Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου.
Αὐτός ὁ θεῖος Ἀπόστολος, ἐνῶ καθόταν στό τελωνεῖο, δηλαδή στό «κουμέρκι», ἄκουσε νά τοῦ λέη ὁ Κύριος «ἀκολούθει μοι». Τότε τήν ἴδια ὥρα ἐγκατέλειψε ὅλα καί ἀκολούθησε τόν Κύριο, ἀφοῦ ἔκανε ἕνα μεγάλο γεῦμα στό σπίτι του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος στό δικό του Εὐαγγέλιο.
Ἀπό τότε καί στήν συνέχεια ἦταν συναριθμημένος μέ τούς λοιπούς Ἀποστόλους[1]. Αὐτός ἀφοῦ δέχθηκε τήν χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἔγινε σοφός στά θεῖα, τότε ἔγραψε τό Εὐαγγέλιό του σέ γλῶσσα ἑβραϊκή, ὕστερα ἀπό ὀκτώ χρόνια ἀπό τήν Ἀνάληψι τοῦ Χριστοῦ, καί τό ἔστειλε στούς νεοφώτιστους Ἰουδαίους. Ἀφοῦ δίδαξε τούς Πάρθους καί Μῆδες καί ἵδρυσε Ἐκκλησίες καί ἔκανε πολλά θαύματα, στό τέλος τελειώθηκε τελειώθηκε ἀπό τούς ἄπιστους μέ φωτιά. Ὅταν ἦταν ἀκόμη ζωντανός ὁ θεῖος αὐτός Ἀπόστολος, οἱ μέν ἄλλοι συμμαθητές του καί συναπόστολοι, περιέρχονταν ὁ κάθε ἕνας τόν τόπο καί τήν πόλι, πού δέχθηκε ὡς κλῆρο, κηρύττοντας τό τοῦ Χριστοῦ Εὐαγγέλιο. Αὐτός ὄντας στούς Παρθους, ἀνέβηκε μόνος ἐπάνω σέ ἕνα βουνό καί σέ αὐτό ἔμενε ὄντας μέ ἕναν χιτῶνα καί χωρίς στέγη. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα, τοῦ ἐμφανίσθηκε ὡς παιδί, ὁ Θεός ἐκεῖνος, πού ἔπλασε ἀπό τό χῶμα τόν ἄνθρωπο καί ἀφοῦ ἅπλωσε τό δεξί του χέρι, δίνει στόν Ἀπόστολο μία ράβδο καί τοῦ λέει· «Πάρε αὐτήν, καί κατεβαίνοντας ἀπό τό βουνό καί πηγαίνοντας στήν πόλι Μυρμήνη, φύτεψε τήν ράβδο αὐτήν στό κατώφλι τοῦ ἐκεῖ ἁγίου οἴκου· αὐτή ἡ ράβδος, ἀφοῦ ριζωθῆ καί ὑψωθῆ ἀπό τό δικό μου δεξί χέρι, θά γίνη δένδρο πολύκαρπο. Καί ἀπό μέν τά ἄκρα τῶν κλαδιῶν του, θά κατεβῆ γλυκασμός ἀπό μέλι, ἐνῶ ἀπό τίς ρίζες του θά ἀναβλύση πηγή ὕδατος, ἀπό τήν ὁποία λουζόμενοι οἱ θηριογνώμονες ἄνδρες τῆς πόλεως καί τρώγοντας ἀπό τόν γλυκασμό τοῦ δένδρου, θά γλυκαθοῦν ὡς πρός τίς αἰσθήσεις καί θά σταματήσουν νά διαπράττουν παρανομίες».
Τότε ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ δέχθηκε μέ εὐλάβεια τήν ράβδο, πού τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Κύριο, ἐγκατέλειψε τό βουνό καί πῆγε στήν Μυρμήνη. Ἡ δέ γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ τῶν Πάρθων, Φουλβάνα ὀνόματι, ἔχοντας πονηρό δαιμόνιο, συναπάντησε τόν Ἀπόστολο μαζί μέ τόν υἱό καί τήν νύφη της, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἐνεργοῦνταν ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα. Καί μέ φωνές σκληρές καί μέ κινήσεις ἄγριες, φώναζαν γύρω στόν Ἀπόστολο λέγοντας· «Ποιός σέ ἀνάγκασε νά ἔλθης ἐδῶ καί στούς δικούς μας τόπους; ἤ ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού σοῦ ἔδωσε τήν ράβδο αὐτήν, γιά νά μᾶς καταστρέψης;». Τότε ὁ Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μέ ἥρεμη φωνή, τά μέν ἀκάθαρτα πνεύματα ἐπετίμησε, ἐνῶ ὅσους ὑπέφεραν καί προκαλοῦσαν ἀταξίες τούς θεράπευσε καί τούς ἔκανε νά τόν ἀκολουθοῦν μέ εὐταξία καί σύνεσι. Ὁ δέ τῆς πόλεως ἐκείνης Ἐπίσκοπος, Πλάτων ὀνόματι, μαθαίνοντας τήν παρουσία τοῦ Ἀποστόλου, βγῆκε ἔξω ἀπό τήν πόλι μέ τόν κλῆρο καί τόν προϋπάντησε καί οἱ δύο μαζί μπῆκαν μέσα στήν πόλι μπροστά σέ ὅλους. Τότε ὁ Ἀπόστολος ἀκουμπῶντας τήν ράβδο στήν γῆ, δοξολόγησε τόν Θεό, πού τοῦ ἐμφανίσθηκε ὡς παιδί, καί τόν διέταξε νά κάνη αὐτό. Καί ὤ τοῦ θαύματος! ἀμέσως ἡ ξηρά ράβδος ρίζωσε καί βλάστησε κλαδιά καί καρπούς, οἱ ὁποῖοι ἔσταζαν τήν γλυκύτητα τοῦ μέλιτος, καθώς εἶπε ὁ Κύριος. Ἀνέβλυσε ἀκόμη κοντά στήν ρίζα καί μία βρύσις καθαρώτατη καί γλυκύτατη, ὥστε ὅλοι οἱ τυχόντες ἐξεπλάγησαν γιά τό παράδοξο αὐτό θέαμα. Καί ἐπειδή ἡ φήμη αὐτή διαδόθηκε σέ κάθε μέρος τῆς πόλεως, ἔτρεχαν ὅλα τά πλήθη, γιά νά ἰδοῦν τό παράδοξο. Αὐτοί ἀπολαμβάνοντας τήν γλυκύτητα ἀπό τό δένδρο καί λουζόμενοι ἀπό τήν πηγή, ἀμέσως ἔδιωχναν ἀπό τήν ψυχή τους τήν μανία καί θηριώδη ὠμότητα, πού εἶχαν στήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀφοῦ λοιπόν ἔπαθε πολλά ἀπό τόν βασιλιά ὁ τοῦ Κυρίου Ἀπόστολος καί «ἐτελειώθη διά πυρός», ὕστερα ἔκανε τόν βασιλιά νά ἐπιστρέψη στήν τοῦ Χριστοῦ πίστι, μέ τό θαῦμα πού ἔγινε μέ τό ἅγιο λείψανό του. Ὁ βασιλιάς κατόπιν, ἀφοῦ βαπτίσθηκε, ὠνομάσθηκε Ματθαῖος καί, ἀφοῦ σύντριψε τά εἴδωλα, ἔπεισε τούς ὑπηκόους του καί πίστεψαν ὅλοι στόν Χριστό. Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔγινε καί Ἐπίσκοπος ἄφησε τόν θρόνο στόν υἱό του, ὅπως τόν διέταξε μέ ὀπτασία ὁ θεῖος Ἀπόστολος.
[1] Στήν 30ή Ἰουνίου γράφεται, ὅτι ὁ Ματθαῖος ἦταν ἀδελφός τοῦ Ἰακώβου τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀλφαίου, ἐπειδή καί οἱ δύο εἶχαν πατέρα τόν Ἀλφαῖο.


Login