Εἰς τόν Κοδρᾶτον.
Τῶν δυσσεβῶν τήν πίστιν ὕβρεσι πλύνας,
Τμηθείς Κοδράτε σῶν ἀφ’ αἱμάτων πλύνῃ.
Εἰς τόν Ἄνεκτον, Παῦλον καί Διονύσιον.
Γνωστοῖς Ἄνεκτον σύν δυσί κτείνει ξίφος,
Οἷς οὐκ ἀνεκτόν μή θανεῖν Θεοῦ χάριν.
Εἰς τόν Κρήσκεντα καί Κυπριανόν.
Ὁρῶν καταθνήσκοντα Κρήσκεντα ξίφει,
Σπεύδει σύν αὐτῷ Κυπριανός τεθνάναι.
Ἀμφηκες δεκάτῃ Κοδράτον ξίφος ἐγκατέπεφνεν.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου καί τοῦ Οὐαλλεριανοῦ καί τοῦ ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος Ἰάσωνα, κατά τό ἔτος 252. Ὁ δέ Ἅγιος Κοδράτος, ἐπειδή ἔμεινε πολύ νήπιο, ὅταν πέθανε ἡ μητέρα του, τρεφόταν μέ θαυμαστό τρόπο. Δηλαδή φαινόταν ἕνα σύννεφο γύρω του, τό ὁποῖο τοῦ ἔδινε φαγητό. Ὅταν ἔγινε νέος εἰκοσιοκτώ ἐτῶν, τότε ἔγιναν φίλοι μέ αὐτόν οἱ ἀνωτέρω ἀναφερθέντες Ἅγιοι. Μέ τούς ὁποίους, ἀφοῦ συνελήφθη ἀπό τούς Ἕλληνες γιά τήν ὁμολογία του στόν Χριστό, δάρθηκε δυνατά μαζί μέ αὐτούς καί ἔτσι ἀποκεφαλίσθηκαν ὅλοι καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.



Login