­νει­ρό του τόν πρίν ἀ­πό αὐ­τόν Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα Ἅ­γιο Συ­με­ών[2], ὁ ὁ­ποῖ­ος στε­κό­ταν ἐ­πά­νω σέ σκά­λα ὑ­ψη­λή καί τόν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νά ἀ­νε­βῆ. Μέ αὐ­τό φα­νέ­ρω­νε τήν ἀ­νά­βα­σί του μέ τό μαρ­τύ­ριο, ὅ­πως φαί­νε­ται.

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Βησσαρίωνος.

 Αὐ­τός ὁ Ὅ­σιος Πα­τήρ ἡ­μῶν Βησ­σα­ρί­ων γεν­νή­θη­κε στήν Αἴ­γυ­πτο, δη­λα­σή στό Μι­σή­ρι. Ἀ­φοῦ λοιπόν ἀ­πο­γα­λα­κτί­σθη­κε καί ἔ­μα­θε τά ἱ­ε­ρά γράμ­μα­τα, φῶς ἅ­γιο ἔ­λαμ­ψε στήν καρ­διά του. Ἔ­τσι, ἐ­πει­δή ἀ­πό μι­κρή ἡ­λι­κί­α ἀ­γά­πη­σε πο­λύ τόν Θε­ό, γι’ αὐ­τό δέν ­μό­λυ­νε μέ κα­νέ­να ἁ­μάρ­τη­μα ἀ­πο­λύτ­ως τό Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα πού τοῦ δό­θη­κε ἀ­πό τήν νη­πια­κή ἡ­λι­κί­α. Ἀ­νε­βαί­νον­τας λοι­πόν ἐ­πά­νω σέ ἕ­να μέ­ρος ἔ­ρη­μο, ἐ­κεῖ σάν ἕ­να πτη­νό καί σάν ἕ­νας ἄ­σαρ­κος ἀ­γω­νι­ζό­ταν. Δι­ό­τι δέν εἶ­χε φρον­τί­δα οἴ­κου, δέν ἐ­πιθύ­μη­σε τό­πους, δέν ἐ­πιθύ­μη­σε χορ­τα­σμό τρο­φῆς, οὔ­τε νά ἀ­πο­κτή­ση πε­ρι­ου­σί­ες, οὔ­τε «βί­βλων πε­ρι­φο­ράς». Καί, ἀ­φοῦ πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ σα­ράν­τα χρό­νια, δέν κοι­μή­θη­κε ἐ­πά­νω στό πλευ­ρό, ἀλ­λά κοι­μό­ταν ἤ κα­θισμέ­νος ἤ πα­ρα­μέ­νο­ν­τας ὄρ­θιος. Ἔ­τσι ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, ἀ­φοῦ κα­τα­φρό­νη­σε τό σῶ­μα, ὡς φθει­ρό­με­νο, τό ὑ­πέ­τα­ξε στό ἀ­νώ­τε­ρο, δη­λα­δή στήν ψυ­χή καί βρῆ­κε τόν Θε­ό βο­η­θό, τόν ὁ­ποῖ­ο πό­θη­σε. Δι­ό­τι σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες καί σα­ράν­τα νύ­κτες στά­θη­κε σέ προ­σευ­χή ἀ­νά­με­σα σέ ἕ­ναν θά­μνο ἀ­καν­θώ­δη, σάν στῦ­λος ἀ­κί­νη­τος, ση­κω­μέ­να ἔ­χον­τας τά χέ­ρια του καί τά μά­τια στόν Οὐ­ρα­νό καί τήν ψυ­χή ἔ­χον­τας ἑ­νω­μέ­νη μέ τόν Θε­ό καί ἀ­χώ­ρι­στη.

Γι’ αὐ­τό καί ἀ­ξι­ώ­θη­κε ὁ τρι­σμα­κά­ριος νά λά­βη χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­ό καί νά ἐ­κτε­λῆ ὄ­χι τά τυ­χόν­τα θαυ­μά­σια. Δι­ό­τι αὐ­τός, πα­ρό­μοι­α μέ τόν Προ­φή­τη Μω­υ­σῆ, χα­ράσ­σον­τας τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ στόν ἀ­έ­ρα, με­τέ­βα­λε τό ἁλ­μυ­ρό νε­ρό τῆς θάλ­ασ­σας σέ γλυ­κύ­τη­τα καί μέ αὐ­τό πα­ρη­γό­ρη­σε τόν μα­θη­τή του καί τόν ζω­ο­ποί­η­σε, ὁ ὁ­ποῖ­ος, λι­πό­θυ­μος ὄν­τας ἀ­πό τήν δί­ψα, ἤ­πι­ε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό γλυ­κό νε­ρό καί χόρ­τα­σε. Πα­ρό­μοι­α καί ἄλ­λοι πί­νον­τας ἀ­πό αὐ­τό, τόν Θε­ό εὐ­χα­ρί­στη­σαν. Αὐ­τός πα­ρό­μοι­α μέ τόν Ἰ­η­σοῦ τοῦ Ναυ­ῆ, ὄν­τας σέ ἕ­ναν τό­πο καί συ­νο­μι­λῶν­τας μέ πολ­λούς ἀ­δελ­φούς τα ὅ­σα εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα γιά ὠ­φέ­λεια, ἔ­κα­νε νά στα­θῆ ὁ ἥ­λιος μέ τήν προ­σευ­χή του, ἕ­ως ὅ­του τε­λεί­ω­σε τήν δι­δα­σκα­λί­α του, δι­ό­τι ὅ­ταν βα­σί­λευ­ε ὁ ἥ­λιος, δέν προ­λά­βαι­νε νά πά­η ἐ­κεῖ, πού ἤ­θε­λε. Αὐ­τός πα­ρό­μοι­α μέ τόν Ἠ­λί­α, κατέβασε σέ και­ρό ξη­ρα­σί­ας νε­ρό ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό. Ὄ­χι ὅ­μως μί­α φο­ρά, ὅ­πως ὁ Ἠ­λί­ας, ἀλ­λά δύ­ο φο­ρές καί πολ­λές φο­ρές, ἐ­πει­δή τοῦ τό ζή­τη­σαν αὐ­τό καί ἄλ­λοι ἀ­δελ­φοί. Καί ὅ­πως ὁ Ἐ­λισ­σαῖ­ος πέ­ρα­σε τόν Ἰ­ορ­δά­νη μέ τήν μη­λω­τή τοῦ Ἠλία, ἔ­τσι καί Αὐ­τός πέ­ρα­σε τόν πο­τα­μό Νεῖ­λο πε­ζός μέ τοῦ Σταυ­ροῦ τήν δύ­να­μι. Ὥ­στε μό­νο τά πό­δια του ἕ­ως τούς ἀ­στρά­γα­λους βρά­χθη­καν. Αὐ­τός καί δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα ση­μεῖ­α ἔ­κα­νε μέ τήν δύ­να­μι τοῦ Χρι­στοῦ. Τόν Θε­ό λοι­πόν μέ­χρι τέ­λος, ἀ­φοῦ ὑ­πη­ρέ­τη­σε, τε­λεί­ω­σε τήν ζω­ή

του σέ γῆ­ρας βα­θύ καί πρός τόν Χρι­στό ἐ­ξε­δή­μη­σε[3].

  Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἀγάθωνος Πάπα Ρώμης.

 Ρώμης Ἀγάθων οἴακας διευθύνας,

Πρύμναν ἔκρουσε (ἤτοι ἐγύρισε) πρός νοητούς λιμένας.

 

 Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ ἡ­μῶν καί θαυ­μα­τουρ­γός Ἀ­γά­θων, κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἰ­τα­λί­α, υἱ­ός ὄν­τας γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν καί εὐ­λα­βῶν, στό ἔ­τος 650. Οἱ γο­νεῖς του κο­πί­α­σαν καί δί­δα­ξαν ὅ­λη τήν ἁ­γί­α καί θε­ό­πνευ­στη Γρα­φή, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α τό­σο ὠ­φε­λή­θη­κε καί κα­τα­νύ­χθη­κε ὁ ἀ­οί­δι­μος, ὥ­στε ἀ­πό τό­τε, πού οἱ γο­νεῖς του πέ­θα­ναν, συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λο τόν πλοῦ­το τους καί τόν μοί­ρα­σε στούς πτω­χούς σέ μί­α ἡ­μέ­ρα. Με­τά ἀ­πό αὐ­τά πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στή­ρι καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Ἔ­τσι δού­λευ­ε στόν Θε­ό νύ­κτα καί ἡ­μέ­ρα καί προ­σευ­χό­ταν γιά τόν κό­σμο. Ἔ­φθα­σε μά­λι­στα σέ τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο ἀ­ρε­τῆς, ὥ­στε καί χά­ρι τῶν ἰ­α­μά­των πα­ρά Κυ­ρί­ου ἔ­λα­βε. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ ἀ­ρε­τή δέν μπο­ρεῖ νά κρυ­φθῆ, γι’ αὐ­τό ἔ­γι­νε καί Πά­πας τῆς Ρώ­μης. Ἀ­φοῦ λοι­πόν σω­στά δι­έ­λαμ­ψε στό τοῦ Ἐ­πι­σκό­που ἀ­ξί­ω­μα, πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε[4].

[1]Αὐτή ἡ Ἁγία Λουκία ἑορτάζεται κατά τήν 13η τοῦ Δεκεμβρίου, ὁπότε καί τό Συναξάρι της γράφεται.

[2] Αὐ­τός φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ὁ Σε­λευ­κεί­ας καί Κτη­σι­φῶν­τος Ἐ­πί­σκο­πος, τόν ὁ­ποῖ­ο δι­έ­βα­λαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι στόν Σα­βώ­ριο. Βλέ­πε τόν Με­λέ­τιο, τόμ. α΄, σελ. 343. Ἑ­ορ­τά­ζε­ται δέ κα­τά τήν 17η τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου.

 [3] Γι’ αὐ­τόν τόν Ὅ­σιο Βησ­σα­ρί­ω­να ἀ­να­φέ­ρει καί ὁ Εὐ­ερ­γε­τι­νός, σελ. 400, ὅ,τι εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω. Δη­λα­δή ὅ­τι σα­ράν­τα ἡ­με­ρο­νύ­κτια ἔ­μει­νε μέ­σα σέ ἀ­καν­θώ­δεις θά­μνους, χω­ρίς νά κοι­μᾶ­ται, γιά νά νι­κή­ση τόν ὕ­πνο. Ὁ ἴ­διος λέ­ει, ὅ­τι ὁ Ὅ­σιος Αὐ­τός πέ­ρα­σε ὅ­λη τήν ζω­ή του ἀ­τά­ρα­χα καί ἀ­μέ­ρι­μνα σάν ἕ­να που­λί, χω­ρίς νά ἀ­πο­κτή­ση κα­νέ­να πρᾶγ­μα γή­ι­νο, οὔ­τε βι­βλί­ο, οὔ­τε ἔν­δυ­μα, ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­να καί μό­νο καί αὐ­τό σχι­σμέ­νο. Ἀλ­λ’ οὔ­τε ἔμ­παι­νε κά­τω ἀ­πό σκε­πή, ἀλ­λά βα­δί­ζον­τας τό­πους ἔ­ρη­μους καί ἀ­κα­τοί­κη­τους, ἔ­με­νε πάν­το­τε χω­ρίς στέ­γη, μα­χό­με­νος μέ τό κρύ­ο τοῦ χει­μῶ­να καί μέ τήν ζέ­στη τοῦ κα­λο­και­ριοῦ καί ἀ­νώ­τε­ρος γι­νό­με­νος τῶν ἀ­ναγ­κῶν τοῦ σώ­μα­τος. Ἄν πά­λι καμ­μιά φο­ρά τύ­χαι­νε νά πά­η σέ κα­τοι­κού­με­νο τό­πο καί σέ Μο­να­στή­ρι, κα­θό­ταν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα καί ἔ­κλαι­γε, σάν νά ἤ­θε­λε κα­ρα­βο­τσα­κι­σθῆ. Καί ὅ­ταν ἐ­ρω­τᾶ­το, για­τί κλαί­ει; Ἀ­πο­κρι­νό­ταν, ὅ­τι κλαί­ει γιά τόν πλοῦ­το, πού ἔ­χα­σε καί γιά τήν δό­ξα καί εὐ­γέ­νεια, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἐ­ξέ­πε­σε. Οἱ Μο­να­χοί ὅ­μως, ἐ­πει­δή δέν τόν ἔ­πει­θαν νά μπῆ στό Μο­να­στή­ρι καί νά φά­η, γι’ αὐ­τό τοῦ ἔ­δι­ναν ψω­μί λέ­γον­τας× «Πά­ρε αὐ­τό καί ἐ­κεῖ­να, πού ἔ­χα­σες, δυ­να­τός εἶ­ναι ὁ Θε­ός νά σοῦ τά χα­ρί­ση πά­λι». Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως, παίρ­νον­τας τό ψω­μί, ἀ­να­στέ­να­ζε λέ­γον­τας× «Δέν γνω­ρί­ζω, ἄν βρῶ πά­λι τά ἀ­γα­θά, πού ἔ­χα­σα. Ὅ­μως δέν θά παύ­σω ἀ­πό τό νά τά ζη­τῶ, ὅ­σο μπο­ρῶ». Ἐ­νο­οῦ­σε τά Οὐ­ρά­νια ἀ­γα­θά, πού στε­ρη­θή­κα­με γιά τήν πα­ρά­βα­σι. Ὁ Βί­ος του ἐ­κτε­νέ­στε­ρος συ­ν­τά­χθηκε ἀ­πό τόν Ὀ­νού­φριο τόν Μο­να­χό Ἰ­βη­ρί­τη.

[4] Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στήν ἐ­πο­χή τῆς ἐ­πι­σκο­πῆς τοῦ Πά­πα Ἀ­γά­θω­νος συγ­κρο­τή­θη­κε ἡ ἁ­γί­α καί Οἰ­κου­με­νι­κή Ἕ­κτη Σύ­νο­δος κα­τά τῶν Μο­νο­θε­λη­τῶν, κα­τά τό ἔ­τος 680. Ἀν­τί δέ τοῦ Ἀ­γά­θω­νος ἦ­ταν ἔ­ξαρ­χοι στήν Σύ­νο­δο ἐ­κεί­νη ὁ Θε­ό­δω­ρος καί ὁ Σέρ­γιος οἱ Πρε­σβύ­τε­ροι μα­ζί μέ τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Δι­ά­κο­νο.

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης