Τῷ αὐτῷ μηνί IΓ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου. * Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου νέου Ὁσιομάρτυρος Δαμασκηνοῦ τοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὄντος, καί ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος κατά τό ἔτος 1681

Τῷ αὐ­τῷ μη­νί IΓ΄, μνή­μη τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις Πα­τρός ἡμῶν Ἰ­ω­άν­νου Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως τοῦ Χρυ­σο­στό­μου[1].

Μύ­σας ὁ χρυ­σοῦς Ἰ­ω­άν­νης τό στό­μα,

Ἀ­φῆ­κεν ἡ­μῖν ἄλ­λο τάς βί­βλους στό­μα.

Ἀμ­φί τρί­την δε­κά­την σί­γη­σεν χρύ­σε­α χεί­λη.

 Αὐτός ὁ μεγάλος φω­στήρας καί με­γα­λό­φω­νος τῆς οἰ­κου­μέ­νης δι­δά­σκα­λος, ­κα­τα­γόταν ἀ­πό τήν με­γα­λό­πο­λι Ἀν­τι­ό­χεια, υἱ­ός ὄντας γο­νέ­ων εὐ­σε­βῶν· ὁ πατέρας του ἦταν ὁ ἀρχι-στράτηγος Σε­κοῦνδος, ἡ δέ μητέρα του ἡ Ἀν­θοῦσα. Ἀμέσως λοι­πόν ἀπό τήν ἀρ­χή τῆς ζω­ῆς του πολ­λή ἀ­γά­πη καί ἔ­ρω­τα εἶ­χε ὁ Ἅ­γιος αὐ­τός στούς λό­γους καί στά μα­θή­μα­τα. Γι’ αυτό καί σέ μικρό χρονικό διάστημα ἔγινε κάτοχος ὅλης τῆς σοφίας τῶν Ἑλ­λή­νων καί τῶν Χρι­στια­νῶν καί ἔ­γι­νε διάσημος στήν λο­γι­κή καί ρη­το­ρι­κή τέ­χνη καί σέ κά­θε ἐ­πι­στή­μη. Ἔτσι  γιά τήν πρόοδο καί τήν ἀ­ρε­τή του ἀ­πό μέν τόν Ἅ­γιο Με­λέ­τιο, τόν Πα­τριά­ρχη Ἀν­τι­ο­χεί­ας, ἔ­γι­νε κλη­ρι­κός, δη­λα­δή Ἀ­να­γνώ­στης, ἐ­νῶ ἀ­πό τόν Ἀν­τι­ο­χεί­ας Φλα­βια­νό ἔ­γι­νε Δι­ά­κο­νος καί Πρε­σβύ­τε­ρος. Πολ­λούς λό­γους συ­νέ­τα­ξε ὁ χρυ­σός του κά­λα­μος, σχε­δόν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἑ­κα­τό στόν ἀ­ριθ­μό, τό­σο πε­ρί με­τα­νοί­ας, ὅ­σο καί πε­ρί τῆς εὐ­κο­σμί­ας καί κα­τα­στά­σε­ως τῶν ἠ­θῶν. Καί ὁ­λό­κλη­ρη σχε­δόν τήν θε­ό­πνευ­στη Γρα­φή ἑρ­μή­νευ­σε. Καί ὅ­ταν ὁ Νε­κτά­ριος, ὁ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Πα­τριά­ρχης, «ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ», τότε μέ τήν ἀ­πό­φα­σι τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί μέ τήν προ­στα­γή τοῦ βα­σι­λέ­ως Ἀρ­κα­δί­ου ­κλή­θηκε ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός Ἰ­ω­άν­νης ἀ­πό τήν Ἀν­τι­ό­χεια καί ἔ­γι­νε κα­νο­νι­κά Πα­τριά­ρχης τῆς βα­σι­λί­δος τῶν πό­λε­ων. Καί τό­σο πο­λύ πα­ρέ­δω­σε ὁ ἀ­οί­δι­μος τόν ἑ­αυ­τό του στήν ἄ­σκη­σι καί στήν ἐγ­κρά­τεια, ὥ­στε ἔ­τρω­γε μό­νο τόν χυ­λό τοῦ κρι­θα­ριοῦ. Καί πά­λι ἀ­πό αὐ­τόν δέν χόρ­ται­νε, ἀλ­λά λί­γο μό­νο ἔ­τρω­γε. Καί ὁ ὕ­πνος του ἦ­ταν λί­γος καί κοι­μό­ταν ὄ­χι ἐ­πά­νω σέ κλί­νη ἀ­να­παυ­ό­με­νος, ἀλ­λά στε­κό­με­νος ὄρ­θιος καί βα­στα­ζό­με­νος ἀ­πό σχοι­νιά. Καί ὅ­ταν κου­ρα­ζό­ταν πο­λύ, τό­τε κα­θό­ταν λί­γο.

Τό­τε καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀσχολεῖτο καί παραδόθηκε ὁλόψυχα ὁ  θεῖ­ος  Πα­τήρ στίς ἑρ­μη­νεῖες τῶν θεί­ων Γρα­φῶν καί στίς δι­α­λέ­ξεις καί δι­δα­σκα­λί­ες,  μέ  τίς ὁ­ποῖες πολ­λούς ἔφερε σέ θε­ο­γνω­σί­α καί με­τά­νοι­α. Τό­ση ὑ­περ­βο­λι­κή φι­λαν­θρω­πί­α εἶ­χε στούς πτω­χούς καί σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ὁ μιμητής τοῦ Χρι­στοῦ, ὥ­στε ἔ­γι­νε καί στούς ἄλ­λους τύ­πος καί πα­ρά­δειγ­μα φι­λο­πτω­χεί­ας. Γι’ αὐτό καί μέ τούς λόγους στήν Ἐκ­κλη­σία  δί­δα­σκε ὅ­λους τούς Χρι­στια­νούς, νά ἀ­γα­ποῦν καί νά ἐ­ρ­γάζωνται τήν ἀ­ρε­τή αὐ­τή τῆς φι­λο­πτω­χεί­ας, νά ἀ­πέ­χουν ὅμως ἀ­πό τήν πλε­ο­νε­ξί­α.

Ὁ­πό­τε, γιά τήν αἰ­τί­α αὐ­τή, ἀρ­χι­κά προ­σέ­κρου­σε στήν βα­σί­λισ­σα Εὐ­δο­ξί­α καί ἔγινε μέ αὐτήν ἐχθρικός. Δι­ό­τι αὐ­τή ἅρ­πα­ξε τόν ἀμ­πε­λῶ­να μιᾶς χή­ρας, πού λε­γό­ταν Καλ­λι­τρό­πη, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­μαρ­τυ­ρό­ταν ζη­τῶν­τας τήν πε­ρι­ου­σί­α της. Ὁ Ἅ­γιος τήν συμ­βού­λευ­ε νά μή κρα­τᾶ τό ξέ­νο πρᾶγ­μα. Καί ἐ­πει­δή ἐ­κεί­νη δέν ἐ­πεί­θε­το, γι’ αὐ­τό τήν ἔ­λεγ­χε καί τήν πα­ρο­μοί­α­ζε ὁ Ἅ­γιος μέ τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς Ἰ­ε­ζά­βελ. Τό­τε ἡ Εὐ­δο­ξί­α ἀ­γρι­εύ­ον­τας ὡς θη­ρί­ο, κα­τέ­βα­σε τόν Ἅ­γιο ἀ­πό τόν θρό­νο του. Ἀρ­χι­κά μό­νη της, ὕ­στε­ρα ὅ­μως μέ τούς Ἐ­πι­σκό­πους ἐ­κεί­νους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο τίς ἐ­ξου­σί­ες καί ἀ­ξι­ώ­σεις τῶν ἀρ­χόν­των, πού εἶ­χαν δι­ά­φο­ρα ἀ­ξι­ώ­μα­τα, πα­ρά τήν εὐ­σέ­βεια καί τούς θεί­ους νό­μους. Ἔ­πει­τα πά­λι ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ὁ Ἅ­γιος στόν θρό­νο του.

Τε­λευ­ταῖ­α ἐ­ξω­ρί­σθη­κε ὁ Ἅ­γιος στήν Κου­κου­σό τῆς Ἀρ­με­νί­ας. Καί ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ ὑ­πέ­μει­νε θλί­ψεις πολ­λές καί πολ­λούς ἄ­πι­στους ἐ­πέ­στρε­ψε στήν θε­ο­γνω­σί­α, πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, κα­τά τό ἔ­τος 402. Ὁ δέ ἀ­να­λυ­τι­κός Βί­ος τοῦ Ἁ­γί­ου γρά­φει, ὅ­τι με­τά τήν κα­τά­βα­σι ἀ­πό τόν θρό­νο καί τήν ἐ­ξο­ρί­α τοῦ θεί­ου Πα­τρός, ὅ­σοι Ἐ­πί­σκο­ποι συ­νήρ­γη­σαν σ’ αὐ­τήν, ὅ­λοι βα­σα­νί­σθη­σαν πρῶ­τα ἀ­πό τόν Θε­ό μέ φο­βε­ρές καί πολ­λές ἀ­σθέ­νει­ες καί ἔ­πει­τα πέ­θα­ναν. Ἡ δέ Εὐ­δο­ξί­α πρώ­τη ἔ­πα­θε αὐ­τές τίς ἀ­σθέ­νει­ες, ἐ­πει­δή πρώ­τη αὐ­τή πα­ρα­νό­μη­σε καί ἔ­γι­νε πρό­ξε­νος ἀ­πω­λεί­ας καί στούς Ἐ­πι­σκό­πους. Λέ­νε ἀ­κό­μη, ὅ­τι με­τά τόν θά­να­τό της, γιά νά ἀ­πο­δει­χθῆ ἡ ἀ­δι­κί­α ­πού ἔ­κα­νε στόν μέ­γα Χρυ­σό­στο­μο, ὁ τάφος της ­σειόταν καί ἔ­τρε­με γιά δι­ά­στη­μα τριά­ντα δύ­ο ὁ­λό­κλη­ρων ἐ­τῶν. Καί ὅ­ταν με­τα­φέρ­θη­κε τό λεί­ψα­νο τοῦ Ἁ­γί­ου στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι καί το­πο­θε­τή­θη­κε, ὅ­που τώ­ρα εἶ­ναι, τό­τε καί ὁ τά­φος ἐ­κεί­νης στα­μά­τη­σε καί πλέ­ον δέν ἔ­τρε­με. (Τόν ἀ­να­λυ­τι­κό του Βί­ο βλέ­πε στόν Νέ­ο Θη­σαυ­ρό[2]).

* Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου νέ­ου Ὁ­σι­ο­μάρ­τυ­ρος Δα­μα­σκη­νοῦ τοῦ ἐκ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ὄν­τος, καί ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει μαρ­τυ­ρή­σαν­τος κα­τά τό ἔ­τος  1681[3].

 + Βλέ­πεις ἀ­θλη­τά ἡ­δο­νι­κῶς τό ξί­φος,

Σύν τῷ ξί­φει γάρ ἔ­βλε­πες καί τό στέ­φος.

 Ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός μαρ­τύ­ρη­σε κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Σουλ­τά­νου Με­χε­μέ­τη καί κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς Πα­τρι­αρ­χί­ας τοῦ κύρ Ἰ­α­κώ­βου ἀ­πό τήν Χί­ο. Ἦ­ταν δέ ἀ­πό τόν Γα­λα­τᾶ τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἀ­πό τήν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἐ­λε­ού­σης, ὠ­νο­μα­ζό­ταν Δι­α­μαν­τής, υἱ­ός εὐ­σε­βῶν γο­νέ­ων, τοῦ Κυ­ρια­κοῦ καί τῆς Κυ­ρια­κῆς, ρά­φτης στό ἐ­πάγ­γελ­μα. Ἐ­νῶ ἦ­ταν πο­λύ νέ­ος, ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός, γι' αὐ­τό καί συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­τα­κτα. Ἀ­φοῦ συ­νε­λή­φθη λοι­πόν ὅ­πως λέ­νε, ἀ­πό τούς δυ­νά­στες γιά κά­τι κα­κό πού ἔ­κα­με, ἄρ­νή­θη­κε (ἀλ­λοί­μο­νο!) τήν ἀ­μό­λυν­τη πί­στι τῶν Χρι­στια­νῶν, γιά νά λυ­τρω­θῆ. Ἔ­πει­τα, ὅ­ταν με­γά­λω­σε στήν ἡ­λι­κί­α, ἦλ­θε στά λο­γι­κά του καί, συλ­λο­γι­ζό­με­νος τί κα­κό ἔ­πα­θε, ἔ­φυ­γε γιά τό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, στό Μο­να­στή­ρι τῆς με­γί­στης Λαύ­ρας, γιά νά κλά­ψη γιά τό μέ­γα ἁ­μάρ­τη­μα τῆς ἀρ­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ· πη­γαί­νον­τας ἐ­κεῖ ἐ­πι­δό­θη­κε σέ συ­χνές ἀ­γρυ­πνί­ες, ἐγ­κρά­τει­ες, στό νά κοι­μᾶ­ται κα­τά γῆς καί στίς λοι­πές κα­κου­χί­ες τῆς ἀ­σκή­σε­ως. Ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε τό μέ­γα καί ἀγ­γε­λι­κό σχῆ­μα, ἔ­κα­νε δώ­δε­κα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια, ὑ­πο­τασ­σό­με­νος στόν γέ­ρον­τά του, μέ ἄ­κρα ὑ­πα­κο­ή. Ὡ­στό­σο, μ' ὅ­λο πού τό­σες καί τό­σες ἀ­ρε­τές ἔ­κα­μνε ὁ πα­νύ­μνη­τος καί πολ­λούς μο­να­χούς ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ ξε­πέ­ρα­σε στούς ἀ­σκη­τι­κούς κό­πους καί ἱ­δρῶ­τες, ἡ συ­νεί­δη­σί του ὅ­μως πάν­το­τε τόν ἐ­πι­τι­μοῦ­σε γιά τήν ἄρ­νη­σι καί θε­ω­ροῦ­σε ὅ­λους τούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες του, ὅ­τι δέν εἶ­ναι τί­πο­τε, σέ σύγ­κρι­σι μέ τό σφάλ­μα του. Δι­ό­τι θυ­μό­ταν πάν­το­τε τά λό­για τοῦ Κυ­ρί­ου, πού λέ­ει· «Ὅ­ποι­ος ὁ­μο­λο­γή­σει γιά ἐ­μέ­να μπρο­στά στούς ἀν­θρώ­πους, θά ὁ­μο­λο­γή­σω καί ἐ­γώ γι’ αὐ­τόν μπρο­στά στόν πα­τέ­ρα μου πού βρί­σκε­ται στούς οὐ­ρα­νούς. Καί ὅ­ποι­ος μέ ἀρ­νη­θῆ μπρο­στά στούς ἀν­θρώ­πους, θά τόν ἀρ­νη­θῶ καί ἐ­γώ μπρο­στά στόν πα­τέ­ρα μου πού εὑ­ρί­σκε­ται στούς οὐ­ρα­νούς». Γι’ αὐ­τό κα­τά ἄλ­λον τρό­πο δέν θε­ω­ροῦ­σε, ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ὁ­μο­λο­γη­θῆ ἀ­πό τόν Χρι­στό μπρο­στά στόν Πα­τέ­ρα του κα­τά τήν φρι­κτή του πα­ρου­σί­α, πα­ρά μέ τό νά ὁ­μο­λο­γή­ση καί αὐ­τός τόν Χρι­στό προ­η­γου­μέ­νως μπρο­στά στούς ἀν­θρώ­πους. Καί τοῦ­το μέν ὀρ­θῶς τό νό­μι­ζε αὐ­τός, ὡ­στό­σο κα­νέ­νας ἀ­πό τούς μο­να­χούς δέν τόν ἀ­νάγ­κα­ζε σέ τοῦ­το, κα­θώς σκε­φτόν­ταν τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­σθέ­νεια καί φο­βοῦν­ταν, μή τύ­χη καί γυ­ρί­ση πά­λι πρός τά πί­σω καί γί­νουν τά ἑ­πό­με­να χει­ρό­τε­ρα ἀ­πό τά πρῶ­τα.

Καί ἐ­νῷ ὁ Μάρ­τυ­ρας βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τές τίς σκέ­ψεις, ἔ­τυ­χε τό­τε ὁ Πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Δι­ο­νύ­σιος πού βρι­σκό­ταν στήν Λαύ­ρα νά φεύ­γη γιά τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι. Γι’ αὐ­τό ἔ­κρι­νε εὔ­λο­γο ὁ Ἅ­γιος νά ὑ­πο­τα­χθῆ σέ αὐ­τόν καί μα­ζί του νά φύ­γη γιά τήν Βα­σι­λεύ­ου­σα, μέ σκο­πό νά μαρ­τυ­ρή­ση. Τό ὁ­ποῖ­ο τοῦ­το καί ἔ­κα­νε, ἔ­φυ­γε μα­ζί μέ τόν Πα­τριά­ρχη γιά τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λι, ἀ­φοῦ τοῦ φα­νέ­ρω­σε καί τόν πό­θo πού εἶ­χε, γιά νά μαρ­τυ­ρή­ση. Ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν πα­ρα­κί­νη­σε σέ τοῦ­το, λέ­γον­τάς του καί τά ἑ­ξῆς· «Ὅ­ταν ἐ­γώ ἐ­πι­στρέ­ψω στό Ἅ­γιο Ὄ­ρος, ἐ­σύ κά­νε ὅ,τι νο­μί­ζεις, καί στόν Χρι­στό, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο πρό­κει­ται νά πε­θά­νης, πρέ­σβευ­ε γιά χά­ρι μου, γιά νά βρῶ ἔ­λε­ος ἀ­πό αὐ­τόν κα­τά τήν ἔ­ξο­δό μου».

Ἀ­φοῦ κοι­μή­θη­κε λοι­πόν ὁ Δι­ο­νύ­σιος, φα­νέ­ρω­σε ὁ Ἅ­γιος καί σέ ἕ­ναν ἄλ­λο μο­να­χό Λαυ­ρι­ώ­τη τό κρυμ­μέ­νο στήν καρ­διά του μυ­στή­ριο, τό σχε­τι­κό μέ τό Μαρ­τύ­ριο, καί ἄ­κου­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον αὐ­τά τά πα­ρα­κι­νη­τι­κά λό­για· «Πά­ρε δύ­να­μι, ἀ­δελ­φέ, ἀ­πό τήν ἰ­σχύ τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἄρ­χι­σε τόν ἀ­γῶ­να καί θά γί­νης καί ἐ­σύ ἕ­νας ἀ­πό ἐ­κεί­νους τούς πα­λιούς Μάρ­τυ­ρες, πού ἀ­γω­νί­σθη­καν ὑ­πέρ τοῦ Χρι­στοῦ». Καί λοι­πόν ἄρ­χι­σε ὁ ὅ­σιος τό ἐγ­χεί­ρη­μα μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο. Ἔ­κο­ψε τά μαλ­λιά τῆς κε­φα­λῆς του καί φό­ρε­σε ροῦ­χα ναυ­τι­κά, γιά νά μή συμ­βῆ κα­νέ­να κα­κό στούς μο­να­χούς ἀ­πό τούς ἄρ­χον­τες. Δι­ό­τι πρίν ἀ­πό λί­γα χρό­νια μαρ­τύ­ρη­σαν καί ἄλ­λοι δύ­ο μο­να­χοί, ὁ Κυ­πρια­νός καί ὁ Γα­βρι­ήλ.

Ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ με­τέ­λα­βε ὁ Μάρ­τυ­ρας τῶν ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων στόν να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στόν Γα­λα­τᾶ, πέ­ρα­σε στήν Ἁ­γί­α Σο­φί­α καί, ἀ­φοῦ στά­θη­κε ἐ­κεῖ προ­σευ­χό­ταν, κά­νον­τας τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ στό πρό­σω­πό του. Τό­τε οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί, πού περ­νοῦ­σαν ἀ­πό δί­πλα του βλέ­πον­τάς τον νά στέ­κε­ται σέ τέ­τοι­ο μέ­ρος καί νά προ­σεύ­χε­ται ἀ­να­στα­τώ­νον­ταν. Ὡ­στό­σο, ἐ­πει­δή τόν θε­ω­ροῦ­σαν πα­ρά­φρο­να, περ­νοῦ­σαν, χω­ρίς νά λέ­νε τίπο­τε. Ἀ­φοῦ λοι­πόν ἀ­νε­χώ­ρη­σε ἀ­π' ἐ­κεῖ ὁ Ἅ­γιος καί περ­πα­τοῦ­σε στόν δρό­μο, βλέ­πει ἕ­ναν γραμ­μα­τι­σμέ­νο Ἀ­γα­ρη­νό, πού κρα­τοῦ­σε στά χέ­ρια του βι­βλί­ο καί τό δι­ά­βα­ζε καί τοῦ λέ­ει· «Ἀ­να­φέ­ρει τό βι­βλί­ο σου τί­πο­τε σχε­τι­κά μέ τόν Χρι­στό;». Ὁ γραμ­μα­τέ­ας εἶ­πε στόν Μάρ­τυ­ρα· «Δέν γί­νε­σαι μου­σουλ­μᾶ­νος;». Ὁ Μάρ­τυ­ρας τόν ρώ­τη­σε, λέ­γον­τας· «Τί ἐν­νο­εῖς μου­σουλ­μᾶ­νος;». Καί ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τό συγ­κεν­τρώ­θη­καν οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά καί ἄ­κου­γαν, χλευ­ά­ζον­τάς τον ὡς πα­ρά­φρο­να. Ἔ­πει­τα τούς λέ­ει· «Ἔ­χω νά σᾶς πῶ λό­για, πού θά σᾶς ὠ­φε­λή­σουν». Αὐ­τοί τό­τε τοῦ λέ­νε· «Πές». Λέ­ει ὁ Μάρ­τυ­ρας· «Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός καί ποι­η­τής τῶν ὁ­ρα­τῶν καί τῶν ἀ­ο­ρά­των». Αὐ­τοί δέ τοῦ εἶ­παν· «Τρελ­λός εἶ­σαι»; Λέ­ει ὁ Μάρ­τυ­ρας, «Ὄ­χι ἐ­γώ, ἀλ­λά ἐ­σεῖς εἶ­στε τρελ­λοί καί χω­ρίς γνῶ­σι καί πλα­νε­μέ­νοι, πού δέν πι­στεύ­ε­τε, ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ό­ς». Αὐ­τοί ὅ­μως ἐ­πει­δή πά­λι νό­μι­σαν ὅ­τι εἶ­ναι πα­ρά­φρων, τόν ἄ­φη­σαν. Καί ἀ­πό ἐ­κεῖ πῆ­γε ὁ Μάρ­τυ­ρας στό τζα­μί τοῦ Σουλ­τά­νου Με­χε­μέ­τη καί πά­λι εἶ­πε τά ἴ­δια στούς ἐ­κεῖ χον­τζά­δες, ἀλ­λά καί αὐ­τοί ὡς ἀ­νό­η­το τόν ἔ­δι­ω­ξαν. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πό ἐ­κεῖ, στό λε­γό­με­νο στά Τουρ­κι­κά, Καμ­πά­νι, καί ἀ­φοῦ ἔ­βγα­λε φω­νή με­γά­λη, εἶ­πε· «Ἄν­δρες Ἰ­σμα­η­λί­τες, μό­νο ἡ πί­στις τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή, ἐ­σεῖς πλα­νη­θή­κα­τε καί πρό­κει­ται νά κο­λα­σθῆ­τε». Ἀλ­λά καί ἐ­κεῖ ὅ­λοι πα­ρο­μοί­ως δέν τοῦ ἔ­δω­σαν ση­μα­σί­α.

Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα τό πρω­ί πῆ­γε στήν αὐ­λή τοῦ Βε­ζύ­ρη καί ἄρ­χι­σε νά φω­νά­ζη μπρο­στά στούς ἐ­κεῖ γραμ­μα­τι­κούς· «Μό­νο ἡ πί­στις τῶν Χρι­στια­νῶν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή καί ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός, ἐ­νῶ ἡ δι­κή σας πί­στις δέν εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή». Οἱ γραμ­μα­τι­κοί, ἀ­φοῦ τόν συ­νέ­λα­βαν καί τόν ἔ­δει­ραν χω­ρίς ἔ­λε­ος, τόν ἔ­δι­ω­ξαν ὡς ἀ­νό­η­το. Τήν τρί­τη πά­λι ἡ­μέ­ρα πῆ­γε στό τζα­μί, τό λε­γό­με­νο Σε­γι­ζα­κύ, κον­τά στούς ὀν­τά­δες τῶν Γε­νι­τσά­ρων. Καί ὅ­ταν ἔ­βγαι­ναν οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­πό τό προ­σκύ­νη­μά τους, φώ­να­ζε ὁ Μάρ­τυ­ρας· «Ἄν­δρες Ἰ­σμα­η­λῖ­τες, ποι­όν σέ­βε­σθε; Σέ ποι­όν στη­ρί­ζε­σθε; Τί ἐλ­πί­ζε­τε ἀ­πό αὐ­τό τό προ­σκύ­νη­μά σας; Μί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή πί­στις αὐ­τή τοῦ Χρι­στοῦ». Καί, ἐ­πει­δή ὅ­λοι τόν θε­ω­ροῦ­σαν φρε­νο­βλα­βῆ καί ἀ­νό­η­το, τόν πα­ρέ­βλε­παν.

Λοι­πόν ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι ὁ Ἅ­γιος στό κο­νά­κι του, στόν Γα­λα­τᾶ, τρο­με­ρά λυ­πη­μέ­νος, δι­ό­τι ἀ­πέ­τυ­χε στόν σκο­πό του. Γι’ αὐ­τό καί προ­σευ­χό­με­νος ὅ­λη τήν νύ­χτα, ἔ­λε­γε· «Μήν ἀ­πο­στρέ­φε­σαι ἐ­μέ­να τόν τα­πει­νό σου δοῦ­λο, Υἱ­έ μο­νο­γε­νές τοῦ Θε­οῦ, στό νά μέ συμ­πε­ρι­λά­βης στόν χο­ρό τῶν Μαρ­τύ­ρων σου, ἀλ­λά ἀ­ξί­ω­σέ με νά τύ­χω τῆς συγ­χω­ρή­σε­ως». Τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα, τήν Κυ­ρια­κή, ἀ­φοῦ ση­κώ­θη­κε πῆ­γε στό τζα­μί τοῦ Τοπ­χα­νᾶ, στό ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται, ὅ­τι ἀρ­νή­θη­κε τήν εὐ­σέ­βεια, ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος, ὅ­πως προ­εί­πα­με. Καί ἐ­κεῖ, ὅ­ταν συγ­κεν­τρώ­θη­καν πολ­λοί Ἀ­γα­ρη­νοί τήν ὥ­ρα τοῦ προ­σκυ­νή­μα­τος, φώ­να­ξε ὁ Μάρ­τυς πρός τό πλῆ­θος αὐ­τά· «Τί μα­ζώ­νε­σθε ἐκεῖ τρι­σά­θλιοι; Σέ ποι­όν ἐλ­πί­ζε­τε; Ἀλ­λοί­μο­νο σέ ἐ­σᾶς τα­λαί­πω­ροι, δι­ό­τι θά κο­λα­σθῆ­τε. Μό­νος ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός ἀ­λη­θι­νός».

Οἱ Ἀ­γα­ρη­νοί μό­λις τά ἄ­κου­σαν αὐ­τά γέ­μι­σαν θυ­μό καί ὥρ­μη­σαν κα­τε­πά­νω του καί δέρ­νον­τάς τον ἄσπλαγχνα καί σέρ­νον­τάς τον, τόν με­τέ­φε­ραν στόν κα­τῆ τοῦ Γα­λα­τᾶ. Καί κα­θώς ὁ Μάρ­τυ­ρας ἔ­λε­γε τά ἴ­δια καί πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Μω­ά­μεθ καί τῆς σι­χα­με­ρῆς του δι­δα­χῆς, ἔ­δω­σε ὁ δι­κα­στής τήν ὁ­μο­λο­γί­α του, ἡ ὁ­ποί­α ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­πό αὐ­τούς χον­τζέ­τι, καί τόν ἔ­στει­λε στόν Βε­ζύ­ρη, τόν ἐ­πί­τρο­πο τῆς Βα­σι­λεί­ας. Ὁ Βε­ζύ­ρης τόν ρώ­τη­σε· «Αὐ­τά πού γρά­φει ὁ δι­κα­στής ἐ­ναν­τί­ον σου, εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νά»; Ὁ Μάρ­τυς φώ­να­ζε· «Ναί ἀ­φέν­τη, καί ἀ­λη­θι­νά καί βέ­βαι­α εἶ­ναι». Τό­τε ὁ Βε­ζύ­ρης μέ πολ­λή ἡ­με­ρό­τη­τα, τοῦ λέ­ει· «Ἄς εἶ­ναι συγ­χω­ρη­μέ­νο τοῦ­το τό ἔγ­κλη­μά σου, δι­ό­τι ἐ­σύ εἶ­σαι ρα­γιάς Βα­σι­λι­κός καί ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πλη­ρώ­νης τά βα­σι­λι­κά δο­σί­μα­τα, καί γι’ αὐ­τό σοῦ χα­ρί­ζει ἡ Βα­σι­λεί­α τήν ζω­ή σου. Ἀλ­λά καί ὅ­ πως φαί­νε­ται εἶ­σαι φτω­χός καί γι’ αὐ­τό ἐ­πι­θυ­μεῖς τόν θά­να­το». Ὁ Μάρ­τυ­ρας ὅ­μως λέ­ει· «Δέν εἶ­μαι φτω­χός, ἀλ­λά εἶ­μαι καί ἀ­πό ἐ­σέ­να πλου­σι­ώ­τε­ρος. Ἐ­πει­δή καί ἔ­χω τόν θη­σαυ­ρό τῆς πί­στε­ώς μου, μέ­σα στήν καρ­διά μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πε­ρα­στρά­φτει λαμ­πρό­τε­ρος καί ἀ­πό τόν ἥ­λιο, δι­ό­τι τόν πλοῦ­το αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου πού μά­ζε­ψες ἐ­σύ τώ­ρα, αὔ­ριο τόν παίρ­νει ἄλ­λος, ἐ­νῶ τόν πλοῦ­το πού ἀ­πέ­κτη­σα ἐ­γώ, τῆς πί­στε­ώς μου, μέ­νει πάν­το­τε σέ ἐ­μέ­να, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο θά πά­ω στήν Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶ­ν».

Ὅ­ταν λοι­πόν εἶ­δε ὁ Βε­ζύ­ρης, ὅ­τι δέν πεί­θε­ται μέ κα­νέ­ναν τρό­πο ὁ Μάρ­τυρας στά λό­για του, ἔ­δω­σε κα­τα­δι­κα­στι­κή ἀ­πό­φα­σι νά τόν θα­να­τώ­σουν. Τό­τε, ἀ­φοῦ τόν πα­ρέ­λα­βε ὁ ἀρ­χι­δή­μιος καί τόν ἔ­δε­σε, τόν με­τέ­φε­ρε μα­ζί μέ τήν φρου­ρά του στό Φα­νά­ρι καί γο­να­τί­ζον­τάς τον μπρο­στά στήν πόρ­τα τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου, ἔ­κο­ψε μέ τό ξί­φος τήν Ἁ­γί­α του Κε­φα­λή, εὐ­χα­ρι­στῶν­τας τόν Σω­τῆ­ρα, δι­ό­τι δέν τόν στέ­ρη­σε ἀ­πό τόν πό­θο του.

Ὅ­ταν δέ τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν, κα­θώς τό Ἅ­γιό του αἷ­μα ξε­πή­δη­σε σάν χεί­μαρ­ρος, κα­τέ­βα­ψε τά σα­νί­δια τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου, πού βρι­σκό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν πόρ­τα. Κά­ποι­ος ἡ­γού­με­νος δέ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ τοῦ Μαύ­ρου μό­λου, πού ὠ­νο­μα­ζό­ταν Μα­κά­ριος, ἀ­φοῦ ἀ­γό­ρα­σε τίς πόρ­τες αὐ­τές, τίς με­τέ­φε­ρε στό Μοναστήρι του χά­ριν εὐ­λα­βεί­ας καί ἁ­για­σμοῦ. Καί ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σύμ­φω­να μέ τήν δι­α­τα­γή, τό Ἅ­γιο λεί­ψα­νο τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες ἡ­μέ­ρες μπρο­στά στό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Καί κά­ποι­οι Χρι­στια­νοί, ἀ­φοῦ ἔ­δω­σαν χρή­μα­τα στούς φρου­ρούς, τό πῆ­ραν ἀ­πό ἐ­κεῖ καί τό ἔ­βα­λαν σέ κα­ΐ­κι, γιά νά τό πᾶ­νε στό μο­νύ­δριο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος στήν νῆ­σο Χάλ­κη. Πρό­φθα­σαν ὅ­μως οἱ πα­τέ­ρες τῆς μο­νῆς τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, πού βρί­σκε­ται στήν ἴ­δια τήν νῆ­σο Χάλ­κη καί τό πῆ­ραν σ’ αὐ­τή τήν Μο­νή καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μές πί­σω ἀ­πό τό Ἅ­γιο Βῆ­μα. Μέ τοῦ ὁ­ποί­ου τίς πρε­σβεῖ­ες ἄς ἀ­ξι­ώ­ση καί ἐ­μᾶς ὁ Σω­τήρ τῆς Βα­σι­λεί­ας του. Ἀ­μήν.



[1]      Πρέ­πει νά γνω­ρί­ζου­με, ὅ­τι ἡ ἁ­γί­α κοί­μη­σις τοῦ θεί­ου Χρυ­σο­στό­μου ἔ­γι­νε κα­τά τήν 14η τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου μη­νός, ὅ­ταν τε­λῆ­ται ἡ τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ Ὕ­ψω­σις. Με­τα­τέ­θη­κε ὅ­μως αὐ­τή στήν ση­με­ρι­νή ἡ­μέ­ρα, ὅ­πως νο­μί­ζω, γιά νά ψάλ­λε­ται ἡ  Ἀ­κο­λου­θί­α της, ὅ­πως γρά­φε­ται στόν χει­ρό­γρα­φο Συ­να­ξα­ρι­στή. Ση­μεί­ω­σαι, ὅ­τι στήν τοῦ Ἰ­ω­άν­νου χρυ­σῆ κε­φα­λή βί­ους καί ἐγ­κώ­μια ἔ­πλε­ξαν· Γε­ώρ­γιος ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, Κύ­ριλ­λος ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, Πρό­κλος, Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πέν­τε λό­γους συ­νέ­γρα­ψε στόν Χρυ­σό­στο­μο, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ κρι­τι­κός Φώ­τιος πού τούς με­λέ­τη­σε, Συ­με­ών ὁ Με­τα­φρα­στής, Λέ­ων ὁ σο­φός, Ἀ­νώ­νυ­μος, Παλ­λά­διος ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ἐ­λε­νου­πό­λε­ως, Σω­φρό­νιος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, Ἰ­ω­άν­νης ὁ Δα­μα­σκη­νός, Μαρ­τύ­ριος Πα­τριά­ρχης Ἀν­τι­ο­χεί­ας, Κο­σμᾶς ὁ δι­ά­κο­νος ὁ ὁ­ποῖ­ος στά χρό­νια τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, ἦ­ταν Δι­ά­κο­νος τῶν Ἀ­πο­στο­λι­τῶν, Νεῖ­λος, Ἰ­σί­δω­ρος ὁ Πη­λου­σι­ώ­της, Εὐά­γριος ἀ­σκη­τής, Κο­σμᾶς Βε­στί­τωρ, Νι­κή­τας Σκευ­ο­φύ­λαξ, Νι­κή­τας ὁ Πα­φλα­γών, Εὐ­στά­θιος Πρί­μι, Βα­σί­λει­ος ὁ πρω­τό­θρο­νος, Κων­σταν­τῖ­νος βα­σι­λεύς ὁ Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­τος, Σω­κρά­της. Ὅ­λοι στόν ἀ­ριθ­μό εἰ­κο­σι­δύ­ο. Δέν μπο­ρῶ ἐ­δῶ νά ἀ­πο­σι­ω­πή­σω ἐ­κεῖ­νο τό γε­γο­νός, τό ὁ­ποῖ­ο προ­ξε­νεῖ ἕ­ναν με­γά­λο καί ξε­χω­ρι­στό ἔ­παι­νο σ’ αὐ­τόν τόν χρυ­σό Ἅ­γιο, ὅ­πως τό διηγεῖ­ται στόν ἀ­να­λυ­τι­κό του Βί­ο ὁ Ἀ­νώ­νυ­μος συγ­γρα­φέ­ας. Ὁ Ἀ­δελ­φει­ός, λέ­ει αὐ­τός, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος τῆς ἐν Καπ­πα­δο­κί­ᾳ Ἀ­ρα­βισ­σοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­λύ πε­ρι­ποι­ή­θη­κε στήν ἐ­ξο­ρί­α τόν Ἅ­γιο, αὐ­τός, λέ­ω, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό μέ θερ­μές δε­ή­σεις, νά τοῦ φα­νε­ρώ­ση, ποι­ά δό­ξα ἀ­ξι­ώ­θη­κε στούς Οὐ­ρα­νούς ὁ θεῖ­ος Χρυ­σό­στο­μος. Τήν ὥ­ρα λοι­πόν, ­πού προ­σευ­χό­ταν ὁ  Ἀ­δελ­φει­ός, ἦλ­θε σέ ἔκ­στα­σι. Καί νά, βλέ­πει ἕ­ναν ἄν­δρα ὁ­λο­φώ­τει­νο, πού τοῦ ἔ­δει­χνε ὅ­λους τούς Δι­δα­σκά­λους καί Ἱ­ε­ράρ­χες καί Ὁ­σί­ους καί ὅ­λο τόν χο­ρό ὅ­λων τῶν δι­καί­ων, ὅ­σοι πρό­φθα­σαν νά με­τα­βοῦν ἀ­πό τήν γῆ στούς Οὐ­ρα­νούς. Τό­τε ὁ Ἀ­δελ­φει­ός ἔ­βλε­πε ὅ­λους ἐ­κεί­νους μέ χα­ρά, ἐ­πι­θυ­μῶν­τας νά ­δῆ καί τόν Ἰ­ω­άν­νη. Ἐ­πει­δή ὅ­μως δέν τόν εἶ­δε ἐ­κεῖ, λυ­πή­θη­κε. Τό­τε ὁ φω­τό­μορ­φος ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε πρός τόν Ἀ­δελ­φει­ό· «Για­τί λυ­πή­θη­κες»; Ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε· «Δι­ό­τι δέν εἶ­δα στό τάγ­μα τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν τόν Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Ἰ­ω­άν­νη». Καί ὁ ἐμ­φα­νι­σθείς τοῦ λέ­ει· «Τόν χρυ­σό, λές, Ἰ­ω­άν­νη, τό στό­μα τοῦ Θε­οῦ; ἐ­κεῖ­νον τόν ὑ­πε­ράν­θρω­πο; Γνώ­ρι­ζε ὅ­τι αὐ­τόν δέν μπο­ρεῖς νά τόν δῆς, δι­ό­τι αὐ­τός βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, ­πού εἶ­ναι ὁ θρό­νος τοῦ Δε­σπό­του Χρι­στοῦ». Μί­α πα­ρό­μοι­α ὀ­πτα­σί­α εἶ­δε καί ὁ Ὅ­σιος Μᾶρ­κος ὁ ἀ­σκη­τής καί ἄ­κου­σε τά ἴ­δια λό­για, ­πού ἄ­κου­σε καί ὁ Ἀ­δελ­φει­ός, ἀ­πό τόν Κύ­πρου Ἐ­πι­φά­νιο, πού τόν κα­θο­δη­γοῦ­σε στήν ὀ­πτα­σί­α, πού εἶ­δε ὄν­τας σέ ἔκ­στα­σι. Αὐ­τό ἀ­κό­μη καί ὁ Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γεῖ­ται.

 [2]      Ση­μεί­ω­σε, ὅ­τι Γρη­γό­ριος ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας στόν Βί­ο τοῦ Χρυ­σο­στό­μου τόν ἀ­πο­κα­λεῖ «τῆς οἰ­κου­μέ­νης ἁ­πά­σης Δι­δά­σκα­λον καί φω­στῆ­ρα». Ὁ μι­κρός Θε­ο­δό­σιος τόν ἀ­πο­κα­λεῖ οἰ­κου­με­νι­κό Δι­δά­σκα­λο. Ὁ Λέ­ων ὁ σο­φός στό ἐγ­κώ­μιό του πρός αὐ­τόν τόν ὀνομάζει κοι­νό τῆς οἰ­κου­μέ­νης Πα­τέ­ρα. Καί ὁ Ἀ­νώ­νυ­μος στόν Βί­ο του τόν ὀ­νο­μά­ζει κοι­νό τῆς οἰ­κου­μέ­νης προ­μη­θέ­α καί προ­στά­τη. Ὁ Θε­ο­δώ­ρη­τος στά ἔρ­γα τοῦ­ Φω­τίου τόν λέ­ει τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στό­μα καί εὐ­σε­βεί­ας ἀν­θρώ­πων ὀ­φθαλ­μό. Ὁ Πη­λου­σι­ώ­της Ἰ­σί­δω­ρος (α΄ τμῆ­μα, 156ης ἐ­πι­στο­λῆς) λέ­ει γι’ αὐ­τόν· «Ὁ τῶν τοῦ Θε­οῦ ἀ­πορ­ρή­των σο­φός καί ὑ­πο­φή­της Ἰ­ω­άν­νης. Ὁ ὀ­φθαλ­μός τῆς  Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καί κά­θε Ἐκ­κλη­σί­ας ὀ­φθαλ­μός». Στήν δέ Με­γί­στη Λαύ­ρα σώ­ζε­ται Βί­ος ἑλ­λη­νι­κός τοῦ θεί­ου Χρυ­σο­στό­μου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀρ­χή εἶ­ναι· «Ἀ­γα­πη­τοί, ἀ­ψευ­δής ὁ Θε­ός, ὁ διά τοῦ Προ­φή­του λέ­γων, πολ­λαί αἱ θλί­ψεις τῶν δι­καί­ων».

[3]      Αὐ­τό τό μαρ­τύ­ριο συ­νέ­γρα­ψε ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Κα­ρυ­ο­φύλ­λης, ἐ­νῶ τό με­τέ­φρα­σε ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της πα­πα Ἰ­ω­νᾶς.

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης