Τῷ αὐτῷ μηνί IΓ΄, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου[1].
Μύσας ὁ χρυσοῦς Ἰωάννης τό στόμα,
Ἀφῆκεν ἡμῖν ἄλλο τάς βίβλους στόμα.
Ἀμφί τρίτην δεκάτην σίγησεν χρύσεα χείλη.
Αὐτός ὁ μεγάλος φωστήρας καί μεγαλόφωνος τῆς οἰκουμένης διδάσκαλος, καταγόταν ἀπό τήν μεγαλόπολι Ἀντιόχεια, υἱός ὄντας γονέων εὐσεβῶν· ὁ πατέρας του ἦταν ὁ ἀρχι-στράτηγος Σεκοῦνδος, ἡ δέ μητέρα του ἡ Ἀνθοῦσα. Ἀμέσως λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή τῆς ζωῆς του πολλή ἀγάπη καί ἔρωτα εἶχε ὁ Ἅγιος αὐτός στούς λόγους καί στά μαθήματα. Γι’ αυτό καί σέ μικρό χρονικό διάστημα ἔγινε κάτοχος ὅλης τῆς σοφίας τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Χριστιανῶν καί ἔγινε διάσημος στήν λογική καί ρητορική τέχνη καί σέ κάθε ἐπιστήμη. Ἔτσι γιά τήν πρόοδο καί τήν ἀρετή του ἀπό μέν τόν Ἅγιο Μελέτιο, τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας, ἔγινε κληρικός, δηλαδή Ἀναγνώστης, ἐνῶ ἀπό τόν Ἀντιοχείας Φλαβιανό ἔγινε Διάκονος καί Πρεσβύτερος. Πολλούς λόγους συνέταξε ὁ χρυσός του κάλαμος, σχεδόν περισσότερο ἀπό ἑκατό στόν ἀριθμό, τόσο περί μετανοίας, ὅσο καί περί τῆς εὐκοσμίας καί καταστάσεως τῶν ἠθῶν. Καί ὁλόκληρη σχεδόν τήν θεόπνευστη Γραφή ἑρμήνευσε. Καί ὅταν ὁ Νεκτάριος, ὁ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, «ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ», τότε μέ τήν ἀπόφασι τῶν Ἐπισκόπων καί μέ τήν προσταγή τοῦ βασιλέως Ἀρκαδίου κλήθηκε ὁ μακάριος αὐτός Ἰωάννης ἀπό τήν Ἀντιόχεια καί ἔγινε κανονικά Πατριάρχης τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων. Καί τόσο πολύ παρέδωσε ὁ ἀοίδιμος τόν ἑαυτό του στήν ἄσκησι καί στήν ἐγκράτεια, ὥστε ἔτρωγε μόνο τόν χυλό τοῦ κριθαριοῦ. Καί πάλι ἀπό αὐτόν δέν χόρταινε, ἀλλά λίγο μόνο ἔτρωγε. Καί ὁ ὕπνος του ἦταν λίγος καί κοιμόταν ὄχι ἐπάνω σέ κλίνη ἀναπαυόμενος, ἀλλά στεκόμενος ὄρθιος καί βασταζόμενος ἀπό σχοινιά. Καί ὅταν κουραζόταν πολύ, τότε καθόταν λίγο.Τότε καί περισσότερο ἀσχολεῖτο καί παραδόθηκε ὁλόψυχα ὁ θεῖος Πατήρ στίς ἑρμηνεῖες τῶν θείων Γραφῶν καί στίς διαλέξεις καί διδασκαλίες, μέ τίς ὁποῖες πολλούς ἔφερε σέ θεογνωσία καί μετάνοια. Τόση ὑπερβολική φιλανθρωπία εἶχε στούς πτωχούς καί σέ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ὁ μιμητής τοῦ Χριστοῦ, ὥστε ἔγινε καί στούς ἄλλους τύπος καί παράδειγμα φιλοπτωχείας. Γι’ αὐτό καί μέ τούς λόγους στήν Ἐκκλησία δίδασκε ὅλους τούς Χριστιανούς, νά ἀγαποῦν καί νά ἐργάζωνται τήν ἀρετή αὐτή τῆς φιλοπτωχείας, νά ἀπέχουν ὅμως ἀπό τήν πλεονεξία.
Ὁπότε, γιά τήν αἰτία αὐτή, ἀρχικά προσέκρουσε στήν βασίλισσα Εὐδοξία καί ἔγινε μέ αὐτήν ἐχθρικός. Διότι αὐτή ἅρπαξε τόν ἀμπελῶνα μιᾶς χήρας, πού λεγόταν Καλλιτρόπη, ἡ ὁποία διαμαρτυρόταν ζητῶντας τήν περιουσία της. Ὁ Ἅγιος τήν συμβούλευε νά μή κρατᾶ τό ξένο πρᾶγμα. Καί ἐπειδή ἐκείνη δέν ἐπείθετο, γι’ αὐτό τήν ἔλεγχε καί τήν παρομοίαζε ὁ Ἅγιος μέ τό παράδειγμα τῆς Ἰεζάβελ. Τότε ἡ Εὐδοξία ἀγριεύοντας ὡς θηρίο, κατέβασε τόν Ἅγιο ἀπό τόν θρόνο του. Ἀρχικά μόνη της, ὕστερα ὅμως μέ τούς Ἐπισκόπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν περισσότερο τίς ἐξουσίες καί ἀξιώσεις τῶν ἀρχόντων, πού εἶχαν διάφορα ἀξιώματα, παρά τήν εὐσέβεια καί τούς θείους νόμους. Ἔπειτα πάλι ἀποκαταστάθηκε ὁ Ἅγιος στόν θρόνο του.
Τελευταῖα ἐξωρίσθηκε ὁ Ἅγιος στήν Κουκουσό τῆς Ἀρμενίας. Καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ὑπέμεινε θλίψεις πολλές καί πολλούς ἄπιστους ἐπέστρεψε στήν θεογνωσία, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ, κατά τό ἔτος 402. Ὁ δέ ἀναλυτικός Βίος τοῦ Ἁγίου γράφει, ὅτι μετά τήν κατάβασι ἀπό τόν θρόνο καί τήν ἐξορία τοῦ θείου Πατρός, ὅσοι Ἐπίσκοποι συνήργησαν σ’ αὐτήν, ὅλοι βασανίσθησαν πρῶτα ἀπό τόν Θεό μέ φοβερές καί πολλές ἀσθένειες καί ἔπειτα πέθαναν. Ἡ δέ Εὐδοξία πρώτη ἔπαθε αὐτές τίς ἀσθένειες, ἐπειδή πρώτη αὐτή παρανόμησε καί ἔγινε πρόξενος ἀπωλείας καί στούς Ἐπισκόπους. Λένε ἀκόμη, ὅτι μετά τόν θάνατό της, γιά νά ἀποδειχθῆ ἡ ἀδικία πού ἔκανε στόν μέγα Χρυσόστομο, ὁ τάφος της σειόταν καί ἔτρεμε γιά διάστημα τριάντα δύο ὁλόκληρων ἐτῶν. Καί ὅταν μεταφέρθηκε τό λείψανο τοῦ Ἁγίου στήν Κωνσταντινούπολι καί τοποθετήθηκε, ὅπου τώρα εἶναι, τότε καί ὁ τάφος ἐκείνης σταμάτησε καί πλέον δέν ἔτρεμε. (Τόν ἀναλυτικό του Βίο βλέπε στόν Νέο Θησαυρό[2]).
* Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου νέου Ὁσιομάρτυρος Δαμασκηνοῦ τοῦ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὄντος, καί ἐν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος κατά τό ἔτος 1681[3].
+ Βλέπεις ἀθλητά ἡδονικῶς τό ξίφος,
Σύν τῷ ξίφει γάρ ἔβλεπες καί τό στέφος.
Ὁ μακάριος αὐτός μαρτύρησε κατά τήν διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ Σουλτάνου Μεχεμέτη καί κατά τήν διάρκεια τῆς Πατριαρχίας τοῦ κύρ Ἰακώβου ἀπό τήν Χίο. Ἦταν δέ ἀπό τόν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀπό τήν ἐνορία τῆς Ἐλεούσης, ὠνομαζόταν Διαμαντής, υἱός εὐσεβῶν γονέων, τοῦ Κυριακοῦ καί τῆς Κυριακῆς, ράφτης στό ἐπάγγελμα. Ἐνῶ ἦταν πολύ νέος, ἔμεινε ὀρφανός, γι' αὐτό καί συμπεριφερόταν ἄτακτα. Ἀφοῦ συνελήφθη λοιπόν ὅπως λένε, ἀπό τούς δυνάστες γιά κάτι κακό πού ἔκαμε, ἄρνήθηκε (ἀλλοίμονο!) τήν ἀμόλυντη πίστι τῶν Χριστιανῶν, γιά νά λυτρωθῆ. Ἔπειτα, ὅταν μεγάλωσε στήν ἡλικία, ἦλθε στά λογικά του καί, συλλογιζόμενος τί κακό ἔπαθε, ἔφυγε γιά τό Ἅγιο Ὄρος, στό Μοναστήρι τῆς μεγίστης Λαύρας, γιά νά κλάψη γιά τό μέγα ἁμάρτημα τῆς ἀρνήσεως τοῦ Χριστοῦ· πηγαίνοντας ἐκεῖ ἐπιδόθηκε σέ συχνές ἀγρυπνίες, ἐγκράτειες, στό νά κοιμᾶται κατά γῆς καί στίς λοιπές κακουχίες τῆς ἀσκήσεως. Ἀφοῦ ἔλαβε τό μέγα καί ἀγγελικό σχῆμα, ἔκανε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια, ὑποτασσόμενος στόν γέροντά του, μέ ἄκρα ὑπακοή. Ὡστόσο, μ' ὅλο πού τόσες καί τόσες ἀρετές ἔκαμνε ὁ πανύμνητος καί πολλούς μοναχούς ἐκείνου τοῦ καιροῦ ξεπέρασε στούς ἀσκητικούς κόπους καί ἱδρῶτες, ἡ συνείδησί του ὅμως πάντοτε τόν ἐπιτιμοῦσε γιά τήν ἄρνησι καί θεωροῦσε ὅλους τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες του, ὅτι δέν εἶναι τίποτε, σέ σύγκρισι μέ τό σφάλμα του. Διότι θυμόταν πάντοτε τά λόγια τοῦ Κυρίου, πού λέει· «Ὅποιος ὁμολογήσει γιά ἐμένα μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά ὁμολογήσω καί ἐγώ γι’ αὐτόν μπροστά στόν πατέρα μου πού βρίσκεται στούς οὐρανούς. Καί ὅποιος μέ ἀρνηθῆ μπροστά στούς ἀνθρώπους, θά τόν ἀρνηθῶ καί ἐγώ μπροστά στόν πατέρα μου πού εὑρίσκεται στούς οὐρανούς». Γι’ αὐτό κατά ἄλλον τρόπο δέν θεωροῦσε, ὅτι μπορεῖ νά ὁμολογηθῆ ἀπό τόν Χριστό μπροστά στόν Πατέρα του κατά τήν φρικτή του παρουσία, παρά μέ τό νά ὁμολογήση καί αὐτός τόν Χριστό προηγουμένως μπροστά στούς ἀνθρώπους. Καί τοῦτο μέν ὀρθῶς τό νόμιζε αὐτός, ὡστόσο κανένας ἀπό τούς μοναχούς δέν τόν ἀνάγκαζε σέ τοῦτο, καθώς σκεφτόνταν τήν ἀνθρώπινη ἀσθένεια καί φοβοῦνταν, μή τύχη καί γυρίση πάλι πρός τά πίσω καί γίνουν τά ἑπόμενα χειρότερα ἀπό τά πρῶτα.
Καί ἐνῷ ὁ Μάρτυρας βρισκόταν ἀνάμεσα σ’ αὐτές τίς σκέψεις, ἔτυχε τότε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος πού βρισκόταν στήν Λαύρα νά φεύγη γιά τήν Κωνσταντινούπολι. Γι’ αὐτό ἔκρινε εὔλογο ὁ Ἅγιος νά ὑποταχθῆ σέ αὐτόν καί μαζί του νά φύγη γιά τήν Βασιλεύουσα, μέ σκοπό νά μαρτυρήση. Τό ὁποῖο τοῦτο καί ἔκανε, ἔφυγε μαζί μέ τόν Πατριάρχη γιά τήν Κωνσταντινούπολι, ἀφοῦ τοῦ φανέρωσε καί τόν πόθo πού εἶχε, γιά νά μαρτυρήση. Ὁ ὁποῖος τόν παρακίνησε σέ τοῦτο, λέγοντάς του καί τά ἑξῆς· «Ὅταν ἐγώ ἐπιστρέψω στό Ἅγιο Ὄρος, ἐσύ κάνε ὅ,τι νομίζεις, καί στόν Χριστό, γιά τόν ὁποῖο πρόκειται νά πεθάνης, πρέσβευε γιά χάρι μου, γιά νά βρῶ ἔλεος ἀπό αὐτόν κατά τήν ἔξοδό μου».
Ἀφοῦ κοιμήθηκε λοιπόν ὁ Διονύσιος, φανέρωσε ὁ Ἅγιος καί σέ ἕναν ἄλλο μοναχό Λαυριώτη τό κρυμμένο στήν καρδιά του μυστήριο, τό σχετικό μέ τό Μαρτύριο, καί ἄκουσε ἀπό ἐκεῖνον αὐτά τά παρακινητικά λόγια· «Πάρε δύναμι, ἀδελφέ, ἀπό τήν ἰσχύ τοῦ Κυρίου καί ἄρχισε τόν ἀγῶνα καί θά γίνης καί ἐσύ ἕνας ἀπό ἐκείνους τούς παλιούς Μάρτυρες, πού ἀγωνίσθηκαν ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ». Καί λοιπόν ἄρχισε ὁ ὅσιος τό ἐγχείρημα μέ τόν ἑξῆς τρόπο. Ἔκοψε τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του καί φόρεσε ροῦχα ναυτικά, γιά νά μή συμβῆ κανένα κακό στούς μοναχούς ἀπό τούς ἄρχοντες. Διότι πρίν ἀπό λίγα χρόνια μαρτύρησαν καί ἄλλοι δύο μοναχοί, ὁ Κυπριανός καί ὁ Γαβριήλ.
Ἔπειτα, ἀφοῦ μετέλαβε ὁ Μάρτυρας τῶν ἀχράντων Μυστηρίων στόν ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου στόν Γαλατᾶ, πέρασε στήν Ἁγία Σοφία καί, ἀφοῦ στάθηκε ἐκεῖ προσευχόταν, κάνοντας τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ στό πρόσωπό του. Τότε οἱ Ἀγαρηνοί, πού περνοῦσαν ἀπό δίπλα του βλέποντάς τον νά στέκεται σέ τέτοιο μέρος καί νά προσεύχεται ἀναστατώνονταν. Ὡστόσο, ἐπειδή τόν θεωροῦσαν παράφρονα, περνοῦσαν, χωρίς νά λένε τίποτε. Ἀφοῦ λοιπόν ἀνεχώρησε ἀπ' ἐκεῖ ὁ Ἅγιος καί περπατοῦσε στόν δρόμο, βλέπει ἕναν γραμματισμένο Ἀγαρηνό, πού κρατοῦσε στά χέρια του βιβλίο καί τό διάβαζε καί τοῦ λέει· «Ἀναφέρει τό βιβλίο σου τίποτε σχετικά μέ τόν Χριστό;». Ὁ γραμματέας εἶπε στόν Μάρτυρα· «Δέν γίνεσαι μουσουλμᾶνος;». Ὁ Μάρτυρας τόν ρώτησε, λέγοντας· «Τί ἐννοεῖς μουσουλμᾶνος;». Καί ἐπάνω σ’ αὐτό συγκεντρώθηκαν οἱ Ἀγαρηνοί πού ἦταν ἐκεῖ κοντά καί ἄκουγαν, χλευάζοντάς τον ὡς παράφρονα. Ἔπειτα τούς λέει· «Ἔχω νά σᾶς πῶ λόγια, πού θά σᾶς ὠφελήσουν». Αὐτοί τότε τοῦ λένε· «Πές». Λέει ὁ Μάρτυρας· «Ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός καί ποιητής τῶν ὁρατῶν καί τῶν ἀοράτων». Αὐτοί δέ τοῦ εἶπαν· «Τρελλός εἶσαι»; Λέει ὁ Μάρτυρας, «Ὄχι ἐγώ, ἀλλά ἐσεῖς εἶστε τρελλοί καί χωρίς γνῶσι καί πλανεμένοι, πού δέν πιστεύετε, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός». Αὐτοί ὅμως ἐπειδή πάλι νόμισαν ὅτι εἶναι παράφρων, τόν ἄφησαν. Καί ἀπό ἐκεῖ πῆγε ὁ Μάρτυρας στό τζαμί τοῦ Σουλτάνου Μεχεμέτη καί πάλι εἶπε τά ἴδια στούς ἐκεῖ χοντζάδες, ἀλλά καί αὐτοί ὡς ἀνόητο τόν ἔδιωξαν. Κατέβηκε ἀπό ἐκεῖ, στό λεγόμενο στά Τουρκικά, Καμπάνι, καί ἀφοῦ ἔβγαλε φωνή μεγάλη, εἶπε· «Ἄνδρες Ἰσμαηλίτες, μόνο ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀληθινή, ἐσεῖς πλανηθήκατε καί πρόκειται νά κολασθῆτε». Ἀλλά καί ἐκεῖ ὅλοι παρομοίως δέν τοῦ ἔδωσαν σημασία.
Τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωί πῆγε στήν αὐλή τοῦ Βεζύρη καί ἄρχισε νά φωνάζη μπροστά στούς ἐκεῖ γραμματικούς· «Μόνο ἡ πίστις τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἀληθινή καί ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός, ἐνῶ ἡ δική σας πίστις δέν εἶναι ἀληθινή». Οἱ γραμματικοί, ἀφοῦ τόν συνέλαβαν καί τόν ἔδειραν χωρίς ἔλεος, τόν ἔδιωξαν ὡς ἀνόητο. Τήν τρίτη πάλι ἡμέρα πῆγε στό τζαμί, τό λεγόμενο Σεγιζακύ, κοντά στούς ὀντάδες τῶν Γενιτσάρων. Καί ὅταν ἔβγαιναν οἱ Τοῦρκοι ἀπό τό προσκύνημά τους, φώναζε ὁ Μάρτυρας· «Ἄνδρες Ἰσμαηλῖτες, ποιόν σέβεσθε; Σέ ποιόν στηρίζεσθε; Τί ἐλπίζετε ἀπό αὐτό τό προσκύνημά σας; Μία εἶναι ἡ ἀληθινή πίστις αὐτή τοῦ Χριστοῦ». Καί, ἐπειδή ὅλοι τόν θεωροῦσαν φρενοβλαβῆ καί ἀνόητο, τόν παρέβλεπαν.
Λοιπόν ἐπέστρεψε πάλι ὁ Ἅγιος στό κονάκι του, στόν Γαλατᾶ, τρομερά λυπημένος, διότι ἀπέτυχε στόν σκοπό του. Γι’ αὐτό καί προσευχόμενος ὅλη τήν νύχτα, ἔλεγε· «Μήν ἀποστρέφεσαι ἐμένα τόν ταπεινό σου δοῦλο, Υἱέ μονογενές τοῦ Θεοῦ, στό νά μέ συμπεριλάβης στόν χορό τῶν Μαρτύρων σου, ἀλλά ἀξίωσέ με νά τύχω τῆς συγχωρήσεως». Τήν ἑπόμενη ἡμέρα, τήν Κυριακή, ἀφοῦ σηκώθηκε πῆγε στό τζαμί τοῦ Τοπχανᾶ, στό ὁποῖο λέγεται, ὅτι ἀρνήθηκε τήν εὐσέβεια, ὅταν ἦταν νέος, ὅπως προείπαμε. Καί ἐκεῖ, ὅταν συγκεντρώθηκαν πολλοί Ἀγαρηνοί τήν ὥρα τοῦ προσκυνήματος, φώναξε ὁ Μάρτυς πρός τό πλῆθος αὐτά· «Τί μαζώνεσθε ἐκεῖ τρισάθλιοι; Σέ ποιόν ἐλπίζετε; Ἀλλοίμονο σέ ἐσᾶς ταλαίπωροι, διότι θά κολασθῆτε. Μόνος ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἀληθινός».
Οἱ Ἀγαρηνοί μόλις τά ἄκουσαν αὐτά γέμισαν θυμό καί ὥρμησαν κατεπάνω του καί δέρνοντάς τον ἄσπλαγχνα καί σέρνοντάς τον, τόν μετέφεραν στόν κατῆ τοῦ Γαλατᾶ. Καί καθώς ὁ Μάρτυρας ἔλεγε τά ἴδια καί περισσότερα ἐναντίον τοῦ Μωάμεθ καί τῆς σιχαμερῆς του διδαχῆς, ἔδωσε ὁ δικαστής τήν ὁμολογία του, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀπό αὐτούς χοντζέτι, καί τόν ἔστειλε στόν Βεζύρη, τόν ἐπίτροπο τῆς Βασιλείας. Ὁ Βεζύρης τόν ρώτησε· «Αὐτά πού γράφει ὁ δικαστής ἐναντίον σου, εἶναι ἀληθινά»; Ὁ Μάρτυς φώναζε· «Ναί ἀφέντη, καί ἀληθινά καί βέβαια εἶναι». Τότε ὁ Βεζύρης μέ πολλή ἡμερότητα, τοῦ λέει· «Ἄς εἶναι συγχωρημένο τοῦτο τό ἔγκλημά σου, διότι ἐσύ εἶσαι ραγιάς Βασιλικός καί ὑποχρεωμένος νά πληρώνης τά βασιλικά δοσίματα, καί γι’ αὐτό σοῦ χαρίζει ἡ Βασιλεία τήν ζωή σου. Ἀλλά καί ὅ πως φαίνεται εἶσαι φτωχός καί γι’ αὐτό ἐπιθυμεῖς τόν θάνατο». Ὁ Μάρτυρας ὅμως λέει· «Δέν εἶμαι φτωχός, ἀλλά εἶμαι καί ἀπό ἐσένα πλουσιώτερος. Ἐπειδή καί ἔχω τόν θησαυρό τῆς πίστεώς μου, μέσα στήν καρδιά μου, ὁ ὁποῖος ὑπεραστράφτει λαμπρότερος καί ἀπό τόν ἥλιο, διότι τόν πλοῦτο αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού μάζεψες ἐσύ τώρα, αὔριο τόν παίρνει ἄλλος, ἐνῶ τόν πλοῦτο πού ἀπέκτησα ἐγώ, τῆς πίστεώς μου, μένει πάντοτε σέ ἐμένα, μέ τόν ὁποῖο θά πάω στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
Ὅταν λοιπόν εἶδε ὁ Βεζύρης, ὅτι δέν πείθεται μέ κανέναν τρόπο ὁ Μάρτυρας στά λόγια του, ἔδωσε καταδικαστική ἀπόφασι νά τόν θανατώσουν. Τότε, ἀφοῦ τόν παρέλαβε ὁ ἀρχιδήμιος καί τόν ἔδεσε, τόν μετέφερε μαζί μέ τήν φρουρά του στό Φανάρι καί γονατίζοντάς τον μπροστά στήν πόρτα τοῦ Πατριαρχείου, ἔκοψε μέ τό ξίφος τήν Ἁγία του Κεφαλή, εὐχαριστῶντας τόν Σωτῆρα, διότι δέν τόν στέρησε ἀπό τόν πόθο του.
Ὅταν δέ τόν ἀποκεφάλισαν, καθώς τό Ἅγιό του αἷμα ξεπήδησε σάν χείμαρρος, κατέβαψε τά σανίδια τοῦ ἐργαστηρίου, πού βρισκόταν ἀπέναντι ἀπό τήν πόρτα. Κάποιος ἡγούμενος δέ τοῦ Μοναστηριοῦ τοῦ Μαύρου μόλου, πού ὠνομαζόταν Μακάριος, ἀφοῦ ἀγόρασε τίς πόρτες αὐτές, τίς μετέφερε στό Μοναστήρι του χάριν εὐλαβείας καί ἁγιασμοῦ. Καί ἦταν ἐκεῖ, σύμφωνα μέ τήν διαταγή, τό Ἅγιο λείψανο τρεῖς ὁλόκληρες ἡμέρες μπροστά στό Πατριαρχεῖο. Καί κάποιοι Χριστιανοί, ἀφοῦ ἔδωσαν χρήματα στούς φρουρούς, τό πῆραν ἀπό ἐκεῖ καί τό ἔβαλαν σέ καΐκι, γιά νά τό πᾶνε στό μονύδριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στήν νῆσο Χάλκη. Πρόφθασαν ὅμως οἱ πατέρες τῆς μονῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πού βρίσκεται στήν ἴδια τήν νῆσο Χάλκη καί τό πῆραν σ’ αὐτή τήν Μονή καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμές πίσω ἀπό τό Ἅγιο Βῆμα. Μέ τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες ἄς ἀξιώση καί ἐμᾶς ὁ Σωτήρ τῆς Βασιλείας του. Ἀμήν.
[1] Πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι ἡ ἁγία κοίμησις τοῦ θείου Χρυσοστόμου ἔγινε κατά τήν 14η τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός, ὅταν τελῆται ἡ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Ὕψωσις. Μετατέθηκε ὅμως αὐτή στήν σημερινή ἡμέρα, ὅπως νομίζω, γιά νά ψάλλεται ἡ Ἀκολουθία της, ὅπως γράφεται στόν χειρόγραφο Συναξαριστή. Σημείωσαι, ὅτι στήν τοῦ Ἰωάννου χρυσῆ κεφαλή βίους καί ἐγκώμια ἔπλεξαν· Γεώργιος ὁ Ἀλεξανδρείας, Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας, Πρόκλος, Θεοδώρητος, ὁ ὁποῖος πέντε λόγους συνέγραψε στόν Χρυσόστομο, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ κριτικός Φώτιος πού τούς μελέτησε, Συμεών ὁ Μεταφραστής, Λέων ὁ σοφός, Ἀνώνυμος, Παλλάδιος ὁ Ἐπίσκοπος Ἐλενουπόλεως, Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Μαρτύριος Πατριάρχης Ἀντιοχείας, Κοσμᾶς ὁ διάκονος ὁ ὁποῖος στά χρόνια τοῦ Χρυσοστόμου, ἦταν Διάκονος τῶν Ἀποστολιτῶν, Νεῖλος, Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης, Εὐάγριος ἀσκητής, Κοσμᾶς Βεστίτωρ, Νικήτας Σκευοφύλαξ, Νικήτας ὁ Παφλαγών, Εὐστάθιος Πρίμι, Βασίλειος ὁ πρωτόθρονος, Κωνσταντῖνος βασιλεύς ὁ Πορφυρογέννητος, Σωκράτης. Ὅλοι στόν ἀριθμό εἰκοσιδύο. Δέν μπορῶ ἐδῶ νά ἀποσιωπήσω ἐκεῖνο τό γεγονός, τό ὁποῖο προξενεῖ ἕναν μεγάλο καί ξεχωριστό ἔπαινο σ’ αὐτόν τόν χρυσό Ἅγιο, ὅπως τό διηγεῖται στόν ἀναλυτικό του Βίο ὁ Ἀνώνυμος συγγραφέας. Ὁ Ἀδελφειός, λέει αὐτός, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς ἐν Καππαδοκίᾳ Ἀραβισσοῦ, ὁ ὁποῖος πολύ περιποιήθηκε στήν ἐξορία τόν Ἅγιο, αὐτός, λέω, παρακαλοῦσε τόν Θεό μέ θερμές δεήσεις, νά τοῦ φανερώση, ποιά δόξα ἀξιώθηκε στούς Οὐρανούς ὁ θεῖος Χρυσόστομος. Τήν ὥρα λοιπόν, πού προσευχόταν ὁ Ἀδελφειός, ἦλθε σέ ἔκστασι. Καί νά, βλέπει ἕναν ἄνδρα ὁλοφώτεινο, πού τοῦ ἔδειχνε ὅλους τούς Διδασκάλους καί Ἱεράρχες καί Ὁσίους καί ὅλο τόν χορό ὅλων τῶν δικαίων, ὅσοι πρόφθασαν νά μεταβοῦν ἀπό τήν γῆ στούς Οὐρανούς. Τότε ὁ Ἀδελφειός ἔβλεπε ὅλους ἐκείνους μέ χαρά, ἐπιθυμῶντας νά δῆ καί τόν Ἰωάννη. Ἐπειδή ὅμως δέν τόν εἶδε ἐκεῖ, λυπήθηκε. Τότε ὁ φωτόμορφος ἐκεῖνος εἶπε πρός τόν Ἀδελφειό· «Γιατί λυπήθηκες»; Ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Διότι δέν εἶδα στό τάγμα τῶν Ἱεραρχῶν τόν Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη». Καί ὁ ἐμφανισθείς τοῦ λέει· «Τόν χρυσό, λές, Ἰωάννη, τό στόμα τοῦ Θεοῦ; ἐκεῖνον τόν ὑπεράνθρωπο; Γνώριζε ὅτι αὐτόν δέν μπορεῖς νά τόν δῆς, διότι αὐτός βρίσκεται ἐκεῖ, πού εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ». Μία παρόμοια ὀπτασία εἶδε καί ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ ἀσκητής καί ἄκουσε τά ἴδια λόγια, πού ἄκουσε καί ὁ Ἀδελφειός, ἀπό τόν Κύπρου Ἐπιφάνιο, πού τόν καθοδηγοῦσε στήν ὀπτασία, πού εἶδε ὄντας σέ ἔκστασι. Αὐτό ἀκόμη καί ὁ Ἀνώνυμος διηγεῖται.
[2] Σημείωσε, ὅτι Γρηγόριος ὁ Ἀλεξανδρείας στόν Βίο τοῦ Χρυσοστόμου τόν ἀποκαλεῖ «τῆς οἰκουμένης ἁπάσης Διδάσκαλον καί φωστῆρα». Ὁ μικρός Θεοδόσιος τόν ἀποκαλεῖ οἰκουμενικό Διδάσκαλο. Ὁ Λέων ὁ σοφός στό ἐγκώμιό του πρός αὐτόν τόν ὀνομάζει κοινό τῆς οἰκουμένης Πατέρα. Καί ὁ Ἀνώνυμος στόν Βίο του τόν ὀνομάζει κοινό τῆς οἰκουμένης προμηθέα καί προστάτη. Ὁ Θεοδώρητος στά ἔργα τοῦ Φωτίου τόν λέει τῆς Ἐκκλησίας στόμα καί εὐσεβείας ἀνθρώπων ὀφθαλμό. Ὁ Πηλουσιώτης Ἰσίδωρος (α΄ τμῆμα, 156ης ἐπιστολῆς) λέει γι’ αὐτόν· «Ὁ τῶν τοῦ Θεοῦ ἀπορρήτων σοφός καί ὑποφήτης Ἰωάννης. Ὁ ὀφθαλμός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βυζαντίου καί κάθε Ἐκκλησίας ὀφθαλμός». Στήν δέ Μεγίστη Λαύρα σώζεται Βίος ἑλληνικός τοῦ θείου Χρυσοστόμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἀγαπητοί, ἀψευδής ὁ Θεός, ὁ διά τοῦ Προφήτου λέγων, πολλαί αἱ θλίψεις τῶν δικαίων».
[3] Αὐτό τό μαρτύριο συνέγραψε ὁ Ἰωάννης ὁ Καρυοφύλλης, ἐνῶ τό μετέφρασε ὁ Καυσοκαλυβίτης παπα Ἰωνᾶς.


Login