Τῇ A΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνανίου.

Μήνας Ὀκτώβριος. Ἔχει ἡμέρες τριάντα μία. Ἡ ἡμέρα ἔχει ἕνδεκα ὧρες καί ἡ νύκτα δέκα τρεῖς.

Τῇ A΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνανίου.

 Λίθοις νέμειν θέλοντα μηδαμῶς σέβας,

Ἀνανίαν βάλλουσι δυσσεβεῖς λίθοις.

Λεύσθη Ἀνανίας Ὀκτωβρίου ἤματι πρώτῳ.

 Αὐ­τός ὁ Ἀ­πό­στο­λος Ἀ­να­νί­ας κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Δα­μα­σκό, ἡ ὁποία τώ­ρα στήν τουρ­κι­κή γλῶσ­σα λέ­γε­ται Σάμ, τῆς ὁ­ποί­ας καί Ἐ­πί­σκο­πος χρη­μά­τι­σε. Πρός αὐ­τόν ­στά­λθηκε ἀ­πό τόν Κύ­ριο ὁ μέ­γας Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μέ ἀ­πο­κά­λυ­ψι καί ἀ­πό αὐ­τόν βα­πτί­σθη­κε κα­τά τό ἔ­τος 35 με­τά τήν Ἀ­νά­λη­ψι τοῦ Κυ­ρί­ου, κα­τά τούς ἀ­κρι­βέστε­ρους χρο­νο­λό­γους. Αὐ­τός λοι­πόν ἐ­πει­δή ἔ­κα­μνε πολ­λές θε­ρα­πεῖ­ες, τό­σο στήν Δα­μα­σκό ὅ­σο καί στήν Ἐ­λευ­θε­ρού­πο­λι καί μέ αὐ­τές ἐ­πέ­στρε­φε πολ­λούς ἄ­πι­στους στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, γι’ αὐ­τό συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τόν ἡ­γε­μό­να Λου­κια­νό καί δάρ­θηκε μέ νεῦ­ρα βο­δι­ῶν. Ἔπει­τα τοῦ ἔ­γδα­ραν τά πλευ­ρά καί τόν ἔ­κα­ψαν μέ τίς λαμ­πά­δες. Καί τε­λευ­ταῖ­α τόν πέ­τα­ξαν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί τόν λι­θο­βό­λι­σαν καί ἔ­τσι, τε­λει­ώ­νον­τας τό μαρ­τύ­ριο, ἔφυγε γιά τίς αἰ­ώ­νι­ες μο­νές. (Τόν ἐ­κτε­νῆ Βί­ο του βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο[1]).

 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ρωμανοῦ, τοῦ ποιητοῦ τῶν Κοντακίων.

 Καί πρίν μέν ὕμνει Ρωμανός Θεόν

Λόγον,

Ὑμνεῖ δέ καί νῦν, ἀλλά σύν τοῖς

Ἀγγέλοις.

 

Αὐ­τός ὁ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τήρ Ρω­μα­νός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Συ­ρί­α, πα­τρί­δα ἔ­χον­τας τήν πό­λι Ἔ­με­σα, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα στήν τουρ­κι­κή γλῶσ­σα λέ­γε­ται Ἔμς. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε καί ὡς Δι­ά­κο­νος στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Βη­ρυ­τοῦ,  πού σή­με­ρα λέ­γε­ται Βε­ρού­τιο. Ἀ­πό ἐ­κεῖ με­τέ­βη στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι στά χρό­νια τοῦ Ἀ­να­στα­σί­ου τοῦ βα­σι­λέ­ως, κα­τά τό ἔ­τος 496, καί δι­α­κο­νοῦ­σε στόν Να­ό τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, πού ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται τῆς K­ύ­ρου[2], μέ κά­θε εὐ­λά­βεια καί σε­μνό­τη­τα. Αὐ­τός λοι­πόν κά­νον­τας πολ­λές φο­ρές ἀ­γρυ­πνί­α στόν Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου τῶν Βλα­χερ­νῶν, πά­λι ἐ­πέ­στρε­φε στόν Να­ό τῆς ἴ­διας Θε­ο­τό­κου πού λέ­γε­ται τοῦ Κύ­ρου. Ἔ­τσι καί ἐ­κεῖ, στόν Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου τοῦ Κύ­ρου δη­λα­δή, δι­α­κο­νῶντας ὁ Ὅ­σιος, ἔ­λα­βε τό χά­ρι­σμα νά συν­τά­ξη καί νά με­λουρ­γή­ση τά Κον­τά­κια ὅ­λου τοῦ χρό­νου. Δη­λα­δή, τοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε σέ ὄ­νει­ρο ἡ κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος, καί δί­νον­τάς του ἕ­ναν τό­μο χα­ρτί, τόν δι­έ­τα­ξε νά τόν φά­η. Ἀ­νοί­γον­τας τό στό­μα του ὁ Ὅ­σιος, νό­μι­σε ὅ­τι τόν κα­τά­πι­ε. Καί λοι­πόν ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, ἀ­νέ­βη­κε ἐ­πά­νω στόν ἄμ­βω­να καί ἄρ­χι­σε νά ψάλ­λη τό «Ἡ παρ­θέ­νος σή­με­ρον τόν ὑ­πε­ρού­σιον τί­κτει», δι­ό­τι ἔ­τυ­χε τό­τε νά εἶ­ναι ἡ ἑ­ορ­τή τῶν Χρι­στο­υγέν­νων. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε λοι­πόν στίς λοι­πές ἑ­ορ­τές, ἀλ­λά καί στούς Ἁ­γί­ους, Κον­τά­κια πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τά χί­λια καί ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του μέ εὐλάβεια καί δικαιοσύνη, πρός Κύριο ἐξεδήμησε. (Αὐτό τό ἴδιο Συναξάρι εἶναι μεταφρασμένο καί στόν Νέο Παράδεισο).

