Αγία Μεγαλομάρυς Ευφημία

Ἡ Ἁ­γί­α αὐ­τή καί καλ­λί­νι­κος Μάρ­τυς Εὐ­φη­μί­α ἦ­ταν στά χρό­νια Δι­ο­κλη­τια­νοῦ καί Πρί­σκου ἀν­θύ­πα­του Ρώ­μης, κα­τά τό ἔ­τος 288, κα­τα­ γό­ταν δέ ἀ­πό τήν Χαλ­κη­δό­να. Ὁ πατέρας της λεγόταν Φι­λό­φρο­νας, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα της λε­γό­ταν Θε­ο­δο­σια­νή. Αὐ­τή λοι­πόν, ἀ­φοῦ συ­κο­φαν­τή­θη­κε ὅ­τι ὡ­μο­λο­γοῦ­σε τόν Χρι­στό, τι­μω­ρή­θη­κε μέ τρο­χούς καί μέ φω­τιά, πα­ρό­μοι­α καί μέ μη­χα­νές καί τρό­πους ἄλ­λων βα­σά­νων. Κα­τό­πιν πα­ρα­δό­θη­κε στά θη­ρί­α, γι­ά νά τήν φᾶ­νε, πα­ρέ­μει­νε ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τά ἀ­βλα­βής. Κα­τό­πιν, ἐπειδή δαγ­κώ­θη­κε λί­γο ἀ­πό μί­α ἀρ­κού­δα καί ἀ­φοῦ προ­σευ­χή­θη­κε, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στό θέ­α­τρο. Τό δέ τί­μιο λεί­ψα­νό της το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­σα σέ ἕ­να κι­βώ­τιο.

Καί βλέ­πε ἐ­κτε­νέ­στε­ρα τό Συ­να­ξά­ρι της κα­τά τήν 16η Σε­πτεμ­βρί­ου. Με­τά ὅ­μως ἀ­πό πα­ρέ­λευ­σι χρό­νων πολ­λῶν, ὅ­ταν με­γά­λω­σε ἡ εὐ­σέ­βεια στόν κό­σμο, τό­τε ἔ­γι­νε τό ἑ­ξῆς τε­ρά­στιο θαῦ­μα στίς ἡ­μέ­ρες τοῦ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ μι­κροῦ, κα­τά τό ἔ­τος 410. Ἕ­νας Μο­να­χός καί Ἱ­ε­ρέ­ας, Εὐ­τυ­χής λε­γό­με­νος, ἔ­γι­νε ἀρ­χη­γός αἱ­ρέ­σε­ως. Δι­ό­τι ἔ­λε­γε ὁ φρε­νο­βλα­βής, ὅ­τι ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἔ­χει μί­α μό­νη φύ­σι, τήν τῆς θε­ό­τη­τας δη­λα­δή, καί μί­α μό­νη ἐ­νέρ­γεια, τήν τῆς θε­ό­τη­τας, πού κα­θαι­ρέ­θη­κε ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Φλα­βια­νό τόν Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Ὁ δυ­στυ­χής Εὐ­τυ­χής χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ὡς μέ­σα καί ὄρ­γα­να τούς ἄ­θε­ους εὐ­νού­χους τοῦ βα­σι­λιᾶ, δέν ἔ­παυ­ε νά προ­ξε­νῆ τα­ρα­χές στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί νά στή­νη ἐ­νέ­δρες μέ­χρι τόν και­ρό πού πέ­θα­νε ὁ βα­σι­λιάς Θε­ο­δό­σιος. Καί ὅ­ταν ὁ Μαρ­κια­νός βα­σί­λευ­σε μα­ζί μέ τήν Πουλ­χε­ρί­α, πρό­στα­ξε νά γί­νη Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος στήν Χαλ­κη­δό­να, κα­τά τό ἔ­τος 451. Ἔ­τσι συγ­κεν­τρώ­θη­καν ἑ­ξα­κό­σιοι τρι­ά­ν­τα Ἐ­πί­σκο­ποι. Ἔ­κα­ναν δέ καί οἱ δύ­ο πλευ­ρές, τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων δη­λα­δή καί τῶν κα­κο­δό­ξων Μο­νο­φυ­σι­τῶν, δύ­ο τό­μους, δη­λα­δή βι­βλί­α. Καί ἀ­φοῦ ἄ­νοι­ξαν τό κι­βώ­τιο (σεν­τοῦ­κι), ­πού πε­ρι­εῖ­χε τό τί­μιο λεί­ψα­νο τῆς Ἁ­γί­ας Εὐ­φη­μί­ας, ἐ­να­πέ­θε­σαν τά βι­βλί­α ἐ­πά­νω στό στῆ­θος της σφρα­γι­σμέ­να.

Ὕ­στε­ρα λοι­πόν ἀ­πό ὡ­ρι­σμέ­νες ἡ­μέ­ρες, ἀ­φοῦ τά ἄ­νοι­ξαν, εἶ­δαν καί ἐ­ξε­πλά­γη­σαν. Δι­ό­τι εἶ­δαν τόν μέν τό­μο τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν ριγ­μέ­νο κα­τά γῆς, κά­τω στά πό­δια τῆς Ἁ­γί­ας, ἐ­νῶ τόν τό­μο τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων, πού πε­ρι­έ­χει τόν ὅ­ρο καί τήν ἀ­πό­φα­σι τῆς ἁ­γί­ας Συ­νό­δου, τόν εἶ­δαν ­πού τόν κρα­τοῦ­σε ἡ Μάρ­τυς στίς ἀγ­κά­λες της. Μέ αὐ­τό πού ἔ­γι­νε θαύ­μα­σαν ὅ­λοι γιά τό τό­σο με­γά­λο θαῦ­μα. Καί οἱ μέν Ὀρ­θό­δο­ξοι στη­ρί­χθη­καν στήν πί­στι καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό,  ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θη­με­ρι­νά τε­λεῖ με­γά­λα καί πα­ρά­δο­ξα γιά τήν ἐ­πι­στρο­φή καί δι­όρ­θω­σι τῶν πολ­λῶν. Οἱ δέ αἱ­ρε­τι­κοί Μο­νο­φυ­σῖ­τες, κα­ταν­τρο­πι­ά­σθη­καν. Τε­λεῖ­ται δέ ἡ τῆς Ἁ­γί­ας αὐ­τῆς Εὐ­φη­μί­ας Σύ­να­ξις καί ἑ­ορ­τή στόν μαρ­τυ­ρι­κό Να­ό, πού βρί­σκε­ται στήν το­πο­θε­σί­α, πού λέ­γε­ται τοῦ Ἀν­τί­ο­χου, κον­τά στόν Λαῦ­σο



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης