Τῷ αὐτῷ μηνί IH΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ.
Εἰς Ἐμμαούς βλέπειν σε κἄν πρίν εἰργόμην,
Λουκᾶς λέγει τρανῶς σε νῦν Χριστέ βλέπω.
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πέρατος βίου ἔμμορε (ἤτοι ἔτυχε) Λουκᾶς.
Ὁ Λουκᾶς ὁ θεῖος Εὐαγγελιστής καταγόταν ἀπό τήν μεγάλη Ἀντιόχεια καί ἦταν ἰατρός καί ἄριστος στήν ζωγραφική τέχνη. Ἦταν ἀκόμη καί πολύ καλός γνώστης τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας καί ἐξασκημένος στήν ἑβραϊκή καί τήν συριακή διάλεκτο. Αὐτός λοιπόν ἐνῷ ζοῦσε στίς Θῆβες τῆς Βοιωτίας καί ἀσχολεῖτο μέ τήν ἰατρική, στά χρόνια του αὐτοκράτορα Τίτου Κλαυδίου κατά τό ἔτος 42, συνάντησε τόν Ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο καί πιστεύοντας στόν Χριστό, ἀπέβαλε τήν πατρική πλάνη. Ἔτσι, ἀπό τότε ἐγκατέλειψε τήν θεραπεία τῶν σωμάτων καί ἐξασκοῦσε τήν θεραπεία τῶν ψυχῶν. Σύμφωνα δέ μέ τήν ὑπαγόρευσι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, συνέγραψε καί τό δικό του ἅγιο Εὐαγγέλιο[1] καί τό ἀπέστειλε πρός τόν ἡγεμόνα τῆς Ἀχαΐας Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος πίστεψε στόν Χριστό. Ἔπειτα συνέγραψε καί τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί τίς ἀπέστειλε στόν ἴδιο Θεόφιλο. Ἀφοῦ ὅμως ἀποχωρίσθηκε ἀπό τόν Παῦλο, βάδισε σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, κηρύττοντας τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Πηγαίνοντας πάλι στίς Θῆβες τῆς Βοιωτίας, ὅπως λένε, ἐκεῖ ἐν εἰρήνῃ ἀνεπαύθη, ὄντας γέρων ὀγδόντα ἐτῶν[2].
Μετά θάνατο ὅμως, θέλοντας ὁ Θεός νά δοξάση αὐτόν τόν θεράποντα καί ὑπηρέτη του Λουκᾶ, ἔβρεξε ἐπάνω στόν τάφο του κολλύρια, σέ ἔνδειξι τῆς ἰατρικῆς τοῦ τέχνης του. (Κολλύριο εἶναι ἕνα ἰατρικό κατασκεύασμα ἀπό ροδόσταγμα καί ἄλλα εἴδη, βοηθητικό στούς ἀσθενεῖς ὀφθαλμούς). Γι’ αὐτό ἀπό τήν αἰτία αὐτή ἔγινε ὁ τάφος τοῦ θείου Ἀποστόλου γνωστότερος σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ δέ Κωνστάντιος, ὁ υἱός τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, μετέφερε ἀπό τίς Θῆβες στήν Κωνσταντινούπολι τό λείψανο τοῦ Ἀποστόλου αὐτοῦ, διά μέσου τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου τοῦ μεγάλου δοῦκα τῆς Αἰγύπτου καί Μάρτυρος καί τό ἀπεθησαύρισε στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων κάτω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, μαζί μέ τά τίμια λείψανα Ἀνδρέου καί Τιμοθέου τῶν Ἀποστόλων. (Ἡ κατάθεσις τῶν λειψάνων τοῦ Λουκᾶ ἑορτάζεται κατά τήν 20ή Ἰουνίου). Λένε ἀκόμη, ὅτι αὐτός ὁ Λουκᾶς πρῶτος ζωγράφησε τρεῖς εἰκόνες τῆς Κυρίας Θεοτόκου, πού κρατοῦν στήν ἀγκάλη τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπό κηρί καί μαστίχη καί χρώματα, τίς ὁποῖες τῆς πρόσφερε ὅταν ἀκόμη ζοῦσε, γιά νά μάθη, ἄν τῆς ἄρεζαν. Ἡ δέ Μητέρα τοῦ Κυρίου τίς ἀποδέχθηκε καί εἶπε· «Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη δι’ ἐμοῦ μετ’ αὐτῶν». Ἀκόμη ζωγράφησε καί τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων Κορυφαίων Ἀποστόλων. Καί ἀπό τόν καιρό ἐκεῖνο, διαδόθηκε στόν κόσμο αὐτό τό καλό καί εὐσεβές καί πάντιμο ἔργο, τό νά ζωγραφίζωνται, δηλαδή, οἱ τῶν Ἁγίων εἰκόνες.
[1] Τό θεῖο Εὐαγγέλιο συνέγραψε ὁ ἱερός Λουκᾶς δέκα πέντε ἔτη μετά τήν Ἀνάληψι, στό Μοναστήρι τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου κατά τό βασιλικό χρυσόβουλλο τῆς ἴδιας Μονῆς, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ Νικόλαος ὁ Μαλαξός, μολονότι ἄλλοι ἰσχυρίζονται, ὅτι τό ἔγραψε στήν Ἀλεξάνδρεια, σύμφωνα μέ τόν Θηβαῖο Ἱππόλυτο. Σημείωσε, ὅτι ὁ Νικήτας ὁ Ρήτορας ἔπλεξε ἐγκώμιο σ’ αὐτόν τόν Ἀπόστολο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ὦ λαμπρότης». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν τοῦ Βατοπαιδίου καί στήν τῶν Ἰβήρων καί Διονυσίου). Στήν Λαύρα σῴζεται καί ἄλλο ἐγκώμιο στόν ἴδιο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Πράξεων καί λόγων ἅμιλλαν ἐπί τῆς παρούσης πανηγύρεως». Ἐκεῖ σῴζεται καί ὁ ἑλληνικός Βίος του, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Οἱ μέν Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ Mάρτυρες».
[2] Σημείωσε, ὅτι διαφωνία ὑπάρχει ἀνάμεσα στούς ἱστορικούς γιά τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ. Διότι ὁ Λέων ὁ Σοφός στό ἑωθινό καί ὁ Χριστοφόρος ὁ Πατρίκιος στό ἀνωτέρω δίστιχο ἰαμβικό καί ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός στόν ἀσματικό κανόνα, καί ὁ χειρόγραφος Συναξαριστής καί ἄλλοι θεώρησαν, ὅτι αὐτός ὁ θεῖος Λουκᾶς πῆγε στήν Ἱερουσαλήμ καί εἶδε τόν Δεσπότη Χριστό, ὅταν ζοῦσε καί τόν ὑπηρέτησε. Ὅτι ἦταν παρών καί στά θαύματα, πού ἔκαμνε, καί στά Πάθη καί στήν Ἀνάστασι καί συνωμίλησε μετά τήν Ἀνάστασι μαζί μέ τόν Κλεόπα. Καί ὅτι τόν εἶδε νά ἀναλαμβάνεται στούς οὐρανούς. Καί ὅτι ἀξιώθηκε τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὁ δέ θεῖος Χρυσόστομος στόν α΄ λόγο στίς Πράξεις καί στήν δ΄ ὁμιλία στό κατά Ματθαῖο, παρόμοια καί ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας στήν ἑρμηνεία τῆς ἀρχῆς τοῦ κατά Λουκᾶ Εὐαγγελίου καί ὁ τυπωμένος Συναξαριστής καί ἄλλοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ὁ Λουκᾶς δέν ἦταν αὐτόπτης τοῦ Κυρίου καί μαθητής καί δέν τόν εἶδε καθόλου, ὅταν βρισκόταν στήν γῆ, ἀλλ’ εἶναι μαθητής τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόν ὁποῖο συνάντησε στίς Θῆβες τῆς Βοιωτίας καί πίστεψε στόν Χριστό. Διαβεβαιώνουν ἀκόμη τήν ἄποψι αὐτή ἀπό τά λόγια αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος στήν ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου του μαρτυρεῖ μόνος λέγοντας· «Καθώς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καί ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ Λόγου». Αὐτό βέβαια δέν θά τό ἔλεγε, ἄν ἔβλεπε ἐπί γῆς τόν Κύριο.
Διότι, ἄν ὁ Παῦλος, ὁ δάσκαλος τοῦ Λουκᾶ, μολονότι ἦταν αὐτόπτης καί ἄκουσε τόν Κύριο μετά τήν Ἀνάστασι, μέ τήν θεωρία ἐκείνη στόν οὐρανό, πού ἄστραπτε περισσότερο ἀπό τόν ἥλιο, λέει ὅμως ὅτι δέν ἄκουσε ὁ ἴδιος τόν Κύριο, ἀλλά τοῦ ἔγινε βέβαιη ἡ κοινή τῶν ἀνθρώπων σωτηρία ἀπό ἐκείνους πού ἄκουσαν, ἀπό τούς αὐτόπτες καί αὐτήκοες τοῦ Κυρίου Ἀποστόλους. Διότι ἔτσι ἀναφέρει στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή· «Ἥτις ἀρχήν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διά τοῦ Κυρίου, ὑπό τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη» (Ἑβρ. 2,3). Πῶς λοιπόν ὁ Λουκᾶς, ὁ μαθητής τοῦ Παύλου θά μποροῦσε νά θεωρηθῆ, ὅτι ἦταν αὐτόπτης καί αὐτήκοος αὐτῶν πού συνέγραψε; Παραδόθηκαν λοιπόν στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, τά ὅσα γράφει στό ἅγιο Εὐαγγέλιο, τόσο ἀπό τόν Παῦλο, ὅσο καί ἀπό τούς λοιπούς Ἀποστόλους καί μάλιστα ἀπό τόν Πέτρο καί Ἰάκωβο καί Ἰωάννη, πού ἔγιναν αὐτόπτες καί αὐτήκοοι τοῦ Κυρίου. Πότε ὅμως αὐτά παραδόθηκαν ἀπό αὐτούς; Ὅταν πῆγε μαζί μέ τόν Παῦλο στά Ἱεροσόλυμα καί συνάντησε τούς Ἀποστόλους. Διότι ἔτσι ἀναφέρει μόνος· «Γενομένων δέ ἡμῶν εἰς Ἱεροσόλυμα, ἀσμένως ἐδέξαντο ἡμᾶς οἱ ἀδελφοί. Τῇ δέ ἐπιούσῃ εἰσήει ὁ Παῦλος σύν ἡμῖν πρός Ἰάκωβον, πάντες δέ παρεγένοντο οἱ πρεσβύτεροι» (Πράξ. 21, 17).
Γι’ αὐτό καί ἐμεῖς ἀκολουθῶντας τήν δεύτερη γνώμη ὡς ἀληθῆ καί ἀκριβῆ καί μαρτυρούμενη ἀπό τίς θεῖες Γραφές, μεταφράσαμε αὐτό τό Συναξάρι, ὅπως ἦταν στόν τυπωμένο Συναξαριστή. Βλέπε ἀκόμη καί στήν νεοτύπωτη Ἑκατονταετηρίδα, ὅπου καί ὁ κύρ Εὐγένιος συμφωνεῖ μέ τήν δεύτερη γνώμη. Λέει ἀκόμη αὐτός ἐκεῖ, ὅτι τόν συνοδοιπόρο τοῦ Κλεόπα, ὁ μέν Ὠριγένης στόν Ἱερεμία καί στόν Ἰωάννη καί στούς κατά Κέλσου, παρόμοια καί ὁ Βασίλειος στόν Ἡσαΐα, κεφ. στ΄, αὐτοί, λέω, ὠνόμασαν Σίμωνα τόν συνοδοιπόρο τοῦ Κλεόπα. Ἐνῷ ὁ Ἐπιφάνιος στήν αἵρεσι κγ΄, ἀριθμό στ΄, νόμισε, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Ναθαναήλ, μολονότι καί αὐτά εἶναι ἀμφίβολα λόγῳ τῆς σιωπῆς τοῦ Εὐαγγελιστῆ.
* Μνήμη τῶν Ἁγίων νεοφανῶν Μαρτύρων Γαβριήλ καί Κυρμιδώλη, τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ἀθλησάντων κατά τό ἔτος 1522.
+ Ὁ Κυρμιδώλης καί Γαβριήλ οἱ δύω,
Ἀθλοῦσιν ἅμα καί στεφανοῦνται ἅμα.
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες ἦταν ἀπό τήν Αἴγυπτο, ἀπό Χριστιανούς γονεῖς γεννημένοι καί σωστά ἀναθραμμένοι, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν σ’ αὐτήν τήν πατρίδα τους τόν καιρό τοῦ Σουλτάν Σουλεϊμάν τοῦ υἱοῦ τοῦ Ὀσουμάν· ἡ δέ αἰτία τοῦ Μαρτυρίου δόθηκε ὡς ἑξῆς: Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἦταν κάποιος ἐμίρης, τό ὄνομα του Χάερ Μέκ, πρῶτος ἐξουσιαστής τῆς Αἰγύπτου· Τόν καιρό λοιπόν αὐτόν πῆγαν μερικοί ἀπό τούς ἀσεβεῖς καί συκοφάντησαν τούς Ἁγίους Μάρτυρες, λέγοντας πρός αὐτόν, ὅτι ‘‘ἐδῶ βρίσκονται δύο Χριστιανοί νέοι, καί ἀνάμεσα στά πολλά κακά πού μᾶς κάνουν εἶναι καί αὐτό τό χειρότερο, ὅτι ἔχοντας τά σπίτια τους κοντά στό τζαμί, πού εἶναι πλησίον μας, ρίχνουν πάνω σ’ αὐτό σκουπίδια καί νερά καί κρασιά καί ἄλλες ἀκαθαρσίες καί κανένας ἀπό ἐμᾶς δέν μπορεῖ νά τούς ἐναντιωθῆ, διότι εἶναι γραμματικοί μεγάλων ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ὅμως βλέποντας αὐτό πού κάνουν κάθε μέρα καί μή ὑποφέροντας τό ὄνειδος, νά πού ἤλθαμε καί σοῦ τό ἀνηγγείλαμε, καί, ὅπως ὁρίζεις, κάνε’’· καί αὐτά ἔλεγαν οἱ μιαροί ἐκεῖνοι καί ἀσεβεῖς, διότι φθονοῦσαν αὐτούς, ἐπειδή ἦταν εὐγενεῖς καί σέ ὅλα προκομμένοι καί γραμματικοί ἄξιων ἀνθρώ-πων, ἐπειδή καί ἦταν ἔξυπνοι ἐκ φύσεως καί παιδευμένοι καί ἀναθραμμένοι ἀπό τούς γονεῖς τους μέ εὐγένεια καί τίμια ἤθη· γι’ αὐτό τούς φθονοῦσαν, ὅπως εἴπαμε, καί μή ἔχοντας τί νά κάνουν, τούς συκοφάντησαν μέ τόν τρόπο αὐτόν καί τούς πρόδωσαν σέ τέτοιον φοβερό ἐξουσιαστή.
Ἀκούγοντας αὐτά ὁ ἐμίρης (μουσουλμάνος ἀρχηγός καί φύλαρχος), ἔστειλε ἀμέσως στρατιῶτες καί ἔφεραν τούς Μάρτυρες μπροστά του ὡς κατάδικους καί, ὅπως τούς εἶδε νέους πολύ καί ὡραίους στό πρόσωπο, ἄρχισε νά τούς κολακεύη μέ λόγια ἥμερα καί νά τούς ρωτᾶ γιά τήν πίστι τους· καί τοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ γενναῖοι αὐτοί μέ ἐλευθερία καί θάρρος μεγάλο, ὅτι εἶναι Χριστιανοί καί πιστεύουν στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Βλέποντας ὁ ἐμίρης τό σταθερό της γνώμης των, πρόσταξε νά τούς πᾶνε στούς δικαστές καί σέρνοντάς τους οἱ στρατιῶτες ὡς κακοποιούς καί βρίζοντας καί δέρνοντάς τους σκληρά καί ἀπάνθρωπα, τούς παρουσίασαν μπροστά στούς κριτές · οἱ δικαστές τούς ρώτησαν καί αὐτοί γιά τήν πίστι τους· οἱ Μάρτυρες χωρίς καμμία δειλία καί φόβο, ἀλλά μέ χαριέστατο πρόσωπο καί μέ στερεά γνώμη, ἀποκρίθηκαν καί σ’ αὐτούς τά ἴδια, ὅτι δηλαδή εἶναι Χριστιανοί καί πιστεύουν στόν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ παρεστῶτες ἀγαρηνοί (οἱ ὁποῖοι ἦταν πλῆθος πολύ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι, γιά νά ἰδοῦν τό γεγονός) ἀκούγοντας αὐτά θύμωσαν καί φώναξαν πρός αὐτούς ὁμόφωνα νά ἀρνηθοῦν μέ ἀπόφασι τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί νά δεχθοῦν τήν δική τους θρησκεία, οἱ Μάρτυρες ὅμως ἀποκρίθηκαν πάλι μέ μεγάλη ἀφοβία καί τούς εἶπαν· «Ἐμεῖς τήν πίστι πού ἔχουμε ἀπό τούς προγόνους μας δέν τήν ἀρνούμαστε, ἀλλά παραμένουμεν ἕως τέλους σ’ αὐτήν ἀσάλευτοι καί καλά θεμελιωμένοι· τήν δική σας ὅμως θρησκεία ἐξουθενώνουμε καί τήν ἀποστρεφόμαστε ὡς ψευδῆ καί μάταιη».
Ὅταν ἄκουσαν αὐτά οἱ κριτές θύμωσαν καί τούς εἶπαν· ἐάν κάνετε ἐκεῖνο πού σᾶς διατάζουμε, θά ἀποφύγετε πολλά βάσανα καί θά γλυτώσετε τήν ζωή σας καί ἐμεῖς θά σᾶς τιμήσουμε μέ μεγάλη τιμή καί δόξα· ἄν ὅμως δέν ἐπιστρέψτε στήν θρησκεία μας, θά σᾶς θανατώσουμε μέ σκληρότατο θάνατο. Καί τήν ὥρα πού ἔλεγαν αὐτά οἱ κριτές πρός τούς Μάρτυρες, ἔφθασε ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Κυρμιδώλου, γιά νά ἰδῆ καί νά παρηγορήση τόν υἱό της, πού βρισκόταν σέ τέτοιο κίνδυνο, καί μόλις τήν εἶδαν οἱ παρευρισκόμενοι, ἔτρεξαν σάν ἄγρια θηρία καί τήν ἔδειραν ἀνελέητα καί καταξέσχισαν τά φορέματά της. Βλέποντας αὐτό ὁ μακάριος Γαβριήλ, στάθηκε στήν μέση καί εἶπε· «Ὦ ἄδικοι καί παράνομοι κριτές, κανένα πρᾶγμα δέν μᾶς χωρίζει ἀπό τήν ἀγάπη καί τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, οὔτε πλοῦτος, οὔτε δόξα, οὔτε ἀγάπη γονέων, οὔτε βάσανα, οὔτε αὐτός ὁ δεινός καί πικρότατος θάνατος· ἀλλά νά, ὁ τράχηλός μας, καί ὅ,τι θέλετε νά κάνετε, κάντε το τό γρηγορότερο σέ ἐμᾶς». Παρόμοια καί ὁ Κυρμιδώλης τούς εἶπε· «Καί ἐγώ τήν ἴδια γνώμη ἔχω μέ τόν σύντροφό μου καί γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου εἶμαι ἕτοιμος νά πεθάνω». Τότε ἕνας ἀπό τούς παρευρισκομένους ἀγαρηνούς θύμωσε ὁ ἀλιτήριος μέ αὐτά τά λόγια τοῦ Μάρτυρα καί τόν κτύπησε μέ τό μαχαίρι στό στῆθος καί τόν ἔρριξε κατά γῆς καί ἄλλος ἀράπης πάλι ὁρμῶντας μέ πολλή ἀγριότητα τόν κτύπησε ἐπάνω στό στῆθος καί αὐτός μέ τά πόδια του, ὅσο μποροῦσε καί ἀφοῦ τόν ἄφησε ἐκεῖνος μισοπεθαμένο, ἄλλος πάλι ἀπό αὐτούς κρατῶντας μία μεγάλη πέτρα, τόν κτύπησε μέ αὐτήν στήν κεφαλή καί χωρίσθηκε σέ δύο μέρη καί οὔτε ἔτσι χόρτασαν οἱ ἀπάνθρωποι, ἀλλ' ἔτρεξε καί ἄλλος ἀπό αὐτούς καί ἔβγαλε τά μάτια του μέ τά δάκτυλά του καί ἔτσι ἀξιώθηκε τοῦ μακαρίου τέλους ὁ ἀοίδιμος Κυρμιδώλης καί ἔλαβε τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου ἀπό τόν στεφοδότη Χριστό· τόν δέ μακάριο Γαβριήλ τόν ἔρριξε στήν γῆ ἕνας ἀπό τούς στρατιῶτες καί κτυπῶντάς τον δυνατά μέ τό μαχαίρι, τοῦ ἔκοψε τόν ὦμο τόν δεξιό καί τέλος πάντων ἔκοψε καί τήν τιμία του κεφαλή καί ἔτσι ἔλαβε καί ὁ ἀείμνηστος Γαβριήλ τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο.
Ἀφοῦ λοιπόν ἔτσι σκληρά καί ἀπάνθρωπα τούς θανάτωσαν, τούς ἔδεσαν ἀπό τά πόδια καί τούς ἔσυραν, κατά τήν προσταγή τῶν κριτῶν, ἕως ὅτου τούς ἔφεραν σέ ἕναν τόπο καλούμενον Χίμετ Ἤλγουμαν, δηλαδή στίς σκηνές τῶν στρατιωτῶν, καί ἐκεῖ ἀνάβοντας μεγάλη φωτιά ἔβαλαν σ’ αὐτήν τά μαρτυρικά σώματα καί ἔκαναν δύο μερόνυκτα καί δέν καίγονταν· οἱ δέ παράνομοι ἐκεῖνοι, ἀγανακτῶντας γι’ αὐτό, ἄναψαν πάλι φωτιά μεγαλύτερη, αὐξάνοντάς την μέ φρύγανα καί λάδια καί μέ ἄλλα παρόμοια καί μέσα σ’ αὐτήν ἔρριξαν πάλι τά Λείψανα τῶν ἁγίων Μαρτύρων καί μετά ἀπό αὐτά, ἀφοῦ ἔσβησε ἡ φωτιά καί κρύωσε ἡ στάχτη, πῆγαν οἱ δοῦλοι τῶν ἀγαρηνῶν καί, κοσκινήσαντες τήν στάκτη, μάζεψαν ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπό τά κόκκαλα τῶν ἁγίων Μαρτύρων καί τά πούλησαν στούς Χριστιανούς. Τήν Ἁγία κάρα τοῦ Μάρτυρος Γαβριήλ, τήν πῆρε νωρίτερα ἕνας στρατιώτης κρυφά καί τήν πούλησε σ’ ἕναν Χριστιανό, υἱό τοῦ Μούφρα, χρυσοχόο στήν τέχνη, Ἠλία λεγόμενο, καί αὐτός παίρνοντάς την τήν ἔδωσε στόν Μακαριώτατο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἰωακείμ καί ὅποιος ἄλλος ἀγόρασε ἀπό ἐκεῖνα τά Μαρτυρικά Λείψανα τά ἔδωσε στά χέρια τοῦ Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος, συγεντρώνοντάς τα καλά καί μέ εὐλάβεια, τά ἄλειψε μέ εὐώδη ἀρώματα, τά πολλῶν μύρων καί ἀρωμάτων ἄξια, καί τά τοποθέτησε σέ μία θήκη. Ἔπειτα ἀπό ἀρκετές ἡμέρες, τά πῆρε ἀπό τό Πατριαρχικό κελλί καί τά πῆγε μέ φῶτα πολλά καί μέ ὕμνους καί ψαλμῳδίες καί τά τοποθέτησε στόν Ναό τοῦ ἐν Ἅγιοις Πατρός ἡμῶν Νικολάου, καί ἐκεῖ βρίσκονται μέχρι σήμερα καί μέ τήν θεία χάρι ἐνεργοῦν μεγάλα καί ἐξαίσια θαύματα σ’ ἐκείνους πού προσέρχονται σ’ αὐτά μέ πίστι καί εὐλάβεια καί τά προσκυνοῦν καί τά ἀσπάζονται. Ὅταν μαρτύρησαν αὐτοί οἱ δύο Ἅγιοι ἦταν ἕως εἴκοσι ἐτῶν στήν ἡλικία καί τελείωσαν τόν καλό ἀγῶνα στίς δέκα καί ὀκτώ Ὀκτωβρίου μηνός· μέ τίς πρεσβεῖες τῶν ὁποίων εἴθε νά ἐλεήση νά σώση καί ἐμᾶς ὁ Θεός ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος. Ἀμήν.


Login