Μνήμη τῶν Ἁγίων Ὁσιομαρτύρων Μιχαήλ, Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ζώβης, καί τῶν σύν αὐτῶ λστ΄ Μοναχῶν.

 Εἰς τόν Μιχαήλ καί τούς τριάκοντα Μοναχούς.

 Τμηθείς Μιχαήλ σύν μαθηταῖς τρισδέκα,

Χορῷ συνήφθης τῶν μοναστομαρτύρων.

 Εἰς τούς ἕξ Μοναχούς.

 Ἕξ συμμονασταί τούς ἑαυτῶν μανδύας,

Ἄθλοις ἐρυθραίνουσι τοῖς διά ξίφους.

 

 Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τῆς βα­σι­λεί­ας Κων­σταν­τί­νου καί Εἰ­ρή­νης, κα­τά τό ἔ­τος 780 καί κα­τοι­κο­ῦ­σαν σέ Μο­να­στήρι ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Ζώ­βη, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κον­τά στήν Σε­βα­στού­πο­λι. Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ τό­τε ἀ­μη­ρᾶς τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν, Ἀ­λείμ ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, κα­τέ­κτη­σε τήν πε­ρι­ο­χή,    συ­νέ­λα­βε καί αὐ­τούς τούς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες καί τούς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νά ἀρ­νη­θοῦν τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ δέ ὁ­σι­ώ­τα­τος Ἡ­γού­με­νος Μι­χα­ήλ τόν μέν ἀ­σε­βῆ ἐ­κεῖ­νο γεν­ναῖ­α τόν ἤ­λεγ­ξε καί τόν­ κα­ταν­τρό­πια­σε, ἐνῷ τούς Μο­να­χούς πού ἦ­ταν ὑ­πο­­τακ­τι­κοί του, τούς πα­ρε­κί­νη­σε καί ἐν­θάρ­ρυ­νε νά ὑ­πο­μεί­νουν ἀν­δρεῖα τόν θάνατο γιά τόν Χρι­στό. Ἔ­τσι τό­σο θάρ­ρος ἔ­δει­ξαν οἱ ἀ­οί­δι­μοι, σέ ση­μεῖ­ο πού αὐ­τοί πρῶ­τοι ἔ­κλι­ναν τίς κε­φα­λές τους κά­τω ἀ­πό τό ξίφος καί ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν. Στήν συ­νέ­χεια ὁ πα­νό­σιος Ἡ­γού­με­νός τους Μι­χα­ήλ μέ ξίφος καί αὐ­τός ἀ­ποκεφαλίσθηκε καί ἔ­τσι ἐ­ξε­δή­μη­σαν οἱ μα­κά­ριοι πρός τόν Χρι­στό, τόν ὁ­ποῖ­ο πο­θοῦ­σαν.

    Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Δομνῖνος, τά σκέλη συντριβείς, τελειοῦται.

 Δεινήν Δομνῖνος συντριβήν σκελῶν φέρων,

Ὑποσκελισμούς τοῦ Σατᾶν καταισχύνει.

 

 Αὐ­τός κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν με­γα­λό­πο­λι Θεσ­σα­λο­νί­κη κα­τά τό ἔ­τος 288. Ὅ­ταν ὁ Μα­ξι­μια­νός ἔ­κτι­ζε βα­σι­λι­κά πα­λά­τια σ’ αὐ­τή τήν πό­λι, τό­τε συ­νε­λή­φθη καί ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός ὡς Χρι­στια­νός καί κή­ρυ­κας τῆς εὐ­σε­βεί­ας καί πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό βῆ­μα τό βα­σι­λι­κό. Ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­σθη­κε τοῦ λέ­ει ὁ Μα­ξι­μια­νός· «Για­τί ἐ­σύ τολ­μᾶς νά ὁ­μο­λο­γῆς ἄλ­λον Θε­ό, τήν στιγ­μή πού ὁ βα­σι­λιάς τι­μᾶ καί σέ­βε­ται τούς πα­λαι­ούς θε­ούς τῶν πα­τέ­ρων του; Ἄν λοι­πόν θέ­λης νά ζή­σης, θυ­σί­α­σε στούς θε­ούς». Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ Ἅ­γιος δέν ἐ­πεί­θε­το, γι’ αὐ­τό δι­έ­τα­ξε ὁ τύ­ραν­νος νά κα­τα­ξε­σχί­σουν τό σῶ­μα τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Ὁ δέ Μάρ­τυρας, καί τό βα­σα­νι­στή­ριο αὐ­τό ὅ­ταν ὑ­πέ­φε­ρε, πε­ρι­γε­λοῦ­σε τόν τύ­ραν­νο. Τό­τε δι­έ­τα­ξε ὁ δυσ­σε­βής νά ὁδη­γή­σουν τόν Ἅ­γιο ἔξω ἀ­πό τήν πό­λι καί ἐ­κεῖ νά σπά­σουν τά ὀ­στᾶ του. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἔ­κο­ψαν τά πό­δια του, ἔ­μει­νε ἀ­κό­μη ζων­τα­νός ἑ­πτά ὁ­λό­κλη­ρες ἡ­μέ­ρες, χω­ρίς νά φά­η κα­θό­λου. Καί ἔ­τσι εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Κύ­ριο, πα­ρέ­δω­σε σ’ αὐ­τόν τήν ψυ­χή ὁ μα­κά­ριος. (Αὐ­τό τό ἴ­διο Συ­να­ξά­ρι εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­νο καί στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο).

    * Ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ ψάλ­της, ὁ κα­λού­με­νος Κου­κου­ζέ­λης, ὁ ἐν τοῖς ὀ­ρί­οις τῆς ἐν τῷ Ἄ­θῳ Με­γί­στης Λαύ­ρας ἀ­σκή­σας, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται[3].

 + Τῇ Μητρί καί νῦν τοῦ Θεοῦ ψάλλεις ἄνω,

Σύν τοῖς ἀΰλοις, ὦ Ἰωάννη μάκαρ.

Στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα βρί­σκου­με καί τόν ὄν­τως ἀγ­γε­λό­φω­νο καί χα­ρι­τω­μέ­νο ψάλ­τη τόν Ἰ­ω­άν­νη τόν Κου­κου­ζέ­λη, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν ψάλ­της τῶν βα­σι­λεί­ων. Καί αὐ­τά ὅ­λα τά ἐγ­κα­τέ­λει­ψε καί ἀ­γνώ­ρι­στος ἦλθε στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα καί ἔ­γι­νε Μο­να­χός. Κα­τό­πιν ἔ­γι­νε καί ποι­μέ­νας τῶν τρά­γων τῆς Μο­νῆς. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ἀ­πό κά­ποι­ον ὕ­μνο πού ἔ­ψα­λε μέ με­γά­λη τέ­χνη καί γλυ­κύ­τη­τα στήν ἡ­συ­χί­α, ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τα­ζη­τεῖ­ται ἀ­πό τόν βα­σι­λιά. Γι’ αὐ­τό, μέ με­σι­τεί­α τοῦ Κα­θη­γου­μέ­νου, ἔ­λα­βε ἄ­δεια καί ἐ­λευ­θε­ρί­α ἀ­πό τόν βα­σι­λιά νά πα­ρα­μέ­νη ἀ­νε­νό­χλη­τος στό Μοναστήρι. Τό­τε, ἀ­φοῦ ἔκ­τισ­ε ἔ­ξω ἀ­πό τήν Λαύ­ρα Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων ἐ­κεῖ ἡ­σύ­χα­ζε τίς ἕ­ξι ἡ­μέ­ρες τῆς Ἑ­βδο­μά­δος, ἐνῷ τίς Κυ­ρια­κές καί ἑ­ορ­τές κα­τέ­βαι­νε στό Μο­να­στήρι καί ἔ­ψαλ­λε μέ εὐ­λά­βεια στόν δε­ξιό χο­ρό. Σέ ἕ­να Σάβ­βα­το λοι­πόν τοῦ Ἀ­κα­θί­στου, ἀ­φοῦ ἔ­ψαλ­λε μέ ἐ­πι­μέ­λεια τά τρο­πά­ρια καί τούς κα­νό­νες τοῦ Ἀ­κα­θί­στου, ἐ­κεῖ, πού στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε γιά λί­γο. Καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, τοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος λέ­γον­τας· «Χαί­ροις, ὦ Ἰ­ω­άν­νη, τέ­κνο μου· ψάλ­λε μοι καί οὐ μή σε ἐ­γκα­τα­λεί­πω». Ἀ­φοῦ εἶ­πε αὐ­τά τοῦ ἔ­δω­σε καί ἕ­να χρυ­σό νό­μι­σμα στό δε­ξί χέ­ρι, τό ὁ­ποῖ­ο κα­τό­πιν ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα. Ἀλ­λά καί στήν συ­νέ­χεια ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος ἡ ἴ­δια ἰ­ά­τρευ­σε αὐ­τόν τόν Ἰ­ω­άν­νη, τοῦ ὁ­ποί­ου τό ἕ­να πό­δι σά­πι­σε, καί, ἀ­φοῦ ἐμ­φα­νί­σθη­κε, τοῦ εἶ­πε· «Ἔ­σο ἀ­πό τοῦ νῦν ὑ­γι­ής». Ἀ­φοῦ ἔ­ζη­σε με­τά ἀ­πό αὐ­τά θε­ά­ρε­στα καί προ­γνώ­ρι­σε τόν θά­να­τό του, ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε στό ἀ­νω­τέ­ρω κελ­λί τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων, ὅ­πως πα­ρή­γει­λε.

 * Ὁ Ὅ­σιος Γρη­γό­ριος ὁ Δο­μέ­στι­κος, ὁ ἐν τῇ αὐ­τῇ Με­γί­στῃ Λαύ­ρᾳ τοῦ Ἄ­θω ἀ­σκή­σας, καί ἕν χρυ­σοῦν νό­μι­σμα πα­ρά τῆς Θε­ο­τό­κου λα­βών, ἐν εἰ­ρή­νῃ τε­λει­οῦ­ται[4].

 + Οὐ λαμβάνεις νόμισμα νῦν ἐν τοῖς ἄνω,

Ὦ Γρηγόριε, ἀλλά δόξαν Κυρίου.

Αὐτός  ὁ μακάριος ὅταν ἦταν Ἡγούμενος στήν Μεγίστη Λαύρα ὁ Ἰάκωβος ὁ Πρικανᾶς, στήν παραμονή τῶν Φώτων δέν ἔψαλε τό «Ἄξιόν ἐστι» στήν Λειτουργία, ἀλλά τό «Ἐπί σοί χαίρει». Στό τέλος τῆς ἀγρυ-πνίας ἀποκοιμήθηκε γιά λίγο καί, νά, βλέπει τήν Δέσποινά μας Θοτόκο, νά στέκεται ἀπό ἐπάνω του καί νά τοῦ λέη· «Δέξαι σου τό ψαλτικόν, ὦ Δομέστιχε καί εὐχαριστῶ σοι πολλά». Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτό μέε τά ἴδια της τά χέρια τοῦ ἔδωσε ἕνα φλουρί, τό ὁποῖο εἶναι κρεμασμένο στήν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στήν ἴδια τήν Μεγίστη Λαύρα.

[1]  Σημείωσε, ὅτι ἡ δική μου ἐλαχιστότητα συνέθεσε στόν Ἀπόστολο αὐτόν μερικά τροπάρια, ὅσα λείπουν στήν ἑορτή του, καί ὅποιος θέλει νά τόν ἑορτάζη, ἄς τά ἀναζητήση. Τό Μαρτύριό του συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Λουκιανοῦ τοῦ δυσσεβοῦς». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).

 [2]  Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι στούς φι­λο­μα­θεῖς τό δι­ή­γη­μα, πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ σο­φός Νι­κη­φό­ρος ὁ Ξαν­θό­που­λος γι’ αὐ­τόν τόν Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου, γρά­φον­τας πρός ἐ­κεῖ­νον πού ρώ­τη­σε γιά τό Κον­τά­κιο καί γιά τόν δη­μι­ουρ­γό τῶν Κον­τα­κί­ων. Λέ­ει λοι­πόν αὐ­τός ἐ­κεῖ, ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος Ρω­μα­νός πρῶ­τα μέν ἦ­ταν ἄ­μου­σος ἐν­τε­λῶς καί ἄ­σχη­μος στήν φω­νή καί στά ᾄ­σμα­τα. Γι’ αὐ­τό καί πε­ρι­παι­ζό­ταν ἀ­πό τούς πολ­λούς, μο­λο­νό­τι ἦ­ταν δό­κι­μος ἐρ­γά­της τῆς ἀ­ρε­τῆς. Τό­τε πῆ­γε στόν Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου τόν ἐν τοῖς Κύ­ρου, καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τήν Θε­ο­τό­κο νά τοῦ χα­ρί­ση τό χά­ρι­σμα τῆς με­λῳ­δί­ας. Δι­ό­τι ἦ­ταν στό Να­ό ἐ­κεῖ­νο μί­α εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου, πού ἔ­κα­μνε ἀ­μέ­τρη­τα θαυ­μά­σια, ἡ ὁ­ποί­α πα­λαι­ό­τε­ρα κρύ­φθη­κε ἀ­πό ἕ­ναν εὐ­λα­βῆ στό κυ­πα­ρίσ­σι, πού βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ, ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως φα­νε­ρώ­θη­κε μέ λαμ­πά­δα, πού ἐμ­φα­νί­σθη­κε στό κυ­πα­ρίσ­σι. Ὅ­ταν λοι­πόν αὐ­τή ἐμ­φα­νί­σθη­κε, κτί­σθη­κε ἐ­κεῖ Να­ός τῆς Θε­ο­τό­κου, ἀ­πό κά­ποι­ον ὁ ὁ­ποῖ­ος ὠ­νο­μα­ζό­ταν Κῦ­ρος. Ἀ­πό ἐ­δῶ λοι­πόν καί ἔ­λα­βε τήν ἐ­πω­νυ­μί­α, τό νά λέ­γε­ται Να­ός τῆς Θε­ο­τό­κου ἐν τοῖς Κύ­ρου. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ὁ θεῖ­ος Ρω­μα­νός ὄν­τας, ἔ­τυ­χε κα­τά τήν νύ­κτα τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων  νά κοιμηθῆ στήν ἕ­κτη ᾠ­δή κον­τά στόν ἄμ­βω­να. Καί βλέ­πει τήν Θε­ο­τό­κο νά βα­στᾶ ἕ­να τυλιγ­μέ­νο χαρ­τί (τό ὁ­ποῖ­ο καί κόν­τος καί κον­τά­κιο ὀ­νο­μά­ζε­ται) καί τοῦ τό ἔ­δω­σε, γιά νά τό φά­η. Ὅ­ταν λοι­πόν τό ἔ­φα­γε ἐ­κεῖ­νος, ἀ­ξι­ώ­θη­κε τοῦ πο­θου­μέ­νου χα­ρί­σμα­τος. Καί τά ἄλ­λα ἔ­γι­ναν, ὅ­πως γρά­φον­ται στό πα­ρόν Συ­να­ξά­ρι. Κον­τά­κιο πρῶ­τα τό ὠ­νό­μα­σε ὁ θεῖ­ος Ρω­μα­νός γιά τό τύ­λιγ­μα τοῦ χάρ­του, πού τοῦ ἔ­δω­σε ἡ Θε­ο­τό­κος. Στήν ἕ­κτη ᾠ­δή λέ­γε­ται, διότι κα­τ’ αὐ­τήν ὁ Ἅ­γιος δέ­χθη­κε τό χά­ρι­σμα. Ἔ­κα­νε δέ περ­σσό­τε­ρα ἀ­πό χί­λια Κον­τά­κια. Σέ κά­θε Ἅ­γιο καί κά­θε ἑ­ορ­τή εἶ­χε Κον­τά­κια πολ­λά μέ ἀ­κρο­στι­χί­δα, πού ἔ­λε­γε τά ἑ­ξῆς: «Ρω­μα­νός ἐ­λε­ει­νός»· ἤ «Τοῦ τα­πει­νοῦ Ρω­μα­νοῦ». Με­ρι­κά πά­λι ἦ­ταν καί μέ ἀλ­φα­βη­τική σει­ρά. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­μως ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τά πολ­λά, ἕ­να καί μό­νο πα­ρέ­λα­βε σέ κά­θε ἑ­ορ­τή σέ ἀ­νά­μνη­σι τοῦ θαύματος.

 [3]      Βλέπε γι’ αὐτόν στήν Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία.

[4]      Βλέπε γι’ αὐτόν στήν Ἱερά Κατήχησι.



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης