Πῶς ἄν διῆλθες πλέθρα γῆς τάχος τόσα,
Εἰμή ἄσαρκος, ὥς τις ἦς πάτερ βίῳ;
* Ὁ Ὅσιος αὐτός Γεώργιος ἦταν στά χρόνια τοῦ Ἱεροσολύμων Πέτρου, ὁ ὁποῖος πατριάρχευσε εἴκοσι χρόνια, καί τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ, κατά τό ἔτος 535. Αὐτός λοιπόν, ὅπως γράφει ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος, κατοικοῦσε στό Σίναιο ὄρος, νηστευτής ὄντας καί πολύ ἐνάρετος. Μία φορά ἐπιθύμησε νά μεταλάβη μέσα στόν Ναό τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως[1] στά Ἱεροσόλυμα καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως βρέθηκε στά Ἱεροσόλυμα καί, τήν ἀπόστασι ἀπό τό Σινᾶ ἕως τά Ἱεροσόλυμα, πού εἶναι δώδεκα ἡμερῶν διάστημα, τήν διαπέρασε ἀμέσως. Ἔτσι παρών ὄντας στήν θεία Λειτουργία, πού γίνεται στόν Ναό τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, κοινώνησε τά θεῖα Μυστήρια ἀπό τά χέρια τοῦ Ἱεροσολύμων Πέτρου, πού ἀναφέρθηκε προηγουμένως. Μετά δέ τήν κοινωνία λέει ὁ Πέτρος στόν συγκάθεδρό του Μηνᾶ× «Πότε ἦλθε ὁ Ἀββᾶς αὐτός ὁ Σιναΐτης;»[2]. Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε× «Καί ἐγώ, Δέσποτα, τώρα τόν εἶδα». Ὁ Πατριάρχης τοῦ λέει× «Πές του νά μείνη, νά φάη σήμερα μέ μᾶς παξαμᾶ», δηλαδή ψωμί στήν τράπεζα.
Προσκάλεσε λοιπόν ὁ Μηνᾶς τόν Ὅσιο Γεώργιο στήν τράπεζα. Ὁ δέ Γεώργιος ἀποκρίθηκε× «Ἄς γίνη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ». Κατόπιν, ἀφοῦ προσευχήθηκε καί προσκύνησε, ἀμέσως βρέθηκε πάλι στό κελλί του στό ὄρος τοῦ Σινᾶ. Ὅταν λοιπόν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς τράπεζας, ζητοῦσε ὁ Πατριάρχης τόν Ἀββᾶ Γεώργιο, ἀλλά δέν φαινόταν σέ κανένα μέρος, ὁπότε τόν κατηγόρησε ὡς ἀπειθῆ. Μετά ἀπό αὐτά ἔστειλε ὁ Πατριάρχης τόν Ἀββᾶ Φωτεινό στόν Ἐπίσκοπο τῆς Φαρᾶν, γράφοντας καί στούς Πατέρες τοῦ Σιναίου ὄρους, νά στείλουν σ’ αὐτόν τόν Ὅσιο Γεώργιο, ἐπειδή δέν ἔμεινε νά φάη στήν τράπεζά του. Καί οἱ Πατέρες, βλέποντας τά γράμματα τοῦ Πατριάρχη, ἀπόρησαν. Ὁπότε ὡμολόγησαν μέ καθαρή συνείδησι, ὅτι ὁ Ἀββᾶς Γεώργιος δέν βγῆκε ποτέ ἀπό τό Σινᾶ, ἀλλ’ ἐκεῖ βρισκόταν πάντοτε. Καί γιά ἀθῴωσι καί μεγαλύτερη ἀπολογία ἔστειλαν στόν Πατριάρχη τρεῖς Ἱερομονάχους× τόν Ἀββᾶ Στέφανο τόν Καππαδόκη, τόν Ἀββᾶ Ζώσιμο καί τόν Ἀββᾶ Δουλίτιο. Ἔγραψε ἀκόμη πρός τόν Πατριάρχη καί ὁ Ὅσιος Γεώργιος, λέγοντας× «Συγχώρεσέ με, Σεβασμιώτατε πάτερ. Ἑβδομῆντα χρόνια εἶναι, πού δέν βγῆκα ἀπό τό Σινᾶ ὄρος, οὔτε στήν Παλαιστίνη μπῆκα[3]. Ἐάν ὅμως ἦλθα, τό ἔκανα, διότι δέν ἤθελα νά περιφρονήσω τόν ἄγγελό σου. Ἄς ξέρη ὅμως ἡ μακαριότητά σου, ὅτι μετά ἕξι μῆνες θά μεταβοῦμε καί οἱ δύο νά συναντήσουμε τόν Κύριο, καί ἐκεῖ θά εἴμαστε ἀχώριστοι πάντοτε». Ἐκπληρώθηκε δέ ἔμπρακτα ἡ προφητεία τοῦ Ὁσίου× διότι, ἀφοῦ πέρασαν ἕξι μῆνες, κοιμήθηκαν καί οἱ δύο. (Βλέπε τό Συναξάρι αὐτό σελ. 472 τῆς Δωδεκαβίβλου τοῦ κυροῦ Δοσιθέου
[1] Μερικοί λένε, ὅτι αὐτήν τήν ἡμέρα τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως ἐπιθύμησε αὐτό ὁ Ὅσιος.
[2] Φαίνεται, ὅτι οἱ Σιναΐτες εἶχαν κάποιο σημάδι, πού φαίνεται πρός τά ἔξω, ἀπό τό ὁποῖο γνώρισε καί τόν Σιναΐτη αὐτόν ὁ Πατριάρχης.
[3] Δέν ψεύδεται ἐδῶ ὁ Ὅσιος, λέγοντας, ὅτι δέν βγῆκε ἀπό τό Σινᾶ καί δέν μπῆκε στήν Παλαιστίνη. Διότι δέν βγῆκε ἀπό ἐκεῖ μέ τήν φυσική δύναμι τῶν ποδιῶν του καί μπῆκε στήν Παλαιστίνη, ἀλλά μέ ξένη καί ὑπερφυσική καί ἄρρητη δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.



Login