Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν Γρη­γο­ρί­ου Πά­πα Ρώ­μης τοῦ Δι­α­λό­γου.


Ὁ Γρη­γό­ρι­ος ἐκ μέ­σου μέν τοῦ βί­ου,

Ἐν τῷ μέ­σῳ δέ τοῦ χο­ροῦ τῶν Ἀγ­γέ­λων.

 

Αὐ­τός ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ βα­σι­λιᾶ Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ τοῦ με­γά­λου, κα­τά τό ἔ­τος 535. Ἡ μη­τέ­ρα του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Σιλ­βί­α καί βρι­σκό­ταν κον­τά στήν πόρ­τα τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, σέ τό­πο, πού λέ­γε­ται Κέλ­λα Νό­βα. Ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε πρῶ­τα Μο­να­χός καί Ἡ­γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου Ἀν­δρέ­α, τό ὁ­ποῖ­ο ὠ­νο­μά­ζε­ται Κλει­ο­σκά­βρη× κα­τό­πιν ἀ­νέ­βη­κε στόν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κό θρό­νο τῆς Ρώ­μης, ὄ­χι κα­τά κά­ποι­α τύ­χη πα­ρά­λο­γη, ἀλ­λ’ ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τήν ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη μέ ἀ­πό­φα­σι θεί­α, ὅ­πως θά φα­νε­ρώ­ση ὁ λό­γος στήν συ­νέ­χεια. Δι­ό­τι τόν και­ρό ­πού ὁ Ἅ­γιος βρι­σκό­ταν στό ἀ­νω­τέ­ρω Μο­να­στή­ρι καί ἡ­σύ­χα­ζε στό κελ­λί του, καλ­λι­γρα­φῶν­τας ἱ­ε­ρά βι­βλί­α, τό­τε πῆ­γε σ’ αὐ­τόν ἕ­νας φτω­χός, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ γλύ­τω­σε ἀ­πό τό ναυά­γιο τῆς θά­λασ­σας καί δι­η­γή­θη­κε τήν συμ­φο­ρά του, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Ἅ­γιο νά τόν ἐ­λε­ή­ση. Καί ἦ­ταν αὐ­τός, πού φαι­νό­ταν ὡς φτω­χός, ὄ­χι ἄν­θρω­πος ἁ­πλός, ἀλ­λά Ἄγ­γε­λος Θε­οῦ, μέ μορ­φή φτω­χοῦ καί ἀν­θρώ­που, πού εἶ­χε ἀ­νάγ­κη, γιά νά φα­νε­ρώ­ση σέ ὅ­λους τήν σπλαγ­χνι­κή καί συμ­πα­θη­τι­κή δι­ά­θε­σι, ­πού εἶ­χε ὁ Ἅ­γιος. Αὐ­τός λοι­πόν, πού φαι­νό­ταν φτω­χός, ἔ­λα­βε πρῶ­τα ὠς ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πό τόν Ἅ­γιο ἕ­ξι νο­μί­σμα­τα. Στήν συ­νέ­χεια ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι καί ζή­τη­σε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί ἔ­λα­βε καί δεύ­τε­ρη φο­ρά ἄλ­λα ἕ­ξι νο­μί­σμα­τα. Ἐ­πέ­στρε­ψε καί γιά τρί­τη φο­ρά καί δέν ἔ­φυ­γε ἄ­δει­ος. Δι­ό­τι, μή ἔ­χον­τας ὁ Ἅ­γιος νά τοῦ δώ­ση ἄλ­λα νο­μί­σμα­τα, τοῦ ἔ­δω­σε πρό­θυ­μα τόν ἀ­ση­μέ­νιο δί­σκο τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Τό­σο ἦ­ταν ὁ τρι­σμα­κά­ριος συμ­πα­θής πρός τούς πτω­χούς καί ἀ­νε­ξί­κα­κος× δι­ό­τι τήν ὥ­ρα, πού ἔ­πρε­πε νά κα­τη­γο­ρή­ση τόν φτω­χό ἐ­κεῖ­νο καί νά τόν στεί­λη μέ ἄ­δεια χέ­ρια, ἀ­φ’ ἑ­νός μέν δι­ό­τι πῆ­ρε πρῶ­τον ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δύ­ο φο­ρές καί ἔ­πει­τα φαι­νό­ταν φορ­τι­κός καί δεύ­τε­ρον, δι­ό­τι δέν εἶ­χε τί νά τοῦ δώ­ση. Ἀλ­λ’ ὅ­μως δέν τό ἔ­κα­νε αὐ­τό, ἀλ­λά προ­τί­μη­σε νά δώ­ση καί αὐ­τό τό πρᾶγ­μα τῆς Μο­νῆς, τῆς ὁ­ποί­ας τά πράγ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­να­φαί­ρε­τα, σύμ­φω­να μέ τούς κα­νό­νες καί νό­μους, πα­ρά νά πα­ρα­βλέ­ψη τόν ἄν­θρω­πο καί νά τόν στεί­λη ἄ­δει­ο. Αὐ­τό τό ἔ­κα­νε ὁ Ἅ­γιος πρίν ἀ­πό τήν ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη.

Ἀ­φοῦ ὅ­μως ἔ­γι­νε Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας καί Πά­πας τῆς Ρώ­μης, πά­λι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὡς συ­νή­θως τήν πρός τούς πτω­χούς ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ἔ­τσι μί­α φο­ρά πρό­στα­ξε τόν Σα­κελ­λά­ριο νά κα­λέ­ση δώ­δε­κα φτω­χούς, γιά νά φᾶ­νε μαζί μέ τόν Ἅ­γιο στήν τρά­πε­ζα. Ἐ­νῶ κά­θον­ταν αὐ­τοί, φαι­νό­ταν μό­νο στόν Ἅ­γιο ἕ­νας ἄν­θρω­πος πα­ρα­πά­νω, δέ­κα­τος τρί­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πό τήν μορ­φή τοῦ προ­σώ­που του καί ἀ­πό τά ἐ­σω­τε­ρι­κά κι­νή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς του, φαι­νό­ταν, ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός καί ἀλ­λοι­ώ­τι­κος ἀ­πό τούς ἄλ­λους δώ­δε­κα[1]. Αὐ­τόν λοι­πόν ἀ­φοῦ συ­νέ­λα­βε ὁ Ἅ­γιος, τόν ρω­τᾶ, πῶς λέ­γε­ται τό ὄ­νο­μά του καί ποι­ός εἶ­ναι καί πῶς πῆ­γε σ’ αὐ­τόν. Καί ἐ­κεῖ­νος, πού φαι­νό­ταν, ἀ­πάν­τη­σε× «Τό μέν ὄ­νο­μά μου δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά ἀ­κού­ση κά­ποι­ος, ἐ­πει­δή εἶ­ναι θαυ­μα­στό. Τό ὅ­τι ὅ­μως εἶ­μαι Ἄγ­γε­λος Θε­οῦ, αὐ­τό σοῦ τό φα­νε­ρώ­νω καί ὅ­τι ἐ­γώ εἶ­μαι, ­πού καί προ­η­γου­μέ­νως στάλ­θη­κα ἀ­πό τόν Θε­ό σέ ἐ­σέ­να, γιά νά ζη­τή­σω ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί προ­στά­χθη­κα ἀ­πό τό­τε νά εἶ­μαι πάν­το­τε μα­ζί σου, γιά νά σέ προ­στα­τεύ­ω».

Ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός Γρη­γό­ριος γε­μᾶ­τος ἀ­πό κά­θε σο­φί­α τῶν Ἁ­γί­ων Γρα­φῶν. Ὁ­πό­τε καί πολ­λά συγ­γράμ­μα­τα ἄ­φη­σε στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, γραμ­μέ­να σέ γλῶσ­σα λα­τι­νι­κή. Ἀ­πό αὐ­τά με­τα­γλωτ­τί­σθη­καν ἑλ­λη­νι­κά τά τέσ­σε­ρα βι­βλί­α, τά ὁ­ποῖ­α πε­ρι­έ­χουν τούς Βί­ους τῶν Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων, πού δι­έ­πρε­ψαν στήν Ἰ­τα­λί­α, με­ρι­κά δέ ἀ­πό αὐ­τά με­τα­γλώτ­τι­σε καί ὁ Ἀρ­χι­δι­ά­κο­νός του Πέ­τρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε, ὅ­τι τά συγ­γράμ­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ δέν ἦ­ταν μό­νο συν­τι­θε­μέ­να μέ ἀν­θρώ­πι­νους συλ­λο­γι­σμούς καί μέ λό­γους σο­φί­ας, ἀλ­λά καί μέ τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Δι­ό­τι αὐ­τός δι­α­βε­βαί­ω­νε, ὅ­τι ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος ἔ­γρα­φε, ἔ­βλε­πε μί­α ἄ­σπρη πε­ρι­στε­ρά, ἡ ὁ­ποί­α πλη­σί­α­ζε στό στό­μα του καί, κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο, τοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε καί τόν κα­θω­δη­γοῦ­σε στά γρα­φό­με­να. Βα­δί­ζον­τας δέ ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός στά μέ­ρη τῆς Δύ­σε­ως, δί­δα­σκε καί ἐ­πέ­στρε­φε στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ τό γέ­νος τῶν Σά­ξων.

Ἔ­τσι λοι­πόν, θε­ο­φι­λῶς, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του ὁ τρι­σμα­κά­ρι­στος, «πρός Κύ­ριον ἐ­ξε­δή­μη­σε». Τό δέ τί­μιό του λεί­ψα­νο ἦ­ταν θη­σαυ­ρι­σμέ­νο στήν πα­λαι­ά Ρώ­μη, στήν ὁ­ποί­α ἐρ­χό­με­νοι κά­θε ἔ­τος οἱ Σά­ξοι, τι­μοῦ­σαν τόν Ἅ­γιο μέ τι­μές καί ἱ­ε­ρούς ὕ­μνους.  

Λέ­νε ἀκόμη, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ­πού νο­μο­θέ­τη­σε τό νά ἐ­πι­τε­λῆ­ται ἡ Προ­η­γι­α­σμέ­νη Λει­τουρ­γί­α στίς νη­στή­σι­μες ἡ­μέ­ρες τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς κον­τά στούς Ρω­μαί­ους, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­τε­λεῖ­ται καί μέ­χρι σή­με­ρα[2].



[1]  Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στόν Και­σά­ριο Δα­πόν­τε, πού με­τέ­φρα­σε στήν ἁ­πλῆ τά τέσ­σα­ρα βι­βλί­α αὐ­τοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου, πού πε­ρι­έ­χουν τούς Βί­ους τῶν Ὁ­σί­ων, πού ἔ­ζη­σαν στήν Ἰ­τα­λί­α, προ­στί­θεν­ται καί τά ἑ­ξῆς×  δη­λα­δή, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος, βλέ­πον­τας τόν δέ­κα­το τρί­το ἐ­κεῖ­νο, κά­λε­σε τόν Σα­κελ­λά­ριο καί τοῦ λέ­ει× «Δέν σοῦ εἶ­πα νά προ­σκα­λέ­σης δώ­δε­κα; καί πῶς ἐ­σύ χω­ρίς τήν γνώ­μη μου προ­σκά­λε­σες δε­κα­τρεῖς;­». Ὁ δέ Σα­κελ­λά­ριος, ἐ­πει­δή δέν ἔ­βλε­πε τόν δέ­κα­το τρίτο, ἔ­λε­γε× «Πί­στε­ψε, σεβάσμιε δέσποτα, ἔ­λε­γε, σε­βά­σμι­ε Δέ­σπο­τα, ὅ­τι δώ­δε­κα μό­νο εἶ­ναι». Ἀ­φοῦ λοι­πόν γνώ­ρι­σε ὁ Πα­τριά­ρχης, ὅ­τι εἶ­ναι θεί­α ὀ­πτα­σί­α, στρε­φό­ταν καί ἔ­βλε­πε συ­χνά τόν δέ­κα­το τρί­το, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θό­ταν πα­ρα­κά­τω ἀ­πό ὅ­λους, ἄλ­λα­ζε δέ τό πρό­σω­πό του, καί ἄλ­λο­τε φαι­νό­ταν γέ­ρον­τας ἀ­σπρο­γέ­νης, ἄλ­λο­τε πά­λι νέ­ος. Καί ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­καν ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα, στούς ἄλ­λους δώ­δε­κα εἶ­πε ὁ Πα­τριά­ρχης καί ἀ­νε­χώ­ρη­σαν. Ἐ­νῶ τόν δέ­κα­το τρί­το, ἀ­φοῦ τόν κρά­τη­σε ἀ­πό τό χέ­ρι, τόν ἔ­φε­ρε μέ­σα στό κελ­λί του καί τοῦ λέ­ει× «Σέ ἐ­ξορ­κί­ζω κα­τά τῆς με­γά­λης δυ­νά­με­ως τοῦ Θε­οῦ, νά μοῦ φα­νε­ρώ­σης ποι­ός εἶ­σαι καί πῶς λέ­γε­ται τό ὄ­νο­μά σου». Καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε× «Για­τί ρω­τᾶς τό ὄ­νο­μά μου; καί αὐ­τό εἶ­ναι θαυ­μα­στό. Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ πτω­χός ἐ­κεῖ­νος, ­πού ἦλ­θα, ὅ­ταν ἡ­σύ­χα­ζες στό κελ­λί σου, καί μοῦ ἔ­δω­κες τά δώ­δε­κα νο­μί­σμα­τα καί τόν ἀ­ση­μέ­νιο δί­σκο, τόν ὁ­ποῖ­ο σοῦ ἔ­στει­λε ἡ Σιλ­βί­α ἡ μη­τέ­ρα σου μέ τά βρεγ­μέ­να ὄ­σπρια. Γνώ­ρι­ζε λοι­πόν, ὅ­τι ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα, πού πῆ­ρα αὐ­τά ἀ­πό ἐ­σέ­να μέ μα­κρο­θυ­μί­α καί ἁ­πλό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς σου, ὥ­ρι­σε ὁ Κύ­ριος νά γί­νης Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τῆς Ἁ­γί­ας του Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά εἶ­σαι δι­ά­δο­χος τοῦ κο­ρυ­φαί­ου Πέ­τρου, τοῦ ὁ­ποί­ου καί τήν ἀ­ρε­τή μι­μή­θη­κες. Δι­ό­τι καί ἐ­κεῖ­νος μοί­ρα­ζε μέ ἁ­πλό­τη­τα καρ­διᾶς τά πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ­να, ­πού τοῦ πρό­σφε­ραν, ὅ,­τι ἄν χρει­α­ζό­ταν ὁ κα­θέ­νας». Τοῦ λέ­ει ὁ Γρη­γό­ριος× «Καί ἀ­πό ποῦ γνω­ρί­ζεις, ὅ­τι ὥ­ρι­σε ὁ Κύ­ριος νά γ­ί­νω Πα­τριά­ρχης;­». Καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­πο­κρί­θη­κε× «Ἐ­γώ εἶ­μαι Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου Παν­το­κρά­το­ρος καί γι’ αὐ­τό γνω­ρί­ζω. Δι­ό­τι καί τό­τε ὁ Κύ­ριος μέ ἀ­πέ­στει­λε νά δο­κι­μά­σω τήν διάθεσί σου, ἄν κά­νης τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη φι­λάν­θρω­πα καί μέ ἱ­λα­ρό­τη­τα καί δέν τήν κά­νης ἐ­πι­δει­κτι­κά». Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος φο­βή­θη­κε, ἐ­πει­δή ἀ­κό­μη δέν εἶ­χε ­δῆ Ἄγ­γε­λο. Εἶ­πε τό­τε πρός αὐ­τόν ὁ Ἄγ­γε­λος× «Μή φο­βη­θῆς. Δι­ό­τι, νά, ὁ Κύ­ριος μέ ἔ­στει­λε νά εἶ­μαι μα­ζί σου ὅ­σο ζῆς, καί ὅ,­τι θέ­λεις νά ζη­τή­σης ἀ­πό τόν Θε­ό, στεῖ­λε τό ζή­τη­μά σου πρός τόν Θε­ό διά μέ­σω ἐ­μοῦ». Τό­τε ὁ μα­κά­ριος ἔ­πε­σε μέ τό πρό­σω­πο στήν γῆ καί προ­σκύ­νη­σε τόν Κύ­ριο καί εἶ­πε× «Ἐ­άν γιά τήν λί­γη ἐ­κεί­νη δό­σι, τό­σο πλῆ­θος ἐ­λέ­ους ἔ­δει­ξε σ’ ἐ­μέ­να ὁ Κύ­ριος, ἄ­ρα­γε πό­σης δό­ξης θά ἀ­ξι­ω­θοῦν ἐ­κεῖ­νοι, πού ἐ­κτε­λοῦν τίς ἐν­το­λές του καί ἐρ­γά­ζον­ται τήν δι­και­ο­σύ­νη ὅ­λες τίς ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς τους;».

Λέ­γε­ται δέ Δι­ά­λο­γος ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός, δι­ό­τι τούς πε­ρισ­σό­τε­ρους λό­γους ­πού συ­νέ­γρα­ψε, τούς ἔ­χει σέ σχῆ­μα δι­α­λό­γου μέ ἐ­ρώ­τη­σι καί ἀ­πό­κρι­σι.

[2]     Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ Πε­ρί τῆς Προ­η­γι­α­σμέ­νης Λει­τουρ­γί­ας βλέ­πε στό δι­κό μας Πη­δά­λιο στήν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ νβ΄ Κα­νό­νος τῆς στ΄, ὅ­που θά βρῆς, ὅ­τι αὐ­τή ὑ­πῆρ­χε καί πρί­ν ἀ­πό τόν Δι­ά­λο­γο, καί ὅ­τι ἀ­πό αὐ­τόν μό­νο εὐ­πρε­πι­σμός ἔ­γι­νε καί δέν συν­τέ­θη­κε. Δι­ό­τι καί στά συγ­γράμ­μα­τά του δέν βρί­σκε­ται καί δι­ό­τι ὁ ἅ­γιος, σύμ­φω­να μέ τήν κθ΄ ἐ­πι­στο­λή τοῦ στ΄ Βι­βλί­ου του, ἑλλ­λη­νι­κά δέν γνώ­ρι­ζε. Βλέ­πε καί τόν Δο­σί­θε­ο στήν Δω­δε­κά­βι­βλο, σελ. 526. Προ­σθέ­τει ἀ­κό­μη ὁ Με­λέ­τιος, σελ. 141, τοῦ β΄ τό­μου, ὅ­τι αὐ­τός ὁ θεῖ­ος Γρη­γό­ριος ὠ­νο­μά­σθη­κε Μέ­γας, γι­ά τό με­γα­λεῖ­ο τῆς ἀ­ρε­τῆς του, καί ὅ­τι με­τά τόν Πε­λά­γιο ἔ­γι­νε Πά­πας Ρώ­μης, κα­τά τό ἔ­τος 590, καί δι­οί­κη­σε τήν Ρώ­μη δέ­κα τέσ­σε­ρα χρό­νια. Ἔ­γρα­ψε μά­λι­στα, σύμ­φω­να μέ τόν Βελ­λαρ­μῖ­νο, Βι­βλί­α ἠ­θι­κά στόν Ἰ­ώβ τριά­ντα ὀ­κτώ. «Πε­ρί Ποι­μαν­τι­κῆς φρον­τί­δος», μέ­ρη τρί­α, βι­βλί­ο ἕ­να. «Δι­α­λό­γων σύν τῷ Πέ­τρῳ» βι­βλί­α τέσ­σε­ρα. Στό Ἆ­σμα, βι­βλί­α δύ­ο. Στόν Ἰ­ε­ζε­κι­ήλ, ὁ­μι­λί­ες εἴ­κο­σι δύ­ο. Στά Εὐ­αγ­γέ­λια, ὁ­μι­λί­ες σα­ράν­τα. Ἔκ­θε­σι στούς Ψαλ­μούς. Στήν Α΄ Βα­σι­λει­ῶν, βι­βλί­α ἕ­ξι. Ἐ­πι­στο­λῶν, βι­βλί­α δώ­δε­κα καί ἄλ­λα. Τά δέ τέσ­σε­ρα βι­βλί­α, πού πε­ρι­έ­χουν τούς Βί­ους τῶν Ὁ­σί­ων, πού ἔ­ζη­σαν στήν Ἰ­τα­λί­α, με­τέ­φρα­σε ἀ­πό τό λα­τι­νι­κό στό ἑλ­λη­νι­κό ὁ Πά­πας Ζα­χα­ρί­ας, με­τά ἀ­πό ἑ­κα­τό ἑ­ξῆν­τα χρόνια ἀ­πό τήν κοί­μη­σι τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ νέ­ου Κων­σταν­τί­νου καί βλέ­πε σελ. 527 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου. Λέ­γει ἀ­κό­μη ὁ Πλά­τι­νας στόν Βί­ο αὐ­τοῦ, ὅ­τι πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του στήν ἁ­γι­ό­τη­τα καί στήν ἀ­ρε­τή καί στήν δι­δα­σκα­λί­α, ὥ­στε κα­νέ­νας ἀ­πό τούς δι­α­δό­χους του δέν ἔ­γι­νε ὅ­μοι­ος μέ αὐ­τόν. Τό­ση δέ τα­πεί­νω­σι εἶ­χε ὁ ἀ­οί­δι­μος, ὥ­στε πρῶ­τος αὐ­τός ἔ­γρα­ψε τόν ἑ­αυ­τό του «Δοῦ­λος τῶν δού­λων τοῦ Θε­οῦ», παίρ­νον­τας ἀν­τί­θε­τη θέ­σι στόν τί­τλο Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Νη­στευ­τοῦ, πού ἐ­πέ­γρα­φε τόν ἑ­αυ­τό του Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη. Γι’ αὐ­τό βλέ­πε στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι τοῦ εἰ­κο­στοῦ ὀ­γδό­ου Κα­νό­να τῆς Δ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου στό δι­κό μας Πη­δά­λιο.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης