Τῷ αὐτῷ μηνί IΔ΄, μνήμη τῶν Ἁγίων Mαρτύρων Nαζαρίου,Προτασίου, Γερβασίου καί Kελσίου.
Τόν Ναζάριον καί συνάθλους τρεῖς ἅμα,
Χριστῷ προσῆξε Ναζαρηνῷ τό ξῖφος.
Σύν τρισί Ναζάριος τμήθη δεκάτῃ γε τετάρτῃ.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Νέρωνα κατά τό ἔτος 57 καί ὡδηγήθηκαν στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν Κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων Πέτρο. Ὁ Ἅγιος Ναζάριος στό εἰκοστό ἔτος τῆς ἡλικίας του βάδιζε σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Ἰταλίας καί κήρυττε τόν Χριστό καί μέ τό κηρύγμά του ἐπέστρεφε πολλούς στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ὕστερα ὅμως ἀπό δέκα χρόνια, ἔφθασε στήν πόλι πού λέγεται Πλακεντίνα. Ἐκεῖ συνάντησε καί τόν Ἅγιο Προτάσιο καί τόν Ἅγιο Γερβάσιο, οἱ ὁποῖοι ἦταν φυλακισμένοι γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τόν ἄρχοντα Ἀνούλιο. Ἐκεῖ κήρυττε τόν Χριστό. Διώχθηκε ὅμως γι’ αὐτό ἔξω ἀπό τήν πόλι καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε στήν πόλι πού λέγεται Κίμελι. Ἐκεῖ βρίσκοντας τόν Ἅγιο Κέλσιο, παιδί τριῶν ἐτῶν, τό πῆρε ἀπό τήν μητέρα του. Ὅταν τό ἔμαθε αὐτό ὁ ἄρχοντας Δινοβάος, πού ἦταν ἐκεῖ, συλλαμβάνει τόν Μάρτυρα καί
τόν ρίχνει στήν φυλακή. Ὅταν ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν φυλακή, πῆγε μαζί μέ τόν Κέλσιο στίς πόλεις τοῦ Τιβερίου, εὐαγγελιζόμενος καί κηρύττοντας τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό συνελήφθη ἀπό τόν Νέρωνα καί δέθηκε μέ δεσμά. Καί ἔτσι δόθηκε ὡς φαγητό στά θηρία. Ἐπειδή ὅμως διαφυλάχθηκε ἀβλαβής, πάλι ἐπέστρεψε στήν πόλι Πλακεντίνα καί βρῆκε ἀκόμη ζωντανούς μέσα στήν φυλακή τόν Ἅγιο Γερβάσιο καί τόν Ἅγιο Προτάσιο. Ἀπό ἐκεῖ στάλθηκε στήν Ρώμη ἀπό τόν Ἀνούλιο. Καί ἐκεῖ ἔγινε αἴτιος σωτηρίας στόν παπποῦ του. Ὅταν ὅμως ἐπέστρεψε στά Μεδιόλανα, ἐκεῖ ἀποκεφαλίσθηκε μαζί μέ τόν Ἅγιο Γερβάσιο, τόν Ἅγιο Προτάσιο καί τόν Ἅγιο Κέλσιο καί μαζί καί οἱ τέσσαρες ἀπόλαυσαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. (Τόν ἐκτενῆ καί ἁπλοποιημένο Βίο τους βλέπε στόν Νέο Παράδεισο. Τόν ἑλληνικό τους Βίο συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Νέρωνος ἄρτι τά σκῆπτρα διαδεξαμένου». Σῴζεται στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες καί ἰδιαίτερα στήν Λαύρα).
* Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Παρασκευῆς τῆς Νέας.
* Παρασκευήν ὡς σκεῦος ἐκλελεγμένον,
Χριστός τίθησιν ἐν ταμείῳ τοῦ πόλου.
* Αὐτή ἡ νέα Ὁσία Παρασκευή, ἡ μεγάλη πράγματι καί ἔνδοξη ἀνάμεσα στίς γυναῖκες, γεννήθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς Θράκης, πού λέγεται Ἐπιβάτες καί βρίσκεται κοντά στήν Σηλυβρία. Οἱ γονεῖς της ἦταν εὐγενεῖς καί ἔνδοξοι, ἔχοντας πολύ πλοῦτο καί πολ-λή μεγάλη περιουσία. Περισσότερο ὅμως τούς στόλιζε ἡ εὐσέβεια καί τό νά ὀνομάζωνται Χριστιανοί. Αὐτοί λοιπόν, ὅταν γέννησαν τήν Ἁγία, πρῶτα βέβαια τήν βάπτισαν, ἔπειτα τήν δίδαξαν κάθε ἀρετή καί κάθε τρόπο ζωῆς σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ κόρη ἔγινε δέκα ἐτῶν, πῆγε μαζί μέ τήν μητέρα της στήν Ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου καί ἄκουσε τά ἑξῆς λόγια τοῦ θείου Εὐαγγελίου· «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι». Ἔτσι, μόλις βγῆκε ἀπό τήν Ἐκκλησία, συνάντησε ἕναν πτωχό καί κρυφά ἀπό τήν μητέρα της ἔβγαλε τά ὡραῖα φορέματα, πού φοροῦσε, καί ἕντυσε μέ αὐτά τόν πτωχό. Αὐτή πάλι, παίρνοντας μέ ἕναν σοφό τρόπο τά φτωχικά ἐνδύματα τοῦ πτωχοῦ, τά φόρεσε.
Ὅταν ὅμως πῆγε στήν οἰκία τῶν γονέων της καί τήν εἶδαν νά εἶναι ντυμένη ἐκεῖνα τά φτωχικά ἐνδύματα, πολλές ἀπειλές καί χτυπήματα ἔλαβε ἀπό τούς γονεῖς της, γιά νά μή κάνη κάτι παρόμοιο ἄλλη φορά. Ἡ δέ μακάρια, δύο καί τρεῖς φορές ἔκανε τό ἴδιο καί ἔντυσε τούς πτωχούς μέ τά δικά της ἐνδύματα, καταφρονῶντας τίς ἀπειλές τῶν γονέων της. Γι’ αὐτό πάλι δάρθηκε ἀπό τούς γονεῖς της καί βρίσθηκε καί δέχθηκε πολλές ἀπειλές. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλους, γονεῖς μαζί καί συγγενεῖς καί ὑπηρέτριες, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολι καί ἀπόλαυσε τά πνευματικά καλά τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή τίς ὡραῖες της Ἐκκλησίες, τά τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων καί τίς εὐχές καί εὐλογίες τῶν ἁγίων ἀνδρῶν, πού βρίσκονταν στήν Κωνσταντινούπολι. Καί ἔτσι ἔφυγε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε ἀπέναντι στήν Χαλκηδόνα. Ἀπό τήν Χαλκηδόνα πάλι πῆγε στήν Ἡράκλεια, πού εἶναι κοντά στήν Μαύρη Θάλασσα. Καί οἱ μέν γονεῖς της ἀναζητοῦσαν τήν Ἁγία ἀπό τόπο σέ τόπο καί ἀπό πόλι σέ πόλι καί μή βρίσκοντάς την ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι καί λυπημένοι στήν οἰκία τους. Ἡ Ὁσία, ὅμως, ἀφοῦ βρῆκε στήν Ἡράκλεια ἕνα Ναό τῆς Θεοτόκου, μπῆκε σέ αὐτόν μέ πνευματική ἀγαλλίασι. Καί ἀφοῦ ἔπεσε στήν γῆ καί ἔβρεξε καί τό ἔδαφος μέ τά δάκρυά της, παρέμεινε ἐκεῖ πέντε ὁλόκληρα χρόνια, ἐξασκῶντας κάθε εἶδος ἀρετῆς ἡ μακαρία, δηλαδή προσευχές, ἀγρυπνίες, στάσεις ὁλονύκτιες, νηστεῖες συνεχόμενες, στεναγμούς, δάκρυα, χαμαικοιτίες. Ποιός μπορεῖ νά διηγηθῆ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς της; ἤ ποιός μπορεῖ νά παρουσιάση τήν ταπείνωσι τοῦ ἤθους καί φρονήματός της; Ἐπειδή ὅμως ποθοῦσε ἡ Ὁσία νά προσκυνήση τά Ἱεροσόλυμα καί γι’ αὐτό παρακαλοῦσε τήν Θεοτόκο, γι’ αὐτό βγαίνοντας ἀπό τόν Ναό ἐκεῖνο, πῆγε στούς ἐπιθυμητούς τόπους τῶν Ἱεροσολύμων.
Ἀφοῦ λοιπόν ἀπόλαυσε τήν ἁγιότητα τῶν σεβαστῶν τόπων, τούς ὁποίους βάδισαν οἱ ἄχραντοι πόδες τοῦ Κυρίου, πέταξε ἀπό ἐκεῖ σάν πουλί καί πῆγε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου. Ἐκεῖ βρίσκει ἕνα Μοναστήρι μοναζουσῶν γυναικῶν, μέσα στό ὁποῖο συναριθμεῖ καί αὐτή τόν ἑαυτό της. Πόσους ὅμως ἀγῶνες ἐκεῖ κατώρθωσε ἡ Ἁγία, μέ τούς ὁποίους ἐντελῶς νίκησε τόν Διάβολο, πού τήν πολέμησε μέ διάφορους πολέμους καί πειρασμούς, αὐτούς, λέω, δέν μπορεῖ κάποιος νά τούς περιγράψη ὅλους. Ἔτσι λίγα ἀπό τά πολλά, χάριν ἐνθυμήσεως, κοντά σέ ὅσα λέχθηκαν, προσθέτουμε. Στό Μοναστήρι ἐκεῖνο ὅσο ἦταν ἡ μακάρια, ποτό της εἶχε τό νερό τῶν πηγῶν καί αὐτό πολύ λίγο. Στρῶμα εἶχε μία ψάθα. Ἔνδυμα ἕνα πουκαμισάκι καί αὐτό πενιχρότατο. Ὁ ψαλμός καί ὁ ὕμνος ἀδιάλειπτα βρισκόταν στά χείλη της. Τά δάκρυα ἔτρεχαν πάντοτε ἀπό τούς ὀφθαλμούς της. Ἐπάνω ἀπό ὅλα αὐτά κυριαρχοῦσε στήν καρδιά της ἡ πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον ἀγάπη. Ἡ δέ κορυφή τῶν ἀρετῶν τῆς Ὁσίας ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἀφοῦ λοιπόν παρέμεινε αὐτή στό Μοναστήρι ἐκεῖνο πολλά χρόνια, ὅταν ἦταν εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στήν Ἰόπη, δηλαδή στήν σημερινή Ἰάφα, καί μπαίνοντας στό καΐκι, πῆγε στήν πατρίδα της, ἀφοῦ προηγουμένως δοκίμασε πολλές φορτοῦνες στήν θάλασσα. Ἀπό ἐκεῖ πῆγε πάλι στήν Κωνσταντινούπολι. Καί, ἀφοῦ ἀπόλαυσε πάλι τά ἐκεῖ πνευματικά καλά, ἀναχώρησε σέ ἕνα χωριό, πού λέγεται Καλλικράτεια καί στόν ἐκεῖ Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων παραμένει δύο ὁλόκληρα χρόνια. Ἐκεῖ λοιπόν ἐνῷ βρισκόταν ἡ μακαρία, παρέδωσε τήν ἁγία της ψυχή στά χέρια τῶν Ἀγγέλων καί μέ αὐτούς ἀνῆλθε στίς αἰώνιες σκηνές.
Ἀφοῦ πέρασαν πολλά χρόνια, ἕνας Χριστιανός, πού πέρασε τήν ζωή του σέ κακίες, πέθανε καί ἐνταφιάσθηκε κοντά στόν τάφο τῆς Ὁσίας. Ἡ δέ Ἁγία ἐμφανίσθηκε στόν ὕπνο ἑνός ἀνδρός Μοναχοῦ θεοφιλοῦς καί τοῦ εἶπε· «Τίς βρωμερές σάρκες, σήκωσε ἀπό ἐδῶ καί ἀπομακρύνσου ἀπό κοντά μου. Ἐπειδή ἐγώ εἶμαι φῶς καί ἥλιος καί γι’ αὐτό δέν μπορῶ νά ἀνεχθῶ κοντά μου τό σκότος καί τήν δυσωδία». Αὐτό τό ἔκανε ἡ Ἁγία δύο καί τρεῖς φορές, ἀπειλῶντας πολύ τόν Μοναχό καί δείχνοντας τόν τόπο μέ τό ἴδιο της τό δάκτυλο καί ἀποκαλῶντάς τον μέ τό ὄνομά του. Ὅταν ξύπνησε ὁ Μοναχός, φανέρωσε τό ὅραμα στούς ἐκεῖ βρισκόμενους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν, ἔσκαψαν τήν γῆ. Καί ὅταν πλησίασαν στό λείψανο τῆς Ὁσίας, γέμισαν ἀπό εὐωδία πνευματική. Τότε, ἀφοῦ βρῆκαν τό λείψανό της σῶο καί ὁλόκληρο, τό πῆραν μέ μεγάλη εὐλάβεια καί τό ἔφεραν στόν ἱερό Ναόν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μέ μύρα καί θυμιάματα καί μέ ὕμνους καί ψαλμῳδίες. Τά ὅσα θαύματα ὅμως ἀπό τότε ἕως τώρα ἐνήργησε καί ἐνεργεῖ μέ τό λείψανό της ὁ Θεός τῶν θαυμασίων, δύσκολο εἶναι νά τά περιγράψη κανείς. Διότι αὐτό θεραπεύει χωλούς, κωφούς, παραλυτικούς, μισερούς καί κάθε ἄλλο πάθος καί εἶδος θανατηφόρου ἀσθενείας. Τό δέ ἱερό της καί χαριτόβρυτο λείψανο βρισκόταν προηγουμένως στό Βελιγράδι, τό ὁποῖο ἐξουσιάζεται ἀπό τούς Σέρβους.
Ὅταν ὅμως τό Βελιγράδι κυριεύθηκε ἀπό τούς Ἀγαρηνούς, τότε καί τό ἅγιο αὐτό λείψανο μεταφέρθηκε ἀπό αὐτούς στήν Κωνσταντινούπολι καί ἀπό τήν Κωνσταντινούπολι μεταφέρθηκε στό Ἰάσιο τῆς Μολδαβίας μέ τόν ἑξῆς τρόπο. Ὅταν ἦταν πατριάρχης ὁ Παρθένιος, ὁ Γέρων, καί ἡγεμόνας τῆς Μολδοβλαχίας ὁ Βασίλειος, κατά τό ἔτος 1641, ἔπεσε σέ χρέος βαρύτατο τό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τότε ὁ ἀναφερθείς ἡγεμόνας ἔδωσε χρήματα στόν Πατριάρχη Παρθένιο μέ συμφωνία, νά τοῦ δώση τό λείψανο τῆς Ἁγίας. Ὁ δέ Πατριάρχης, ὅταν τά πῆρε, γιά νά πληρώση τό χρέος τοῦ Πατριαρχείου, κρέμασε ἀπό τό τειχόκαστρο τοῦ Φαναρίου τό ἅγιο λείψανο καί τό ἔστειλε κρυφά στό Ἰάσιο, διότι ἐφοβεῖτο νά τό στείλη φανερά. Καί ἔτσι αὐτό ἐναποτέθηκε στό Μοναστήρι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Καί ἐκεῖ βρίσκεται μέχρι τώρα ἐνεργῶντας πάρα πολλά θαύματα, γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ καί τήν τιμή τῆς Ἁγίας


Login