Τῷ αὐ¬τῷ μη¬νί KΘ΄, μνή¬μη τοῦ Ὁ¬σί¬ου Πα¬τρός ἡμῶν Κυ¬ρια¬κοῦ τοῦ Ἀ¬να¬χω¬ρη¬τοῦ

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί KΘ΄, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρός ἡμῶν Κυ­ρια­κοῦ    τοῦ Ἀ­να­χω­ρη­τοῦ[1].

 Σκίλ­λης ἀ­μύ­νη Κυ­ρια­κέ πι­κρί­α,

Γεῦ­σιν γλυ­κεῖ­αν, ᾗ θα­νεῖν κα­τε­κρί­θης.

Σκιλ­λο­βό­ρος δ’ ἐ­νά­τῃ μύ­σεν εἰ­κά­δι Κυ­ρια­κός.

 

Αὐ­τός εἶ­χε ὡς πα­τρί­δα τήν Κό­ριν­θο καί γο­νεῖς τόν Ἰ­ω­άν­νη, τόν Πρε­σβύ­τε­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Κο­ρίν­θου καί τήν Εὐ­δο­ξί­α στά χρό­νια Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ μι­κροῦ, κα­τά τό ἔ­τος 408. Εἶ­χε αὐ­τός καί ὡς θεῖ­ο ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του τόν Πέ­τρο τόν Ἐ­πί­σκο­πο τῆς Κο­ρίν­θου, ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε Ἀ­να­γνώ­στης. Ὅ­ταν κυ­ρι­εύ­θη­κε ἀ­πό τόν πό­θο τοῦ Θε­οῦ, πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Καί ἀ­φοῦ προ­σῆλ­θε στόν Μέ­γα Εὐ­θύ­μιο μέ χα­ρά ἔγινε δεκτός ἀ­πό αὐ­τόν καί γί­νε­ται μο­να­χός καί ὄντας δε­κα­ο­κτώ ἐ­τῶν στήν ἡ­λι­κί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἦ­ταν ἀ­γέ­νει­ος, γι’ αὐ­τό ἐ­στά­λη ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Εὐ­θύ­μιο πρός τόν Ἅ­γιο Γε­ρά­σι­μο, ἀ­φοῦ δη­λα­δή πέ­θα­νε ὁ μα­κά­ριος Θε­ό­κτι­στος. Ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε λοι­πόν πρό­θυ­μα ὁ θεῖ­ος Κυ­ρια­κός σέ ὅ­λα τά προ­στάγ­μα­τα τοῦ με­γά­λου Γε­ρα­σί­μου, τό­σο, πού καί αὐ­τός ὁ Γε­ρά­σι­μος, ἀ­ρε­σκό­με­νος καί ἐ­παι­νῶντας τήν σκλη­ρή του ζω­ή, τόν ἔ­παιρ­νε μα­ζί του στήν ἔ­ρη­μο τοῦ Ρου­βᾶ, ὅ­ταν πή­γαι­νε ἐ­κεῖ τόν και­ρό τῆς νη­στεί­ας τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς.

Ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ Ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος, πῆ­γε στήν Λαύ­ρα τοῦ με­γά­λου Εὐ­θυ­μί­ου καί ἡ­σύ­χα­ζε. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ὅ­μως πῆ­γε στήν Λαύ­ρα τοῦ Χα­ρί­τω­νος, πού λέ­γε­ται τοῦ Σου­κᾶ. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ δι­α­κό­νη­σε μέ ἐ­πι­μέ­λεια, ἀ­ξι­ώ­θη­κε τοῦ χα­ρί­σμα­τος τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Στά χρό­νια ἐ­κεῖ­να πού ἔ­με­νε στήν Λαύ­ρα τοῦ Σου­κᾶ δέν ὠρ­γί­σθη­κε πο­τέ ὁ τρι­σόλ­βιος, ἀλ­λ’ οὔ­τε ἔ­φα­γε πο­τέ τήν ἡ­μέ­ρα, ἀλ­λά τήν νύ­κτα. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­γι­νε ἑ­βδο­μῆν­τα ἑ­πτά ἐ­τῶν, τό­τε ἀ­ναχώ­ρη­σε στήν ἔ­ρη­μο, πού λέ­γε­ται τοῦ Να­του­φᾶ καί ζοῦ­σε μέ μό­νο τά σκυ­λο­κρέ­μυ­δα πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Ἀ­πό αὐ­τά ἀφοῦ ἔφαγε κρυ­φά  μί­α φο­ρά ὁ μα­θη­τής του, βλά­φτη­κε καί ἔ­γι­νε σάν νε­κρός. Ὁ Ἅ­γιος ὅ­μως μέ τήν προ­σευ­χή του τόν ἀ­νέ­στη­σε. Ἀ­κό­μη καί ἕ­ναν νέ­ο, πού ἔ­πα­σχε ἀ­πό δαι­μό­νιο, τόν ἐ­λευ­θέ­ρω­σε.

Ἀ­πό ἐ­κεῖ πά­λι ὅ­μως ἀ­νε­χώ­ρη­σε λόγῳ τῆς συγ­χύ­σε­ως τῶν πολ­λῶν καί πῆ­γε σέ ἕ­ναν τό­πο ἄ­βα­το, ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Σου­σα­κείμ, ὄν­τας τό­τε ἐ­νεν­νῆν­τα ἐν­νέ­α ἐ­τῶν. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ὁ ἀ­οί­δι­μος καί ἕ­να λι­ον­τά­ρι, πού τόν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε καί φύ­λα­γε τά λά­χα­να. Μί­α φο­ρά πού ξη­ραί­νον­ταν ἀ­πό ἀ­νομ­βρί­α τά λά­χα­νά του καί ὁ Ἅ­γιος δι­ψοῦ­σε, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἦλθε μέ τήν προ­σευ­χή του ἀ­πό ἐ­πά­νω σύν­νε­φο καί ἔ­βρε­ξε. Τό­τε γέ­μι­σαν οἱ στά­μνες καί τά κοι­λώ­μα­τα τῶν πε­τρῶν.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Λαύρας τοῦ Σου­κᾶ  ἦλθαν καί τόν πα­ρε­κά­λε­σαν πο­λύ, γιά νά πά­η νά ἡ­συ­χά­ση στό σπήλαιο τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρί­τω­νος, ὑ­πά­κου­σε στίς δε­ή­σεις τους ὁ Ὅ­σιος καί πῆ­γε ἐ­κεῖ καί ἡ­σύ­χα­σε. Γι’ αὐ­τό ὁ θαυ­μά­σιος Κύ­ριλ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νέ­γρα­ψε τούς Βί­ους τῶν με­γά­λων Ὁ­σί­ων Εὐ­θυ­μί­ου καί Σάβ­βα, αὐ­τός, λέ­ω, συ­χνά πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ πρός τόν Ὅ­σιο Κυ­ρια­κό, ἔ­μα­θε ἀ­πό αὐ­τόν μέ λε­πτο­μέ­ρεια τά κα­τορ­θώ­μα­τα τῶν ἀ­νω­τέ­ρω Ὁ­σί­ων καί γιά αὐ­τό προ­σπά­θη­σε καί ἔ­γρα­ψε τούς βί­ους των. Ἔ­ζη­σε λοι­πόν ὁ μέ­γας αὐ­τός Κυ­ρια­κός ἑ­κα­τόν ἑ­πτά ἔ­τη. Καί μέ­χρι τό τέ­λος δέν ὑ­πο­χώ­ρη­σε ἀ­πό τήν συ­νή­θη του ἄ­σκη­σι. Ἦ­ταν λοιπόν ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός πρᾶ­ος, εὐ­κο­λο­πλη­σί­α­στος, προ­λέ­γον­τας τά μέλ­λον­τα μέ θεί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψι. Ἦ­ταν με­γα­λό­σω­μος, ἔ­χον­τας καί κά­ποι­α ὡ­ραι­ό­τη­τα καί φυ­σι­κή χά­ρι. Καί εἶ­χε ὅ­λα τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος ὑ­γιᾶ χω­ρίς καμ­μί­α βλά­βη, πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τά γη­ρα­τειά. Ἀ­φοῦ ἀ­σθέ­νη­σε γιά λί­γο, ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στόν πο­θού­με­νο Κύ­ριο.



[

   Μνήμη τῶν σύν τῷ Γοβδελαᾷ ἀθλησάντων Δᾴδα, Κασδόου καί Κασ­δό­ας, τῆς θυ­γα­τρός τοῦ αὐ­τοῦ Σα­βω­ρί­ου, βα­σι­λέ­ως Περ­σῶν.

 Εἰς τόν Δά­δαν.

 Ξί­φει με­λη­δόν σῶ­μα πᾶν τε­τμη­μέ­νος,

Τό πνεῦ­μα σῴ­ζεις μάρ­τυς ὑ­ψί­στου Δᾴ­δα.

 Εἰς τόν Κασ­δό­ον καί Κασ­δό­αν.

 Ἀ­θλοῦ­σιν ἄμ­φω Κασ­δό­ος καί Κασ­δό­α,

Ὁ μέν, σπα­θι­σθείς, ἡ δέ, θλα­σθεῖ­σα ξύ­λῳ.

 

Στά χρό­νια τοῦ Σα­βω­ρί­ου, βα­σι­λιᾶ τῶν Περ­σῶν, κα­τά τό ἔ­τος 340, ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος Δᾴ­δας ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, στό γέ­νος Πέρ­σης, στήν πί­στι ὅ­μως Χρι­στια­νός. Ἦ­ταν ἀ­πό τούς πρώ­τους πού ἦ­ταν στό βα­σι­λι­κό πα­λά­τι καί συγ­γε­νής προ­σφι­λέ­στα­τος τοῦ βα­σι­λιᾶ. Αὐ­τός λοι­πόν ἐ­πει­δή ­στά­λθηκε στό νά ἐ­ξου­σιά­ζη με­ρι­κές πό­λεις τῶν Περ­σῶν, δέν ἔ­κρι­νε εὔ­λο­γο νά κρύ­βη πλέ­ον τήν εὐ­σέ­βεια, ἀλ­λά σε­βό­ταν τόν Χρι­στό φα­νε­ρά. Ἔ­τσι μο­λο­νό­τι καί συ­κο­φαν­τή­θη­κε στόν βα­σι­λιά, ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νός, πα­ρό­λα αὐ­τά δέν τοῦ ἀ­φαι­ρέ­θη­κε ἡ ἐ­ξου­σί­α. Στά­λθηκε δέ ἀ­πό τόν βα­σι­λιά ὁ Ἀ­δρα­μέ­λεχ ὁ πρῶ­τος τῶν με­γι­στά­νων, γιά νά μά­θη τήν ἀλήθεια, ὁ ὁ­ποῖ­ος βρί­σκον­τας τόν Δᾴ­δα στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νά σέ­βε­ται τόν Χρι­στό, ἔ­γρα­ψε γι’ αὐ­τό στόν βα­σι­λιά. Ὁ δέ βα­σι­λιάς ἀν­τέ­γρα­ψε καί ἔ­δω­σε στόν Ἀ­δρα­μέ­λεχ ἐ­ξου­σί­α νά τι­μω­ρή­ση ὅ­ποι­ον Χρι­στια­νό βρῆ. Αὐ­τή τήν ἔγ­γρα­φη ἐ­ξου­σί­α τήν ἔ­στει­λε στόν Ἀ­δρα­μέ­λεχ μέ­ τόν Γο­βδε­λα­ᾶ τόν υἱό  του.

Τό­τε ὁ Ἀ­δρα­μέ­λεχ, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τήν ἐ­ξου­σί­α αὐ­τή, ἄρ­χι­σε νά ἐ­ξε­τά­ζη τόν Δά­δα, ἐ­νῷ κα­θό­ταν μα­ζί του στό κρι­τή­ριο καί ὁ Γο­βδε­λα­ᾶς, ὁ υἱός τοῦ βασιλιᾶ. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­κρι­ναν τόν Ἅ­γιο καί πρό­τει­ναν ἀ­πει­λές καί κο­λα­κεῖ­ες, τόν βρῆ­καν, ὅ­τι ὁ­λό­ψυ­χα πί­στευ­ε στόν Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό καί ὅ­τι γιά τήν ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ προ­τι­μοῦ­σε νά πε­θά­νη. Τό­τε ἄ­να­ψαν ἕ­να με­γά­λο καί δυ­να­τό κα­μί­νι καί προ­στά­ζουν νά ρι­χθῆ μέ­σα ὁ Ἅ­γιος. Ὅ­ταν λοι­πόν ἐ­πρό­κη­το ὁ Μάρ­τυ­ρας νά ρι­χθῆ σ’ αὐ­τήν, πού ὕ­ψω­νε δυ­να­τά τήν φλό­γα καί ἀ­πει­λοῦ­σε καί ἐ­κεί­νους πού ἦ­ταν μα­κριά καί τήν ἔ­βλε­παν, τό­τε πλη­σί­α­σε ὁ ἀθλητής τοῦ Χρι­στοῦ, ἔ­κα­νε ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τήν τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τό καμίνι καί ἀν­τί γιά φλό­γα ἀ­νέ­βλυ­σε νε­ρό. Αὐ­τό τό θαῦ­μα βλέ­πον­τας οἱ ἐ­κεῖ πα­ρόν­τες, θαύμασαν.

Ὁ υἱός τοῦ βα­σι­λιᾶ Γο­βδε­λα­ᾶ, εἶ­πε· «Προ­σφι­λέ­στα­τε, Δά­δα, ποι­ός σέ δί­δα­ξε τίς μα­γεῖ­ες αὐ­τές;». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Εὔ­χο­μαι καί ἐ­σύ νά ἀ­ξι­ω­θῆς νά μά­θης αὐ­τά ἀ­πό τόν ­δά­σκα­λό μου Χρι­στό». Ὁ Γο­βδε­λα­ᾶς εἶ­πε. «Ἐ­άν πι­στέ­ψω στόν Χρι­στό σου, θά μπο­ρέ­σω καί ἐ­γώ νά κά­μνω πα­ρό­μοι­α»; Ὁ Μάρ­τυ­ρας ἀ­πο­κρί­θη­κε. «Ὄ­χι μό­νον αὐ­τά θά κά­νης, ἀλ­λά καί ἐ­πί πλέ­ον θά βα­σι­λεύ­σης μέ τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό». Τό­τε πρό­στα­ξε ὁ Γο­βδε­λα­ᾶς νά ἀ­να­φθῆ ἕνα ἄλλο καμίνι. Καί ἀ­φοῦ ἐ­πι­κα­λέ­σθη­κε τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως τήν ἔ­σβη­σε. Τό­τε πέ­φτον­τας μπροστά στόν Ἅγιο, πί­στε­ψε στόν Χρι­στό.

Βλέ­πον­τας αὐ­τά ὁ Ἀ­δρα­μέ­λεχ, πῆ­γε καί τά φα­νέ­ρω­σε στόν βα­σι­λιά. Ὁ βα­σι­λιάς, ἀ­φοῦ κά­λε­σε μπροστά του τόν υἱό  του Γο­βδε­λα­ᾶ καί πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τόν τόν ἴ­διο, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός, προ­στά­ζει νά δέρ­νε­ται ἀ­πό τέσ­σα­ρες στρα­τι­ῶ­τες μέ ἀγ­κα­θω­τά ρα­βδιά. Ὅ­ταν οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἐ­κεῖ­νοι κου­ρά­σθη­καν νά τόν δέρ­νουν, ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν μέ ἄλ­λους τέσ­σα­ρες. Ὁ μέν Μάρ­τυ­ρας τοῦ Χρι­στοῦ, κτυ­πό­με­νος σέ ὅ­λο τό σῶ­μα, πα­ρα­κα­λοῦ­σε σι­ω­πη­λά τόν Θε­ό νά τοῦ δο­θῆ ὑ­πο­μο­νή. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἀ­μέ­σως Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἐμ­φα­νίσ­θη­κε καί τόν δυ­νά­μω­νε καί τόν ἐ­νθάρ­ρυ­νε λέ­γον­τας· «Ἔ­χε θάρ­ρος καί μή φο­βᾶ­σαι, δι­ό­τι εἶ­μαι μα­ζί σου». Στήν συ­νέ­χεια ρί­χνε­ται στήν φυ­λα­κή καί μέ­νει σ’ αὐ­τήν πέν­τε ἡ­μέ­ρες. Κα­τό­πιν ἔ­δω­σε ὁ βα­σι­λιάς ἐ­ξου­σί­α σέ ἕ­ναν ἄλ­λο, Γάρ­γα­λο ὀ­νό­μα­τι, νά τι­μω­ρή­ση τό­σο τόν υἱό  του Γο­βδε­λα­ᾶ, ὅ­σο καί τούς ἄλ­λους Χρι­στια­νούς. Καί λοι­πόν ἀ­μέ­σως προ­στά­ζει ὁ Γάρ­γα­λος νά δα­ρῆ ὁ Γο­βδε­λα­ᾶς μέ βού­νευ­ρα. Δερ­νό­με­νος ὁ ἀ­θλη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου, προ­σευ­χό­ταν στόν Θε­ό, ἀ­να­θε­μα­τί­ζον­τας τήν θρη­σκεί­α τοῦ πα­τέ­ρα του. Τό­τε ὁ Γάρ­γα­λος πρό­στα­ξε νά βγά­λουν δύ­ο λου­ριά ἀ­πό τά πό­δια μέ­χρι τό κε­φά­λι τοῦ Ἁ­γί­ου, λέ­γον­τας καί τό ἑ­ξῆς πε­ρι­παι­κτι­κά· «Τώ­ρα βέ­βαι­α θά ἔλ­θη ὁ Χρι­στός σου, γιά νά σέ κά­νη ὑ­γι­ῆ». Καί ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, τόν ἔ­δε­σαν δυ­να­τά καί τόν ἔρριξαν στήν φυ­λα­κή.

Ἐ­πει­δή μό­να τους λύ­θη­καν τά δε­σμά καί ὁ Ἅ­γιος ἀ­μέ­σως ἔ­γι­νε ὑ­γι­ής, ὅ­πως ἦ­ταν καί προ­η­γου­μέ­νως, γι’ αὐ­τό ὁ Γάρ­γα­λος, βλέ­πον­τας τό θαῦ­μα, ἀ­πό­ρη­σε καί πη­γαί­νον­τας στόν βα­σι­λιά, τά φα­νέ­ρω­σε. Ὁ βα­σι­λιάς εἶ­πε· ‘σκο­τῶ­στε τόν δυσ­σε­βῆ, ἐ­πει­δή αὐ­τός δέν εἶ­ναι υἱός μου, ἀλ­λ’ ἐ­πί­βου­λός μου, δι­ό­τι πί­στεψε στόν Χρι­στό’. Τό­τε ὁ θη­ρι­ώ­δης Γάρ­γα­λος πρό­στα­ξε νά πυ­ρώ­σουν μί­α σοῦ­βλα καί νά τήν δι­α­πε­ρά­σουν ἀ­πό τό ἕ­να αὐ­τί μέ­χρι τό ἄλ­λο αὐ­τί τοῦ μα­κα­ρί­ου Γο­βδε­λα­ᾶ. Καί ὅ­ταν ἔ­γινε αὐ­τό, τόν ἔ­βα­λε στήν φυ­λα­κή. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ἐ­νῷ προ­σευ­χό­ταν ὁ Μάρ­τυ­ρας, ἰ­δού, ἦλθε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, καί ἔ­βγα­λε τήν σοῦ­βλα ἀ­πό τά αὐ­τιά του καί τόν θε­ρά­πευ­σε. Βλέ­πον­τας ὅ­μως ὁ Γάρ­γα­λος τόν Μάρ­τυ­ρα ὑ­γι­ῆ, δέν θέ­λη­σε νά συ­νε­τισθῆ ὁ ἀ­σύ­νε­τος. Ἀλ­λά ἀ­φοῦ κα­τα­ξέ­σχι­σε μέ βού­νευ­ρα τό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου, τόν ἔ­βα­λε πά­λι στήν φυ­λα­κή. Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα δέρ­νει τόν Μάρ­τυ­ρα μέ ρα­βδιά ἀγ­κα­θω­τά ἀ­πό ρο­διά. Κα­τό­πιν κα­τα­ξε­σχί­ζει ἄ­σπλαγ­χνα τά πλευ­ρά του μέ σι­δε­ρέ­νι­ες ἀγ­κί­δες, δη­λα­δή μέ ἄγ­γι­στρα, λέ­γον­τας εἰ­ρω­νευ­τι­κά· «Ἄς δοῦ­με, ἄν ἔλ­θη καί τώ­ρα ὁ Χρι­στός σου νά σέ θε­ρα­πεύ­ση». Καί ἔ­πει­τα πά­λι τόν φυ­λά­κι­σε. Ἀ­μέ­σως ὅ­μως, μό­λις προ­σευ­χή­θη­κε ὁ Μάρ­τυ­ρας, ἔ­λα­βε τήν θε­ρα­πεί­α, ὁ­πό­τε εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε καί δό­ξα­ζε τόν Θε­ό. Βλέ­πον­τας ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι, πού βρί­σκον­ταν στήν φυ­λα­κή, αὐ­τά τά θαυ­μά­σια, θαυ­μά­ζον­τας ἔ­λε­γαν· «Μέ­γας εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῶν Χρι­στια­νῶν».

Ὁ Γάρ­γα­λος, ὅ­ταν τό ἄ­κου­σε αὐ­τό, θύ­μω­σε. Τό­τε δι­έ­τα­ξε νά το­πο­θε­τη­θοῦν στούς ὤ­μους τοῦ Μάρ­τυ­ρα ἀγ­κί­δες σι­δε­ρέ­νι­ες καί ἀ­πό αὐ­τές νά κρε­μα­σθῆ. Καί ἔ­τσι νά πα­ρα­μεί­νη κρε­μα­σμέ­νος ἀ­πό τήν τρί­τη ὥ­ρα ἕ­ως τήν ἐ­νά­τη. Ὁ Μάρ­τυ­ρας ὅ­μως, ἐ­νῷ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νος, προ­σευ­χό­ταν. Ἀ­φοῦ τόν κα­τέ­βα­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ, πά­λι τόν ἔρριξαν στήν φυ­λα­κή. Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί ἡ ἀ­δελ­φή του Κασ­δό­α ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νά τόν δοῦν, ἀλ­λά ­φο­βοῦν­ταν τόν βα­σι­λιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε αὐ­τή τήν εἴ­δη­σι ὁ βα­σι­λιάς, εἶ­πε στόν Γάρ­γα­λο. «Ἀ­κό­μη ζῆ ὁ Γο­βδε­λα­ᾶς»; Ὁ Γάρ­γα­λος ἀ­πο­κρί­θη­κε· ‘Ναί, βα­σι­λιά, ζῆ’.

 Τό­τε προ­στά­ζει ὁ βα­σι­λιάς νά γδά­ρουν τό δέρ­μα τῆς κε­φα­λῆς τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἀρ­χί­ζον­τας ἀ­πό τόν λαι­μό καί μέ τό δέρ­μα αὐ­τό νά σκε­πά­σουν τό πρό­σω­πό του. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, πά­λι ρί­χθη­κε ὁ Μάρ­τυ­ρας στήν φυ­λα­κή, δο­ξά­ζον­τας καί εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν Θε­ό. Τήν ἐρ­χο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­τι ἀ­κό­μη ζῆ ὁ Ἅ­γιος, προ­στά­ζει νά ξε­ρρι­ζώ­σουν ὅ­λα τά νύ­χια τῶν χε­ρι­ῶν καί τῶν πο­δι­ῶν του καί νά βγά­λουν τούς τέσ­σα­ρες τρα­πε­ζῖ­τες τῶν δον­τι­ῶν του καί ἔ­τσι νά τόν ρί­ξουν πά­λι στήν φυ­λα­κή, σάν ἕ­να ψό­φιο σκυ­λί. Ἔ­δω­σε μά­λι­στα καί δι­α­τα­γή ὁ θη­ρι­ό­γνω­μος, κα­νέ­νας νά μή τοῦ προ­σφέ­ρη καμ­μί­α πα­ρη­γο­ριά, ἕ­ως καί στα­γό­να νε­ροῦ, ἀλ­λά ­οὔ­τε καί νά μπῆ κα­νέ­νας στήν φυ­λα­κή.

Ἀλ­λ’ ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Μάρ­τυ­ρα Κασ­δό­α, τόλ­μη­σε καί πῆ­γε κρυ­φά στήν φυ­λα­κή καί ἔ­δω­σε νε­ρό στόν ἀ­γα­πη­τό της ἀ­δελ­φό. Δι­ό­τι εἶ­πε στόν δε­σμο­φύ­λα­κα· «Ἐ­άν ἐ­σύ φα­νε­ρώ­σης σέ κά­ποι­ον τήν ὑ­πό­θε­σι, γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι θά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθῆς σί­γου­ρα». Καί ὁ μέν τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­θλη­τής, ἕ­ως τό­τε ζη­τοῦ­σε πα­ρη­γο­ριά καί θε­ρα­πεί­α ἀ­πό τόν Θε­ό, ἐ­πει­δή ἀ­κό­μη δέν ἦ­ταν ἡ ψυ­χή του πα­γι­ω­μέ­νη καί στα­θε­ρή στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ὅ­ταν ὅ­μως πα­γι­ώ­θη­κε, δέν ζη­τοῦ­σε πλέ­ον θε­ρα­πεῖ­ες, ὄ­χι, ἀλ­λά ζη­τοῦ­σε νά τοῦ δο­θῆ ἀ­πό τόν Θε­ό ὑ­πο­μο­νή καί προ­θυ­μί­α στά βα­σα­νι­στή­ρια. Ὅ­ταν τήν ἔ­λα­βε αὐ­τήν μέ τήν ἔλ­λαμ­ψι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, αὐ­τός ἦ­ταν πλη­γω­μέ­νος καί τόν ἑ­αυ­τό του δέν θε­ρά­πευ­ε, χαι­ρό­ταν ὅ­μως μᾶλ­λον νά  θε­ρα­πεύ­η ἄλ­λους, γι’ αὐ­τό καί ὅ­λοι θαύ­μα­ζαν γι’ αὐ­τό. Τό­τε καί ἕ­νας φο­βε­ρός μά­γος, ὀ­νο­μα­ζό­με­νος καί αὐ­τός Γάρ­γα­λος, βρι­σκό­με­νος τό­τε στήν φυ­λα­κή γιά τά πολ­λά κα­κά πού ἔ­πρα­ξε· αὐ­τός, λέ­ω, βλέ­πον­τας τήν τό­ση ὑ­πο­μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου καί τά ἔν­δο­ξα καί ἐ­ξαί­σια θαύ­μα­τα, πού ἔ­γι­ναν ἀ­πό αὐ­τόν στήν φυ­λα­κή, ἔ­πε­σε στά πό­δια του καί ἔ­λε­γε. «Σέ πα­ρα­κα­λῶ, δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, θυ­μή­σου με ἐ­νώ­πιον τοῦ Χρι­στοῦ σου». Καί ὁ Ἅ­γιος τοῦ εἶ­πε· «Πί­στε­ψε σ’  αὐ­τόν καί θά σέ λυ­τρώ­ση ἀ­πό ὅ­λες τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου». Τό­τε ὁ Γάρ­γα­λος εἶ­πε. «Πι­στεύ­ω σέ ἐ­σέ­να, Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ». Καί ἀ­πό τό­τε προ­σκολ­λή­θη­κε στόν Ἅ­γιον Γο­βδε­λα­ᾶ.

Κα­τά τήν ἐρ­χό­με­νη ἡ­μέ­ρα κά­θι­σε ὁ ἄρ­χον­τας στό κρι­τή­ριο καί ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν μπροστά του καί οἱ δύ­ο, ὁ Ἅ­γιος, λέ­ω, Γο­βδε­λα­ᾶς καί ὁ πρώ­ην μά­γος Γάρ­γα­λος, δι­έ­τα­ξε νά γδύ­σουν τόν Γάρ­γα­λο καί νά τόν δέρ­νουν μέ ρα­βδιά. Δερ­νό­με­νος λοι­πόν ἔ­βλε­πε στόν οὐ­ρα­νό καί ἔ­λε­γε· «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, γιά τό ὄ­νο­μά σου πά­σχω καί δυ­νά­μω­σέ με». Ὅ­ταν εἶ­πε αὐ­τά, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ἅ­γιος Γο­βδε­λα­ᾶς, ἀ­φοῦ το­πο­θε­τή­θη­κε σέ ἕ­να ξύ­λι­νο κο­χλί­α, δη­λα­δή γα­λιά­γρα, κα­τα­τσα­κί­ζε­ται στά πό­δια. Ἔ­πει­τα καί­ε­ται ἄ­σπλαγ­χνα στίς μα­σχά­λες μέ πυ­ρω­μέ­νες σι­δε­ρέ­νι­ες σφαῖ­ρες καί ἔ­τσι ρί­χθη­κε στήν φυ­λα­κή. Ὅ­σοι βρί­σκον­ταν στήν φυ­λα­κή δε­μέ­νοι καί πλη­γω­μέ­νοι, χρί­ον­ταν μέ τά αἵ­μα­τα, πού ἔ­τρε­χαν ἀ­πό τίς πλη­γές τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί θε­ρα­πεύ­ον­ταν. Ἀλ­λά καί ἄρ­ρω­στοι, ἐ­κεῖ τρέ­χον­τας, ἐ­λάμ­βα­ναν τήν ὑ­γεί­α τους καί δό­ξα­ζαν τόν Θε­ό. Αὐ­τά ἀ­κού­γον­τας ὁ ἄρ­χοντας Γάρ­γα­λος δέν τά πί­στευ­ε. Με­τά δε­κα­πέν­τε μέ­ρες, ὅ­μως, βγά­ζον­τας τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τήν φυ­λα­κή, τόν βρῆ­κε ὁ­λό­κλη­ρο καί ὑ­γι­ῆ. Βλέ­πον­τας αὐ­τό, ἔ­γι­νε κατάπλητος. Καί ἀν­τί νά πι­στέ­ψη καί νά ἠ­ρε­μή­ση, πε­ρισ­σό­τε­ρο σκλη­ρός ἔ­γι­νε ὁ θη­ρι­ό­γνω­μος. Καί γι’ αὐ­τό προ­στά­ζει νά κά­ψουν πο­λύ ἕ­να κα­ζά­νι, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν γεμᾶτο ἀ­πό πίσ­σα καί θειά­φι, καί μέ­σα σέ αὐ­τό νά βά­λουν τόν Ἅ­γιο. Ὁ Ἅ­γιος ἀ­φοῦ κύτ­τα­ξε στόν οὐ­ρα­νό, προ­σευ­χή­θη­κε καί ἔ­τσι μπῆ­κε στό κα­ζά­νι. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως σχί­σθη­κε τό κα­ζά­νι καί βγῆ­κε ἀ­πό αὐ­τό ὁ Μάρ­τυ­ρας ἀ­βλα­βής.

Αὐ­τό βλέ­πον­τας ὁ ἀ­πάν­θρω­πος Γάρ­γα­λος, συ­σκέ­φθη­κε μέ τούς ἄρ­χον­τές του, νά σταυ­ρώ­ση ἐ­πά­νω σέ ξύ­λο γυ­μνό τόν Ἅ­γιο, ἐ­νῷ πλῆ­θος πο­λύ νά στέ­κε­ται ἀ­πό μα­κριά καί νά τόν ση­μα­δεύ­ουν μέ βέ­λη. Τό­τε μπο­ροῦ­σε νά ἰδῆ κα­νείς ἕ­να πρᾶγ­μα πα­ρά­δο­ξο. Δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο ὁ Ἅ­γιος ἔ­μει­νε ἀ­πλή­γω­τος ἀ­πό τά βέ­λη πού τοῦ ἔ­ρρι­χναν, ἀλ­λά καί τά βέ­λη­ πού τά ἔρρι­χναν ἐ­ναν­τί­ον του, πα­ρέ­με­ναν κρε­μα­σμέ­να στόν ἀ­έ­ρα. Αὐ­τό τό θαῦ­μα ὅ­λους ἐ­ξέ­πλη­ξε. Ἐπειδή καί ἐ­κεῖ­νος, πού ἔ­δω­σε τήν συμ­βου­λή αὐ­τή στόν Γάρ­γα­λο, τέν­τω­σε τό τό­ξο του, γιά νά κτυ­πή­ση τόν Ἅ­γιο, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τό σταλμένο βέ­λος ἀ­μέ­σως ἐ­πέ­στρε­ψε καί κτύ­πη­σε τόν δι­κό του δε­ξιό ὀ­φθαλ­μό.

Ὅ­ταν τά ἔ­μα­θε αὐ­τά ὁ βα­σι­λιάς, ἔ­στει­λε τήν Κασ­δό­α, τήν θυ­γα­τέ­ρα του, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι αὐ­τή μέ τά γλυ­κά λό­για της θά μπο­ρέ­ση νά κα­τα­πεί­ση τόν ἀ­δελ­φό της Γο­βδε­λα­ᾶ νά ὑ­πα­κού­ση στόν πα­τέ­ρα τους καί νά ἀρ­νη­θῆ τόν Χρι­στό. Ἡ Κασ­δό­α ὅ­μως ἦλθε κον­τά στόν ἀ­δελ­φό καί, ἀ­φοῦ κα­τη­χή­θη­κε ἀ­πό αὐ­τόν, ἔ­γι­νε Χρι­στια­νή. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ πα­τέ­ρας τους καί βα­σι­λιάς, θύ­μω­σε. Τό­τε δι­έ­τα­ξε νά ἁ­πλώ­σουν τήν θυ­γα­τέ­ρα του καί νά τήν δεί­ρουν σκλη­ρά μέ ρά­βδους. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε αὐ­τό, τήν ἔ­βα­λε στήν φυ­λα­κή.

Ἡ Κασ­δό­α, ὄν­τας στήν φυ­λα­κή καί πο­νῶντας ἀ­πό τίς ρα­βδώ­σεις καί μα­στι­γώ­σεις πού δέ­χθη­κε, λέ­ει πρός τόν ἅ­γιο ἀ­δελ­φό της· «Πα­ρα­κά­λε­σε γιά μέ­να τόν Θε­ό, ἀ­δελ­φέ, ἐ­πει­δή δέν μπο­ρῶ νά ὑ­πο­φέ­ρω τά βα­σα­νι­στή­ρια». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ἄς μή λι­γο­στεύ­ση ἡ πίστις σου πρός τόν Θε­ό. Καί ἐλ­πί­ζω στόν Χρι­στό, πού πί­στε­ψες, ὅ­τι αὐ­τός δέν θά ἐ­πι­τρέ­ψη νά σέ ἀγ­γί­ξη βά­σα­νος,  ἀλ­λ’ οὔ­τε θά δο­κι­μά­σης στό ἑ­ξῆς ἄλ­λο βα­σα­νι­στή­ριο». Ὁ βα­σι­λιάς λοι­πόν ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή τόν Γο­βδε­λα­ᾶ, πρό­στα­ξε νά δε­θῆ χέ­ρια καί πό­δια καί νά ρι­χθῆ στά πό­δια τῶν τα­χύ­τα­των ἀ­λό­γων πού εἶ­χε, γιά νά κα­τα­πα­τη­θῆ ἀ­πό αὐ­τά ὅ­λη τήν νύ­κτα καί νά πε­θά­νη βί­αι­α.

Ρί­χθηκε λοι­πόν ὁ Ἅ­γιος καί, ἐ­πει­δή βρέ­θη­κε τό πρω­ί ἀ­βλα­βής καί λυ­μέ­νος ἀ­πό τά δε­σμά, ἔ­κα­νε ὅ­λους νά ἀ­πο­ρή­σουν. Τό­τε ἀ­φοῦ θέρ­μα­νε σου­βλιά ὁ ἀ­πάν­θρω­πος τύ­ραν­νος, κα­τέ­καψε τά μέ­λη τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Στήν συ­νέ­χεια δι­α­τά­ζει νά βά­λουν μέ­σα στά δύ­ο του χέ­ρια δύ­ο κρε­μά­στες καί ἀ­πό αὐ­τά νά τόν κρε­μά­σουν ἐ­πά­νω σέ δύ­ο ξύ­λα, τά ὁ­ποῖ­α νά ἔ­χουν ἀ­πό­στα­σι με­τα­ξύ τους τρεῖς πή­χεις. Ὁ δέ γεν­ναῖ­ος ἀ­θλη­τής καί ἐ­κεῖ κρε­μα­σμέ­νος δέν ἔ­παυ­ε νά προ­σεύ­χε­ται καί νά δο­ξο­λο­γῆ τόν Θε­ό. Δύ­ο δέ Χρι­στια­νοί καί Πρε­σβύ­τε­ροι, δη­λα­δή Ἱ­ε­ρεῖς ὡς πρός τήν ἀ­ξί­α, Δα­δι­ής καί Αὐ­δι­ής ὀ­νο­μα­ζό­με­νοι, πα­ρα­στέ­κον­ταν κρυ­φά ἀ­πό τόν φό­βο τοῦ βασιλιᾶ καί ἔ­γρα­φαν τό κά­θε μαρ­τύ­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου. Σ’ αὐ­τούς εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος· «Ἄν εἶ­ναι δυ­να­τό, φέρ­τέ μου νε­ρό καί λά­δι γιά νά βα­πτι­σθῶ. Ἐ­άν ὅ­μως δέν εἶ­ναι δυ­να­τό, πα­ρα­κα­λέ­στε τόν Θε­ό νά γί­νη αὐ­τό».

Ἐ­νῷ ἔ­λε­γε αὐ­τά ὁ Ἅ­γιος, νά, ἀ­μέ­σως τόν σκε­πά­ζει ἕ­να μι­κρό σύ­νε­φο, σάν μί­α ὁ­μί­χλη καί συν­νε­φιά, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­βρε­ξε σάν βρύ­σι ἐ­πά­νω στήν κε­φα­λή τοῦ Μάρ­τυ­ρα νε­ρό καί λά­δι. Μα­ζί μά­λι­στα μέ τό σύ­νε­φο, ἦλθε καί φω­νή πού ἔ­λε­γε· «Δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ Γο­βδε­λα­ᾶ, νά, δέ­χθη­κες τό ἅ­γιο Βά­πτι­σμα». Καί ἀ­μέ­σως ἔ­λαμ­ψε τό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου σάν φῶς καί βγῆ­κε ἀ­πό αὐ­τόν καί εὐ­ω­δί­α ὄ­χι μι­κρή. Τό­τε ἀ­νέ­πεμ­ψε ὁ ἀ­θλη­τής δό­ξα καί ὕ­μνο στόν Σω­τῆ­ρα Χρι­στό. Ὁ δέ ὠ­μός Γάρ­γα­λος, ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σε τόν Μάρ­τυ­ρα ἀ­πό τό ξύ­λο, ἔ­ξυ­σε κα­λά­μια καί τά πλά­τυ­νε. Ἔ­πει­τα κα­τα­κέν­τη­σε μέ αὐ­τά ὅ­λο τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα, ἀ­πό τά πό­δια μέ­χρι τό κε­φάλι. Ὁ δέ τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­θλη­τής γιά  πολ­λές ὧ­ρες κα­τα­κεν­τού­με­νος καί ἔ­χον­τας ὅ­λο τόν νοῦ του συγ­κεν­τρω­μέ­νο στόν Θε­ό, πα­ρέ­δω­σε σ’ αὐ­τόν τήν ἁ­γί­α ψυ­χή του. Τό­τε ὁ Γάρ­γα­λος ἔ­δε­σε τά πό­δια τοῦ Ἁ­γί­ου μέ σχοι­νί. Καί τό σχοι­νί πά­λι τό ἔ­δε­σε σέ ἄ­γρια ἄ­λο­γα. Καί, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν, δι­έ­τα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες νά κτυ­ποῦν καί νά κυ­νη­γοῦν τά ἄ­λο­γα σέ τρα­χεῖς καί πε­τρώ­δεις τό­πους, μέ σκο­πό τό νε­κρό καί γυ­μνό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα νά δι­α­λυ­θῆ σέ κομ­μά­τια καί ἐν­τε­λῶς νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ. Καί ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε αὐ­τό ὁ ἀ­πάν­θρω­πος, ὅ­,τι μέ­ρος ἔ­μει­νε ἀ­πό τό ἀ­θλι­κώ­τα­το ἐ­κεῖ­νο μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος, τό μοί­ρα­σε σέ τρί­α, καί τά ἔρριξε αὐ­τά (ὤ ψυ­χῆς ὠ­μό­τα­της καί χει­ρό­τε­ρης ἀ­πό τά θη­ρί­α!) γιά νά τά φᾶ­νε τά πτη­νά καί τά σκυ­λιά. Ἀλ­λ’ οἱ δύ­ο Ἱ­ε­ρεῖς, ὁ Δα­δι­ής καί Αὐ­δι­ής, πού ἀ­να­φέρ­θη­κα­ν πα­ρα­πά­νω, ἀ­φοῦ ἀ­γό­ρα­σαν μέ πολ­λά χρή­μα­τα τά κομ­μά­τια ἐ­κεῖ­να τοῦ ἱ­ε­ροῦ λει­ψά­νου, τά με­τέ­φε­ραν μα­ζί μέ τόν Δι­ά­κο­νο Ἀρ­μα­ζα­δάκ στίς οἰ­κί­ες τους. Καί ἀ­φοῦ τά τύ­λι­ξαν μέ ἀ­ρώ­μα­τα καί σιν­δό­νια, τά ἐν­τα­φί­α­σαν μέ ­εὐ­λά­βεια.

Ὁ δέ Ἅ­γιος Δά­δας, ὁ ἐν­δο­ξό­τα­τος καί συγ­γε­νής τοῦ βα­σι­λιᾶ, ὅ­πως εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω, ἀ­φοῦ τι­μω­ρή­θη­κε μέ δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια, στό τέ­λος κό­πη­κε σέ κομ­μά­τια καί ἔ­τσι καί αὐ­τός ἐ­τε­λει­ώ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ. Κά­ποι­οι ὅ­μως φι­λό­χρι­στοι, ἀ­φοῦ πα­ρέ­λα­βαν τά μέ­λη του, τά ὁ­ποῖ­α κα­τα­κό­πη­καν καί τά τί­μη­σαν, ὅ­πως ἔ­πρε­πε, τά ἐν­τα­φί­α­σαν σέ ἱ­ε­ρό καί τί­μιο τό­πο. Τήν ὥ­ρα δέ πού οἱ ἀ­νω­τέ­ρω Ἱ­ε­ρεῖς καί οἱ λοι­ποί ἔ­ψα­λαν ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν νύ­κτα, δο­ξο­λο­γῶντας καί εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν Θε­ό, νά, κα­τά τά με­σά­νυ­κτα φαί­νε­ται ἀ­νά­με­σά τους ὁ Ἅ­γιος Γο­βδε­λα­ᾶς καί τούς λέ­ει. “Ἐν­δυ­να­μοῦ­σθε ἐν Κυ­ρί­ῳ ἀ­δελ­φοί. Καί νά πα­ρα­μέ­νε­τε στα­θε­ροί καί ἀ­με­τα­κί­νη­τοι καί «μή φο­βεῖ­σθε ἀ­πό τῶν ἀ­πο­κτε­νόν­των τό σῶ­μα, τήν δέ ψυ­χήν μή δυ­να­μέ­νων ἀ­πο­κτεῖ­ναι»”. Οἱ δέ ἱ­ε­ρεῖς πού ἔ­ψα­λαν, βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γιο, χά­ρη­καν. Τούς  εἶ­πε πά­λι ὁ Μάρ­τυ­ρας. «Ὁ Κύ­ριος νά σᾶς ἀ­πο­δώ­ση τόν μι­σθό, γιά τόν κό­πο πού κά­να­τε». Καί, ἀ­φοῦ ἔ­σκυ­ψε τήν κε­φα­λή, εἶ­πε πρός τόν Δα­δι­ή· «Πά­ρε τό κέ­ρα­το τοῦ ἐ­λαί­ου, δη­λα­δή τό Ἅ­γιο Μύ­ρο. Πα­ρό­μοι­α πᾶ­ρε καί τό τί­μιο Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Καί πη­γαί­νον­τας μέ­σα στό βα­σι­λι­κό πε­ρι­βό­λι, μύ­ρω­σε τήν ἀ­δελ­φή μου Κασ­δό­α καί κοι­νώ­νη­σέ την ἀ­πό τό Ἅ­γιο Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου». Ὁ δέ Δα­δι­ής παίρ­νον­τάς τα, πῆ­γε. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, μό­λις ἔ­φθα­σε στήν πόρ­τα τοῦ πε­ρι­βο­λιοῦ, τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί μπῆ­κε μα­ζί του μέ­σα στό πε­ρι­βό­λι. Τό­τε ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας, ἀ­φοῦ βά­πτι­σε τήν Κασ­δό­α, τήν μύ­ρω­σε καί ἀ­φοῦ τήν κοι­νώ­νη­σε ἀ­πό τά ἄ­χραν­τα μυ­στή­ρια, εἶ­πε. «Πή­γαι­νε καί κοι­μή­σου μέ­χρι τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ». Καί ἀ­μέ­σως παίρ­νον­τας ὁ Ἄγ­γε­λος τήν ἁ­γί­α της ψυ­χή, ἀ­νέ­βη­κε στά Οὐ­ρά­νια.

Ἕ­νας ἄλ­λος πά­λι συγ­γε­νής τοῦ βα­σι­λιᾶ, Κασ­δό­ος ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, δάρ­θη­κε μέ σπα­θί ξύ­λι­νο γιά τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί ἐ­τε­λει­ώ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ. Τό πρω­ί μπῆ­κε ἡ βα­σί­λισ­σα στήν φυ­λα­κή καί βρί­σκον­τας τήν θυ­γα­τέ­ρα της Κασ­δό­α τε­λει­ω­μέ­νη, γύ­ρι­σε λυ­πη­μέ­νη στά βα­σί­λεια καί λέ­ει στόν ἄν­δρα της· «Στό ἑ­ξῆς βα­σι­λιά, νά χαί­ρε­σαι ἐ­σύ καί ἡ βα­σι­λεί­α σου. Δι­ό­τι, ὁ μέν υἱ­ός μου Γο­βδε­λα­ᾶς θα­να­τώ­θη­κε, ἀ­φοῦ τι­μω­ρή­θη­κε μυ­ρι­ο­πλά­σια ἀ­πό ἐ­σέ­να, σάν νά εἶ­χε κά­νει ἐγ­κλή­μα­τα χι­λιά­δων ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν, ἡ δέ θυ­γα­τέ­ρα μου Κασ­δό­α, νά καί αὐ­τή πέ­θα­νε, ἀ­φοῦ πρῶ­τα κα­τα­ξε­σχί­σθη­κε μέ ἀγ­κα­θω­τά ρα­βδιά, ­σάν νά ἤ­θε­λε νά σκο­τώ­ση τόν ἴ­διό της πα­τέ­ρα». Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἄ­σπλαγ­χνος ἐ­κεῖ­νος καί αἱ­μο­βό­ρος ἄν­θρω­πος μα­ζί καί πα­τέ­ρας, κα­θό­λου δέν συγ­κι­νή­θη­κε, οὔ­τε ἔ­δει­ξε κά­ποι­α συμ­πά­θεια. Ἐ­νῷ ἡ μη­τέ­ρα βα­σί­λισ­σα παίρ­νον­τας ἀ­ρώ­μα­τα ποι­κί­λα καί εὐ­ω­δέ­στα­τα, μύ­ρι­σε τό λεί­ψα­νο τῆς Κασ­δό­ας, τῆς Ἁ­γί­ας θυ­γα­τέ­ρας της. Καί ἀ­φοῦ τό τύ­λι­ξε μέ πορ­φύ­ρα βα­σι­λι­κή, τό ἔ­βα­λε μα­ζί μέ τό λεί­ψα­νο τοῦ Γο­βδε­λα­ᾶ τοῦ Ἁ­γί­ου υἱ­οῦ της. Εἰς δό­ξαν Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης