Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, γέγονεν ἡ πρώτη καί δευτέρα εὕρεσις τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.

Τῷ αὐτῷ μηνί KΔ΄, γέγονεν ἡ πρώτη καί δευτέρα εὕρεσις τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.

Ἐκ γῆς προφαίνει Πρόδρομος σεπτήν κάραν,

Καρπούς παραινῶν ἀξίους ποιεῖν πάλιν.

Ὁ βαπτίσας πρίν ὑδάτων πηγαῖς ὄχλους,

Γῆθεν φανείς βάπτιζε πηγαῖς θαυμάτων.

Εἰκοστήν Προδρόμοιο φάνη κάρη ἀμφί τετάρτην.

 Αὐ­τή ἡ τι­μί­α καί στούς ἀγ­γέ­λους Σε­βά­σμια τοῦ Προ­δρό­μου κε­φα­λή, πρῶ­τα βρέ­θη­κε ἀ­πό δύ­ο Μο­να­χούς στόν οἶ­κο τοῦ Ἡ­ρώ­δη μέ ἐμ­φά­νι­σι καί ἀ­πο­κά­λυ­ψι τοῦ ἰ­δί­ου Προ­δρό­μου, οἱ ὁ­ποῖ­οι Μο­να­χοί πή­γαι­ναν σέ προ­σκύ­νη­σι τοῦ ζω­ο­δό­χου Τά­φου τοῦ Κυ­ρί­ου καί Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­πό τούς Μο­να­χούς ἐ­κεί­νους τήν πῆ­ρε ἕ­νας κε­ρα­μέ­ας καί τήν με­τέ­φε­ρε στήν πό­λι Ἔ­με­σα, ἡ ὁ­ποί­α ἁ­πλᾶ Ἔμς λέ­γε­ται. Καί ἐ­πει­δή ὁ κερα­μέ­ας ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­σε, ὅ­τι διά μέ­σου τῆς ἁ­γί­ας κά­ρας ἔ­γι­νε εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, γι’ αὐ­τό τήν τι­μοῦ­σε μέ ὑ­περ­βο­λή.

Ὅ­ταν αὐ­τός ἐ­πρό­κει­το νά πε­θά­νη, ἄ­φη­σε τήν ἁ­γί­α κά­ρα στήν ἀ­δελ­φή του, πα­ραγ­γέ­λον­τας νά μή τήν με­τα­θέ­ση ἀ­πό τόν τό­πο της, οὔ­τε νά τήν δεί­ξη σέ ἄλ­λον, ἀλ­λά νά τήν τι­μᾷ καί νά τήν προ­σκυ­νῇ.

Ὅ­ταν πέ­θα­νε καί ἡ ἀ­δελ­φή ἐ­κεί­νου, πῆ­ραν τήν ἁ­γί­α κά­ρα πολ­λοί, ἕ­νας ἀ­πό τόν ἄλ­λο κα­τά δι­α­δο­χή. Τε­λι­κά, ἔ­φθα­σε ὁ πο­λύ­τι­μος αὐ­τός θη­σαυ­ρός σέ ἕ­ναν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἀ­ρεια­νό, Εὐ­στά­θιο ὀ­νο­μα­ζό­με­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους ἀ­πό τό σπή­λαι­ο, στό ὁ­ποῖ­ο κα­τοι­κοῦ­σε, δι­ό­τι ἀ­πέ­δι­δε στήν κα­κο­δο­ξί­α καί στήν αἵ­ρε­σί του τίς θε­ρα­πεῖ­ες, πού ἐ­νερ­γοῦ­σε ἡ ἁ­γί­α κά­ρα, δη­λα­δή ἔ­λε­γε, ὅ­τι γι’ αὐ­τό ἐ­νερ­γεῖ ἐ­κεί­νη τίς θε­ρα­πεῖ­ες, ἐ­πει­δή αὐ­τός, πού τήν ἔ­χει, εἶ­ναι Ἀ­ρεια­νός. Ἀ­φοῦ, λέ­ω, ἐ­κεῖ­νος ὁ κα­κό­δο­ξος δι­ώ­χθη­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ, ἄ­φη­σε στό σπή­λαι­ο τήν τι­μί­α κε­φα­λή κα­τά θεί­α οἰ­κο­νο­μί­α καί ἐ­κεῖ ἦ­ταν αὐ­τή κρυμ­μέ­νη μέ­χρι τά χρό­νια τοῦ Μαρ­κέλ­λου τοῦ Ἀρ­χι­μαν­δρί­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος λε­γό­ταν Οὐ­ρά­νιος, Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­μέ­σης, στά χρό­νια τοῦ νέ­ου Οὐ­α­λεν­τια­νοῦ, κα­τά τό ἔ­τος 431. Τό­τε λοι­πόν πολ­λοί δέ­χθη­καν θεῖ­ες ἀ­πο­κα­λύ­ψεις γιά τήν προ­δρο­μι­κή αὐ­τή κε­φα­λή.

Ἔ­τσι βρέ­θη­κε αὐ­τή γιά δεύ­τε­ρη φο­ρά μέ­σα σέ μί­α στά­μνα, ἡ ὁ­ποί­α, ἀ­φοῦ με­τα­φέρ­θη­κε στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πό τόν πα­ρα­πά­νω ἀ­να­φερ­θέν­τα Οὐ­ρά­νιο, τόν Ἐ­πί­σκο­πο Ἐ­μέ­σης, ἐ­νερ­γοῦ­σε δι­ά­φο­ρες θε­ρα­πεῖ­ες καί πα­ρά­δο­ξα θαύ­μα­τα.

 Τε­λεῖ­ται ἡ Σύ­να­ξις εὑ­ρέ­σε­ως αὐ­τῆς καί ἑ­ορ­τή  στόν ἁ­γι­ώ­τα­το καί προ­φη­τι­κό Να­ό τοῦ τι­μί­ου Προ­δρό­μου, πού βρί­σκε­ται στό μέ­ρος πού λέ­γε­ται Φω­ρα­κί­ου[1].



[1]  Ὁ Δο­σί­θε­ος λέ­ει, ὅ­τι ἡ κά­ρα τοῦ Βα­πτι­στοῦ δι­α­φυ­λά­χθη­κε σῶ­α. Ἔ­τσι ὁ Γε­ώρ­γιος ὁ Κω­δι­νός ἐ­ξι­στο­ρεῖ, ὅ­τι με­ρι­κοί ἀ­πό τήν αἵ­ρε­σι τοῦ Μα­κε­δο­νί­ου (ἄν καί ὁ Με­τα­φρα­στής δέν λέ­ει ὅ­τι ἦ­ταν αἱ­ρε­τι­κοί), ἀ­φοῦ τήν βρῆ­καν στήν Πα­λαι­στί­νη, τήν με­τέ­φε­ραν στήν Κι­λι­κί­α. Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας ὅ­μως Οὐά­λης μή­νυ­σε στόν ἀρ­χι­ευ­νοῦ­χο του Μιρ­δ­ό­νιο, πού ἦ­ταν στήν Κι­λι­κί­α, νά ἀ­πο­στεί­λη τήν κά­ρα στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε αὐ­τή στό Παν­τεί­χιο, στα­μά­τη­σε. Καί ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά τήν με­τα­κι­νή­σουν πα­ρα­πέ­ρα, τήν ἄ­φη­σαν σέ ἕ­να χω­ριό, πού λέ­γε­ται Κο­λά­ου. Τό­τε ὁ Μέ­γας Θε­ο­δό­σιος, πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ, τήν το­πο­θέ­τη­σε στήν βα­σι­λι­κή ἁ­λουρ­γί­δα του, καί τήν ἔ­φε­ρε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι στό μέ­ρος, πού λέ­γε­ται Ἕ­βδο­μο, ὅ­που, ἀ­φοῦ ἀ­νή­γει­ρε με­γα­λο­πρε­πῆ Να­ό τοῦ Βα­πτι­στῆ, τήν ἔ­βα­λε ἐ­κεῖ. Μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς τι­μί­ας κά­ρας ἦ­ταν στό ἱ­ε­ρό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­ο­νυ­σί­ου στό ὄ­ρος τοῦ Ἄ­θω. Ἀλ­λά, ὅ­ταν σκλα­βώ­θη­κε, ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε καί εἶ­ναι ἄ­γνω­στο ἀ­κό­μη ποῦ βρί­σκε­ται. Μέ­ρος ἀ­κό­μη ἦ­ταν στήν Οὐγ­γρο­βλα­χί­α σέ Μο­να­στή­ρι, πού λε­γό­ταν Κα­λού­τι, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ Ἁ­γί­ου Τά­φου. Γιά τίς ἐ­κεῖ πε­ρι­στά­σεις ὅ­μως ἔ­λα­βε τό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο ὁ ἀ­οί­δι­μος Δο­σί­θε­ος καί τό ἀ­φι­έρ­ωσε στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ἔ­τσι βρι­σκό­ταν μέ­σα στόν Να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Τά­φου. Ἐ­κεῖ­νο δέ πού γρά­φει ὁ Θε­ο­φά­νης, ὅ­τι ἡ κά­ρα τοῦ Βα­πτι­στοῦ με­τα­φέρ­θη­κε ἀ­πό τό σπή­λαι­ο στόν Να­ό του στήν Ἔ­με­σα, ἴ­σως ἦ­ταν ἡ μι­σή (σελ. 267 τῆς Δω­δε­κα­βί­βλου). Βλέ­πε καί στίς 29 τοῦ Αὐ­γού­στου στήν ὑ­πο­ση­μεί­ω­σι.

Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι στήν α΄ αὐ­τή καί β΄ εὕ­ρε­σι τῆς κε­φα­λῆς τοῦ Βα­πτι­στοῦ λό­γος ἑλ­λη­νι­κός σὠ­ζε­ται στήν Λαύ­ρα, καί στό Κοι­νό­βιο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Πά­λιν ἡ­μῖν ὁ θεῖ­ος ἐ­φέ­στη­κε Πρό­δρο­μος». Στόν δεύ­τε­ρο μά­λι­στα πα­νη­γυ­ρι­κό τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς τοῦ Βα­το­παι­δί­ου λό­γος δι­η­γη­μα­τι­κός σῴ­ζε­ται, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­έ­χει τά ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν τήν εὕ­ρε­σι τῆς τι­μί­ας κε­φα­λῆς τοῦ Προ­δρό­μου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Μο­να­χοί δύ­ο ἐκ τῆς Ἐ­ώ­ας ὁρ­μώ­με­νοι». Ὁ ἴ­διος πά­λι σῴ­ζε­ται καί στήν Μο­νή τῶν Ἰ­βή­ρων. Στήν Με­γί­στη Λαύ­ρα σώ­ζε­ται καί ἄλ­λος λό­γος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­ρι­έ­χει τό ἴ­διο θέ­μα, τοῦ ὁ­ποί­ου εἶ­ναι· «Ὁ ἀ­γα­θό­τη­τι καί φι­λαν­θρω­πί­ᾳ καί τῇ ἀρ­ρή­τῳ αὐ­τοῦ σο­φί­ᾳ».

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης