Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀνδρονίκου καί Ἀθανασίας τῆς συμβίας αὐτοῦ.
Σύσκηνον Ἀνδρόνικος Ἀθανασίαν,
Κόσμῳ τ’ ἐν ἀσκήσει τε κἄν πόλῳ ἔχει.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος ἦταν ἀπό τήν μεγάλη Ἀντιόχεια, κατά τό ἔτος 540. Ἀργυραμοιβός (δηλαδή τραπεζίτης) στήν τέχνη, πολύ εὐλαβής, γεμᾶτος ἀπό ἀγαθά ἔργα καί πλούσιος ἀπό τά σωματικά ἀγαθά. Αὐτός πῆρε μέ γάμο ὡς σύζυγο τήν Ἀθανασία, ἡ ὁποία καί αὐτή ἦταν ταπεινή καί θεοφιλής. Ἀφοῦ συμφώνησε μαζί της γιά ἕνα καλό καί θεάρεστο πρᾶγμα, μοίρασαν σέ τρία τόν πλοῦτο τους. Καί τό ἕνα μέρος τό ἔδιναν ἀφθονοπάροχα στούς πτωχούς, τό ἄλλο τό ἔδιναν δάνειο χωρίς τόκο σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη καί τό τρίτο μέρος τό οἰκονομοῦσαν στό ἐργαστήρι τοῦ ἀργυραμοιβοῦ, γιά νά ἐξοικονομοῦν τά πρός τό ζῆν. Ἀπέκτησαν ἐπίσης καί δύο παιδιά, ἕνα ἀγόρι καί ἕνα κορίτσι. Ἀπό τότε ὅμως πού γεννήθηκαν αὐτά, ὁ ἕνας τόν ἄλλον δέν ἄγγιξε, ἀλλά περνοῦσαν τήν ζωή τους καί οἱ δύο μέ σωφροσύνη καί μέ προσευχές, καί ἀσχολοῦνταν ἐλεῶντας τούς φτωχούς καί ἐπισκεπτόμενοι τούς ἀσθενεῖς.
Μετά ἀπό δώδεκα χρόνια ἀπό τήν συνοίκησί τους, ὅταν τά παιδιά τους ἦταν σ’ ἐκείνη τήν ἡλικία, κατά τήν ὁποία ἐπρόκειτο νά χαροποιοῦν τούς γονεῖς τους, τότε, λέω, σέ μία μέρα πέθαναν συγχρόνως καί τά δύο. Ὁ μακάριος Ἀνδρόνικος, δέν ἔδειξε κανένα ἄνανδρο κίνημα γιά τόν θάνατο τῶν παιδιῶν του. Ἀλλά μᾶλλον εἶπε ἐκείνη τήν ἀείμνηστη φωνή τοῦ Ἰώβ· «Αὐτός γυμνός ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός καί ἀπελεύσομαι». Ὅμως ἡ σύζυγός του Ἀθανασία εἶχε λύπη ἀπαρηγόρητη. Καί ἀπό τότε πού ἐνταφιάσθηκαν τά παιδιά στό Μαρτύριο, δηλαδή στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, δέν θέλησε πλέον νά φύγη ἀπό ἐκεῖ. Ἀλλά ἔλεγε, ‘‘ἐδῶ θά συναποθάνω καί ἐγώ! Ἐδῶ θά ἐνταφιασθῶ καί ἐγώ μαζί μέ τά παιδιά μου’’! Καί τόν μέν Ἀνδρόνικο τόν πῆρε ὁ Πατριάρχης στό Πατριαρχεῖο, γιά νά τόν παρηγορήση. Ἡ Ἀθανασία ὅμως δέν ὑπέφερε νά βγῆ ἔξω ἀπό τόν Ναό τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουλιανοῦ, ἀλλά παρέμενε ἐκεῖ θρηνῶντας καί κλαίγοντας μέ λυγμούς. Κατά τά μεσάνυκτα, ὅμως, ἐνῷ ἦταν ξύπνια, τῆς ἐμφανίζεται ὁ μάρτυρας σέ σχῆμα Μοναχοῦ καί τῆς λέει· «Τί ἔχεις, γυναῖκα καί κλαῖς; Γιατί δέν ἀφήνεις νά ἡσυχάσουν αὐτούς πού βρίσκονται ἐδῶ»; Καί ἐκείνη ἀπαντῶντας εἶπε· «Μήν ὀργισθῆς, κύριέ μου, ἐναντίον ἐμοῦ, εἶπε, τῆς δούλης σου, διότι πολύ πόνο καί θλῖψι ἔχω. Ἐπειδή δύο μόνο τέκνα ἔχοντας καί τά δύο τά ἔθαψα σήμερα». Ὁ δέ Μάρτυρας ἀπάντησε· «Μή κλαῖς γι’ αὐτά. Διότι σοῦ λέω, γυναῖκα, ὅτι ὅπως ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου ζητεῖ τό φαγητό καί ἀδύνατο εἶναι νά μή δώση κανείς στόν ἑαυτό του νά φάη, ἔτσι καί τά παιδιά ζητοῦν ὡς χρέος ἀπό τόν Θεό γιά νά δώση σ’ αὐτά τήν ἡμέρα ἐκείνη τά μέλλοντα ἀγαθά του καί λένε· “Δικαιοκρίτα, Κύριε, ἀντί γιά τά ἐπίγεια ἀγαθά, πού μᾶς τά στέρησες, μή μᾶς στερήσης καί τά ἐπουράνια ἀγαθά σου”. Ὅταν ἄκουσε αὐτά ἡ Ἀθανασία, συγκινήθηκε καί μετέβαλε τήν λύπη της σέ χαρά, λέγοντας· «Λοιπόν ζοῦν τά παιδιά μου στούς Οὐρανούς. Καί γιατί ἐγώ νά κλαίω»; Τότε στράφηκε πίσω ἀναζητῶντας τόν Μοναχό ἐκεῖνο, πού τῆς εἶπε αὐτά. Ἀφοῦ γύρισε ὅμως ὅλον τόν Ναό καί δέν τόν βρῆκε, ρώτησε τόν πορτάρη λέγοντας· ‘Ποῦ εἶναι ὁ Μοναχός ἐκεῖνος πού μπῆκε τώρα ἐδῶ’; Ἀπάντησε ὁ πορτάρης· ‘Βλέπεις, ὅτι ὅλες οἱ πόρτες εἶναι σφαλισμένες, καί λές ποῦ εἶναι ὁ Μοναχός’; Κατάλαβε ὅμως ὁ πορτάρης, ὅτι εἶδε ὀπτασία. Φοβήθηκε τότε ἡ Ἀθανασία, ἐπέστρεψε στήν οἰκία της καί διηγήθηκε στόν ἄνδρα της ἐκεῖνα πού εἶδε. Τότε ζήτησε ἀπό αὐτόν νά τήν βάλη σέ Μοναστῆρι.
Ὁ Ἀνδρόνικος, ἀφοῦ δέχθηκε τόν λόγο μέ χαρά (διότι καί αὐτός τό ποθοῦσε αὐτό), μοίρασε τό περισσότερο μέρος τῆς περιουσίας του στούς φτωχούς καί ἐλευθέρωσε τούς δούλους, πού εἶχε ἐξαγορασμένους. Τήν ὑπόλοιπη περιουσία του τήν ἄφησε στόν πεθερό του, παραγγείλοντας σ’ αὐτόν νά κάνη νοσοκομεῖα καί ξενοδοχεῖα Μοναχῶν. Παίρνοντας λοιπόν λίγα ἔξοδα γιά τόν δρόμο, βγῆκε τήν νύκτα ἔξω ἀπό τήν πόλι τῆς Ἀντιοχείας αὐτός καί ἡ γυναίκα του, οἱ δύο μόνοι. Βλέποντας δέ ἡ Ἀθανασία ἀπό μακριά τό σπίτι της, σήκωσε τά μάτιά της στόν οὐρανό καί εἶπε. «Κύριε καί Θεέ μου, ἐσύ πού εἶπες στόν Ἀβραάμ καί τήν Σάρρα· “Φύγε ἀπό τήν πατρίδα σου καί ἀπό τούς συγγενεῖς σου καί ἔλα νά πᾶς στήν γῆ πού θά σοῦ δείξω”. Ἐσύ καί τώρα ὁδήγησε ἐμᾶς στόν φόβο σου. Διότι νά, ἐμεῖς ἀφήσαμε γιά τό ὄνομά σου ἀνοικτό τό σπίτι μας καί φύγαμε· λοιπόν μή μᾶς κλείσης τήν θύρα τῆς Βασιλείας σου». Καί ἀφοῦ ἔκλαψαν καί οἱ δύο, ἀναχώρησαν ἀπό τήν πατρίδα τους.
Ὅταν ἔφθασαν στά Ἱεροσόλυμα, προσκύνησαν τούς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ συνάντησαν πολλούς Ὁσίους Πατέρες. Φεύγοντας ἀπό ἐκεῖ, πῆγαν καί οἱ δύο στήν Αἴγυπτο, δηλαδή στό Μισήρι, πρός τόν ξακουστό Ἀββᾶ Δανιήλ. Καί ἐπειδή τοῦ φανέρωσαν τόν σκοπό τους καί τόν παρακάλεσαν νά τούς καθοδηγήση σέ ὁδό σωτηρίας, γι’ αὐτό ὁ Ὅσιος, τήν μέν Ἀθανασία τήν ἔστειλε στό γυναικεῖο Μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν, ἐνῷ τόν Ἀνδρόνικο τόν κράτησε μαζί του καί τόν ἔνδυσε τό ἀγγελικό σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Ἔτσι ἔμεινε στήν ὑποταγή του δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν πέρασαν τά δώδεκα χρόνοια, παρακάλεσε ὁ Ἀνδρόνικος τόν Ἀββᾶ Δανιήλ, νά τοῦ δώση ἄδεια νά πάη πάλι στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήση καί γιά δεύτερη φορά τούς Ἁγίους Τόπους. Ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ, ἀφοῦ προσευχήθηκε, τόν ἄφησε ἐλεύθερο. Βαδίζοντας λοιπόν ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος στόν δρόμο τοῦ Μισηρίου, κάθισε κάτω ἀπό ἕνα δένδρο, γιά νά δροσισθῆ λίγο ἀπό τήν ὑπερβολική ζέστη. Καί νά, κατ’ οἰκονομία Θεοῦ, ἦλθε ἐκεῖ καί ἡ γυναίκα του Ἀθανασία, ἡ ὁποία πήγαινε καί αὐτή στά Ἱεροσόλυμα μέ σχῆμα ἀνδρικό ὡς Μοναχός, μέ τό ὄνομα Ἀθανάσιος. Καί ἀφοῦ χαιρέτησε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἡ μέν Ἀθανασία γνώρισε τόν Ἀνδρόνικο, ὁ Ἀνδρόνικος ὅμως δέν γνώρισε τήν Ἀθανασία, ἐπειδή μαράθηκε τό κάλλος της ἀπό τήν πολλή ἄσκησι καί φαινόταν σάν ἀράπης. Τότε εἶπε ἡ Ἀθανασία πρός τόν Ἀνδρόνικο· «Ποῦ πηγαίνεις, κύριέ μου Ἀββᾶ»; Ὁ Ἀνδρόνικος ἀπάντησε· «Στούς Ἁγίους Τόπους». Τοῦ λέει ἐκείνη. «Ἐκεῖ θέλω νά πάω καί ἐγώ». Τῆς λέει πάλι ἐκεῖνος· «Θέλεις νά βαδίζουμε καί οἱ δύο μαζί»; Λέγει ἡ Ἀθανασία, ‘‘ναί, ὅπως ὁρίζεις. Ἀλλά ἄς βαδίζουμε στόν δρόμο μέ σιωπή, ἔτσι σάν νά μήν εἶμαι ἐγώ μαζί σου’’. Τότε καί ὁ Ἀνδρόνικος λέει· ‘‘Ὅπως ὁρίζεις, ἄς πᾶμε σιωπηλοί’’. Πάλι ἡ Ἀθανασία τόν ἐρωτᾶ· «Δέν εἶσαι μαθητής τοῦ Ἀββᾶ Δανιήλ»; Ἀπάντησε ὁ Ἀνδρόνικος· «Ναί». Τοῦ λέει ἐκείνη· «Δέν ὀνομάζεσαι Ἀνδρόνικος»; Ἀπάντησε αὐτός, ‘‘ναί’’. H Ἀθανασία εἶπε· «Οἱ εὐχές τοῦ γέροντα εὔχομαι νά μᾶς συνοδεύσουν στόν δρόμο μας». Λέει ὁ Ἀνδρόνικος· «Γένοιτο! Ἀμήν».
Μέ τέτοιο τρόπο λοιπόν, πῆγαν σιωπηλοί καί οἱ δύο στήν Ἱερουσαλήμ. Καί ἀφοῦ προσκύνησαν τούς Ἁγίους Τόπους, πάλι ἐπέστρεψαν μαζί σιωπηλοί στήν Ἀλεξάνδρεια. Τότε ἡ Ἀθανασία ρώτησε τόν Ἀνδρόνικο· «Θέλεις νά μείνουμε μαζί σέ ἕνα κελλί»; Ἀπάντησε ὁ Ἀνδρόνικος· «Ὅπως ὁρίζεις, ἄς μένουμε, ἀλλά θέλω πρῶτα νά πάω στόν γέροντά μου καί νά ζητήσω τήν ἄδεια καί τήν εὐχή του». Ἐκείνη εἶπε· «Πήγαινε καί σέ περιμένω στό μέρος πού λέγεται Ὀκτωκαιδέκατος. Καί ἐάν μπορῆς νά μένης μαζί μου σιωπηλά, ὅπως βαδίσαμε καί πήγαμε στά Ἱεροσόλυμα καί ἀπό ἐκεῖ ᾔλθαμε πάλι ἐδῶ, συμφωνῶ, ἔλα. Ἐάν ὅμως δέν μπορῆς νά σιωπᾶς, μήν ἔλθης». Ὁ Ἀνδρόνικος πηγαίνοντας στόν γέροντά του τόν Ἀββᾶ Δανιήλ, τοῦ φανέρωσε τήν ὑπόθεσι. Ὁ γέροντας κατάλαβε ἀπό τά λόγια τοῦ Ἀνδρόνικου, ὅτι εἶχε μεγάλη πρόοδο στήν ἀρετή ὁ Ἀθανάσιος. Ἔτσι τοῦ ἔδωσε τήν ἄδεια καί τοῦ εἶπε. «Πήγαινε, νά ἀγαπήσης τήν σιωπή καί μεῖνε μέ τόν ἀδελφό., διότι αὐτός εἶναι ἀληθινά Μοναχός, ὅπως πρέπει νά εἶναι ὁ Μοναχός». Τότε ἐπιστρέφοντας ὁ Ἀνδρόνικος ἔμεινε μαζί μέ τήν Ἀθανασία δώδεκα χρόνια, χωρίς νά γνωρίση, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ σύζυγός του.
Πολλές φορές πήγαινε ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ νά τούς ἐπισκεφθῆ καί συνομιλῶντας τούς συμβούλευε γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς. Μία φορά ἔτυχε καί πῆγε πάλι ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ καί τούς συνάντησε. Καί ἀφοῦ γιά ἀρκετή ὥρα εἶπε τά ὅσα πρέπει, τούς ἀποχαιρέτισε καί ἐπέστρεφε στό κελλί του. Τότε ἔτρεξε πίσω του ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος, καί ἀφοῦ τόν ἔφθασε τοῦ εἶπε· ‘Ὁ Ἀββᾶς Ἀθανάσιος ἀσθένησε καί εἶναι γιά νά πάη πρός τόν Κύριο’. Ὁ γέροντας γύρισε πίσω καί βρῆκε τόν Ἀθανάσιο νά ὑποφέρη ἀπό θέρμη. Καί βλέποντας τόν γέροντα, ἄρχισε νά κλαίη. Ὁ γέροντας τοῦ λέει· ‘Ἀντί νά χαρῆς, πού πηγαίνεις νά ἀπολαύσης τόν Θεό, ἐσύ κλαῖς’; Ἐκεῖνος εἶπε· ‘Δέν κλαίω γιά τόν ἑαυτό μου, ἀλλά γιά τόν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο. Γι’ αὐτό, σέ παρακαλῶ, κάνε ἀγάπη. Καί ἀφοῦ μέ θάψης, ψάξε κοντά στήν κεφαλή μου καί θά βρῆς πλακίδιο πού νά ἔχη γράμματα. Διάβασέ το καί δός το καί στόν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο’.
Προσευχήθηκαν λοιπόν καί οἱ τρεῖς καί κοινώνησε τά ἄχραντα Μυστήρια ἡ μακαρία Ἀθανασία καί ἔτσι ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Καί τότε βρῆκε ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ τό πλακίδιο καί τό διάβασε. Καί ἀπό αὐτό γνώρισε, ὅτι ἦταν ἡ γυναίκα τοῦ Ἀνδρόνικου, ἡ ἀοίδιμη Ἀθανασία. Τό πληροφορήθηκαν λοιπόν αὐτό καί ὅταν τήν κήδευαν. Διότι ἔγινε ἀντιληπτό, ὅτι δέν ἦταν ἄνδρας, ἀλλά γυναίκα. Ἀκούσθηκε αὐτό καί σέ ὅλη τήν Λαύρα. Τότε εἰδοποίησε ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ τούς ἀδελφούς, καί συνέτρεξαν ὅλοι οἱ Πατέρες πού κατοικοῦσαν στήν ἐσώτερη ἔρημο καί ὅλες οἱ Λαῦρες καί τά Μοναστήρια τῆς Ἀλεξάνδρειας. Καί ὅλη ἡ πόλις καί ὅλη ἡ Σκήτη, συγκεντρώθηκε γιά τόν ἐνταφιασμό της. Οἱ δέ σκητιῶτες φοροῦσαν ὅλοι ἄσπρη ἐνδυμασία, διότι τέτοια συνήθεια εἶχαν στήν Σκήτη νά ἀσπροφοροῦν, ὅταν ἐνταφίαζαν τούς ἀδελφούς, ὡς νικητές τῶν τριῶν ἐχθρῶν, τῆς σάρκας καί τοῦ κόσμου καί τοῦ κοσμοκράτορα, δηλαδή τοῦ Διαβόλου. Μεταφέροντας λοιπόν μέ βαΐα[1] καί κλάδους τό τίμιο λείψανο τῆς μακάριας Ἀθανασίας, τό ἐνταφίασαν μέ πολλή εὐλάβεια, δοξάζοντας τόν Θεό, πού ἔδωσε στήν Ἁγία τόση μεγάλη ὑπομονή. Ἔμεινε ἀκόμη ἐκεῖ ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ, γιά νά κάνη τά ἕβδομα μνημόσυνα τῆς Ὁσίας. Καί μετά ἀπό αὐτά θέλησε νά πάρη μαζί του τόν Ἀββᾶ Ἀνδρόνικο. Ὁ Ἀνδρόνικος ὅμως δέν θέλησε, λέγοντας· ‘‘Ἐδῶ θά πεθάνω καί ἐγώ μαζί μέ τήν κυρία μου Ἀθανασία’’. Καί ἔτσι ἀφοῦ τόν ἀποχαιρέτησε ὁ Γέροντας, ἀναχώρησε. Κατόπιν προφθάνει ἕνας ἀδελφός τόν γέροντα καί τοῦ λέει. ‘‘Ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀσθενεῖ ἀπό θέρμη’’. Καί ἀμέσως εἰδοποιεῖ ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ τούς ἀδελφούς της Σκήτεως, λέγοντας· ‘‘Ὁ Ἀββᾶς Ἀνδρόνικος ἀκολουθεῖ τόν Ἀββᾶ Ἀθανάσιο, λοιπόν συγκεντρωθῆτε’’. Τότε συγκεντρώθηκαν καί τόν πρόλαβαν ζωντανό. Καί ἀφοῦ ζήτησαν ὅλοι οἱ Πατέρες καί ἔλαβαν τήν εὐλογία του, τότε ὁ ἀοίδιμος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ. Ἔγινε φιλονεικία καί ἀντίστασις γιά τό λείψανο τοῦ Ἀνδρονίκου ποιοί νά τό πάρουν, αὐτοί πού κατοικοῦσαν στό Ὀκτωκαιδέκατο ἤ οἱ σκητιῶτες. Μόλις δέ καί μετά βίας κατέπαυσε ὁ Ἀββᾶς Δανιήλ τήν φιλονεικία τους, λέγοντας, ὅτι πρέπει νά ἐνταφιασθῆ ἐκεῖ στό Ὀκτωκαιδέκατο μαζί μέ τόν συναγωνιστή του, τήν Ὁσία Ἀθανασία λέω. Καί ἔτσι τό ἐνταφίασαν ἐκεῖ, δοξάζοντας τόν ἐπί πάντων Θεό. Ἀμήν.
[1] Βαΐο εἶναι αἰγυπτιακή λέξις, ὅπως λένε μερικοί, καί σημαίνει κλάδο φοίνικος, ὅπως λέει ὁ Ἐπιφάνιος στό περί τῶν Ἁγίων Τόπων. Αὐτό βεβαιώνει καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγοντας, ὅτι «οἱ ὄχλοι ἔλαβον τά βαΐα τῶν φοινίκων καί ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ» (12,13).


Login