Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Παύλου καί Ἰουλιανῆς τῆς ἀδελφῆς αὐτοῦ.
Ὁ κείμενος μέν, Παῦλος, ἡ δέ κειμένη,
Ἰουλιανή σύγγονοι τετμημένοι.
Αὐτοί οἱ δύο αὐτάδελφοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Αὐρηλιανοῦ, κατά τό ἔτος 272, καταγόμενοι ἀπό τήν Πτολεμαΐδα, υἱοί γονέων εὐσεβῶν. Ὁ Παῦλος ἦταν Ἀναγνώστης× δηλαδή διάβαζε στόν λαό τά ἱερά Βιβλία, τά ὁποῖα, ἀφοῦ μελέτησε μέ πολύ κόπο, κατάλαβε τό νόημά τους. Ἔτσι, μολονότι ἦταν νέος, ὅμως πολύ εὔκολα ἀποστόμωνε τούς ἐναντίους καί ἦταν κήρυκας ἔνθεος τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ Λόγου πρός ἐμᾶς. Ὅταν ὅμως ἦλθε ὁ βασιλιάς Αὐρήλιος στήν Πτολεμαΐδα, ἔδινε θάρρος στήν ἀδελφή του Ἰουλιανή καί τήν ἐνδυνάμωνε νά παραμείνη πρόθυμη, ἐπειδή πρόκειται νά συμβῆ μεγάλος πειρασμός. Αὐτός δέ ὁ ἴδιος ὥπλισε τόν ἑαυτό του μέ τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Ἐπειδή ὅμως τόν εἶδαν οἱ Ἕλληνες, ὅτι ἔκανε τόν σταυρό του, τόν διέβαλαν ὡς Χριστιανό στόν βασιλιά. Ἀφοῦ λοιπόν παρουσιάσθηκε σ’ αὐτόν καί ἔλεγξε τήν ματαιότητα τῶν εἰδώλων, κρεμάσθηκε ὑψηλά καί κατακομματιάσθηκε.
Ἡ δέ Ἰουλιανή, βλέποντας τόν ἀδελφό της κατασπαραγμένο, φώναζε κατηγορῶντας τόν τύραννο, ὅτι ἄδικα κατακομματιάζει τόν ἀδελφό της. Ὁπότε συνελήφθη καί αὐτή καί, ἀφοῦ κρεμάσθηκε, κατακομματιάσθηκε. Ἔπειτα κλείνονται καί οἱ δύο στήν φυλακή. Στήν συνέχεια ρίχνονται καί οἱ δύο σέ ἕνα καζάνι γεμᾶτο ἀπό πίσσα βρασμένη. Μετά ἀπό αὐτά ἁπλώνονται ἐπάνω σέ μία κλίνη πυρακτωμένη καί δέρνονται στήν πλάτη. Τότε ὁ Κοδρᾶτος καί ὁ Ἀκάκιος, οἱ δήμιοι, ἐπειδή συμπόνεσαν τούς Ἁγίους, πίστεψαν στόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔτσι ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Ἔπειτα, ἀφοῦ δέθηκαν οἱ Ἅγιοι μέ σιδερένια δεσμά, τοποθετήθηκαν στήν φυλακή, λύθηκαν ὅμως μέ τήν ἐμφάνισι θείου Ἀγγέλου καί, ἀφοῦ χόρτασαν ἀπό φαγητό, εὐχαρίστησαν τόν Χριστό καί πάλι παρουσιάσθηκαν στόν βασιλιά, ὁ ὁποῖος, παρακινῶντας τούς Ἁγίους νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, δέν κατώρθωσε τίποτε. Γι’ αὐτό οἱ Μάρτυρες πάλι, ἀφοῦ κρεμάσθηκαν, δάρθηκαν δυνατά.
Τότε καί ὁ δήμιος Στρατόνικος, ἐπειδή συμπόνεσε τήν Ἁγία Ἰουλιανή, πίστεψε στόν Χριστό. Ὁ τύραννος ὅμως, ὅταν τό ἔμαθε αὐτό, θύμωσε καί ἀμέσως διέταξε νά κόψουν τήν κεφαλή ἐκείνου, ἐνῶ τούς Ἁγίους νά κλείσουν σέ ἕναν τόπο, πού εἶχε θηρία καί φίδια καί ἄλλα ἑρπετά θανατηφόρα. Ἐπειδή ὅμως μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ διαφυλάχθηκαν οἱ Ἅγιοι ἀβλαβεῖς, γι’ αὐτό τόν μέν Ἅγιο Παῦλο διέταξε νά δέσουν σέ ἕναν πάσσαλο καί νά κτυποῦν τά σαγόνια του μέ μολύβια, ἐνῶ τό ἄλλο σῶμα του νά δέρνουν μέ ραβδιά σιδερένια πυρωμένα. Τήν δέ ἀδελφή του Ἁγία Ἰουλιανή διέταξε νά τήν πᾶν σέ ἕνα πορνοστάσιο καί ἐκεῖ νά τήν διαφθείρουν κάποιοι ἀσελγεῖς καί ἀκόλαστοι ἄνθρωποι. Ἀφοῦ ὅμως παρουσιάσθηκε Ἄγγελος Κυρίου μέ τόν κουρνιαχτό τῶν ποδιῶν του τύφλωνε τά μάτια τῶν ἀκόλαστων ἐκείνων. Ὅμως, ἐπειδή σπλαγχνίσθηκε ἡ Ἰουλιανή ἐκείνους τούς ἐλεεινούς, τούς ἔρριξε νερό καί τούς ἔκανε ὑγιεῖς.
Ἐπειδή λοιπόν παρέμεινε ἄφθορη, μαζί μέ τόν ἀδελφό της τοπο-θετεῖται μέσα σέ ἕναν λάκκο γεμᾶτο ἀπό φωτιά. Καί ἐπειδή ὁ τύραννος διέταζε νά λιθοβοληθοῦν οἱ Ἅγιοι μέσα σέ ἐκεῖνο τόν λάκκο τῆς φωτιᾶς, γι’ αὐτό, ὤ τοῦ θαύματος!, φάνηκε ἀπό τούς οὐρανούς ἕνα νεφέλωμα γεμᾶτο ἀπό φωτιά, τό ὁποῖο, ἀφοῦ πλησίασε κοντά στόν βασιλιά, ἀντί νά βρέξη βροχή μέ νερό, ἔβρεξε ἐπάνω του βροχή μέ φωτιά. Ὁ βασιλιάς λοιπόν, ἐπειδή φοβήθηκε, ἔβγαλε βέβαια τούς Ἁγίους ἀπό τόν λάκκο, ὅμως δέν διωρθώθηκε, ἀλλά πάλι διέταξε νά κατακάψουν τά πρόσωπα καί ὅλο τό σῶμα τῶν Ἁγίων μέ ἀναμμένες λαμπάδες. Καί τελευταῖα διέταξε καί τούς ἀποκεφάλισαν καί ἔτσι οἱ τοῦ Χριστοῦ καλλίνικοι Μάρτυρες ἔλαβαν τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως.



Login