Τῷ αὐτῷ μηνί KΘ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Παραμόνου καί τῶν σύν αὐτῷ τριακοσίων ἑβδομήκοντα Μαρτύρων.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι ἔζησαν στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου καί τοῦ ἄρχοντα Ἀκυλίνου τῆς Ἀνατολῆς, κατά τό ἔτος 250. Ἡ δέ αἰτία τοῦ μαρτυρίου των εἶναι ἡ ἑξῆς· Σέ ἕνα μέρος τῆς Βαλσατίας, δηλαδή αὐτή πού λέγεται τώρα Μπάστρα, πού βρίσκεται κοντά στό στόμα τοῦ ποταμοῦ Τίγρι, σέ ἕνα μέρος, λέω, τῆς Μπάστρας αὐτῆς, πού λέγεται ἱερό, βγαίνουν πλούσια θερμά νερά, τά ὁποῖα θεραπεύουν ἀσθένειες. Σ’ αὐτά λοιπόν τά θερμά πῆγε ὁ ἄρχοντας Ἀκυλῖνος, γιά νά θεραπευθῆ ἀπό κάποια σωμα-τική ἀσθένεια πού εἶχε. Τότε διέταξε νά τόν ἀκολουθοῦν ἀπό τήν Νικομήδεια, ὅσοι Χριστιανοί ἦταν ἐκεῖ δεμένοι γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Πηγαίνοντας λοιπόν στόν ναό τῆς θεᾶς Ἴσιδος καί κάνοντας τίς μιαρές του θυσίες, διέταξε καί τούς Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ νά προσκυνήσουν καί νά θυσιάσουν στά εἴδωλα. Ἐπειδή ὅμως ἐκεῖνοι δέν πείσθηκαν, γι’ αὐτό διέ-ταξε νά τούς θανατώσουν ὅλους. Καί ἔτσι ἔλαβαν οἱ γενναῖοι τούς στεφάνους τῆς ἀθλήσεως ἀπό τόν Παμβασιλέα Χριστό, στόν ἀριθμό ὄντες τριακόσιοι ἑβδομῆντα.
Βλέποντας λοιπόν αὐτούς ἀνελέητα νά θανατώνωνται ὁ Ἅγιος Παράμονος, μέ μεγάλη φωνή φώναξε λέγοντας· «Βλέπω πάρα πολύ μεγάλη ἀσέβεια, ὁ μιαρός αὐτός ἄρχοντας τόσους πολλούς δικαίους, καί μάλιστα ξένους ὄντας, κατασφάζει σάν νά ἦταν ἄλογα ζῶα». Ὁ ἄρχοντας ὅταν ἄκουσε αὐτά, ἄναψε ἀπό τόν θυμό, καί ἀμέσως διατάζει νά τόν θανατώσουν. Αὐτό ὁ Μάρτυρας δέν τό γνώριζε. Ὁπότε ξαφνικά ἀφοῦ τόν συνέλαβαν οἱ ἀπεσταλμένοι ἐκεῖ, ὅπου ἄφοβα βάδιζε, ἄλλοι τόν κτυποῦν μέ λόγχες, ἄλλοι τρυποῦσαν τήν γλῶσσα καί τά ἄλλα μέλη του μέ καλάμια μυτερώτατα. Καί ἔτσι μπροστά στόν ἄρχοντα τόν θανάτωσαν καί πρός «τάς οὐρανίους μονάς» τόν ἀπέστειλαν, γιά νά χαίρεται αἰώνια μαζί μέ τούς ὑπόλοιπους τριακόσιους ἑβδομήντα. Τό δέ ἅγιό του λείψανο ἐνταφιάσθηκε μαζί μέ τά λείψανα τῶν ἀνωτέρω Ἁγίων.
Τῇ 29ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ († 29 Νοεμβρίου 1979).
Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος, κατά κόσμον Σοφοκλῆς, γεννήθηκε στήν Λευκωσία, στίς 15 Ὀκτωβρίου 1913. Γονεῖς του ἦταν οἱ εὐσεβεῖς Γεώργιος καί Μαγδαληνή. Ἦταν δίδυμος ἀδελφός μέ τόν π. Ἐλπίδιο, κατά κόσμον Ἀλέξανδρο, καί ἀπό μικροί ξεχώριζαν γιά τήν ἀγάπη, πού εἶχαν πρός τόν Θεό καί γι’ αὐτό ἀπό πολύ νωρίς ἄναψε μέσα τους ἡ ἐπιθυμία γιά τήν μοναχική ζωή. Τό 1927 σέ ἡλικία μόλις 14 ἐτῶν, ἀναχώρησαν καί οἱ δύο γιά τήν Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου, ἀφοῦ πῆραν τήν εὐχή τοῦ πνευματικοῦ τους, ἀλλά καί τῶν εὐλαβῶν γονέων τους. Ἐκεῖ ἔμειναν 6 περίπου χρόνια, ὅταν ὁ Ἔξαρχος τοῦ Παναγίου Τάφου τούς πῆρε, γιά νά φοιτήσουν στό Γυμνάσιο τοῦ Πατριαρχείου στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου βρέθηκαν τό 1934 μαθητές στήν Σχολή τῆς Ἁγίας Σιών.
Τό 1937 ἐκάρησαν μοναχοί παίρνοντας ὁ Σοφοκλῆς τό ὄνομα Φιλούμενος καί ὁ Ἀλέξανδρος τό ὄνομα Ἐλπίδιος. Στίς 5 Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου χρόνου χειροτονήθηκαν διάκονοι καί τό 1939 ἀποφοίτησαν ἀπό τό Γυμνάσιο τοῦ Πατριαρχείου. Ὁ π. Ἐλπίδιος ἔφυγε ἀπό τήν Ἁγία Γῆ, ὑπηρετῶντας σέ ἄλλους τόπους. Ὁ Ἅγιος Φιλούμενος παρέμεινε στά Ἱεροσόλυμα γιά 45 συνεχῆ χρόνια, μέχρι τό μαρτύριό του. Τό 1943 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί, ἀφοῦ πέρασε ἀπό διάφορες διακονίες μέσα στό Πατριαρχεῖο καί διωρίσθηκε σέ διάφορες θέσεις ὑπηρετῶντας πάντοτε μέ εὐθύνη καί φόβο Θεοῦ καί μέ πολλή ἀγάπη πρός τούς ἁγιοταφῖτες πατέρες, στίς 8 Μαΐου τοῦ 1979 μετατέθηκε στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, ὅπου ὑπηρέτησε μέχρι τόν μαρτυρικό του θάνατο, στίς 29 Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους. Ἐκεῖ ὅμως ἀντιμετώπιζε πολλά προβλήματα ἀπό φανατικούς Ἑβραίους, πού συνέχεια τόν ἀπειλοῦσαν, ὅτι, ἄν δέν ἐγκαταλείψη τό Φρέαρ καί πάρη τίς εἰκόνες καί τόν Ἐσταυρωμένο νά φύγη, θά τόν σκοτώσουν. Ἐκεῖνος ὅμως ἀπαντοῦσε, ὅτι δέν θά ἐγκαταλείψη ποτέ τό προσκύνημα, ἀλλά ὅτι ἦταν ἕτοιμος ἀκόμα καί νά μαρτυρήση, ὡς πιστός φύλακάς του.
Τό ἀπόγευμα τῆς 29ης Νοεμβρίου τοῦ 1979, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγ. Μάρτυρος Φιλουμένου, φανατικοί Ἑβραῖοι μπῆκαν στόν χῶρο τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ καί ἐνῷ ὁ Ἅγιος τελοῦσε τόν Ἑσπερινό, τοῦ ἐπιτέθηκαν μέ τσεκοῦρι, τόν κακοποίησαν καί τέλος τόν σκότωσαν. Τό μαρτύριό του ἦταν φρικτό, διότι οἱ δήμιοί του τόν χτύπησαν ἀλύπητα στό πρόσωπο καί τοῦ ἔκοψαν τά δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ του χεριοῦ. Στήν συνέχεια βεβήλωσαν τήν Ἐκκλησία καί τόν Σταυρό καί ἔρριξαν μία χειροβομβίδα καταστρέφοντας τόν χῶρο. Εἶναι συγκλονιστική ἡ μαρτυρία τοῦ π. Σωφρονίου, πού παρέλαβε τό τίμιο λείψανο τοῦ μάρτυρα, γιά νά τό ντύση καί νά τό ἑτοιμάση γιά τήν ταφή, ὅτι παρέμεινε 5 ἡμέρες μετά τό μαρτύριό του ζεστό καί εὔκαμπτο καί «βοήθησε» τόν Γέροντα Σωφρόνιο, γιά νά τόν ντύση. Συγκλονιστική εἶναι ἐπίσης ἡ μαρτυρία τοῦ κατά σάρκα ἀδελφοῦ του π. Ἐλπιδίου, πού ἄν καί μίλια μακρυά, ἄκουσε τήν φωνή τοῦ π. Φιλουμένου νά τοῦ λέη: «Ἀδελφέ μου μέ σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ. Σέ παρακαλῶ μήν ἀγανακτήσης».
Ἡ Ἐκκλησία τόν τιμᾶ ὡς ἅγιο στίς 29 Νοεμβρίου καί τό εὐωδιάζον καί θαυματουργό σκήνωμά του βρίσκεται ἐντός τοῦ νέου τρισυπόστατου μεγαλοπρεποῦς ἱεροῦ ναοῦ, πού κτίσθηκε στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, ἐπ’ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου καί τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου. Κτίτορας τοῦ νέου αὐτοῦ ναοῦ εἶναι ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Ἰουστῖνος, στόν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Φιλούμενος ἐμφανίζεται συχνά καί τόν προστατεύει ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν φανατικῶν Ἑβραίων, πού συνεχίζονται ἐναντίον τοῦ π. Ἰουστίνου καί τοῦ Ἱεροῦ Προσκυνήματος. Χιλιάδες ὀρθόδοξοι καταφθάνουν κάθε χρόνο, γιά νά προσκυνήσουν τό ἱερό λείψανό του στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, στήν Σαμάρεια.


Login