Τῷ αὐτῷ μηνί Θ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου και τῶνὁσίων Ἀνρονίκου καὶ Ἀθανασίας

Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀνδρονίκου καί Ἀθανασίας τῆς συμβίας αὐτοῦ.

 Σύσκηνον Ἀνδρόνικος Ἀθανασίαν,

Κόσμῳ τ’ ἐν ἀσκήσει τε κἄν πόλῳ ἔχει.

 Αὐτός ὁ Ὅσιος Ἀνδρόνικος ἦταν ἀπό τήν μεγάλη Ἀντιόχεια, κατά τό ἔτος 540. Ἀργυραμοιβός (δηλαδή τραπεζίτης) στήν τέχνη, πολύ εὐλαβής, γεμᾶτος ἀπό ἀγαθά ἔργα καί πλούσιος ἀπό τά σωματικά ἀγαθά. Αὐτός πῆ­ρε μέ γά­μο ὡς σύ­ζυ­γο τήν Ἀ­θα­να­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α καί αὐ­τή ἦ­ταν τα­πει­νή καί θε­ο­φι­λής. Ἀ­φοῦ συμ­φώ­νη­σε μα­ζί της γιά ἕ­να κα­λό καί θε­ά­ρε­στο πρᾶγ­μα, μοί­ρα­σαν σέ τρί­α τόν πλοῦ­το τους. Καί τό ἕ­να μέ­ρος τό ἔ­δι­ναν ἀ­φθο­νο­πά­ρο­χα στούς πτω­χούς, τό ἄλ­λο τό ἔ­δι­ναν δά­νει­ο χω­ρίς τό­κο σέ ὅ­σους εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη καί τό τρί­το μέ­ρος τό οἰ­κο­νο­μοῦ­σαν στό ἐρ­γα­στήρι τοῦ ἀρ­γυ­ρα­μοι­βοῦ, γιά νά ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦν τά πρός τό ζῆν. Ἀ­πέ­κτη­σαν ἐ­πί­σης καί δύ­ο παι­διά, ἕ­να ἀ­γό­ρι καί ἕ­να κο­ρί­τσι. Ἀ­πό ­τό­τε ὅ­μως πού γεν­νή­θη­καν αὐ­τά, ὁ ἕ­νας τόν ἄ­λλ­ον δέν ἄγ­γι­ξε, ἀλ­λά περ­νοῦ­σαν τήν ζω­ή τους καί οἱ δύ­ο μέ σω­φρο­σύ­νη καί μέ προ­σευ­χές, καί ἀσχο­λοῦν­ταν ἐ­λε­ῶντας τούς φτω­χούς καί ἐ­πι­σκε­πτό­με­νοι τούς ἀ­σθε­νεῖς.

Με­τά ἀπό δώ­δε­κα χρό­νια ἀ­πό τήν συ­νοί­κη­σί τους, ὅ­ταν τά παι­διά τους ἦ­ταν σ’ ἐ­κεί­νη τήν ἡ­λι­κί­α, κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἐ­πρό­κει­το νά χα­ρο­ποι­οῦν τούς γο­νεῖς τους, τό­τε, λέ­ω, σέ μί­α μέ­ρα πέ­θα­ναν συγ­χρό­νως καί τά δύ­ο. Ὁ μα­κά­ριος Ἀν­δρό­νι­κος, δέν ἔ­δει­ξε κα­νέ­να ἄ­ναν­δρο κί­νη­μα γιά τόν θά­να­το τῶν παι­δι­ῶν του. Ἀλ­λά μᾶλ­λον εἶ­πε ἐ­κεί­νη τήν ἀ­εί­μνη­στη φω­νή τοῦ Ἰ­ώβ· «Αὐ­τός γυ­μνός ἐ­ξῆλ­θον ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου, γυ­μνός καί ἀ­πε­λεύ­σο­μαι». Ὅ­μως ἡ σύ­ζυ­γός του Ἀ­θα­να­σί­α εἶ­χε λύ­πη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Καί ἀ­πό τό­τε πού ἐν­τα­φι­ά­σθη­καν τά παι­διά στό Μαρ­τύ­ριο, δη­λα­δή στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ἰ­ου­λια­νοῦ, δέν θέ­λη­σε πλέ­ον νά φύ­γη ἀ­πό ἐ­κεῖ. Ἀλ­λά ἔ­λε­γε, ‘‘ἐ­δῶ θά συ­να­πο­θά­νω καί ἐ­γώ! Ἐ­δῶ θά ἐν­τα­φια­σθῶ καί ἐ­γώ μα­ζί μέ τά παι­διά μου’’!  Καί τόν μέν Ἀν­δρό­νι­κο τόν πῆ­ρε ὁ Πα­τριά­ρχης στό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, γιά νά τόν πα­ρη­γο­ρή­ση. Ἡ Ἀ­θα­να­σί­α ὅ­μως δέν ὑπέφερε νά βγῆ ἔ­ξω ἀ­πό τόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Ἰ­ου­λια­νοῦ, ἀλ­λά πα­ρέ­με­νε ἐ­κεῖ θρη­νῶντας καί κλαί­γον­τας μέ λυγ­μούς. Κα­τά τά με­σά­νυ­κτα, ὅ­μως, ἐνῷ ἦ­ταν ξύ­πνια, τῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ μάρ­τυ­ρας σέ σχῆ­μα Μο­να­χοῦ καί τῆς λέ­ει· «Τί ἔ­χεις, γυ­ναῖ­κα καί κλαῖς; Για­τί δέν ἀ­φή­νεις νά ἡ­συ­χά­σουν αὐ­τούς πού βρί­σκον­ται ἐ­δῶ»; Καί ἐ­κεί­νη ἀ­παν­τῶντας εἶ­πε· «Μήν ὀρ­γι­σθῆς, κύ­ρι­έ μου, ἐ­ναν­τί­ον ἐμοῦ, εἶ­πε, τῆς δού­λης σου, δι­ό­τι πο­λύ πό­νο καί θλῖ­ψι ἔ­χω. Ἐ­πει­δή δύ­ο μό­νο τέ­κνα ἔ­χον­τας καί τά δύ­ο τά ἔ­θα­ψα σή­με­ρα». Ὁ δέ Μάρ­τυρας ἀ­πάν­τη­σε· «Μή κλαῖς γι’ αὐ­τά. Δι­ό­τι σοῦ λέ­ω, γυ­ναῖ­κα, ὅ­τι ὅ­πως ἡ φύ­σις τοῦ ἀν­θρώ­που ζη­τεῖ τό φα­γη­τό καί ἀ­δύ­να­το εἶ­ναι νά μή δώ­ση κα­νείς στόν ἑ­αυ­τό του νά φά­η, ἔ­τσι καί τά παι­διά ζη­τοῦν ὡς χρέ­ος ἀ­πό τόν Θε­ό γιά νά δώ­ση σ’ αὐ­τά τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη τά μέλ­λον­τα ἀ­γα­θά του καί λέ­νε· “Δι­και­ο­κρί­τα, Κύ­ρι­ε, ἀν­τί γιά τά ἐ­πί­γεια ἀ­γα­θά, πού μᾶς τά στέ­ρη­σες, μή μᾶς στε­ρή­σης καί τά ἐ­που­ρά­νια ἀ­γα­θά σου”. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ἡ Ἀ­θα­να­σί­α, συγκινήθηκε καί με­τέ­βα­λε τήν λύ­πη της σέ χα­ρά, λέ­γον­τας· «Λοι­πόν ζοῦν τά παι­διά μου στούς Οὐ­ρα­νούς. Καί για­τί ἐ­γώ νά κλαί­ω»; Τό­τε στρά­φη­κε πί­σω ἀ­να­ζη­τῶντας τόν Μο­να­χό ἐ­κεῖ­νο, πού τῆς εἶ­πε αὐ­τά. Ἀ­φοῦ γύρι­σε ὅ­μως ὅ­λον τόν Να­ό καί δέν τόν βρῆ­κε, ρώ­τη­σε τόν πορ­τά­ρη λέ­γον­τας· ‘Ποῦ εἶ­ναι ὁ Μο­να­χός ἐ­κεῖ­νος πού μπῆ­κε τώ­ρα ἐ­δῶ’; Ἀ­πάν­τη­σε ὁ πορ­τά­ρης· ‘Βλέ­πεις, ὅ­τι ὅ­λες οἱ πόρ­τες εἶ­ναι σφα­λι­σμέ­νες, καί λές ποῦ εἶ­ναι ὁ Μο­να­χός’; Κα­τά­λα­βε ὅ­μως ὁ πορ­τά­ρης, ὅ­τι εἶ­δε ὀ­πτα­σί­α. Φο­βή­θη­κε τό­τε ἡ Ἀ­θα­να­σί­α, ἐ­πέ­στρε­ψε στή­ν οἰ­κί­α της καί δι­η­γή­θη­κε στόν ἄν­δρα της ἐ­κεῖ­να πού εἶ­δε. Τό­τε ζή­τη­σε ἀ­πό αὐ­τόν νά τήν βά­λη σέ Μο­να­στῆ­ρι.

Ὁ Ἀν­δρό­νι­κος, ἀ­φοῦ δέ­χθη­κε τόν λό­γο μέ χα­ρά (δι­ό­τι καί αὐ­τός τό πο­θοῦ­σε αὐ­τό), μοί­ρα­σε τό πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­ρος τῆς πε­ρι­ου­σί­ας του στούς φτω­χούς καί ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τούς δού­λους, πού εἶ­χε ἐ­ξα­γο­ρα­σμέ­νους. Τήν ὑ­πό­λοι­πη πε­ρι­ου­σί­α του τήν ἄ­φη­σε στόν πε­θε­ρό του, πα­ραγ­γεί­λον­τας σ’ αὐ­τόν νά κά­νη νο­σο­κο­μεῖ­α καί ξε­νο­δο­χεῖ­α Μο­να­χῶν. Παίρ­νον­τας λοι­πόν λί­γα ἔ­ξο­δα γιά τόν δρό­μο, βγῆ­κε τήν νύ­κτα ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας αὐ­τός καί ἡ γυ­ναί­κα του, οἱ δύ­ο μό­νοι. Βλέ­πον­τας δέ ἡ Ἀ­θα­να­σί­α ἀ­πό μα­κριά τό σπί­τι της, σή­κω­σε τά μά­τιά της στόν οὐ­ρα­νό καί εἶ­πε. «Κύ­ρι­ε καί Θε­έ μου, ἐ­σύ πού εἶ­πες στόν Ἀ­βρα­άμ καί τήν Σάρ­ρα· “Φύγε ἀπό τήν πατρίδα σου καί ἀπό τούς συγγενεῖς σου καί ἔλα νά πᾶς στήν γῆ πού θά σοῦ δείξω”. Ἐ­σύ καί τώ­ρα ὁ­δή­γη­σε ἐ­μᾶς στόν φό­βο σου. Δι­ό­τι νά, ἐ­μεῖς ἀ­φή­σα­με γιά τό ὄ­νο­μά σου ἀ­νοι­κτό τό σπί­τι μας καί φύ­γα­με· λοι­πόν μή μᾶς κλεί­σης τήν θύ­ρα τῆς Βα­σι­λεί­ας σου». Καί ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψαν καί οἱ δύ­ο, ἀ­να­χώ­ρη­σαν ἀ­πό τήν πα­τρί­δα τους.

Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, προ­σκύ­νη­σαν τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους. Ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σαν πολ­λούς Ὁ­σί­ους Πα­τέ­ρες. Φεύ­γον­τας ἀ­πό ἐ­κεῖ, πῆ­γαν καί οἱ δύ­ο στήν Αἴ­γυ­πτο, δη­λα­δή στό Μι­σή­ρι, πρός τόν ξα­κου­στό Ἀβ­βᾶ Δα­νι­ήλ. Καί ἐ­πει­δή τοῦ φα­νέ­ρω­σαν τόν σκο­πό τους καί τόν πα­ρα­κά­λε­σαν νά τούς κα­θο­δη­γή­ση σέ ὁ­δό σω­τη­ρί­ας, γι’ αὐ­τό ὁ Ὅ­σιος, τήν μέν Ἀ­θα­να­σία τήν ἔ­στει­λε στό γυ­ναι­κεῖ­ο Μο­να­στήρι τῶν Τα­βεν­νη­σι­ω­τῶν, ἐ­νῷ τόν Ἀν­δρό­νι­κο τόν κρά­τη­σε μα­ζί του καί τόν ἔν­δυ­σε τό ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα τῶν Μο­να­χῶν. Ἔ­τσι ἔ­μει­νε στήν ὑ­πο­τα­γή του δώ­δε­κα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ὅ­ταν πέ­ρα­σαν τά δώ­δε­κα χρό­νοι­α, πα­ρα­κά­λε­σε ὁ Ἀν­δρό­νι­κος τόν Ἀβ­βᾶ Δα­νι­ήλ, νά τοῦ δώ­ση ἄ­δεια νά πά­η πά­λι στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, γιά νά προ­σκυ­νή­ση καί γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους. Ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ, ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, τόν ἄ­φη­σε ἐ­λεύ­θε­ρο. Βα­δί­ζον­τας λοι­πόν ὁ Ὅ­σιος Ἀν­δρό­νι­κος στόν δρό­μο τοῦ Μι­ση­ρί­ου, κά­θι­σε κά­τω ἀ­πό ἕ­να δέν­δρο, γιά νά δρο­σι­σθῆ λί­γο ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή ζέ­στη. Καί νά, κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ, ἦλθε ἐ­κεῖ καί ἡ γυ­ναίκα του Ἀ­θα­να­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α πή­γαι­νε καί αὐ­τή στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα μέ σχῆ­μα ἀν­δρι­κό ὡς Μο­να­χός, μέ τό ὄ­νο­μα Ἀ­θα­νά­σιος. Καί ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σε ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λο, ἡ μέν Ἀ­θα­να­σί­α γνώ­ρι­σε τόν Ἀν­δρό­νι­κο, ὁ Ἀν­δρό­νι­κος ὅ­μως δέν γνώ­ρι­σε τήν Ἀ­θα­να­σί­α, ἐ­πει­δή μα­ρά­θη­κε τό κάλ­λος της ἀ­πό τήν πολ­λή ἄ­σκη­σι καί φαι­νό­ταν σάν ἀ­ρά­πης. Τό­τε εἶ­πε ἡ Ἀ­θα­να­σί­α πρός τόν Ἀν­δρό­νι­κο· «Ποῦ πη­γαί­νεις, κύ­ρι­έ μου Ἀβ­βᾶ»; Ὁ Ἀν­δρό­νι­κος ἀ­πάν­τη­σε· «Στούς Ἁ­γί­ους Τό­πους». Τοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη. «Ἐ­κεῖ θέ­λω νά πά­ω καί ἐ­γώ». Τῆς λέ­ει πά­λι ἐ­κεῖ­νος· «Θέ­λεις νά βα­δί­ζου­με καί οἱ δύ­ο μα­ζί»; Λέ­γει ἡ Ἀ­θα­να­σί­α, ‘‘ναί, ὅ­πως ὁ­ρί­ζεις. Ἀλ­λά ἄς βα­δί­ζου­με στόν δρό­μο μέ σι­ω­πή, ἔ­τσι σάν νά μήν εἶ­μαι ἐ­γώ μα­ζί σου’’. Τό­τε καί ὁ Ἀν­δρό­νι­κος λέ­ει· ‘‘Ὅ­πως ὁ­ρί­ζεις, ἄς πᾶ­με σι­ω­πη­λοί’’. Πά­λι ἡ Ἀ­θα­να­σί­α τόν ἐ­ρω­τᾶ· «Δέν εἶ­σαι μα­θη­τής τοῦ Ἀβ­βᾶ Δα­νι­ήλ»; Ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἀν­δρό­νι­κος· «Ναί». Τοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη· «Δέν ὀ­νο­μά­ζε­σαι Ἀν­δρό­νι­κος»; Ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, ‘‘ναί’’. H Ἀ­θα­να­σί­α εἶ­πε· «Οἱ εὐ­χές τοῦ γέ­ρον­τα εὔ­χο­μαι νά μᾶς συ­νο­δεύ­σουν στόν δρό­μο μας». Λέ­ει ὁ Ἀν­δρό­νι­κος· «Γέ­νοι­το! Ἀ­μήν».

Μέ τέ­τοι­ο τρό­πο λοι­πόν, πῆ­γαν σι­ω­π­η­λοί καί οἱ δύ­ο στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Καί ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σαν τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους, πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψαν μα­ζί σι­ω­πη­λοί στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Τό­τε ἡ Ἀ­θα­να­σί­α ρ­ώ­τη­σε τόν Ἀν­δρό­νι­κο· «Θέ­λεις νά μεί­νου­με μα­ζί σέ ἕ­να κελ­λί»; Ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἀν­δρό­νι­κος· «Ὅ­πως ὁ­ρί­ζεις, ἄς μέ­νου­με, ἀλ­λά θέ­λω πρῶ­τα νά πά­ω στόν γέ­ρον­τά μου καί νά ζη­τή­σω τήν ἄ­δεια καί τήν εὐ­χή του». Ἐ­κεί­νη εἶ­πε· «Πή­γαι­νε καί σέ πε­ρι­μέ­νω στό μέ­ρος πού λέ­γε­ται Ὀ­κτω­και­δέ­κα­τος. Καί ἐ­άν μπο­ρῆς νά μέ­νης μα­ζί μου σι­ω­πη­λά, ὅ­πως βα­δί­σα­με καί πή­γα­με στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ᾔλ­θα­με πά­λι ἐ­δῶ, συμ­φω­νῶ, ἔ­λα. Ἐ­άν ὅ­μως δέν μπο­ρῆς νά σι­ω­πᾶς, μήν ἔλ­θης». Ὁ Ἀν­δρό­νι­κος πη­γαί­νον­τας στόν γέ­ρον­τά του τόν Ἀβ­βᾶ Δα­νι­ήλ, τοῦ φα­νέ­ρω­σε τήν ὑ­πό­θε­σι. Ὁ γέ­ρον­τας κα­τά­λα­βε ἀ­πό τά λό­για τοῦ Ἀν­δρό­νι­κου, ὅ­τι εἶ­χε με­γά­λη πρό­ο­δο στήν ἀ­ρε­τή ὁ Ἀ­θα­νά­σιος. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­δω­σε τήν ἄ­δεια καί τοῦ εἶ­πε. «Πή­γαι­νε, νά ἀ­γα­πή­σης τήν σι­ω­πή καί μεῖ­νε μέ τόν ἀ­δελ­φό., δι­ό­τι αὐ­τός εἶναι ἀληθινά Μο­να­χός, ὅ­πως πρέ­πει νά εἶ­ναι ὁ Μο­να­χός». Τό­τε ἐ­πι­στρέ­φον­τας ὁ Ἀν­δρό­νι­κος ἔ­μει­νε μα­ζί μέ τήν Ἀ­θα­να­σί­α δώ­δε­κα χρό­νια, χω­ρίς νά γνω­ρί­ση, ὅ­τι αὐ­τή εἶ­ναι ἡ σύ­ζυ­γός του.

Πολ­λές φο­ρές πή­γαι­νε ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ νά τούς ἐ­πι­σκε­φθῆ καί συ­νο­μι­λῶν­τας τούς συμ­βού­λευ­ε γιά τήν ὠ­φέ­λεια τῆς ψυ­χῆς. Μί­α φο­ρά ἔ­τυ­χε καί πῆ­γε πά­λι ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ καί τούς συ­νάν­τη­σε. Καί ἀ­φοῦ γιά ἀρ­κε­τή ὥ­ρα εἶ­πε τά ὅ­σα πρέ­πει, τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε καί ἐ­πέ­στρε­φε στό κελ­λί του. Τό­τε ἔ­τρε­ξε πί­σω του ὁ Ὅ­σιος Ἀν­δρό­νι­κος, καί ἀ­φοῦ τόν ἔ­φθα­σε τοῦ εἶ­πε· ‘Ὁ Ἀβ­βᾶς Ἀ­θα­νά­σιος ἀ­σθέ­νη­σε καί εἶ­ναι γιά νά πά­η πρός τόν Κύ­ριο’. Ὁ γέ­ρον­τας γύ­ρι­σε πί­σω καί βρῆ­κε τόν Ἀ­θα­νά­σιο νά ὑ­πο­φέ­ρη ἀ­πό θέρ­μη. Καί βλέ­πον­τας τόν γέ­ρον­τα, ἄρ­χι­σε νά κλαί­η. Ὁ γέ­ρον­τας τοῦ λέ­ει· ‘Ἀν­τί νά χα­ρῆς, πού πη­γαί­νεις νά ἀ­πο­λαύ­σης τόν Θε­ό, ἐ­σύ κλαῖς’; Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε· ‘Δέν κλαί­ω γιά τόν ἑ­αυ­τό μου, ἀλ­λά γιά τόν Ἀβ­βᾶ Ἀν­δρό­νι­κο. Γι’ αὐ­τό, σέ πα­ρα­κα­λῶ, κά­νε ἀ­γά­πη. Καί ἀ­φοῦ μέ θά­ψης, ψά­ξε κον­τά στήν κε­φα­λή μου καί θά βρῆς πλα­κί­διο πού νά ἔ­χη γρά­μμα­τα. Δι­ά­βα­σέ το καί δός το καί στόν Ἀβ­βᾶ Ἀν­δρό­νι­κο’.

Προ­σευ­χή­θη­καν λοι­πόν καί οἱ τρεῖς καί κοι­νώ­νη­σε τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια ἡ μα­κα­ρί­α Ἀ­θα­να­σί­α καί ἔ­τσι ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ. Καί τό­τε βρῆ­κε ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ τό πλα­κί­διο καί τό δι­ά­βα­σε. Καί ἀ­πό αὐ­τό γνώ­ρι­σε, ὅ­τι ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἀν­δρό­νι­κου, ἡ ἀ­οί­δι­μη Ἀ­θα­να­σί­α. Τό πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν λοι­πόν αὐ­τό καί ὅ­ταν τήν κή­δευ­αν. Δι­ό­τι ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό, ὅ­τι δέν ἦ­ταν ἄν­δρας, ἀλ­λά γυ­ναί­κα. Ἀ­κού­σθη­κε αὐ­τό καί σέ ὅ­λη τήν Λαύ­ρα. Τό­τε εἰ­δο­ποί­η­σε ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ τούς ἀ­δελ­φούς, καί συ­νέ­τρε­ξαν ὅ­λοι οἱ Πα­τέ­ρες πού κα­τοι­κοῦ­σαν στήν ἐ­σώ­τε­ρη ἔ­ρη­μο καί ὅ­λες οἱ Λαῦρες καί τά Μο­να­στή­ρια τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρει­ας. Καί ὅ­λη ἡ πό­λις καί ὅ­λη ἡ Σκή­τη, συγ­κεντρώ­θη­κε γιά τόν ἐν­τα­φια­σμό της. Οἱ δέ σκη­τι­ῶ­τες φο­ροῦ­σαν ὅ­λοι ἄ­σπρη ἐν­δυ­μα­σί­α, δι­ό­τι τέ­τοι­α συ­νή­θεια εἶ­χαν στήν Σκή­τη νά ἀ­σπρο­φο­ροῦν, ὅ­ταν ἐν­τα­φί­α­ζαν τούς ἀ­δελ­φούς, ὡς νι­κη­τές τῶν τρι­ῶν ἐ­χθρῶν, τῆς σάρ­κας καί τοῦ κό­σμου καί τοῦ κο­σμο­κρά­το­ρα, δη­λα­δή τοῦ Δι­α­βό­λου. Με­τα­φέ­ρον­τας λοι­πόν μέ βα­ΐ­α[1] καί κλά­δους τό τί­μιο λεί­ψα­νο τῆς μα­κά­ριας Ἀ­θα­να­σί­ας, τό ἐν­τα­φί­α­σαν μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό, πού ἔ­δω­σε στήν Ἁ­γί­α τό­ση με­γά­λη ὑ­πο­μο­νή. Ἔ­μει­νε ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ, γιά νά κά­νη τά ἕ­βδο­μα μνη­μό­συ­να τῆς Ὁ­σί­ας. Καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά θέ­λη­σε νά πά­ρη μα­ζί του τόν Ἀβ­βᾶ Ἀν­δρό­νι­κο. Ὁ Ἀν­δρό­νι­κος ὅ­μως δέν θέ­λη­σε, λέ­γον­τας· ‘‘Ἐ­δῶ θά πε­θά­νω καί ἐ­γώ μα­ζί μέ τήν κυ­ρί­α μου Ἀ­θα­να­σί­α’’. Καί ἔ­τσι ἀ­φοῦ τόν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας, ἀ­να­χώ­ρη­σε. Κα­τό­πιν προ­φθά­νει ἕ­νας ἀ­δελ­φός τόν γέ­ρον­τα καί τοῦ λέ­ει. ‘‘Ὁ Ἀβ­βᾶς Ἀν­δρό­νι­κος ἀ­σθε­νεῖ ἀ­πό θέρ­μη’’. Καί ἀ­μέ­σως εἰ­δο­ποι­εῖ ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ τούς ἀ­δελ­φούς της Σκή­τε­ως, λέ­γον­τας· ‘‘Ὁ Ἀβ­βᾶς Ἀν­δρό­νι­κος ἀ­κο­λου­θεῖ τόν Ἀβ­βᾶ Ἀ­θα­νά­σιο, λοι­πόν συγκε­ντρω­θῆ­τε’’. Τό­τε συγ­κεν­τρώ­θη­καν καί τόν πρό­λα­βαν ζων­τα­νό. Καί ἀ­φοῦ ζή­τη­σαν ὅ­λοι οἱ Πα­τέ­ρες καί ἔ­λα­βαν τήν εὐ­λο­γί­α του, τό­τε ὁ ἀ­οί­δι­μος ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ. Ἔ­γι­νε φι­λο­νει­κί­α καί ἀν­τί­στα­σις γιά τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἀν­δρο­νί­κου ποι­οί νά τό πά­ρουν, αὐ­τοί πού κα­τοι­κοῦ­σαν στό Ὀ­κτω­και­δέ­κα­το ἤ οἱ σκη­τι­ῶ­τες. Μό­λις δέ καί με­τά βί­ας κα­τέ­παυ­σε ὁ Ἀβ­βᾶς Δα­νι­ήλ τήν φι­λο­νει­κί­α τους, λέ­γον­τας, ὅ­τι πρέ­πει νά ἐν­τα­φια­σθῆ ἐ­κεῖ στό Ὀ­κτω­και­δέ­κα­το μα­ζί μέ τόν συ­να­γω­νι­στή του, τήν Ὁ­σί­α Ἀ­θα­να­σί­α λέ­ω. Καί ἔ­τσι τό ἐν­τα­φί­α­σαν ἐ­κεῖ, δο­ξά­ζον­τας τόν ἐ­πί πάν­των Θε­ό. Ἀ­μήν.



[1] Βα­ΐ­ο εἶ­ναι αἰ­γυ­πτια­κή λέ­ξις, ὅ­πως λέ­νε με­ρι­κοί, καί ση­μαί­νει κλά­δο φοί­νι­κος, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἐ­πι­φά­νιος στό πε­ρί τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων. Αὐ­τό βε­βαι­ώ­νει καί ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­γον­τας, ὅ­τι «οἱ ὄ­χλοι ἔ­λα­βον τά βα­ΐ­α τῶν φοι­νί­κων καί ἐ­ξῆλ­θον εἰς ἀ­πάν­τη­σιν αὐ­τοῦ» (12,13).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης