14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ. ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ, ΠΡΟΤΑΣΙΟΥ κ.λ.π* Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Παρασκευῆς τῆς Νέας.

 Τῷ αὐ­τῷ μη­νί IΔ΄, μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων M­αρ­τύ­ρων N­α­ζα­ρί­ου,Προ­τα­σί­ου, Γερ­βα­σί­ου καί K­ελ­σί­ου.

 Τόν Να­ζά­ριον καί συ­νά­θλους τρεῖς ἅ­μα,

Χρι­στῷ προ­σῆ­ξε Να­ζα­ρη­νῷ τό ξῖφος.

Σύν τρι­σί Να­ζά­ριος τμή­θη δε­κά­τῃ γε τε­τάρ­τῃ.

  Αὐ­τοί οἱ Ἅ­γιοι ἔ­ζη­σαν στά χρό­νια τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Νέ­ρω­να κα­τά τό ἔ­τος 57 καί ὡδηγή­θη­καν στήν πίστι τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πό τόν Κο­ρυ­φαῖ­ο τῶν Ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρο. Ὁ Ἅ­γιος Να­ζά­ριος στό εἰ­κο­στό ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του βά­δι­ζε σέ ὅ­λες τίς πό­λεις τῆς Ἰ­τα­λί­ας καί κή­ρυτ­τε τόν Χρι­στό καί μέ τό κη­ρύγ­μά του ἐ­πέ­στρε­φε πολ­λούς στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πό δέ­κα χρό­νια, ἔ­φθα­σε στήν πό­λι πού λέ­γε­ται Πλα­κεν­τί­να. Ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε καί τόν Ἅ­γιο Προ­τά­σιο καί τόν Ἅγιο Γερ­βά­σιο, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦ­ταν φυ­λα­κι­σμέ­νοι γιά τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ  ἀ­πό τόν ἄρ­χον­τα Ἀ­νού­λιο. Ἐ­κεῖ κή­ρυτ­τε τόν Χρι­στό. Δι­ώ­χθη­κε ὅ­μως γι’ αὐ­τό ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε στήν πό­λι πού λέ­γε­ται Κί­με­λι. Ἐ­κεῖ βρί­σκον­τας τόν Ἅ­γιο Κέλ­σιο, παι­δί τρι­ῶν ἐ­τῶν, τό πῆ­ρε ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα του. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε αὐ­τό ὁ ἄρ­χον­τας Δι­νο­βά­ος, πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, συλ­λαμ­βά­νει τόν Μάρ­τυ­ρα καί

τόν ρί­χνει στήν φυ­λα­κή. Ὅ­ταν ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή, πῆ­γε μα­ζί μέ τόν Κέλ­σιο στίς πό­λεις τοῦ Τι­βε­ρί­ου, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νος καί κη­ρύτ­τον­τας τήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τόν Νέ­ρω­να καί δέ­θη­κε μέ δε­σμά. Καί ἔ­τσι δό­θη­κε ὡς φα­γη­τό στά θη­ρί­α. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δι­α­φυλά­χθη­κε ἀ­βλα­βής, πά­λι ἐ­πέ­στρε­ψε στήν πό­λι Πλα­κεν­τί­να καί βρῆ­κε ἀ­κό­μη ζων­τα­νούς μέ­σα στήν φυ­λα­κή τόν Ἅ­γιο Γερ­βά­σιο καί τόν Ἅγιο Προ­τά­σιο. Ἀ­πό ἐ­κεῖ ­στά­λθηκε στήν Ρώ­μη ἀ­πό τόν Ἀ­νού­λιο. Καί ἐ­κεῖ ἔ­γι­νε αἴ­τιος σω­τη­ρί­ας στόν παπ­ποῦ του. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­πέ­στρε­ψε στά Με­δι­ό­λα­να, ἐ­κεῖ ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο Γερ­βά­σιο, τόν Ἅ­γιο Προ­τά­σιο καί τόν Ἅ­γιο Κέλ­σιο καί μα­ζί καί οἱ τέσ­σα­ρες ἀ­πό­λαυ­σαν τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. (Τόν ἐ­κτε­νῆ καί ἁ­πλο­ποι­η­μέ­νο Βί­ο τους βλέ­πε στόν Νέ­ο Πα­ρά­δει­σο. Τόν ἑλ­λη­νι­κό τους Βί­ο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Με­τα­φρα­στής, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Νέ­ρω­νος ἄρ­τι τά σκῆ­πτρα δι­α­δε­ξα­μέ­νου». Σῴ­ζε­ται στήν τῶν Ἰ­βή­ρων καί σέ ἄλ­λες καί ἰ­δι­αίτερα στήν Λαύ­ρα).

* Μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας Μη­τρός ἡμῶν Πα­ρα­σκευ­ῆς τῆς Νέ­ας.

 * Πα­ρα­σκευ­ήν ὡς σκεῦ­ος ἐ­κλε­λεγ­μέ­νον,

Χρι­στός τί­θη­σιν ἐν τα­μεί­ῳ τοῦ πό­λου.

 * Αὐτή ἡ νέ­α Ὁ­σί­α Πα­ρα­σκευ­ή, ἡ με­γά­λη πράγ­μα­τι καί ἔν­δο­ξη ἀ­νά­με­σα στίς γυ­ναῖ­κες, γεν­νή­θη­κε σέ ἕ­να χω­ριό τῆς Θρά­κης, πού λέ­γε­ται Ἐ­πι­βά­τες καί βρί­σκε­ται κον­τά στήν Ση­λυ­βρί­α. Οἱ γο­νεῖς της ἦ­ταν εὐ­γε­νεῖς καί ἔν­δο­ξοι, ἔ­χον­τας πο­λύ πλοῦ­το καί πο­λ-λή με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως τούς στό­λι­ζε ἡ εὐ­σέ­βεια καί τό νά ὀ­νο­μά­ζων­ται Χρι­στια­νοί. Αὐ­τοί λοι­πόν, ὅ­ταν γέν­νη­σαν τήν Ἁ­γί­α, πρῶ­τα βέ­βαι­α τήν βά­πτι­σαν, ἔ­πει­τα τήν δί­δα­ξαν κά­θε ἀ­ρε­τή καί κά­θε τρό­πο ζω­ῆς σύμ­φω­να μέ τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν ὅ­μως ἡ κό­ρη ἔ­γι­νε δέ­κα ἐτῶν, πῆ­γε μα­ζί μέ τήν μη­τέ­ρα της στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Θε­ο­τό­κου καί ἄ­κου­σε τά ἑ­ξῆς λό­για τοῦ θεί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου· «Εἴ τις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἐλ­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τόν, καί ἀ­ρά­τω τόν σταυ­ρόν αὐ­τοῦ καί ἀ­κο­λου­θεί­τω μοι». Ἔ­τσι, μό­λις βγῆ­κε ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν πτω­χό καί κρυ­φά ἀ­πό τήν μη­τέ­ρα της ἔ­βγα­λε τά ὡ­ραῖ­α φο­ρέ­μα­τα, πού φο­ροῦ­σε, καί ἕν­τυ­σε μέ αὐ­τά τόν πτω­χό. Αὐ­τή πά­λι, παίρ­νον­τας μέ ἕ­ναν σο­φό τρό­πο τά φτω­χι­κά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ πτω­χοῦ, τά φό­ρε­σε.

Ὅ­ταν ὅ­μως πῆ­γε στήν οἰ­κί­α τῶν γο­νέ­ων της καί τήν εἶ­δαν νά εἶ­ναι ντυ­μέ­νη ἐ­κεῖ­να τά φτω­χι­κά ἐν­δύ­μα­τα, πολ­λές ἀ­πει­λές καί χτυ­πή­μα­τα ἔ­λα­βε ἀ­πό τούς γο­νεῖς της, γιά νά μή κά­νη κά­τι πα­ρό­μοι­ο ἄλ­λη φο­ρά. Ἡ δέ μα­κά­ρι­α, δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές ἔ­κα­νε τό ἴ­διο καί ἔν­τυ­σε τούς πτω­χούς μέ τά δι­κά της ἐν­δύ­μα­τα, κα­τα­φρο­νῶντας τίς ἀ­πει­λές ­τῶν γο­νέ­ων της. Γι’ αὐ­τό πά­λι δάρ­θη­κε ἀ­πό τούς γο­νεῖς της καί βρί­σθη­κε καί δέ­χθη­κε πολ­λές ἀ­πει­λές. Στήν συ­νέ­χεια, ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λους, γο­νεῖς μα­ζί καί συγ­γε­νεῖς καί ὑ­πη­ρέ­τρι­ες, πῆ­γε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἀ­πό­λαυ­σε τά πνευ­μα­τι­κά κα­λά τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, δη­λα­δή τίς ὡ­ραῖ­ες της Ἐκ­κλη­σί­ες, τά τί­μια λεί­ψα­να τῶν Ἁ­γί­ων καί τίς εὐ­χές καί εὐ­λο­γί­ες τῶν ἁ­γί­ων ἀν­δρῶν, πού βρί­σκον­ταν στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Καί ἔ­τσι ἔ­φυ­γε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε ἀ­πέ­ναν­τι στήν Χαλ­κη­δό­να. Ἀ­πό τήν Χαλ­κη­δό­να πά­λι πῆ­γε στήν Ἡ­ρά­κλεια, πού εἶ­ναι κον­τά στήν Μαύ­ρη Θά­λασ­σα. Καί οἱ μέν γο­νεῖς της ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν τήν Ἁ­γί­α ἀ­πό τό­πο σέ τό­πο καί ἀ­πό πό­λι σέ πό­λι καί μή βρί­σκον­τάς την ἐ­πέ­στρε­ψαν ἄ­πρα­κτοι καί λυ­πη­μένοι στήν οἰ­κί­α τους. Ἡ Ὁ­σί­α, ὅ­μως, ἀ­φοῦ βρῆ­κε στήν Ἡ­ρά­κλεια ἕ­να Να­ό τῆς Θε­ο­τό­κου, μπῆ­κε σέ αὐ­τόν μέ πνευ­μα­τι­κή ἀ­γαλ­λί­α­σι. Καί ἀ­φοῦ ἔ­πε­σε στήν γῆ καί ἔ­βρε­ξε καί τό ἔ­δα­φος μέ τά δά­κρυ­ά της, πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ πέν­τε ὁ­λό­κλη­ρα χρόνια, ἐ­ξα­σκῶντας κά­θε εἶ­δος ἀ­ρε­τῆς ἡ μα­κα­ρί­α, δη­λα­δή προ­σευ­χές, ἀ­γρυ­πνί­ες, στά­σεις ὁ­λο­νύ­κτι­ες, νη­στεῖ­ες συ­νε­χό­με­νες, στε­ναγ­μούς, δά­κρυ­α, χα­μαι­κοι­τί­ες. Ποι­ός μπο­ρεῖ νά δι­η­γη­θῆ τήν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς της; ἤ ποι­ός μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σιά­ση τήν τα­πεί­νω­σι τοῦ ἤ­θους καί φρο­νή­μα­τός της; Ἐ­πει­δή ὅ­μως πο­θοῦ­σε ἡ Ὁ­σί­α νά προ­σκυ­νή­ση τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί γι’ αὐ­τό πα­ρα­κα­λοῦ­σε τήν Θε­ο­τό­κο, γι’ αὐ­τό βγαί­νον­τας ἀ­πό τόν Να­ό ἐ­κεῖ­νο, πῆ­γε στούς ἐ­πι­θυ­μη­τούς τό­πους τῶν  Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων.

Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἀ­πό­λαυ­σε τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν σε­βα­στῶν τό­πων, τούς ὁ­ποί­ους βά­δι­σαν οἱ ἄ­χραν­τοι πό­δες τοῦ Κυ­ρί­ου, πέ­τα­ξε ἀ­πό ἐ­κεῖ σάν που­λί καί πῆ­γε στήν ἔ­ρη­μο τοῦ Ἰ­ορ­δά­νου. Ἐ­κεῖ βρί­σκει ἕ­να Μο­να­στήρι μο­να­ζου­σῶν γυ­ναι­κῶν, μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο συ­να­ριθ­μεῖ καί αὐ­τή τόν ἑ­αυ­τό της. Πό­σους ὅ­μως ἀ­γῶ­νες ἐ­κεῖ κα­τώρ­θω­σε ἡ Ἁ­γί­α, μέ τούς ὁ­ποί­ους ἐν­τε­λῶς νί­κη­σε τόν Δι­ά­βο­λο, πού τήν πο­λέ­μη­σε μέ δι­ά­φο­ρους πο­λέ­μους καί πει­ρα­σμούς, αὐ­τούς, λέ­ω, δέν μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νά τούς πε­ρι­γρά­ψη ὅ­λους. Ἔ­τσι λί­γα ἀ­πό τά πολ­λά, χά­ριν ἐν­θυ­μή­σε­ως, κον­τά σέ ὅ­σα λέ­χθη­καν, προ­σθέ­του­με.  Στό Μο­να­στήρι ἐ­κεῖ­νο ὅ­σο ἦ­ταν ἡ μα­κά­ρι­α, πο­τό της εἶ­χε τό νε­ρό τῶν πη­γῶν καί αὐ­τό πο­λύ λί­γο. Στρῶ­μα εἶ­χε μί­α ψά­θα. Ἔν­δυ­μα ἕ­να που­κα­μι­σά­κι καί αὐ­τό πε­νι­χρό­τα­το. Ὁ ψαλ­μός καί ὁ ὕ­μνος ἀ­δι­ά­λει­πτα βρι­σκό­ταν στά χεί­λη της. Τά δά­κρυ­α ἔ­τρε­χαν πάν­το­τε ἀ­πό τούς ὀ­φθαλ­μούς της. Ἐ­πά­νω ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στήν καρ­διά της ἡ πρός τόν Θε­ό καί τόν πλη­σί­ον ἀ­γά­πη. Ἡ δέ κο­ρυ­φή τῶν ἀ­ρε­τῶν τῆς Ὁ­σί­ας ἦ­ταν ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πα­ρέ­μει­νε αὐ­τή στό Μο­να­στήρι ἐ­κεῖ­νο πολ­λά χρό­νια, ὅ­ταν ἦ­ταν εἰ­κο­σι­πέν­τε ἐ­τῶν, ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ καί πῆ­γε στήν Ἰ­ό­πη, δη­λα­δή στήν ση­με­ρι­νή Ἰ­ά­φα, καί μπαί­νον­τας στό  κα­ΐ­κι, πῆ­γε στήν πα­τρί­δα της, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως δο­κί­μα­σε πολ­λές φορ­τοῦ­νες  στήν θά­λασ­σα. Ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε πά­λι στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Καί, ἀ­φοῦ ἀ­πό­λαυ­σε πά­λι τά ἐ­κεῖ πνευ­μα­τι­κά κα­λά, ἀ­να­χώ­ρη­σε σέ ἕ­να χω­ριό, πού λέ­γε­ται Καλ­λι­κρά­τεια καί στόν ἐ­κεῖ Να­ό τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων πα­ρα­μέ­νει δύ­ο ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Ἐ­κεῖ λοι­πόν ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν ἡ μα­κα­ρί­α, πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α της ψυ­χή στά  χέ­ρια τῶν Ἀγ­γέ­λων καί μέ αὐ­τούς ἀ­νῆλ­θε στίς αἰ­ώ­νι­ες σκη­νές.

Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν πολ­λά χρό­νια, ἕ­νας Χρι­στια­νός, πού πέ­ρα­σε τήν ζω­ή του σέ κα­κί­ες, πέ­θα­νε καί ἐν­τα­φι­ά­σθη­κε κον­τά στόν τά­φο τῆς Ὁ­σί­ας. Ἡ δέ Ἁ­γί­α ἐμ­φα­νί­σθη­κε στόν ὕ­πνο ἑ­νός ἀν­δρός Μο­να­χοῦ θε­ο­φι­λοῦς καί  τοῦ εἶ­πε· «Τίς βρω­με­ρές σάρ­κες, σή­κω­σε ἀ­πό ἐ­δῶ καί ἀ­πο­μα­κρύν­σου ἀ­πό κον­τά μου. Ἐ­πει­δή ἐ­γώ εἶ­μαι φῶς καί ἥ­λιος καί γι’ αὐ­τό δέν μπο­ρῶ νά ἀ­νε­χθῶ κον­τά μου τό σκό­τος καί τήν δυ­σω­δί­α». Αὐ­τό τό ἔ­κα­νε ἡ Ἁ­γί­α δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές, ἀ­πει­λῶντας πο­λύ τόν Μο­να­χό καί δεί­χνον­τας τόν τό­πο μέ τό ἴ­διο της τό δά­κτυ­λο καί ἀ­πο­κα­λῶντάς τον μέ τό ὄ­νο­μά του. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Μο­να­χός, φα­νέ­ρω­σε τό ὅ­ρα­μα στούς ἐ­κεῖ βρι­σκό­με­νους Χρι­στια­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­θη­καν, ἔ­σκα­ψαν τήν γῆ. Καί ὅ­ταν πλη­σί­α­σαν στό λεί­ψα­νο τῆς Ὁ­σί­ας, γέ­μι­σαν ἀ­πό εὐ­ω­δί­α πνευ­μα­τι­κή. Τό­τε, ἀ­φοῦ βρῆ­καν τό λεί­ψα­νό της σῶ­ο καί ὁ­λό­κλη­ρο, τό πῆ­ραν μέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί τό ἔ­φε­ραν στόν ἱ­ε­ρό Να­όν τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων μέ μύ­ρα καί θυ­μι­ά­μα­τα καί μέ ὕ­μνους καί ψαλ­μῳ­δί­ες. Τά ὅ­σα θαύ­μα­τα ὅ­μως ἀ­πό τό­τε ἕ­ως τώ­ρα ἐ­νήρ­γη­σε καί ἐ­νερ­γεῖ μέ τό λεί­ψα­νό της ὁ Θε­ός τῶν θαυ­μα­σί­ων, δύ­σκο­λο εἶ­ναι νά τά πε­ρι­γρά­ψη κα­νείς. Δι­ό­τι αὐ­τό θε­ρα­πεύ­ει χω­λούς, κω­φούς, πα­ρα­λυ­τι­κούς, μι­σε­ρούς καί κά­θε ἄλ­λο πά­θος καί εἶ­δος θα­να­τη­φό­ρου ἀ­σθε­νεί­ας. Τό δέ ἱ­ε­ρό της καί χα­ρι­τό­βρυ­το λεί­ψα­νο βρι­σκό­ταν προ­η­γου­μέ­νως στό Βε­λι­γρά­δι, τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξου­σι­ά­ζε­ται ἀ­πό τούς Σέρ­βους. 

Ὅ­ταν ὅ­μως τό Βε­λι­γρά­δι κυ­ρι­εύ­θη­κε ἀ­πό τούς Ἀ­γα­ρη­νούς, τό­τε καί τό ἅ­γιο αὐ­τό λεί­ψα­νο με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό αὐ­τούς στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι με­τα­φέρ­θη­κε στό Ἰ­ά­σιο τῆς Μολ­δα­βί­ας μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο. Ὅ­ταν ἦ­ταν πα­τριά­ρχης ὁ Παρ­θέ­νιος, ὁ Γέ­ρων, καί ἡ­γε­μό­νας τῆς Μολ­δο­βλα­χί­ας ὁ Βα­σί­λει­ος, κα­τά τό ἔ­τος 1641, ἔ­πε­σε σέ χρέ­ος βα­ρύ­τα­το τό  Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Τό­τε ὁ ἀ­να­φερ­θείς ἡ­γε­μό­νας ἔ­δω­σε χρή­μα­τα στόν Πα­τριά­ρχη Παρ­θέ­νιο μέ συμ­φω­νί­α, νά τοῦ δώ­ση τό λεί­ψα­νο τῆς Ἁ­γί­ας. Ὁ δέ Πα­τριά­ρχης, ὅ­ταν τά πῆ­ρε, γιά νά πλη­ρώ­ση τό χρέ­ος τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, κρέ­μα­σε ἀ­πό τό τει­χό­κα­στρο τοῦ Φα­να­ρί­ου τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο καί τό ἔ­στει­λε κρυ­φά στό Ἰ­ά­σιο, δι­ό­τι ἐ­φο­βεῖ­το νά τό στεί­λη φα­νε­ρά. Καί ἔ­τσι αὐ­τό ἐ­να­πο­τέ­θη­κε στό Μο­να­στήρι τῶν Τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Καί ἐ­κεῖ βρί­σκε­ται μέ­χρι τώ­ρα ἐ­νερ­γῶν­τας πά­ρα πολ­λά θαύ­μα­τα, γιά τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ καί τήν τι­μή τῆς Ἁ­γί­ας



 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης