Τῇ A΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνανίου.. Ὁ Ὅ¬σιος Ἰ¬ω¬άν¬νης ὁ ψάλ¬της, ὁ κα¬λού¬με¬νος Κου¬κου¬ζέ¬λης, ὁ ἐν τοῖς ὀ¬ρί¬οις τῆς ἐν τῷ Ἄ¬θῳ Με¬γί¬στης Λαύ¬ρας ἀ¬σκή¬σας, ἐν εἰ¬ρή¬νῃ τε¬λει¬οῦ¬ται .

Μήνας Ὀκτώβριος. Ἔχει ἡμέρες τριάντα μία. Ἡ ἡμέρα ἔχει ἕνδεκα ὧρες καί ἡ νύκτα δέκα τρεῖς.

Τῇ A΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνανίου.

 Λίθοις νέμειν θέλοντα μηδαμῶς σέβας,

Ἀνανίαν βάλλουσι δυσσεβεῖς λίθοις.

Λεύσθη Ἀνανίας Ὀκτωβρίου ἤματι πρώτῳ.

 Αὐ­τός ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἀ­να­νί­ας κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Δα­μα­σκό, ἡ ὁποία τώ­ρα στήν τουρ­κι­κή γλῶσ­σα λέ­γε­ται Σάμ, τῆς ὁ­ποί­ας καί Ἐ­πί­σκο­πος χρη­μά­τι­σε. Πρός αὐ­τόν ­στά­λθηκε ἀ­πό τόν Κύ­ριο ὁ μέ­γας Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μέ ἀ­πο­κά­λυ­ψι καί ἀ­πό αὐ­τόν βα­πτί­σθη­κε κα­τά τό ἔ­τος 35 με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψι τοῦ Κυ­ρί­ου, κα­τά τούς ἀ­κρι­βέστε­ρους χρο­νο­λό­γους. Αὐ­τός λοι­πόν ἐ­πει­δή ἔ­κα­μνε πολ­λές θε­ρα­πεῖ­ες, τό­σο στήν Δα­μα­σκό ὅ­σο καί στήν Ἐ­λευ­θε­ρού­πο­λι καί μέ αὐ­τές ἐ­πέ­στρε­φε πολ­λούς ἄ­πι­στους στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τόν ἡ­γε­μό­να Λου­κια­νό καί δάρ­θηκε μέ νεῦ­ρα βο­δι­ῶν. Ἔπει­τα τοῦ ἔ­γδα­ραν τά πλευ­ρά καί τόν ἔ­κα­ψαν μέ τίς λαμ­πά­δες. Καί τε­λευ­ταῖ­α τόν πέ­τα­ξαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί τόν λι­θο­βό­λι­σαν καί ἔ­τσι, τε­λει­ώ­νον­τας τό μαρ­τύ­ριο, ἔφυγε γιά τίς αἰ­ώ­νι­ες μο­νές. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[1]).

    * Ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ ψάλ­της, ὁ κα­λού­με­νος Κου­κου­ζέ­λης,             ὁ ἐν τοῖς ὀ­ρί­οις τῆς ἐν τῷ Ἄ­θῳ Με­γί­στης Λαύ­ρας ἀ­σκή­σας, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται[1].

 + Τῇ Μητρί καί νῦν τοῦ Θεοῦ ψάλλεις ἄνω,

Σύν τοῖς ἀΰλοις, ὦ Ἰωάννη μάκαρ.

 Στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα βρί­σκου­με καί τόν ὄν­τως ἀγ­γε­λό­φω­νο καί χα­ρι­τω­μέ­νο ψάλ­τη τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Κου­κου­ζέ­λη, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν ψάλ­της τῶν βα­σι­λεί­ων. Καί αὐ­τά ὅ­λα τά ἐγ­κα­τέ­λει­ψε καί ἀ­γνώ­ρι­στος ἦλθε στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Κα­τό­πιν ἔ­γι­νε καί ποι­μέ­νας τῶν τρά­γων τῆς Μο­νῆς. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ἀ­πό κά­ποι­ον ὕ­μνο πού ἔ­ψα­λε μέ με­γά­λη τέ­χνη καί γλυ­κύ­τη­τα στήν ἡ­συ­χί­α, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τα­ζη­τεῖ­ται ἀ­πό τόν βα­σι­λιά. Γι’ αὐ­τό, μέ με­σι­τεί­α τοῦ Κα­θη­γου­μέ­νου, ἔ­λα­βε ἄ­δεια καί ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πό τόν βα­σι­λιά νά πα­ρα­μέ­νη ἀ­νε­νό­χλη­τος στό Μοναστήρι. Τό­τε, ἀ­φοῦ ἔκ­τισ­ε ἔ­ξω ἀ­πό τήν Λαύ­ρα Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων ἐ­κεῖ ἡ­σύ­χα­ζε τίς ἕ­ξι ἡ­μέ­ρες τῆς Ἑ­βδο­μά­δος, ἐνῷ τίς Κυ­ρια­κές καί ἑ­ορ­τές κα­τέ­βαι­νε στό Μο­να­στήρι καί ἔ­ψαλ­λε μέ εὐ­λά­βεια στόν δε­ξιό χο­ρό. Σέ ἕ­να Σάβ­βα­το λοι­πόν τοῦ Ἀ­κα­θί­στου, ἀ­φοῦ ἔ­ψαλ­λε μέ ἐ­πι­μέ­λεια τά τρο­πά­ρια καί τούς κα­νό­νες τοῦ Ἀ­κα­θί­στου, ἐ­κεῖ, πού στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε γιά λί­γο. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος λέ­γον­τας· «Χαί­ροις, ὦ Ἰ­ω­άν­νη, τέ­κνο μου· ψάλ­λε μοι καί οὐ μή σε ἐ­γκα­τα­λεί­πω». Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά τοῦ ἔ­δω­σε καί ἕ­να χρυ­σό νό­μι­σμα στό δε­ξί χέ­ρι, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τό­πιν ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα. Ἀλ­λά καί στήν συ­νέ­χεια ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος ἡ ἴ­δια ἰ­ά­τρευ­σε αὐ­τόν τόν Ἰ­ω­άν­νη, τοῦ ὁ­ποί­ου τό ἕ­να πό­δι σά­πι­σε, καί, ἀ­φοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε, τοῦ εἶ­πε· «Ἔ­σο ἀ­πό τοῦ νῦν ὑ­γι­ής». Ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε με­τά ἀ­πό αὐ­τά θε­ά­ρε­στα καί προ­γνώ­ρι­σε τόν θά­να­τό του, ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό ἀ­νω­τέ­ρω κελ­λί τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων, ὅ­πως πα­ρή­γει­λε.

 * Ὁ Ὅ­σιος Γρη­γό­ριος ὁ Δο­μέ­στι­κος, ὁ ἐν τῇ αὐ­τῇ Με­γί­στῃ Λαύ­ρᾳ τοῦ Ἄ­θω ἀ­σκή­σας, καί ἕν χρυ­σοῦν νό­μι­σμα πα­ρά τῆς Θε­ο­τό­κου λα­βών, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται[2].

 + Οὐ λαμβάνεις νόμισμα νῦν ἐν τοῖς ἄνω,

Ὦ Γρηγόριε, ἀλλά δόξαν Κυρίου.

 Αὐτός  ὁ μακάριος ὅταν ἦταν Ἡγούμενος στήν Μεγίστη Λαύρα ὁ Ἰάκωβος ὁ Πρικανᾶς, στήν παραμονή τῶν Φώτων δέν ἔψαλε τό «Ἄξιόν ἐστι» στήν Λειτουργία, ἀλλά τό «Ἐπί σοί χαίρει». Στό τέλος τῆς ἀγρυ-πνίας ἀποκοιμήθηκε γιά λίγο καί, νά, βλέπει τήν Δέσποινά μας Θοτόκο, νά στέκεται ἀπό ἐπάνω του καί νά τοῦ λέη· «Δέξαι σου τό ψαλτικόν, ὦ Δομέστιχε καί εὐχαριστῶ σοι πολλά». Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτό μέε τά ἴδια της τά χέρια τοῦ ἔδωσε ἕνα φλουρί, τό ὁποῖο εἶναι κρεμασμένο στήν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στήν ἴδια τήν Μεγίστη Λαύρα.

[1]      Βλέπε γι’ αὐτόν στήν Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία.

[2]      Βλέπε γι’ αὐτόν στήν Ἱερά Κατήχησι.

[1]  Σημείωσε, ὅτι ἡ δική μου ἐλαχιστότητα συνέθεσε στόν Ἀπόστολο αὐτόν μερικά τροπάρια, ὅσα λείπουν στήν ἑορτή του, καί ὅποιος θέλει νά τόν ἑορτάζη, ἄς τά ἀναζητήση. Τό Μαρτύριό του συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Λουκιανοῦ τοῦ δυσσεβοῦς». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης