Τῷ αὐτῷ μηνί KΘ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Κυριακοῦ τοῦ Ἀναχωρητοῦ[1].
Σκίλλης ἀμύνη Κυριακέ πικρία,
Γεῦσιν γλυκεῖαν, ᾗ θανεῖν κατεκρίθης.
Σκιλλοβόρος δ’ ἐνάτῃ μύσεν εἰκάδι Κυριακός.
Αὐτός εἶχε ὡς πατρίδα τήν Κόρινθο καί γονεῖς τόν Ἰωάννη, τόν Πρεσβύτερο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου καί τήν Εὐδοξία στά χρόνια Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, κατά τό ἔτος 408. Εἶχε αὐτός καί ὡς θεῖο ἀπό τόν πατέρα του τόν Πέτρο τόν Ἐπίσκοπο τῆς Κορίνθου, ἀπό τόν ὁποῖο ἔγινε Ἀναγνώστης. Ὅταν κυριεύθηκε ἀπό τόν πόθο τοῦ Θεοῦ, πῆγε στά Ἱεροσόλυμα. Καί ἀφοῦ προσῆλθε στόν Μέγα Εὐθύμιο μέ χαρά ἔγινε δεκτός ἀπό αὐτόν καί γίνεται μοναχός καί ὄντας δεκαοκτώ ἐτῶν στήν ἡλικία. Ἐπειδή ὅμως ἦταν ἀγένειος, γι’ αὐτό ἐστάλη ἀπό τόν Ἅγιο Εὐθύμιο πρός τόν Ἅγιο Γεράσιμο, ἀφοῦ δηλαδή πέθανε ὁ μακάριος Θεόκτιστος. Ὑπηρετοῦσε λοιπόν πρόθυμα ὁ θεῖος Κυριακός σέ ὅλα τά προστάγματα τοῦ μεγάλου Γερασίμου, τόσο, πού καί αὐτός ὁ Γεράσιμος, ἀρεσκόμενος καί ἐπαινῶντας τήν σκληρή του ζωή, τόν ἔπαιρνε μαζί του στήν ἔρημο τοῦ Ρουβᾶ, ὅταν πήγαινε ἐκεῖ τόν καιρό τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ὅταν πέθανε ὁ Ἅγιος Γεράσιμος, πῆγε στήν Λαύρα τοῦ μεγάλου Εὐθυμίου καί ἡσύχαζε. Ἀπό ἐκεῖ ὅμως πῆγε στήν Λαύρα τοῦ Χαρίτωνος, πού λέγεται τοῦ Σουκᾶ. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ διακόνησε μέ ἐπιμέλεια, ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης. Στά χρόνια ἐκεῖνα πού ἔμενε στήν Λαύρα τοῦ Σουκᾶ δέν ὠργίσθηκε ποτέ ὁ τρισόλβιος, ἀλλ’ οὔτε ἔφαγε ποτέ τήν ἡμέρα, ἀλλά τήν νύκτα. Ὅταν ὅμως ἔγινε ἑβδομῆντα ἑπτά ἐτῶν, τότε ἀναχώρησε στήν ἔρημο, πού λέγεται τοῦ Νατουφᾶ καί ζοῦσε μέ μόνο τά σκυλοκρέμυδα πού ἦταν ἐκεῖ. Ἀπό αὐτά ἀφοῦ ἔφαγε κρυφά μία φορά ὁ μαθητής του, βλάφτηκε καί ἔγινε σάν νεκρός. Ὁ Ἅγιος ὅμως μέ τήν προσευχή του τόν ἀνέστησε. Ἀκόμη καί ἕναν νέο, πού ἔπασχε ἀπό δαιμόνιο, τόν ἐλευθέρωσε.
Ἀπό ἐκεῖ πάλι ὅμως ἀνεχώρησε λόγῳ τῆς συγχύσεως τῶν πολλῶν καί πῆγε σέ ἕναν τόπο ἄβατο, ὀνομαζόμενο Σουσακείμ, ὄντας τότε ἐνεννῆντα ἐννέα ἐτῶν. Ἐκεῖ εἶχε ὁ ἀοίδιμος καί ἕνα λιοντάρι, πού τόν ὑπηρετοῦσε καί φύλαγε τά λάχανα. Μία φορά πού ξηραίνονταν ἀπό ἀνομβρία τά λάχανά του καί ὁ Ἅγιος διψοῦσε, ὤ τοῦ θαύματος!, ἦλθε μέ τήν προσευχή του ἀπό ἐπάνω σύννεφο καί ἔβρεξε. Τότε γέμισαν οἱ στάμνες καί τά κοιλώματα τῶν πετρῶν.
Ἐπειδή ὅμως οἱ Πατέρες τῆς Λαύρας τοῦ Σουκᾶ ἦλθαν καί τόν παρεκάλεσαν πολύ, γιά νά πάη νά ἡσυχάση στό σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Χαρίτωνος, ὑπάκουσε στίς δεήσεις τους ὁ Ὅσιος καί πῆγε ἐκεῖ καί ἡσύχασε. Γι’ αὐτό ὁ θαυμάσιος Κύριλλος, ὁ ὁποῖος συνέγραψε τούς Βίους τῶν μεγάλων Ὁσίων Εὐθυμίου καί Σάββα, αὐτός, λέω, συχνά πηγαίνοντας ἐκεῖ πρός τόν Ὅσιο Κυριακό, ἔμαθε ἀπό αὐτόν μέ λεπτομέρεια τά κατορθώματα τῶν ἀνωτέρω Ὁσίων καί γιά αὐτό προσπάθησε καί ἔγραψε τούς βίους των. Ἔζησε λοιπόν ὁ μέγας αὐτός Κυριακός ἑκατόν ἑπτά ἔτη. Καί μέχρι τό τέλος δέν ὑποχώρησε ἀπό τήν συνήθη του ἄσκησι. Ἦταν λοιπόν ὁ Ἅγιος αὐτός πρᾶος, εὐκολοπλησίαστος, προλέγοντας τά μέλλοντα μέ θεία ἀποκάλυψι. Ἦταν μεγαλόσωμος, ἔχοντας καί κάποια ὡραιότητα καί φυσική χάρι. Καί εἶχε ὅλα τά μέλη τοῦ σώματος ὑγιᾶ χωρίς καμμία βλάβη, πού προέρχεται ἀπό τά γηρατειά. Ἀφοῦ ἀσθένησε γιά λίγο, ἔτσι παρέδωσε τήν ψυχή του στόν ποθούμενο Κύριο.
Μνήμη τῶν σύν τῷ Γοβδελαᾷ ἀθλησάντων Δᾴδα, Κασδόου καί Κασδόας, τῆς θυγατρός τοῦ αὐτοῦ Σαβωρίου, βασιλέως Περσῶν.
Εἰς τόν Δάδαν.
Ξίφει μεληδόν σῶμα πᾶν τετμημένος,
Τό πνεῦμα σῴζεις μάρτυς ὑψίστου Δᾴδα.
Εἰς τόν Κασδόον καί Κασδόαν.
Ἀθλοῦσιν ἄμφω Κασδόος καί Κασδόα,
Ὁ μέν, σπαθισθείς, ἡ δέ, θλασθεῖσα ξύλῳ.
Στά χρόνια τοῦ Σαβωρίου, βασιλιᾶ τῶν Περσῶν, κατά τό ἔτος 340, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος Δᾴδας ὀνομαζόμενος, στό γένος Πέρσης, στήν πίστι ὅμως Χριστιανός. Ἦταν ἀπό τούς πρώτους πού ἦταν στό βασιλικό παλάτι καί συγγενής προσφιλέστατος τοῦ βασιλιᾶ. Αὐτός λοιπόν ἐπειδή στάλθηκε στό νά ἐξουσιάζη μερικές πόλεις τῶν Περσῶν, δέν ἔκρινε εὔλογο νά κρύβη πλέον τήν εὐσέβεια, ἀλλά σεβόταν τόν Χριστό φανερά. Ἔτσι μολονότι καί συκοφαντήθηκε στόν βασιλιά, ὅτι ἦταν Χριστιανός, παρόλα αὐτά δέν τοῦ ἀφαιρέθηκε ἡ ἐξουσία. Στάλθηκε δέ ἀπό τόν βασιλιά ὁ Ἀδραμέλεχ ὁ πρῶτος τῶν μεγιστάνων, γιά νά μάθη τήν ἀλήθεια, ὁ ὁποῖος βρίσκοντας τόν Δᾴδα στήν πραγματικότητα νά σέβεται τόν Χριστό, ἔγραψε γι’ αὐτό στόν βασιλιά. Ὁ δέ βασιλιάς ἀντέγραψε καί ἔδωσε στόν Ἀδραμέλεχ ἐξουσία νά τιμωρήση ὅποιον Χριστιανό βρῆ. Αὐτή τήν ἔγγραφη ἐξουσία τήν ἔστειλε στόν Ἀδραμέλεχ μέ τόν Γοβδελαᾶ τόν υἱό του.
Τότε ὁ Ἀδραμέλεχ, ἀφοῦ δέχθηκε τήν ἐξουσία αὐτή, ἄρχισε νά ἐξετάζη τόν Δάδα, ἐνῷ καθόταν μαζί του στό κριτήριο καί ὁ Γοβδελαᾶς, ὁ υἱός τοῦ βασιλιᾶ. Ἀφοῦ λοιπόν ἔκριναν τόν Ἅγιο καί πρότειναν ἀπειλές καί κολακεῖες, τόν βρῆκαν, ὅτι ὁλόψυχα πίστευε στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί ὅτι γιά τήν ἀγάπη αὐτοῦ προτιμοῦσε νά πεθάνη. Τότε ἄναψαν ἕνα μεγάλο καί δυνατό καμίνι καί προστάζουν νά ριχθῆ μέσα ὁ Ἅγιος. Ὅταν λοιπόν ἐπρόκητο ὁ Μάρτυρας νά ριχθῆ σ’ αὐτήν, πού ὕψωνε δυνατά τήν φλόγα καί ἀπειλοῦσε καί ἐκείνους πού ἦταν μακριά καί τήν ἔβλεπαν, τότε πλησίασε ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ, ἔκανε ἐπάνω σ’ αὐτήν τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ, καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως ἔσβησε τό καμίνι καί ἀντί γιά φλόγα ἀνέβλυσε νερό. Αὐτό τό θαῦμα βλέποντας οἱ ἐκεῖ παρόντες, θαύμασαν.
Ὁ υἱός τοῦ βασιλιᾶ Γοβδελαᾶ, εἶπε· «Προσφιλέστατε, Δάδα, ποιός σέ δίδαξε τίς μαγεῖες αὐτές;». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Εὔχομαι καί ἐσύ νά ἀξιωθῆς νά μάθης αὐτά ἀπό τόν δάσκαλό μου Χριστό». Ὁ Γοβδελαᾶς εἶπε. «Ἐάν πιστέψω στόν Χριστό σου, θά μπορέσω καί ἐγώ νά κάμνω παρόμοια»; Ὁ Μάρτυρας ἀποκρίθηκε. «Ὄχι μόνον αὐτά θά κάνης, ἀλλά καί ἐπί πλέον θά βασιλεύσης μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό». Τότε πρόσταξε ὁ Γοβδελαᾶς νά ἀναφθῆ ἕνα ἄλλο καμίνι. Καί ἀφοῦ ἐπικαλέσθηκε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως τήν ἔσβησε. Τότε πέφτοντας μπροστά στόν Ἅγιο, πίστεψε στόν Χριστό.
Βλέποντας αὐτά ὁ Ἀδραμέλεχ, πῆγε καί τά φανέρωσε στόν βασιλιά. Ὁ βασιλιάς, ἀφοῦ κάλεσε μπροστά του τόν υἱό του Γοβδελαᾶ καί πληροφορήθηκε ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο, ὅτι εἶναι Χριστιανός, προστάζει νά δέρνεται ἀπό τέσσαρες στρατιῶτες μέ ἀγκαθωτά ραβδιά. Ὅταν οἱ στρατιῶτες ἐκεῖνοι κουράσθηκαν νά τόν δέρνουν, ἀντικαταστάθηκαν μέ ἄλλους τέσσαρες. Ὁ μέν Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, κτυπόμενος σέ ὅλο τό σῶμα, παρακαλοῦσε σιωπηλά τόν Θεό νά τοῦ δοθῆ ὑπομονή. Καί, ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίσθηκε καί τόν δυνάμωνε καί τόν ἐνθάρρυνε λέγοντας· «Ἔχε θάρρος καί μή φοβᾶσαι, διότι εἶμαι μαζί σου». Στήν συνέχεια ρίχνεται στήν φυλακή καί μένει σ’ αὐτήν πέντε ἡμέρες. Κατόπιν ἔδωσε ὁ βασιλιάς ἐξουσία σέ ἕναν ἄλλο, Γάργαλο ὀνόματι, νά τιμωρήση τόσο τόν υἱό του Γοβδελαᾶ, ὅσο καί τούς ἄλλους Χριστιανούς. Καί λοιπόν ἀμέσως προστάζει ὁ Γάργαλος νά δαρῆ ὁ Γοβδελαᾶς μέ βούνευρα. Δερνόμενος ὁ ἀθλητής τοῦ Κυρίου, προσευχόταν στόν Θεό, ἀναθεματίζοντας τήν θρησκεία τοῦ πατέρα του. Τότε ὁ Γάργαλος πρόσταξε νά βγάλουν δύο λουριά ἀπό τά πόδια μέχρι τό κεφάλι τοῦ Ἁγίου, λέγοντας καί τό ἑξῆς περιπαικτικά· «Τώρα βέβαια θά ἔλθη ὁ Χριστός σου, γιά νά σέ κάνη ὑγιῆ». Καί ὅταν ἔγινε αὐτό, τόν ἔδεσαν δυνατά καί τόν ἔρριξαν στήν φυλακή.
Ἐπειδή μόνα τους λύθηκαν τά δεσμά καί ὁ Ἅγιος ἀμέσως ἔγινε ὑγιής, ὅπως ἦταν καί προηγουμένως, γι’ αὐτό ὁ Γάργαλος, βλέποντας τό θαῦμα, ἀπόρησε καί πηγαίνοντας στόν βασιλιά, τά φανέρωσε. Ὁ βασιλιάς εἶπε· ‘σκοτῶστε τόν δυσσεβῆ, ἐπειδή αὐτός δέν εἶναι υἱός μου, ἀλλ’ ἐπίβουλός μου, διότι πίστεψε στόν Χριστό’. Τότε ὁ θηριώδης Γάργαλος πρόσταξε νά πυρώσουν μία σοῦβλα καί νά τήν διαπεράσουν ἀπό τό ἕνα αὐτί μέχρι τό ἄλλο αὐτί τοῦ μακαρίου Γοβδελαᾶ. Καί ὅταν ἔγινε αὐτό, τόν ἔβαλε στήν φυλακή. Ἐκεῖ λοιπόν ἐνῷ προσευχόταν ὁ Μάρτυρας, ἰδού, ἦλθε Ἄγγελος Κυρίου, καί ἔβγαλε τήν σοῦβλα ἀπό τά αὐτιά του καί τόν θεράπευσε. Βλέποντας ὅμως ὁ Γάργαλος τόν Μάρτυρα ὑγιῆ, δέν θέλησε νά συνετισθῆ ὁ ἀσύνετος. Ἀλλά ἀφοῦ καταξέσχισε μέ βούνευρα τό σῶμα τοῦ Ἁγίου, τόν ἔβαλε πάλι στήν φυλακή. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα δέρνει τόν Μάρτυρα μέ ραβδιά ἀγκαθωτά ἀπό ροδιά. Κατόπιν καταξεσχίζει ἄσπλαγχνα τά πλευρά του μέ σιδερένιες ἀγκίδες, δηλαδή μέ ἄγγιστρα, λέγοντας εἰρωνευτικά· «Ἄς δοῦμε, ἄν ἔλθη καί τώρα ὁ Χριστός σου νά σέ θεραπεύση». Καί ἔπειτα πάλι τόν φυλάκισε. Ἀμέσως ὅμως, μόλις προσευχήθηκε ὁ Μάρτυρας, ἔλαβε τήν θεραπεία, ὁπότε εὐχαριστοῦσε καί δόξαζε τόν Θεό. Βλέποντας ὅμως οἱ ἄνθρωποι, πού βρίσκονταν στήν φυλακή, αὐτά τά θαυμάσια, θαυμάζοντας ἔλεγαν· «Μέγας εἶναι ὁ Θεός τῶν Χριστιανῶν».
Ὁ Γάργαλος, ὅταν τό ἄκουσε αὐτό, θύμωσε. Τότε διέταξε νά τοποθετηθοῦν στούς ὤμους τοῦ Μάρτυρα ἀγκίδες σιδερένιες καί ἀπό αὐτές νά κρεμασθῆ. Καί ἔτσι νά παραμείνη κρεμασμένος ἀπό τήν τρίτη ὥρα ἕως τήν ἐνάτη. Ὁ Μάρτυρας ὅμως, ἐνῷ ἦταν κρεμασμένος, προσευχόταν. Ἀφοῦ τόν κατέβασαν ἀπό ἐκεῖ, πάλι τόν ἔρριξαν στήν φυλακή. Ἡ μητέρα τοῦ Μάρτυρα καί ἡ ἀδελφή του Κασδόα ἐπιθυμοῦσαν νά τόν δοῦν, ἀλλά φοβοῦνταν τόν βασιλιά. Ὅταν ἔμαθε αὐτή τήν εἴδησι ὁ βασιλιάς, εἶπε στόν Γάργαλο. «Ἀκόμη ζῆ ὁ Γοβδελαᾶς»; Ὁ Γάργαλος ἀποκρίθηκε· ‘Ναί, βασιλιά, ζῆ’.
Τότε προστάζει ὁ βασιλιάς νά γδάρουν τό δέρμα τῆς κεφαλῆς τοῦ Μάρτυρα, ἀρχίζοντας ἀπό τόν λαιμό καί μέ τό δέρμα αὐτό νά σκεπάσουν τό πρόσωπό του. Ὅταν ἔγινε αὐτό, πάλι ρίχθηκε ὁ Μάρτυρας στήν φυλακή, δοξάζοντας καί εὐχαριστῶντας τόν Θεό. Τήν ἐρχομένη ἡμέρα, ὅταν ἔμαθε ὁ βασιλιάς, ὅτι ἀκόμη ζῆ ὁ Ἅγιος, προστάζει νά ξερριζώσουν ὅλα τά νύχια τῶν χεριῶν καί τῶν ποδιῶν του καί νά βγάλουν τούς τέσσαρες τραπεζῖτες τῶν δοντιῶν του καί ἔτσι νά τόν ρίξουν πάλι στήν φυλακή, σάν ἕνα ψόφιο σκυλί. Ἔδωσε μάλιστα καί διαταγή ὁ θηριόγνωμος, κανένας νά μή τοῦ προσφέρη καμμία παρηγοριά, ἕως καί σταγόνα νεροῦ, ἀλλά οὔτε καί νά μπῆ κανένας στήν φυλακή.
Ἀλλ’ ἡ ἀδελφή τοῦ Μάρτυρα Κασδόα, τόλμησε καί πῆγε κρυφά στήν φυλακή καί ἔδωσε νερό στόν ἀγαπητό της ἀδελφό. Διότι εἶπε στόν δεσμοφύλακα· «Ἐάν ἐσύ φανερώσης σέ κάποιον τήν ὑπόθεσι, γνώριζε, ὅτι θά ἀποκεφαλισθῆς σίγουρα». Καί ὁ μέν τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής, ἕως τότε ζητοῦσε παρηγοριά καί θεραπεία ἀπό τόν Θεό, ἐπειδή ἀκόμη δέν ἦταν ἡ ψυχή του παγιωμένη καί σταθερή στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὅμως παγιώθηκε, δέν ζητοῦσε πλέον θεραπεῖες, ὄχι, ἀλλά ζητοῦσε νά τοῦ δοθῆ ἀπό τόν Θεό ὑπομονή καί προθυμία στά βασανιστήρια. Ὅταν τήν ἔλαβε αὐτήν μέ τήν ἔλλαμψι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτός ἦταν πληγωμένος καί τόν ἑαυτό του δέν θεράπευε, χαιρόταν ὅμως μᾶλλον νά θεραπεύη ἄλλους, γι’ αὐτό καί ὅλοι θαύμαζαν γι’ αὐτό. Τότε καί ἕνας φοβερός μάγος, ὀνομαζόμενος καί αὐτός Γάργαλος, βρισκόμενος τότε στήν φυλακή γιά τά πολλά κακά πού ἔπραξε· αὐτός, λέω, βλέποντας τήν τόση ὑπομονή τοῦ Ἁγίου καί τά ἔνδοξα καί ἐξαίσια θαύματα, πού ἔγιναν ἀπό αὐτόν στήν φυλακή, ἔπεσε στά πόδια του καί ἔλεγε. «Σέ παρακαλῶ, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, θυμήσου με ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ σου». Καί ὁ Ἅγιος τοῦ εἶπε· «Πίστεψε σ’ αὐτόν καί θά σέ λυτρώση ἀπό ὅλες τίς ἁμαρτίες σου». Τότε ὁ Γάργαλος εἶπε. «Πιστεύω σέ ἐσένα, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ». Καί ἀπό τότε προσκολλήθηκε στόν Ἅγιον Γοβδελαᾶ.
Κατά τήν ἐρχόμενη ἡμέρα κάθισε ὁ ἄρχοντας στό κριτήριο καί ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν μπροστά του καί οἱ δύο, ὁ Ἅγιος, λέω, Γοβδελαᾶς καί ὁ πρώην μάγος Γάργαλος, διέταξε νά γδύσουν τόν Γάργαλο καί νά τόν δέρνουν μέ ραβδιά. Δερνόμενος λοιπόν ἔβλεπε στόν οὐρανό καί ἔλεγε· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, γιά τό ὄνομά σου πάσχω καί δυνάμωσέ με». Ὅταν εἶπε αὐτά, παρέδωσε τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος Γοβδελαᾶς, ἀφοῦ τοποθετήθηκε σέ ἕνα ξύλινο κοχλία, δηλαδή γαλιάγρα, κατατσακίζεται στά πόδια. Ἔπειτα καίεται ἄσπλαγχνα στίς μασχάλες μέ πυρωμένες σιδερένιες σφαῖρες καί ἔτσι ρίχθηκε στήν φυλακή. Ὅσοι βρίσκονταν στήν φυλακή δεμένοι καί πληγωμένοι, χρίονταν μέ τά αἵματα, πού ἔτρεχαν ἀπό τίς πληγές τοῦ Μάρτυρα καί θεραπεύονταν. Ἀλλά καί ἄρρωστοι, ἐκεῖ τρέχοντας, ἐλάμβαναν τήν ὑγεία τους καί δόξαζαν τόν Θεό. Αὐτά ἀκούγοντας ὁ ἄρχοντας Γάργαλος δέν τά πίστευε. Μετά δεκαπέντε μέρες, ὅμως, βγάζοντας τόν Ἅγιο ἀπό τήν φυλακή, τόν βρῆκε ὁλόκληρο καί ὑγιῆ. Βλέποντας αὐτό, ἔγινε κατάπλητος. Καί ἀντί νά πιστέψη καί νά ἠρεμήση, περισσότερο σκληρός ἔγινε ὁ θηριόγνωμος. Καί γι’ αὐτό προστάζει νά κάψουν πολύ ἕνα καζάνι, τό ὁποῖο ἦταν γεμᾶτο ἀπό πίσσα καί θειάφι, καί μέσα σέ αὐτό νά βάλουν τόν Ἅγιο. Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ κύτταξε στόν οὐρανό, προσευχήθηκε καί ἔτσι μπῆκε στό καζάνι. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως σχίσθηκε τό καζάνι καί βγῆκε ἀπό αὐτό ὁ Μάρτυρας ἀβλαβής.
Αὐτό βλέποντας ὁ ἀπάνθρωπος Γάργαλος, συσκέφθηκε μέ τούς ἄρχοντές του, νά σταυρώση ἐπάνω σέ ξύλο γυμνό τόν Ἅγιο, ἐνῷ πλῆθος πολύ νά στέκεται ἀπό μακριά καί νά τόν σημαδεύουν μέ βέλη. Τότε μποροῦσε νά ἰδῆ κανείς ἕνα πρᾶγμα παράδοξο. Διότι, ὄχι μόνο ὁ Ἅγιος ἔμεινε ἀπλήγωτος ἀπό τά βέλη πού τοῦ ἔρριχναν, ἀλλά καί τά βέλη πού τά ἔρριχναν ἐναντίον του, παρέμεναν κρεμασμένα στόν ἀέρα. Αὐτό τό θαῦμα ὅλους ἐξέπληξε. Ἐπειδή καί ἐκεῖνος, πού ἔδωσε τήν συμβουλή αὐτή στόν Γάργαλο, τέντωσε τό τόξο του, γιά νά κτυπήση τόν Ἅγιο, ὤ τοῦ θαύματος!, τό σταλμένο βέλος ἀμέσως ἐπέστρεψε καί κτύπησε τόν δικό του δεξιό ὀφθαλμό.
Ὅταν τά ἔμαθε αὐτά ὁ βασιλιάς, ἔστειλε τήν Κασδόα, τήν θυγατέρα του, ἐλπίζοντας ὅτι αὐτή μέ τά γλυκά λόγια της θά μπορέση νά καταπείση τόν ἀδελφό της Γοβδελαᾶ νά ὑπακούση στόν πατέρα τους καί νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό. Ἡ Κασδόα ὅμως ἦλθε κοντά στόν ἀδελφό καί, ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπό αὐτόν, ἔγινε Χριστιανή. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ πατέρας τους καί βασιλιάς, θύμωσε. Τότε διέταξε νά ἁπλώσουν τήν θυγατέρα του καί νά τήν δείρουν σκληρά μέ ράβδους. Ὅταν ἔγινε αὐτό, τήν ἔβαλε στήν φυλακή.
Ἡ Κασδόα, ὄντας στήν φυλακή καί πονῶντας ἀπό τίς ραβδώσεις καί μαστιγώσεις πού δέχθηκε, λέει πρός τόν ἅγιο ἀδελφό της· «Παρακάλεσε γιά μένα τόν Θεό, ἀδελφέ, ἐπειδή δέν μπορῶ νά ὑποφέρω τά βασανιστήρια». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Ἄς μή λιγοστεύση ἡ πίστις σου πρός τόν Θεό. Καί ἐλπίζω στόν Χριστό, πού πίστεψες, ὅτι αὐτός δέν θά ἐπιτρέψη νά σέ ἀγγίξη βάσανος, ἀλλ’ οὔτε θά δοκιμάσης στό ἑξῆς ἄλλο βασανιστήριο». Ὁ βασιλιάς λοιπόν ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπό τήν φυλακή τόν Γοβδελαᾶ, πρόσταξε νά δεθῆ χέρια καί πόδια καί νά ριχθῆ στά πόδια τῶν ταχύτατων ἀλόγων πού εἶχε, γιά νά καταπατηθῆ ἀπό αὐτά ὅλη τήν νύκτα καί νά πεθάνη βίαια.
Ρίχθηκε λοιπόν ὁ Ἅγιος καί, ἐπειδή βρέθηκε τό πρωί ἀβλαβής καί λυμένος ἀπό τά δεσμά, ἔκανε ὅλους νά ἀπορήσουν. Τότε ἀφοῦ θέρμανε σουβλιά ὁ ἀπάνθρωπος τύραννος, κατέκαψε τά μέλη τοῦ Μάρτυρα. Στήν συνέχεια διατάζει νά βάλουν μέσα στά δύο του χέρια δύο κρεμάστες καί ἀπό αὐτά νά τόν κρεμάσουν ἐπάνω σέ δύο ξύλα, τά ὁποῖα νά ἔχουν ἀπόστασι μεταξύ τους τρεῖς πήχεις. Ὁ δέ γενναῖος ἀθλητής καί ἐκεῖ κρεμασμένος δέν ἔπαυε νά προσεύχεται καί νά δοξολογῆ τόν Θεό. Δύο δέ Χριστιανοί καί Πρεσβύτεροι, δηλαδή Ἱερεῖς ὡς πρός τήν ἀξία, Δαδιής καί Αὐδιής ὀνομαζόμενοι, παραστέκονταν κρυφά ἀπό τόν φόβο τοῦ βασιλιᾶ καί ἔγραφαν τό κάθε μαρτύριο τοῦ Ἁγίου. Σ’ αὐτούς εἶπε ὁ Ἅγιος· «Ἄν εἶναι δυνατό, φέρτέ μου νερό καί λάδι γιά νά βαπτισθῶ. Ἐάν ὅμως δέν εἶναι δυνατό, παρακαλέστε τόν Θεό νά γίνη αὐτό».
Ἐνῷ ἔλεγε αὐτά ὁ Ἅγιος, νά, ἀμέσως τόν σκεπάζει ἕνα μικρό σύνεφο, σάν μία ὁμίχλη καί συννεφιά, τό ὁποῖο ἔβρεξε σάν βρύσι ἐπάνω στήν κεφαλή τοῦ Μάρτυρα νερό καί λάδι. Μαζί μάλιστα μέ τό σύνεφο, ἦλθε καί φωνή πού ἔλεγε· «Δοῦλε τοῦ Θεοῦ Γοβδελαᾶ, νά, δέχθηκες τό ἅγιο Βάπτισμα». Καί ἀμέσως ἔλαμψε τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου σάν φῶς καί βγῆκε ἀπό αὐτόν καί εὐωδία ὄχι μικρή. Τότε ἀνέπεμψε ὁ ἀθλητής δόξα καί ὕμνο στόν Σωτῆρα Χριστό. Ὁ δέ ὠμός Γάργαλος, ἀφοῦ κατέβασε τόν Μάρτυρα ἀπό τό ξύλο, ἔξυσε καλάμια καί τά πλάτυνε. Ἔπειτα κατακέντησε μέ αὐτά ὅλο τό σῶμα τοῦ Μάρτυρα, ἀπό τά πόδια μέχρι τό κεφάλι. Ὁ δέ τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής γιά πολλές ὧρες κατακεντούμενος καί ἔχοντας ὅλο τόν νοῦ του συγκεντρωμένο στόν Θεό, παρέδωσε σ’ αὐτόν τήν ἁγία ψυχή του. Τότε ὁ Γάργαλος ἔδεσε τά πόδια τοῦ Ἁγίου μέ σχοινί. Καί τό σχοινί πάλι τό ἔδεσε σέ ἄγρια ἄλογα. Καί, ἔτσι ὅπως ἦταν, διέταξε τούς στρατιῶτες νά κτυποῦν καί νά κυνηγοῦν τά ἄλογα σέ τραχεῖς καί πετρώδεις τόπους, μέ σκοπό τό νεκρό καί γυμνό σῶμα τοῦ Μάρτυρα νά διαλυθῆ σέ κομμάτια καί ἐντελῶς νά ἐξαφανισθῆ. Καί ἀφοῦ ἔκανε αὐτό ὁ ἀπάνθρωπος, ὅ,τι μέρος ἔμεινε ἀπό τό ἀθλικώτατο ἐκεῖνο μέρος τοῦ σώματος, τό μοίρασε σέ τρία, καί τά ἔρριξε αὐτά (ὤ ψυχῆς ὠμότατης καί χειρότερης ἀπό τά θηρία!) γιά νά τά φᾶνε τά πτηνά καί τά σκυλιά. Ἀλλ’ οἱ δύο Ἱερεῖς, ὁ Δαδιής καί Αὐδιής, πού ἀναφέρθηκαν παραπάνω, ἀφοῦ ἀγόρασαν μέ πολλά χρήματα τά κομμάτια ἐκεῖνα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, τά μετέφεραν μαζί μέ τόν Διάκονο Ἀρμαζαδάκ στίς οἰκίες τους. Καί ἀφοῦ τά τύλιξαν μέ ἀρώματα καί σινδόνια, τά ἐνταφίασαν μέ εὐλάβεια.
Ὁ δέ Ἅγιος Δάδας, ὁ ἐνδοξότατος καί συγγενής τοῦ βασιλιᾶ, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἀφοῦ τιμωρήθηκε μέ διάφορα βασανιστήρια, στό τέλος κόπηκε σέ κομμάτια καί ἔτσι καί αὐτός ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ. Κάποιοι ὅμως φιλόχριστοι, ἀφοῦ παρέλαβαν τά μέλη του, τά ὁποῖα κατακόπηκαν καί τά τίμησαν, ὅπως ἔπρεπε, τά ἐνταφίασαν σέ ἱερό καί τίμιο τόπο. Τήν ὥρα δέ πού οἱ ἀνωτέρω Ἱερεῖς καί οἱ λοιποί ἔψαλαν ὅλη ἐκείνη τήν νύκτα, δοξολογῶντας καί εὐχαριστῶντας τόν Θεό, νά, κατά τά μεσάνυκτα φαίνεται ἀνάμεσά τους ὁ Ἅγιος Γοβδελαᾶς καί τούς λέει. “Ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί. Καί νά παραμένετε σταθεροί καί ἀμετακίνητοι καί «μή φοβεῖσθε ἀπό τῶν ἀποκτενόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμένων ἀποκτεῖναι»”. Οἱ δέ ἱερεῖς πού ἔψαλαν, βλέποντας τόν Ἅγιο, χάρηκαν. Τούς εἶπε πάλι ὁ Μάρτυρας. «Ὁ Κύριος νά σᾶς ἀποδώση τόν μισθό, γιά τόν κόπο πού κάνατε». Καί, ἀφοῦ ἔσκυψε τήν κεφαλή, εἶπε πρός τόν Δαδιή· «Πάρε τό κέρατο τοῦ ἐλαίου, δηλαδή τό Ἅγιο Μύρο. Παρόμοια πᾶρε καί τό τίμιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καί πηγαίνοντας μέσα στό βασιλικό περιβόλι, μύρωσε τήν ἀδελφή μου Κασδόα καί κοινώνησέ την ἀπό τό Ἅγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου». Ὁ δέ Δαδιής παίρνοντάς τα, πῆγε. Καί, ὤ τοῦ θαύματος!, μόλις ἔφθασε στήν πόρτα τοῦ περιβολιοῦ, τοῦ ἐμφανίσθηκε Ἄγγελος Κυρίου καί μπῆκε μαζί του μέσα στό περιβόλι. Τότε ὁ Ἱερέας, ἀφοῦ βάπτισε τήν Κασδόα, τήν μύρωσε καί ἀφοῦ τήν κοινώνησε ἀπό τά ἄχραντα μυστήρια, εἶπε. «Πήγαινε καί κοιμήσου μέχρι τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ». Καί ἀμέσως παίρνοντας ὁ Ἄγγελος τήν ἁγία της ψυχή, ἀνέβηκε στά Οὐράνια.
Ἕνας ἄλλος πάλι συγγενής τοῦ βασιλιᾶ, Κασδόος ὀνομαζόμενος, δάρθηκε μέ σπαθί ξύλινο γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ. Τό πρωί μπῆκε ἡ βασίλισσα στήν φυλακή καί βρίσκοντας τήν θυγατέρα της Κασδόα τελειωμένη, γύρισε λυπημένη στά βασίλεια καί λέει στόν ἄνδρα της· «Στό ἑξῆς βασιλιά, νά χαίρεσαι ἐσύ καί ἡ βασιλεία σου. Διότι, ὁ μέν υἱός μου Γοβδελαᾶς θανατώθηκε, ἀφοῦ τιμωρήθηκε μυριοπλάσια ἀπό ἐσένα, σάν νά εἶχε κάνει ἐγκλήματα χιλιάδων ἐγκληματιῶν, ἡ δέ θυγατέρα μου Κασδόα, νά καί αὐτή πέθανε, ἀφοῦ πρῶτα καταξεσχίσθηκε μέ ἀγκαθωτά ραβδιά, σάν νά ἤθελε νά σκοτώση τόν ἴδιό της πατέρα». Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ ἄσπλαγχνος ἐκεῖνος καί αἱμοβόρος ἄνθρωπος μαζί καί πατέρας, καθόλου δέν συγκινήθηκε, οὔτε ἔδειξε κάποια συμπάθεια. Ἐνῷ ἡ μητέρα βασίλισσα παίρνοντας ἀρώματα ποικίλα καί εὐωδέστατα, μύρισε τό λείψανο τῆς Κασδόας, τῆς Ἁγίας θυγατέρας της. Καί ἀφοῦ τό τύλιξε μέ πορφύρα βασιλική, τό ἔβαλε μαζί μέ τό λείψανο τοῦ Γοβδελαᾶ τοῦ Ἁγίου υἱοῦ της. Εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.


Login