Τῷ αὐτῷ μηνί KE΄, μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Εὐφροσύνης, θυγατρός Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου.

 Τῷ αὐτῷ μηνί KE΄, μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Εὐφροσύνης, θυγατρός Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου.

 Τό θῆλυ κρύπτεις ἀνδρικῶς Εὐφροσύνη,

Καί κρυπτά τόν βλέποντα Δεσπότην βλέπεις.

Εἰκάδα Εὐφροσύνη κατά πέμπτην πότμον ὑπέστη.

 

Αὐ­τή ἡ Ἁ­γί­α Εὐ­φρο­σύ­νη ἔ­ζη­σε στά χρό­νια τοῦ Θε­ο­δο­σί­ου τοῦ μι­κροῦ κα­τά τό ἔ­τος 410 καί ἀ­φοῦ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τά χα­ρο­ποι­ά πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου αὐ­τοῦ καί τήν φαν­τα­σί­α καί τήν δό­ξα τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς καί ἔ­φυ­γε κρυ­φά ἀ­πό τήν οἰ­κί­α τοῦ πα­τέ­ρα της, με­τα­σχη­μά­τι­σε τόν ἑ­αυ­τό της. Ἀ­φοῦ φό­ρε­σε, δη­λα­δή, ἀν­δρι­κή ἐν­δυ­μα­σί­α ἀν­τί γιά Εὐ­φρο­σύ­νη μετω­νο­μά­σθη­κε Σμά­ρα­γδος. Καί ἐ­πει­δή ἀ­γά­πη­σε τῶν Μο­να­χῶν τήν πο­λι­τεί­α, πῆ­γε σέ ἕ­να Μο­να­στήρι ἀν­δρι­κό, πα-ρουσιαζόμε­νη ὡς εὐ­νοῦ­χος βα­σι­λι­κός καί, ἀ­φοῦ ἔ­γι­νε μο­να­χή, φρόν­τι­ζε μέ κά­θε τρό­πο, πῶς νά κρυ­φθῆ καί νά μή τήν μά­θη ὁ πα­τέ­ρας της Παφ­νού­τιος. Ἀ­φοῦ λοι­πόν πέτυχε αὐτό πού ποθοῦσε, ἀγωνιζόταν μέ ἀγῶνες καί κόπους πολλούς καί μέ προσευχές ἐκτενεῖς καί ἀ­δι­ά­κο­πες, ἕ­ως ὅ­του κα­τε­ξή­ρα­νε μέ ὑ­περ­βο­λή τό ἁ­πα­λό καί γυ­ναι­κεῖ­ο της σῶ­μα, στό ση­μεῖ­ο, πού παραξενευόταν  καί θαύ­μα­ζαν ὅ­λοι οἱ ἀ­δελ­φοί, πού ἦ­ταν στό Μο­να­στή­ρι, βλέ­πον­τας τήν με­γά­λη κα­κο­πά­θεια, πού χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἡ ἀ­οί­δι­μη.

Καί πράγ­μα­τι ἦ­ταν ἕ­να πρᾶγ­μα πα­ρά­ξε­νο, πού ἀ­δυ­να­τεῖ νά τό παρ­ου­σιά­ση λό­γος· δη­λα­δή, τό νά βλέ­πη κα­νείς μί­α ὡ­ραί­α γυ­ναίκα νά κα­τοι­κῆ ἀ­νά­με­σα σέ ἄν­δρες Μο­να­χούς. Ἡ ὁ­ποί­α μπό­ρε­σε νά κρυ­φθῆ τό­σο ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα της, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν ζη­το­ῦ­σε ἐ­πί­μο­να στά ὄ­ρη καί τά λαγ­κά­δια καί σέ κά­θε τό­πο καί ἔ­τρε­χε ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ ἀ­να­στε­νά­ζον­τας γιά τόν μα­κρύ καί πο­λυ­χρό­νιο χω­ρι­σμό της, ὅ­σο καί ἀ­πό τούς Μο­να­χούς, μέ τούς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τοι­κοῦ­σε. Καί στήν συ­νέ­χεια μπό­ρε­σε νά ἀ­στρά­ψη ἀ­νά­με­σα στούς ἄν­δρες μέ τίς ἀ­ρε­τές, ὅ­πως καί ὁ πο­λύ­τι­μος λί­θος σμά­ρα­γδος ἀ­στρά­φτει ἀ­νά­με­σα στούς ἄλ­λους λί­θους.

Πράγ­μα­τι, σμά­ρα­γδος φά­νη­κε ἡ μα­κά­ρια αὐ­τή Εὐ­φρο­σύ­νη, μέ­νον­τας ἀ­γνώ­ρι­στη, ὄ­χι γιά ἕ­να χρό­νο ἤ δύ­ο ἤ τρεῖς, ἀλ­λά γιά δι­ά­στη­μα τριά­ντα ὀ­κτώ ὁ­λό­κλη­ρων ἐ­τῶν, δη­λα­δή μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς της. Μό­νο στό τέ­λος της φα­νέ­ρω­σε, ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναῖ­κα καί ὄ­χι ἄν­δρας. Ὅ­ταν, δη­λα­δή, ὁ πα­τέ­ρας της Παφ­νού­τιος πῆ­γε μί­α φο­ρά στό Μοναστήρι, τόν και­ρό πού ἐ­πρό­κει­το ἡ Ὁ­σί­α νά πε­θά­νη, αὐ­τή βλέ­πον­τάς τον τοῦ εἶ­πε ­μόνο αὐ­τόν τόν τε­λευ­ταῖ­ο λό­γο· «Ὦ πά­τερ». Καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα της στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ, χα­ρού­με­νη καί εὐ­φραι­νό­με­νη γιά τά ἀ­γα­θά, πού ἐ­πρό­κει­το νά ἀ­πο­λαύ­ση γιά τούς ἀ­γῶ­νες καί τούς κό­πους της.

Ὁ πα­τέ­ρας της, μό­λις ἄ­κου­σε τόν λό­γο αὐ­τόν, θαύμασε καί τό­τε ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή χα­ρά πού ἔ­λα­βε, ἐ­πει­δή ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ἰ­δῆ τήν θυ­γα­τέ­ρα του, ἔ­πε­σε στήν γῆ σάν νε­κρός. Δι­ό­τι τί ἄλ­λο ἔ­πρε­πε νά πά­θη, ὅταν ἄ­κου­σε τέ­τοι­ον χα­ρο­ποι­ό λό­γο; Καί ὅταν ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ἰ­δῆ τήν θυ­γα­τέ­ρα του, πού τήν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε καί τήν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε τριά­ντα ὀ­κτώ χρό­νια; Τό­τε, ἐ­πει­δή ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ἰ­δῆ τό γέν­νη­μά του πού τό ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε πα­τρί­δα καί κό­σμο καί τά τοῦ κό­σμου καί ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε μέ ζῆ­λο μαζί καί πό­θο στήν ψυ­χή του τούς ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες τῆς θυ­γα­τέ­ρας του, ἔ­γι­νε καί αὐ­τός Μο­να­χός. Ἔ­τσι φά­νη­κε δι­ά­δο­χος καί κλη­ρο­νό­μος τό­σο τοῦ τό­που, ὅ­σο ­καί τοῦ τρό­που· δη­λα­δή τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί τῶν ἀ­ρε­τῶν τῆς θυ­γα­τέ­ρας του, ὡς πα­τέ­ρας τέ­τοι­ου εὐ­λο­γη­μέ­νου τέ­κνου, χαί­ρων καί εὐ­φραι­νό­με­νος ἀ­πῆλ­θε πρός τόν Κύ­ριο. (Βλέ­πε τόν ἐ­κτε­νῆ της Βί­ο στόν Πα­ρά­δει­σο[1].)

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος, ὁ πατήρ τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

 Μύσας ὁ Παφνούτιος ἐν τῷ σαρκίῳ,

Τῷ Πνεύματι ζῆ, καί θεωρεῖ φῶς μέγα.

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παφνούτιος σταυρωθείς τελειοῦται.

 Σταυροῦσι Παφνούτιον οἱ κόσμου φίλοι,

Τόν παντί κόσμῳ καί πρίν ἐσταυρωμένον.

 

 Στά χρό­νια τοῦ ἀ­σε­βέ­στα­του αὐ­το­κρά­το­ρα ­Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, ἔ­γι­νε ἐ­ξου­σια­στής τοῦ Μι­ση­ρί­ου κά­ποι­ος εἰ­δω­λο­λά­τρης, Ἀ­ρια­νός ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πη­γαί­νον­τας στό Μι­σή­ρι κί­νη­σε με­γά­λο δι­ωγ­μό κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν καί ἀ­κού­γον­τας, ὅ­τι στά μέ­ρη τῆς χώ­ρας, Γεν­τυ­ρί­ας κα­λού­με­νης, ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ἀ­να­χω­ρη­τής, Παφ­νού­τιος ὀ­νο­μα­ζό­με­νος, ἄν­θρω­πος δί­και­ος καί γνω­στός σέ ὅ­λη τήν πε­ρι­ο­χή ἐ­κεί­νη, πρό­στα­ξε δύ­ο ἑ­κα­τόν­ταρ­χους νά πᾶ­νε νά τόν φέ­ρουν σι­δη­ρο­δέ­σμιο σ’ αὐ­τόν· ὁ Ἅ­γιος Παφ­νού­τιος, μήν ξέ­ρον­τας τά ἀ­πο­φα­σι­σθέν­τα ἐναντίον του, ἀ­νέ­βη­κε στό ὄ­ρος καί δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε κα­τά τήν συ­νή­θειά του· καί ἐ­κεῖ πού προ­σευ­χό­ταν, ἐμ­φα­νί­σθη­κε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί τοῦ λέ­ει· «Χαῖ­ρε, Παφ­νού­τι­ε, ἀ­θλη­τά τοῦ Χρι­στοῦ»· εἶ­πε καί ὁ Παφ­νού­τιος πρός αὐ­τόν· «Χαῖ­ρε καί ἐ­σύ κύ­ρι­έ μου»· κα­τό­πιν τοῦ λέ­ει ὁ Ἄγ­γε­λος· «Ἀ­κο­λού­θη­σέ με Παφ­νού­τι­ε, γιά νά σκε­πά­σω τό σπί­τι πού ἀ­πό μι­κρό παι­δί ἔ­κτι­σες», (φα­νέ­ρω­νε μέ αὐ­τά τά λό­για ὁ Ἄγ­γε­λος, ὅ­τι τήν ἀ­ρε­τή, πού ἀ­γω­νι­ζό­ταν νά κα­τορ­θώ­ση ἀ­πό τήν νε­ό­τη­τά του, ἔ­φθα­σε πλέ­ον ὁ και­ρός νά τήν τε­λει­ώ­ση καί νά βά­λη σ’ αὐ­τήν σάν σκέ­πα­σμα καί τέ­λος τό ὑ­πέρ Χρι­στοῦ Μαρ­τύ­ριο). «Πή­γαι­νε λοι­πόν στά κελ­λί σου καί φό­ρε­σε τήν ἱ­ε­ρα­τι­κή σου στο­λή, μέ τήν ὁ­ποί­α προ­σφέ­ρεις στόν Θε­ό τήν ἀ­ναί­μα­κτη καί θεί­α προ­σφο­ρά ὡς ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ ὑ­ψί­στου Θε­οῦ καί ὥ­πλι­σε τόν ἑ­αυ­τό σου, δι­ό­τι ἦλθα σή­με­ρα νά σέ κα­λέ­σω στόν νυμ­φῶ­να τοῦ Κυ­ρί­ου σου, γιά νά ἀ­πο­λαύ­σης τά αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θά τοῦ Θε­οῦ, χω­ρίς νά ἔ­χης πλέ­ον καμ­μί­α φρον­τί­δα· δι­ό­τι σέ δι­έ­βα­λαν με­ρι­κοί ἀ­σε­βεῖς καί μι­σό­χρι­στοι στόν Ἀ­ρια­νό τόν ἐ­ξου­σια­στή καί αὐ­τός δι­έ­τα­ξε δι­α­κό­σιους στρα­τι­ῶ­τες νά σέ πᾶ­νε δέ­σμιο στό κρι­τή­ριό του. Ἀλ­λ' ἔ­χε θάρ­ρος καί μή φο­βῆ­σαι, δι­ό­τι ἐ­γώ εἶ­μαι Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί ὅ­πως ἤ­μουν προ­η­γου­μέ­νως μα­ζί μέ τούς γο­νεῖς σου, εἶ­μαι καί τώ­ρα μα­ζί σου καί ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός θά σέ δυ­να­μώ­ση καί θά σέ κά­νη νά κα­ται­σχύ­νης τόν Ἀ­ρια­νό καί τά εἴ­δω­λά του». Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τά ὁ μα­κά­ριος Παφ­νού­τιος, μπῆ­κε στό κελ­λί του καί φο­ρῶντας τήν ἱ­ε­ρα­τι­κή στο­λή, βγῆ­κε ἔ­ξω εὐ­φραι­νό­με­νος, σάν νά ἐ­κα­λεῖ­το σέ κα­νέ­να τρα­πέ­ζι καί ξε­φάν­τω­μα· καί, κα­θώς ξε­κί­νη­σε στόν δρό­μο τοῦ Μι­ση­ρί­ου, τόν ἔπι­α­σε ἀ­πό τό χέ­ρι ὁ Ἄγ­γε­λος καί πή­γαι­νε συ­νο­μι­λῶντας μέ αὐ­τόν γιά τά μυ­στή­ρια πού ὑ­πάρ­χουν στούς Οὐ­ρα­νούς, ἕ­ως ὅ­του πῆ­γαν στόν Νεῖ­λο πο­τα­μό καί τό­τε ὁ Ἄγ­γε­λος φα­νε­ρώ­νον­τάς του ἐ­κεῖ­να, ὅ­που ἐ­πρό­κει­το νά τοῦ συμ­βοῦν, ἀ­νέ­βη­κε στόν Οὐ­ρα­νό.

Τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη βγῆ­κε ἀ­πό τό κα­ΐ­κι καί ὁ Ἀ­ρια­νός ὁ ἐ­ξου­σια­στής, συ­νο­δευ­ό­με­νος μέ ὅ­λους τούς ἄρ­χον­τες καί στρα­τι­ῶ­τες του, καί κά­θι­σε σέ θρό­νο κον­τά στό χεῖ­λος τοῦ πο­τα­μοῦ· ὁ θεῖ­ος Παφ­νού­τιος, πη­γαί­νον­τας μπρο­στά ἀ­πό τόν Ἀ­ρια­νό φώ­να­ξε μέ θάρ­ρος· «Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ ζη­τού­με­νος Παφ­νού­τιος καί μή βά­ζης σέ κό­πο τούς στρα­τι­ῶ­τες νά πᾶ­νε νά μέ ψά­χνουν, δι­ό­τι ἐ­σύ ἔ­χεις στρα­τεύ­μα­τα πού συ­γεν­τρώ­νουν τούς Χρι­στια­νούς, γιά νά χύ­νουν τό αἷ­μα τους, ἐ­μεῖς ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοί ἔ­χου­με τούς Ἁ­γί­ους Ἀγ­γέ­λους, πού μᾶς συγ­κεν­τρώ­νουν στήν βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Λοι­πόν Χρι­στια­νός εἶ­μαι καί ἐ­γώ καί ὅ,τι θέ­λεις κά­νε σέ ἐ­μέ­να». Τό­τε κοίτα­ζον­τάς τον ἄ­γρια ὁ ἐ­ξου­σια­στής εἶ­πε· «Ἐ­σύ εἶ­σαι ὁ Παφ­νού­τιος ὁ ἀ­πο­στά­της πού κα­τα­φρο­νεῖς τούς νό­μους τούς βα­σι­λι­κούς καί ἀ­τι­μά­ζεις τούς θε­ούς;». Ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Ναί, ἐ­γώ εἶμαι». Ὁ κρι­τής εἶ­πε· «Τό­σο ἄ­θε­ος εἶ­σαι καί βρί­ζεις τούς με­γά­λους θε­ούς»; ὁ Ἅ­γιος ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Δέν εἶ­μαι ἄ­θε­ος, ἀλ­λά ἀ­πό τήν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α λα­τρεύ­ω καί προ­σκυ­νῶ Θε­ό ζῶν­τα καί ἀ­λη­θι­νό, ἐ­νῷ ἐ­σύ πού ἔ­χεις πολ­λούς θε­ούς εἶ­σαι ἀ­λη­θι­νά ἄ­θε­ος». Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Κρι­τής, θύ­μω­σε πο­λύ καί εἶ­πε· «Μά τούς με­γά­λους θε­ούς, μέ πι­κρές καί σκλη­ρές τι­μω­ρί­ες θά σέ παι­δέ­ψω». Καί ἀ­μέ­σως πρό­στα­ξε νά τοῦ βάλ­λουν σί­δε­ρα στά χέ­ρια καί στά πό­δια καί νά τόν φυ­λᾶ­νε μα­ζί μέ τούς ἄλ­λους ἁ­λυ­σο­δε­μέ­νους· πρᾶγ­μα πού καί ἔ­γι­νε· καί ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος ἀ­νά­με­σα στούς κλέ­φτες καί κα­κούρ­γους· καί ὁ μέν ἐ­ξου­σια­στής πή­γαι­νε στήν πο­λι­τεί­α, ὁ δέ μα­κά­ριος Παφ­νού­τιος, μή μπο­ρῶντας νά βα­δί­ση ἐ­λεύ­θε­ρα ἀ­πό τίς ἁ­λυ­σί­δες πού εἶ­χε, τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μέ πολ­λή βί­α καί ἔ­δι­νε θάρ­ρος στόν ἑ­αυ­τό του λέ­γον­τας· «Παφ­νού­τι­ε, συλ­λο­γί­σου τόν κλῆ­ρο, πού σοῦ ἔ­τυ­χε, καί θυ­μή­σου, ὅ­τι καί ὁ Κύ­ριός σου ἀ­νά­με­σα σέ λη­στές ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νος».

Μπαί­νον­τας ὁ ἐ­ξου­σια­στής στήν πο­λι­τεί­α, κά­θι­σε ἀ­μέ­σως στόν θρό­νο τοῦ κρι­τη­ρί­ου καί ζή­τη­σε τόν Παφ­νού­τιο. Ὁ Ἅ­γιος, συ­ρό­με­νος ἀ­πό τούς στρα­τι­ῶ­τες τῆς ἀ­δι­κί­ας, δό­ξα­ζε τόν Θε­ό καί μό­λις ἀ­νέ­βη­κε στό κρι­τή­ριο λύ­θη­καν σάν νε­ρό τά σί­δε­ρα καί ἔ­πε­σαν ἀ­πό τά χέ­ρια καί τά πό­δια του μπρο­στά στόν Ἀ­ρια­νό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­πε. «Παφ­νού­τι­ε, για­τί εἶ­σαι τό­σο τρελ­λός καί δέν θυ­σιά­ζεις στούς με­γά­λους θε­ούς, ἀλ­λά προ­τί­μη­σες νά πε­θά­νης μέ κα­κό θά­να­το;». Ὁ Μάρ­τυρας τοῦ εἶ­πε· «Ὁ θά­να­τος αὐ­τός, δέν εἶ­ναι γιά μᾶς τούς Χρι­στια­νούς θά­να­τος, ἀλ­λά ζω­ή αἰ­ώ­νια· λοι­πόν ἐ­γώ σέ κα­νέ­να ἄλ­λο δέν προ­σφέ­ρω θυ­σί­α, πα­ρά στόν Παν­το­κρά­το­ρα Θε­ό, τόν Βα­σι­λέ­α τῶν αἰ­ώ­νων». Τό­τε ὁ κρι­τής πρό­στα­ξε καί ἔ­φε­ραν ὅ­λα τά τι­μω­ρη­τι­κά ἐρ­γα­λεῖ­α μπρο­στά στόν Μάρ­τυ­ρα καί τοῦ λέ­ει· «Παφ­νού­τι­ε, ἐ­άν δέν μοῦ ὑ­πα­κού­σης νά θυ­σιά­σης στούς με­γά­λους θε­ούς, θά βα­σα­νι­σθῆς μέ ὅ­λα αὐ­τά τά βα­σα­νι­στή­ρια πού βλέ­πεις»· καί ὁ Μάρ­τυ­ρας χα­μο­γε­λῶντας τοῦ εἶ­πε· «Ἀ­ρια­νέ τύ­ραν­νε, νο­μί­ζεις ὅ­τι φο­βοῦ­μαι ἐ­γώ τά βα­σα­νι­στή­ριά σου καί νά ἀρ­νη­θῶ τόν Θε­ό μου; ἄς μή γίνη· αὐ­τό ὅ­μως σοῦ λέ­ω, ὅ­τι ἡ δι­κή μας ζω­ή εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό τά βα­σα­νι­στή­ριά σου, καί δέν τά φο­βού­μα­στε κα­θό­λου, δι­ό­τι εἴ­μα­στε δο­κι­μα­σμέ­νοι καί γυ­μνα­σμέ­νοι σέ πολ­λούς ἀ­γῶ­νες καί κα­κο­πά­θει­ες καί ὁ Κύ­ριός μας καί λυ­τρω­τής, πού μᾶς δυ­να­μώ­νει νά νι­κή­σου­με τούς ἀ­πό­κρυ­φους πο­λέ­μους τοῦ Σα­τα­νᾶ, θά μᾶς δυ­να­μώ­ση πά­λι νά νι­κή­σου­με καί τόν δι­κό σου ἀ­σή­μαν­το δι­ωγ­μό». Ὁ δέ κρι­τής εἶ­πε· «Μα­κρο­λο­γεῖς, Παφ­νού­τι­ε καί τό κρι­τή­ριο δέν ἀ­νέ­χε­ται νά ἀ­κού­η τήν πο­λυ­λο­γί­α σου»· καί ἀ­μέ­σως δι­έ­τα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες καί κρέ­μα­σαν τόν Μάρ­τυ­ρα καί ἔ­ξυ­σαν τίς σάρ­κες του τό­σο πο­λύ, ὥστε χύ­θη­καν τά ἔν­τε­ρά του καί ἔ­πε­σαν στήν γῆ· καί ὅ­λο τό ἔ­δα­φος κοκ­κί­νη­σε ἀ­πό τά αἵ­μα­τα. Ὁ δέ Ἅ­γιος ὑ­ψώ­νον­τας τά μά­τια καί τόν νοῦ του στόν οὐ­ρα­νό, εἶ­πε· «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, δέν ἀ­πο­φεύ­γω τήν οἰ­κο­νο­μί­α πού ἔ­κα­νες γιά μέ­να, δι­ό­τι ἕ­τοι­μος εἶ­μαι νά πε­θά­νω γιά τό ὄ­νο­μά Σου τό Ἅ­γιο, ἀλ­λά πα­ρα­κα­λῶ τήν ἀ­γα­θό­τη­τά σου, μή μέ ἀ­φή­σης νά πε­θά­νω ἀ­κό­μη, ἕ­ως ὅ­του νά κα­ταντροπιάσω τόν Ἀ­ρια­νό καί τούς θε­ούς του, γιά νά γο­να­τί­σουν καί νά σέ προ­σκυ­νή­σουν οἱ ἐ­που­ρά­νιοι καί οἱ ἐ­πί­γει­οι καί οἱ κα­τα­χθό­νιοι καί νά σέ δο­ξά­ζουν ὅ­λα τα ἔ­θνη»· καί μό­λις τε­λεί­ω­σε ὁ Ἅ­γιος τήν προ­σευ­χή αὐ­τή, στάλ­θη­κε Ἄγ­γε­λος ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί τόν κα­τέ­βα­σε ἀ­πό τήν κρε­μά­λα κά­τω στήν γῆ καί παίρ­νον­τας μέ τά χέ­ρια του τά χυ­μέ­να ἔν­τε­ρα, τά ἔ­βα­λε στήν θέ­σι τους· ἔ­πει­τα σφρα­γί­ζον­τάς τον τρεῖς φο­ρές μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ ζω­ο­ποι­οῦ Σταυ­ροῦ, τόν ἔ­κα­νε ὁ­λό­κλη­ρο ὑ­γι­ῆ καί ἦ­ταν σάν νά μή βα­σα­νί­σθη­κε κα­θό­λου.

Οἱ δύ­ο στρα­τι­ῶ­τες, πού τόν ἔ­ξυ­ναν, βλέ­πον­τας τόν Ἄγ­γε­λο, πού ἔ­κα­νε τόν Ἅ­γιο ὑ­γι­ῆ, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί, ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­καν μπροστά στόν κρι­τή, ἔρριξαν τίς στρα­τι­ω­τι­κές τους ζῶ­νες καί φώ­να­ξαν μέ θάρ­ρος· «Γνώ­ρι­ζε, Ἀ­ρια­νέ, ὅ­τι καί ἐ­μεῖς ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε»· ὁ δέ Κρι­τής εἶ­πε πρός αὐ­τούς· «Πέ­στε μου τήν ἀ­λή­θεια, τρι­σά­θλιοι, τί θαῦ­μα εἴ­δα­τε καί πι­στεύ­σα­τε καί ἤλ­θα­τε σέ τέ­τοι­α τρέλ­λα καί κα­τα­φρο­νή­σα­τε τό κρι­τή­ριο καί ἀρ­νη­θή­κα­τε τούς δί­και­ους θε­ούς καί τό σέ­βας τῶν βα­σι­λέ­ων;» Καί ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πο­κρί­θη­καν μέ μί­α φω­νή καί οἱ δύ­ο· «Ἐ­μεῖς ἐ­κεῖ­να, πού εἴ­δα­με, ἐ­ξου­σια­στά, δέν μπο­ροῦ­με νά σοῦ τά ποῦ­με, δι­ό­τι ἔ­τσι γρά­φει στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή τῶν Χρι­στια­νῶν· «Μή δώσετε τά ἅ­για στούς σκύ­λους, οὔτε νά βάλλετε τά μαρ­γα­ρι­τά­ρια μ­προ­στά στούς χοίρους». Ὁ Ἀ­ρια­νός εἶ­πε· «Λοι­πόν ἴ­σον μέ κά­νε­τε μέ τούς σκύ­λους καί μέ τούς χοί­ρους»; Καί οἱ στρα­τι­ῶ­τες εἶ­παν· «Χει­ρό­τε­ρος εἶ­σαι, ἐ­πει­δή πε­ρισ­σό­τε­ρο δί­και­α εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να τά ἄ­λο­γα ζῷ­α ἀ­πό ἐ­σέ­να, δι­ό­τι κά­θε ἄ­λο­γο ζῷ­ο δο­ξά­ζει τόν Θε­ό μέ τήν φω­νή πού ἔ­χει φυ­σι­κά, ἐ­νῷ ἐ­σύ, πού εἶ­σαι λο­γι­κός καί κα­τ' εἰ­κό­να Θε­οῦ πλα­σμέ­νος, ἀρ­νεῖ­σαι καί ἀ­τι­μά­ζεις τόν ποι­η­τή σου Θε­ό· τί ἄλ­λο χει­ρό­τε­ρο λοι­πόν ἀ­πό αὐ­τό μπο­ρεῖ νά γί­νη»; τό­τε ὁ κρι­τής θύ­μω­σε ἐ­ναν­τί­ον τους πο­λύ καί δι­έ­τα­ξε ἀ­μέ­σως νά τούς ἀ­πο­κε­φα­λί­σουν καί, ση­μει­ώ­νον­τας τά ὀ­νό­μα­τά τους, τούς ἔ­στει­λε ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι καί ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­καν καί ἔ­τσι τε­λεί­ω­σε τό Μαρ­τύ­ριο τῶν δύ­ο αὐ­τῶν στρα­τι­ω­τῶν, τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, λέ­ω, καί τοῦ Καλ­λι­μά­χου καί ἀ­νέ­βη­καν μέ δό­ξα μαρ­τυ­ρι­κή στόν οὐ­ρα­νό.

Ὁ Ἀ­ρια­νός, ἀ­φοῦ δι­έ­τα­ξε νά φυ­λα­κι­σθῆ ὁ Μάρ­τυς Παφ­νού­τιος, πῆ­γε στό πα­λά­τι του· οἱ δέ στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­φοῦ ἅρ­πα­ξαν τόν Μάρ­τυ­ρα, τόν ἔ­κλει­σαν σ’ ἕ­να σκο­τει­νό μέ­ρος τῆς φυ­λα­κῆς· καί τήν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα ἀ­να­ζή­τη­σε ὁ ἐ­ξου­σια­στής ἐ­κεί­νους πού χρ­ω­στοῦ­σαν δη­μό­σια χρή­μα­τα καί, ἐ­πει­δή με­ρι­κοί δέν τά εἶ­χαν πλη­ρω­μέ­να, δι­ά­τα­ξε καί τούς ἔ­βα­λαν στήν φυ­λα­κή· ἦ­ταν δέ ἐ­κεῖ­νοι πού φυ­λα­κί­σθη­καν σα­ράν­τα ἄν­δρες, βου­λευ­τές στό ἀ­ξί­ω­μα καί τήν νύ­κτα ἐ­κεί­νη, πού ἦταν φυ­λα­κι­σμέ­νοι αὐ­τοί, ἔ­λαμ­πε φῶς με­γά­λο στήν φυ­λα­κή, ὅ­πως λάμ­πει ὁ ἥ­λιος· τό ὁ­ποῖ­ο βλέ­πον­τας οἱ σα­ράν­τα ἐ­κεῖ­νοι ἄρ­χον­τες, εἶ­παν στόν δε­σμο­φύ­λα­κα· «Τί εἶ­ναι αὐ­τό πού ἔ­κα­νες; για­τί ἔ­βα­λες φω­τιά μέ­σα στήν φυ­λα­κή; ὅ­πως φαί­νε­ται θέ­λον­τας νά κά­ψης τήν φυ­λα­κή, γιά νά ἐ­λευ­θε­ρώ­σης τούς φυ­λα­κι­σμέ­νους καί νά βά­λης ἐ­μᾶς σέ κίν­δυ­νο, γι’ αὐ­τό τό ἔ­κα­νες»· ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας ὅ­μως εἶ­πε· «Καί ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί, θαυ­μά­ζω πο­λύ γι’ αὐ­τό, δι­ό­τι φω­τιά μέ­σα στήν φυ­λα­κή δέν ἔ­φε­ρα κα­θό­λου καί εἶ­ναι τώ­ρα δύ­ο νύχτες, πού λάμ­πει αὐ­τός ὁ τό­πος καί δέν σκο­τεί­νια­σε κα­θό­λου, ἀ­πό τό­τε πού ἦλθε ἐ­δῶ μέ­σα ὁ Χρι­στια­νός Παφ­νού­τιος, ἀλ­λά τό φῶς του ἁ­πλώ­νε­ται σέ μᾶς ὅ­λη τήν νύ­χτα»· αὐ­τά ὅ­ταν ἄ­κου­σαν οἱ ἄρ­χον­τες ἐ­κεῖ­νοι, πῆ­γαν ἀ­μέ­σως στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο πού ἦ­ταν ὁ Παφ­νού­τιος καί ἄ­κου­σαν ὅτι προ­σευ­χό­ταν γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς πό­λε­ως καί ἀ­νοί­γον­τας τήν πόρ­τα μπῆ­καν μέ­σα καί τόν εἶ­δαν νά ἔ­χη ὑ­ψω­μέ­να τά χέ­ρια του στόν οὐ­ρα­νό, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­λαμ­παν σάν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες καί γύ­ρω ἀ­πό αὐ­τόν ἦ­ταν εὐ­ω­δί­α ἄρ­ρη­τη· καί ἀ­μέ­σως ἔ­πε­σαν στά πό­δια του καί τόν προ­σκύ­νη­σαν καί πέ­ρα­σαν μα­ζί του ὅ­λη ἐ­κεί­νη τήν νύ­χτα· καί ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, τούς ρώ­τη­σε ὁ Ἅ­γιος· «Για­τί βρί­σκε­σθε μέ­σα στήν φυ­λα­κή»; καί ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πάν­τη­σαν· «Δι­ό­τι χρε­ω­στοῦ­με δη­μό­σια χρή­μα­τα». Ὁ Ἅ­γιος τούς εἶ­πε· «Για­τί δέν ὑ­πα­κού­ε­τε ἐ­μέ­να νά πι­στέψ­τε στόν Θε­ό μου, γιά νά μήν ἐ­νο­χλῆ­σθε πλέ­ον; δι­ό­τι, ἄν ὁ­μο­λο­γή­σε­τε τό Ὄ­νο­μά του τό Ἅ­γιο, θά ἐ­λευ­θε­ρω­θῆ­τε ἀ­πό ὅ­λα τά χρέ­η τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των σας καί θά ἐ­ξα­λει­φθῆ τό χει­ρό­γρα­φο τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν σας καί θά γί­νε­τε πο­λῖ­τες τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τά ὀ­νό­μα­τά σας θά γρα­φοῦν στήν βί­βλο τῆς αἰ­ώ­νιας ζωῆς». Μό­λις ἄ­κου­σαν αὐ­τά οἱ ἄρ­χον­τες ἀ­πο­κρί­θη­καν ὅ­λοι μέ μί­α φω­νή· «Ἐ­μεῖς ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς, μέ ὅ­λη μας τήν ψυ­χή πι­στεύ­ου­με καί ὁ­μο­λο­γοῦ­με τόν Θε­ό πού πι­στεύ­εις καί σύ»· τούς λέ­ει ὁ Ἅ­γιος· «τό λοι­πόν, ση­κω­θῆ­τε, ὦ τέ­κνα μου, νά πᾶ­με καί στόν ἐ­ξου­σια­στή, δι­ό­τι τά ὀ­νό­μα­τα σας γρά­φθη­καν πλέ­ον στούς οὐ­ρα­νούς».

Τό­τε βγῆ­κε ἀ­πό τήν φυ­λα­κή ὁ Ἅ­γιος μα­ζί μέ τούς σα­ράν­τα ἄρ­χον­τες καί πῆ­γε στό κρι­τή­ριο τοῦ Ἀ­ρια­νοῦ καί εἶ­πε· «Βῆ­μα, βῆ­μα, δη­λα­δή κρι­τή­ριο, κρι­τή­ριο ἦλθα ἐ­ναν­τί­ον σου, δι­ό­τι ἐ­σύ εἶ­σαι μα­ζί μέ τόν Ἀ­πόλ­λω­να, καί ἐ­γώ εἶ­μαι μέ τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό». Ὁ Ἀ­ρια­νός δι­έ­τα­ξε νά τόν συλ­λά­βουν καί μό­λις ὥρ­μη­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες νά τόν συλ­λά­βουν, ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος· τό­τε οἱ σα­ράν­τα ἐ­κεῖ­νοι ἄρ­χον­τες φώ­να­ξαν μέ θάρ­ρος· «Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε καί ἐ­μεῖς καί κά­νε σέ ἐ­μᾶς ὅ,τι θέ­λεις». Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἐ­ξου­σια­στής, ἀ­γα­νά­κτη­σε καί λέ­ει πρός αὐ­τούς· «Τί πά­θα­τε; μή­πως σᾶς κα­κο­φά­νη­κε, πού σᾶς φυ­λά­κι­σα γιά τά δη­μό­σια χρή­μα­τα»; Τοῦ λέ­νε οἱ ἄρ­χον­τες ὅ­λοι μέ μί­α φω­νή· «Δέν προ­σέ­χου­με πρό­σκαι­ρα, ἐλ­πί­ζου­με τά αἰ­ώ­νια· καί γιά νά γνω­ρί­σης τήν στα­θε­ρό­τη­τα τῆς γνώ­μης μας, σοῦ ἀφήνουμε ὅ­λα μας τά ὑ­πάρ­χον­τα καί ἔ­χε τήν ἐ­ξου­σί­α καί τῶν εἰ­σο­δη­μά­των καί τῶν πραγ­μά­των μας· οἱ δέ γυ­ναῖ­κες καί τά παι­διά μας, ἐ­άν θέ­λουν, ἄς μᾶς ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἄν ὅ­μως δέν θέ­λουν, ἄς μᾶς συγ­χω­ρή­σουν». Τούς λέ­ει ὁ ἐ­ξου­σια­στής· «Τί εἶ­ναι αὐ­τή ἡ τρέλ­λα πού ἔ­χε­τε; δι­ό­τι, ὅ­πως βλέ­πω, τήν ἀ­νο­η­σί­α τοῦ ἀ­πο­στά­τη Παφ­νου­τί­ου ἔ­χε­τε καί ἐ­σεῖς»· οἱ δέ Μάρ­τυ­ρες τοῦ εἶ­παν· «Κλεῖ­σε τό στό­μα σου καί μή μι­λᾶς· μή βλα­σφη­μῆς τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Θε­οῦ». Ὅ­ταν ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ ἐ­ξου­σια­στής, ἄ­να­ψε ἀ­πό τόν θυ­μό καί ἔ­γι­νε σάν τρελ­λός. Τό­τε πρό­στα­ξε νά τούς βα­σα­νί­σουν καί, ἀ­φοῦ τούς βα­σά­νι­σαν γιά ὥ­ρα πολ­λή, τούς ἔ­φε­ραν σέ ἔ­ρη­μο τό­πο, καί, ἀ­νά­βον­τας φω­τιά με­γά­λη, τούς ἔρ­ρι­ξαν μέ­σα σ’ αὐ­τήν καί ὅ­λοι μα­ζί οἱ σα­ράν­τα κρα­τῶντας ὁ ἕ­νας τό χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου καί ὁ ἄλ­λος τοῦ ἄλ­λου τε­λει­ώ­θη­καν μέ τήν φωτιά σέ μί­α ἡ­μέ­ρα καί ἔ­τσι ἀ­πέ­λα­βαν τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου.

Ὁ Ἅ­γιος ΙΙαφνούτιος βα­δί­ζον­τας μέ­σα στήν πο­λι­τεί­α καί βλέ­πο­ν­τας ἀ­νοι­κτή τήν πόρ­τα ἑ­νός πλου­σί­ου, πῆ­γε ἐ­κεῖ καί εἶ­πε στήν θυ­ρω­ρό· «Δός μου λί­γο νε­ρό νά πι­ῶ»· ἐ­κεί­νη, ἐ­πει­δή προ­η­γου­μέ­νως τόν γνώ­ρι­ζε, τοῦ εἶ­πε, «Ἔ­λα μέ­σα Πά­τερ»· καί ἀ­μέ­σως ἔ­τρε­ξε στήν κυ­ρί­α της καί τῆς εἶ­πε· «Βγές ἔ­ξω, κυ­ρί­α, γιά νά δῆς τόν Ἅ­γιο Παφ­νού­τιο, πού ἔ­κα­νε πολ­λά θαύ­μα­τα μπρο­στά στόν ἐ­ξου­σια­στή Ἀ­ρια­νό»· καί ἀ­μέ­σως βγῆ­κε ἡ κυ­ρί­α της στήν αὐ­λή τοῦ σπι­τιοῦ καί μό­λις εἶ­δε τόν Ἅ­γιο, πού ἔ­στε­κε ὡς Ἄγ­γε­λος Θε­οῦ, τόν προ­σκύ­νη­σε καί εἶ­πε· «Ἀ­λή­θεια, ὅ­λο μου τόν πλοῦ­το νά ξώ­δευ­α, δέν ἦ­ταν ἄ­ξιος νά σέ κά­νη νά ἔλ­θης στό σπί­τι μου· εὔ­χο­μαι νά δο­ξα­σθῶ σή­με­ρα δό­ξα θε­ϊ­κή, δι­ό­τι θέ­λη­σες νά ἔλ­θης σέ μᾶς»· καί ἔ­τσι τόν ἔ­φε­ρε μέ­σα στό σπί­τι της καί τόν ἔ­βα­λε νά κα­θί­ση ἐ­πά­νω σέ ἀ­ση­μέ­νιο θρό­νο· ἀλ­λά ὁ Μα­κά­ριος Παφ­νού­τιος χα­μο­γε­λῶντας τῆς εἶ­πε· «Κό­ρη μου, σέ τί σᾶς χρη­σι­μεύ­ει τό πο­λύ χρυ­σό καί ἀ­σῆ­μι; Δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος πού τά ἔ­χει καυ­χι­έ­ται σέ μά­ται­ες ἐλ­πί­δες; ἄ­κου­σέ μου, τέ­κνο καί δι­ά­λε­ξε γιά τόν ἑ­αυ­τό σου τήν ἀγ­γε­λι­κή καί ἀ­θά­να­τη πο­λι­τεί­α, ἀν­τί νά ἔ­χης αὐ­τά τά ἐ­πί­γεια καί φθαρ­τά ἀ­γα­θά». Μό­λις τά ἄ­κου­σε αὐ­τά ἡ κό­ρη της ἀ­πό τήν χα­ρά της, βγῆ­κε ἀ­μέ­σως ἔ­ξω, φο­ρῶντας πο­λύ­τι­μο ἔν­δυ­μα καί χρυ­σό στε­φά­νι στό κε­φάλι. Ὁ Ἅ­γιος ΙΙαφνούτιος ση­κώ­θη­κε ἀ­πό τόν θρό­νο καί κά­θι­σε κά­τω στό ἔ­δα­φος· πα­ρό­μοι­α καί ἡ μη­τέ­ρα μέ τήν θυ­γα­τέ­ρα της κά­θι­σαν μπρο­στά στά τί­μια πό­δια του.

Τό­τε ὁ Ἅ­γιος τῆς εἶ­πε· «Τέ­κνα, ἀ­φῆ­στε τόν μά­ται­ο καί φθαρ­τό πλοῦ­το πού ἔ­χε­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι γραμ­μέ­νο, πώς ἡ σκου­ριά θά φθεί­ρη τόν χρυ­σό καί τά σκου­λή­κια θά φᾶ­νε τά ἐν­δύ­μα­τά σας καί ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ σώ­μα­τός σας θά με­τα­βλη­θῆ σέ ἀ­σχή­μια μέ­σα στόν τά­φο. Μό­νη ὅ­μως ἡ δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἡ βα­σι­λεί­α του θά μέ­νουν στούς αἰ­ῶ­νες»· καί πρίν νά τε­λει­ώ­ση αὐ­τά τά λό­για ὁ θεῖ­ος Παφ­νού­τιος, μπῆ­κε στό σπί­τι ὁ ἄν­δρας τῆς γυ­ναίκας καί ἀ­μέ­σως βγῆ­κε ἔ­ξω ἐ­κεί­νη νά τόν εἰ­δο­ποι­ή­ση γιά τόν Παφ­νού­τιο καί πρίν νά τοῦ τό πῆ ἐ­κεί­νη, τῆς λέ­γει ἐ­κεῖ­νος· «Για­τί δέν ἀ­ξι­ώ­θη­κα καί ἐ­γώ νά βρε­θῶ μα­ζί μέ τούς ὁ­μοί­ους μου βου­λευ­τές, πού ἀ­ξι­ώ­θη­καν τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή; Μα­κά­ρι νά εὕ­ρι­σκα καί ἐ­γώ τόν ἄν­δρα ἐ­κεῖ­νον, πού λέ­γε­ται ΙΙαφνούτιος καί νά τόν ἔ­φερ­να στό σπί­τι μου νά εὐ­χη­θῆ γιά μᾶς, δι­ό­τι ἴ­σως μέ τίς εὐ­χές του, μπο­ροῦ­σε νά κλη­θοῦ­με καί ἐ­μεῖς ἀ­πό τόν Θε­ό του καί νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με τῆς δό­ξας του». Καί λέ­γον­τας αὐ­τά ὁ Εὐ­στόρ­γιος (αὐ­τό ἦ­ταν τά ὄ­νο­μά του) τοῦ εἶ­πε ἡ γυ­ναίκα του· «Ἐκ­πλη­ρώ­θηκε, κύ­ρι­έ μου, ὁ πό­θος σου, δι­ό­τι μέ­σα στό σπί­τι σου βρί­σκε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ Παφ­νού­τιος, στο­λι­σμέ­νος μέ κά­θε χά­ρι καί σο­φί­α Θε­οῦ»· καί μπαί­νον­τας μέ χα­ρά ὁ Εὐ­στόρ­γιος καί βλέ­πον­τάς τον, ἔ­πε­σε στήν γῆ καί τόν προ­σκύ­νη­σε· ὁ δέ Ἅ­γιος ση­κώ­νον­τάς τον ἐ­πά­νω εἶ­πε· «Ἀ­λή­θεια, υἱ­έ μου ἀ­γα­πη­τέ, ὁ Κύ­ριος μέ ἔ­στει­λε σή­με­ρα σέ σᾶς, ἐ­πει­δή καί εἶ­σθε σκεύ­η ὄν­τως ἐ­κλε­κτά· γι’ αὐ­τό μήν ἀ­με­λή­σε­τε, ἀλ­λά ση­κω­θῆ­τε νά πᾶ­με στόν Κρι­τή, γιά νά ὁ­μο­λο­γή­σε­τε μέ παρ­ρη­σί­α τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί νά λά­βε­τε τόν οὐ­ρά­νιο στέ­φα­νο»· καί μό­λις εἶ­πε αὐ­τά, ση­κώ­θη­κε καί βά­δι­ζε μπρο­στά καί ἐ­κεῖ­νοι τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν, ὁ Εὐ­στόρ­γιος ἀ­πό τά δε­ξιά καί ἡ Ἐρ­μι­ό­νη ἡ γυ­ναίκα του ἀ­πό ἀ­ρι­στε­ρά καί ἡ Στε­φα­νώ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τους πή­γαι­νε μπρο­στά· ἡ δέ Ἐρ­μι­ό­νη εἶ­πε τά ἑ­ξῆς· «Κύ­ρι­έ μου, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, Υἱ­έ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, νά πού ἀ­φή­σα­με τήν πόρ­τα μας ἀ­νοι­κτή γιά τό ὄ­νο­μά σου τό Ἅ­γιο καί σύ, λοι­πόν, Κύ­ρι­έ μου, ἄ­νοι­ξε τίς θύ­ρες τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί δεῖ­ξέ μας τό ἀ­λη­θι­νό φῶς, πού ἔ­τα­ξες σ’ ἐ­κεί­νους πού σέ ἀ­γα­ποῦν»· ὅ­ταν πλη­σί­α­σαν στό κρι­τή­ριο πρό­λα­βε ὁ θεῖ­ος Παφ­νού­τιος καί πη­γαί­νον­τας μπρός στόν Κρι­τή εἶ­πε· «Βῆ­μα, βῆ­μα, ἐ­ναν­τί­ον σου πά­λι ἦλθα καί ἐ­σύ εἶ­σαι μέ τόν Ἀ­πόλ­λω­να, ἐ­νῷ ἐ­γώ μέ τόν Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό»· ὁ Ἀ­ρια­νός θύ­μω­σε πο­λύ μέ τά λό­για αὐ­τά καί ση­κώ­θη­κε σάν ἄ­γριος λύ­κος, γιά νά ἁρ­πά­ξη τόν Ἅ­γιο μέ τά ἴ­δια του τά χέ­ρια· καί ἀ­μέ­σως Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τόν ἅρ­πα­ξε ἀ­πό τήν μέ­ση καί δέν φά­νη­κε τί ἔ­γι­νε. Ὁ δέ Εὐ­στόρ­γιος καί ἡ Ἐρ­μι­ό­νη καί ἡ κό­ρη της Στε­φα­νώ ἀ­νέ­βη­καν στό κρι­τή­ριο καί φώ­να­ξαν μέ θάρ­ρος· «Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε καί ἐ­μεῖς καί κά­νε σέ μᾶς ὅ,τι θέ­λεις».

Τό­τε ὁ Κρι­τής κοι­τά­ζον­τας ἄ­γρια τόν Εὐ­στόρ­γιο τοῦ εἶ­πε· «Εὐ­στόρ­γι­ε, σάν ἀ­πό μί­α βρύ­σι πο­τι­σθή­κα­τε τρέλ­λα καί οἱ δύ­ο (ὁ ἄν­δρας δηλ. καί ἡ γυ­ναί­κα) καί τρελ­λα­θή­κα­τε; ἤ δέν γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι οἱ ληστές καί οἱ ἱ­ε­ρό­συ­λοι κρί­νον­ται στό κρι­τή­ριό μου; προ­σκύ­νη­σε τούς με­γά­λους θε­ούς τῶν βα­σι­λέ­ων καί πή­γαι­νε στό σπί­τι σου ἐν εἰ­ρή­νῃ, δι­ό­τι, ἐ­άν δέν ὑ­πα­κού­σης, θά πε­θά­νης μέ κα­κό θά­να­το». Ὁ Εὐ­στόρ­γιος τοῦ εἶ­πε· «Μή σέ ἐν­δι­α­φέ­ρη γι’ αὐ­τό· δι­ό­τι δέν εἶ­μαι τέ­τοι­ος νά δε­λε­α­σθῶ ἀ­πό τήν δι­κή σου κα­κο­τε­χνί­α ἤ νά πλα­νη­θῶ ἀ­πό τίς προ­τρο­πές τοῦ πα­τέ­ρα σου τοῦ δι­α­βό­λου καί τῆς μη­τέ­ρας σου τῆς ἀ­νο­μί­ας»· ὁ δέ Κρι­τής στρά­φη­κε στήν κό­ρη καί τῆς λέ­ει· «Πῶς ὀ­νο­μά­ζε­σαι»; ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­πάν­τη­σε· «Στε­φα­νώ»· τῆς λέ­ει ἐ­κεῖ­νος, «θυ­σί­α­σε, Στε­φα­νώ, στούς θε­ούς, γιά νά λά­βης με­γά­λη τι­μή ἀ­πό μέ­να»· ἡ Στε­φα­νώ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε· «Δέν θά θυ­σιά­σω πο­τέ στούς ἀ­κά­θαρ­τούς σου θε­ούς, ἀλ­λά προ­σφέ­ρω τό σῶ­μα μου θυ­σί­α ζων­τα­νή, εὐ­ά­ρε­στη στόν ἐ­που­ρά­νιο Θε­ό καί Κύ­ριο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό». Τό­τε ὁ κρι­τής θύ­μω­σε ὑ­περ­βο­λι­κά καί πρό­στα­ξε νά τήν κρε­μά­σουν μπρο­στά στούς γο­νεῖς της· καί ἀ­μέ­σως κρε­μά­σθη­κε ἀ­πό τούς στρα­τι­ῶ­τες καί τήν ἔ­ξυ­ναν· ἦ­ταν δέ τό­τε στήν ἡ­λι­κί­α πε­ρί­που τῶν δε­κα­ο­κτώ ἐ­τῶν. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες λοι­πόν ἐ­ξέ­σχι­ζαν ἀ­νε­λέ­η­τα τά πλευ­ρά της, ἐ­νῷ ἡ μη­τέ­ρα της τήν ἐν­θάρ­ρυ­νε λέ­γον­τας· «Τέ­κνο μου γλυ­κύ­τα­το, ὑ­πό­μει­νε ἀ­κό­μη λί­γη ὥ­ρα τήν δο­κι­μα­σί­α καί θά νι­κή­σης, γιά νά λά­βης ἀ­πό τόν Θε­ό τῆς νί­κης τόν στέ­φα­νο. Γνω­ρί­ζεις, φιλ­τά­τη μου θύ­γα­τερ, ὅ­τι σοῦ ἑ­τοί­μα­σα προί­κα με­γά­λη, γιά νά σέ παν­τρεύ­σω μέ τόν πρῶ­το τῆς πο­λι­τεί­ας· τώ­ρα ὅ­μως, τέ­κνο μου ἀ­γα­πη­τό, θά κλη­ρο­νο­μή­σης τήν ἀ­λη­θι­νή καί παν­το­τι­νή κλη­ρο­νο­μιά, διότι ὁ νυμ­φί­ος σου εἶ­ναι ἀ­θά­να­τος καί ὁ νυμ­φῶ­νας, στόν ὁ­ποῖ­ο πη­γαί­νεις, ἔ­χει αἰ­ώ­νια εὐ­ω­δί­α καί εἶ­ναι ἀ­δι­ά­φθο­ρος· μό­νο ὑ­πό­μει­νε μέ­χρι τέ­λους, γιά νά στε­φα­νω­θῆς καί νά δο­ξα­σθῆς». Πα­ρό­μοι­α καί ὁ πα­τέ­ρας της τήν ἐ­ν­θάρ­ρυ­νε λέ­γον­τας· «Ἔ­χε δύ­να­μι καί ἀν­δρεί­α, κό­ρη μου, δι­ό­τι σή­με­ρα γνώ­ρι­σα, ὅ­τι ἀ­ξι­ώ­θη­κα νά κλη­θῶ ἀ­πό τόν Θε­ό στόν ἄ­φθαρ­το νυμ­φῶ­να του καί χαί­ρο­μαι καί ἀ­γάλ­λο­μαι, δι­ό­τι πρίν ἀ­πό μέ­να, σέ ἔ­στει­λα δῶ­ρο στόν Δε­σπό­τη Χρι­στό». Αὐ­τά ἔ­λε­γαν οἱ τί­μιοι γο­νεῖς της, οἱ δέ στρα­τι­ῶ­τες ξέ­σχι­σαν τίς πλευ­ρές της, ἕ­ως μέ­σα στά σπλάγ­χνα της· καί τό­τε ἡ μα­κα­ρί­α Στε­φα­νώ πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α της ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ· καί παίρ­νον­τάς την νε­κρή οἱ γο­νεῖς της μέ τά ἴ­δια τους τά χέ­ρια, τήν ἔ­βα­λαν μπρο­στά στόν ἐ­ξου­σια­στή, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρό­στα­ξε καί ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν καί αὐ­τούς τήν ἴ­δια ὥ­ρα καί ἔ­τσι τε­λεί­ω­σαν τόν ἀ­γῶ­να τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου καί οἱ τρεῖς καί ἀ­νέ­βη­καν στούς οὐ­ρα­νούς μέ δό­ξα μαρ­τυ­ρι­κή.

Ὁ δέ ὄν­τως γεν­ναῖ­ος τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­θλη­τής ΙΙαφνούτιος τήν νύ­κτα προ­σευ­χό­ταν στόν Θε­ό, ἐ­νῷ τήν ἡ­μέ­ρα γύ­ρι­ζε ὅ­λη τήν πο­λι­τεί­α καί ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἐ­κεί­νους πού ­γνώ­ρι­ζε, ὅ­τι θά πι­στέ­ψουν στόν Χρι­στό καί θά λά­βουν τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου. Μιά μέ­ρα λοι­πόν βρῆ­κε δε­κα­έ­ξι παι­διά, πού πή­γαι­ναν στό σχο­λεῖ­ο, τά ὁ­ποῖ­α ἦταν τέ­κνα τῶν σα­ράν­τα βου­λευ­τῶν, πού μαρ­τύ­ρη­σαν προ­η­γου­μέ­νως, ὅ­πως εἴ­πα­με, καί εἶ­πε πρός αὐ­τά· «Θαυ­μά­ζω, τέ­κνα μου ἀ­γα­πη­τά, πῶς ἀ­νέ­χε­σθε νά ἀ­πο­χω­ρι­σθῆ­τε ἀ­πό τούς Πα­τέ­ρες σας, πού δι­ά­λε­ξαν τήν ἀ­πό­λαυ­σι τοῦ Χρι­στοῦ καί βα­σί­λευ­σαν στούς Οὐ­ρα­νούς καί χαί­ρον­ται τώ­ρα μα­ζί μέ τούς Ἀγ­γέ­λους· εὔ­χο­μαι καί ἐ­σεῖς, ὦ φίλ­τα­τα τέ­κνα μου, νά μοῦ ὑ­πα­κού­σε­τε ὅ­λα μα­ζί, ὅ­πως εἶ­σθε, νά πι­στέψ­ετε στόν δι­κό μου Θε­ό καί νά μέ ἀ­κο­λου­θῆ­στε νά πᾶ­με μπρός στόν ἐ­ξου­σια­στή, νά ὁ­μο­λο­γή­σε­τε τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό Θε­ό ἀ­λη­θι­νό καί Βα­σι­λέ­α τῶν αἰ­ώ­νων· δι­ό­τι, ἄν πᾶ­τε πρός τόν Χρι­στό, τόν ­δά­σκα­λο τῆς ἀ­λη­θεί­ας, θά μά­θε­τε τήν μά­θη­σι καί σο­φί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων». Αὐ­τά εἶ­πε ὁ Ἅ­γιος καί ἀ­μέ­σως ὁ νοῦς τῶν παι­δι­ῶν ὑ­πά­κου­σε στά λό­για του καί τά δέ­χθη­καν καί πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό καί εἶ­παν ὅ­λα μα­ζί· «Ἄς πᾶ­με, Πά­τερ Παφ­νού­τι­ε, στόν ἐ­ξου­σια­στή καί κα­νέ­να πρᾶγ­μα δέν θά ἐμ­πο­δί­ση τήν προ­θυ­μί­α μας, δι­ό­τι ἀ­πό τώ­ρα πλέ­ον ἀ­πο­ξε­νω­θή­κα­με ἀ­πό αὐ­τόν τόν μά­ται­ο κό­σμο, ἐ­πει­δή καί οἱ καρ­δι­ές μας γέ­μι­σαν ἀ­πό Πνεῦ­μα Ἅ­γιο καί ὑ­ψώ­θη­καν στόν Οὐ­ρα­νό, ἐ­κεῖ πού βρί­σκον­ται οἱ γο­νεῖς μας».

Τό­τε ὁ θεῖ­ος Παφ­νού­τιος ἔ­τρε­χε μπρο­στά τους, ὅ­πως ὁ κα­λός ποι­μέ­νας πη­γαί­νει μπρο­στά ἀ­πό τό ποί­μνιό του καί πρῶ­τος ἀ­νέ­βη­κε στό κρι­τή­ριο λέ­γον­τας ὅ­πως καί προ­η­γου­μέ­νως· «Βῆ­μα, βῆ­μα, ἐ­ναν­τί­ον σου ἦλθα πά­λι, ὦ Ἀ­ρια­νέ, ἐ­σύ εἶ­σαι μα­ζί μέ τόν Ἀ­πόλ­λω­να καί ἐ­γώ μέ τόν Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό». Ὁ ἐ­ξου­σια­στής πρό­στα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες του καί ξε­γύ­μνω­σαν τά σπα­θιά τους καί, κρα­τῶντας τα γυ­μνά στά χέ­ρια, πε­ρι­κύ­κλω­σαν τόν Ἅ­γιο, ἀλ­λά ἀ­μέ­σως ἁρ­πά­χθη­κε ἀ­πό μπροσ­τά τους καί ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε· τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη ἀ­νέ­βη­καν στό κρι­τή­ριο τά δε­κα­έ­ξι παι­διά φω­νά­ζον­τας· «καί ἐ­μεῖς Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε»· λέ­ει πρός αὐ­τούς ὁ ἐ­ξου­σια­στής· «Ποῦ εἶ­ναι οἱ γο­νεῖς σας; για­τί ἐ­σεῖς εἶ­σθε παι­διά ἀ­κό­μη καί δέν εἶ­σθε ἱ­κα­νά γιά ἀ­πο­λο­γί­α, ἀλ­λά πη­γαί­νε­τε νά παί­ζε­τε»· τοῦ ἀ­πε­κρί­θη­καν τά τί­μια παι­διά· «Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε παι­διά τῶν σα­ράν­τα βου­λευ­τῶν πού μαρ­τύ­ρη­σαν προ­η­γου­μέ­νως καί ἔ­χου­με ἡ­λι­κί­α ἀρ­κε­τή καί ρώ­τη­σέ μας ὅ,τι θέ­λεις καί σοῦ ἀ­πο­κρι­νό­μα­στε». Ὁ ἐ­ξου­σια­στής τούς εἶ­πε· «Θυ­σιά­στε στούς θε­ούς, γιά νά μήν ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν τά σώ­μα­τά σας βα­σα­νι­ζό­με­να»· οἱ δέ τί­μιοι παῖ­δες τοῦ εἶ­παν· «Βα­σά­νι­σέ μας, ὅ­πως θέ­λεις καί τό­τε θά δῆς τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ μας». Ὁ ἐ­ξου­σια­στής βλέ­πον­τας ἕ­να, τό πιό μι­κρό ἀ­πό τά ἄλ­λα, τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ἕ­ως δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν, τοῦ εἶ­πε· «Παι­δί μου, τί θά κερ­δί­σης, ἐάν πε­θά­νης μέ κα­κό θά­να­το; Ἄ­κου­σέ μου πού σέ συμ­βου­λεύ­ω, σάν πα­τέ­ρας σου, γιά νά σέ τι­μή­σω πο­λύ καί νά σοῦ δώ­σω πολ­λά χρή­μα­τα καί νά γρά­ψω στόν βα­σι­λιά νά σοῦ δώ­ση καί ἀ­ξί­ω­μα, μό­νο θυ­σί­α­σε στούς με­γά­λους θε­ούς, στόν Ἀ­πόλ­λω­να λέ­ω καί στήν Ἄρ­τε­μι, γιά τούς ὁ­ποί­ους ἔ­γρα­ψε ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­τι αὐ­τοί εἶ­ναι οἱ ζων­τα­νοί θε­οί»· τοῦ λέ­ει τό παι­δί· «Ποῦ εἶ­ναι τό πρό­σταγ­μα τοῦ βασιλιᾶ σας;». Ὁ ἐ­ξου­σια­στής δι­έ­τα­ξε καί τό ἔ­φε­ραν καί παίρ­νον­τάς το οἱ μια­ροί ἱε­ρεῖς τῶν εἰ­δώ­λων τό προ­σκύ­νη­σαν, πα­ρό­μοι­α πρῶ­τος τό ἀ­σπά­θη­κε καί ὁ ἐ­ξου­σια­στής, ἔ­πει­τα τό ἔ­δω­σε στό παι­δί καί παίρ­νον­τάς το τό δι­ά­βα­σε καί εἶ­δε ὅ­τι ἦ­ταν γραμμέ­νο μέ­σα σ’ αὐ­τό ἑ­βδο­μήν­τα θε­οί, τούς ὁ­ποί­ους ἔ­γρα­φε ὁ Δι­ο­κλη­τια­νός νά προ­σκυ­νοῦν· με­τά ἀ­πό αὐ­τά δι­έ­τα­ξε ὁ ἐ­ξου­σια­στής καί ἄ­να­ψαν τόν βω­μό καί παίρ­νον­τας λι­βά­νι, ἔ­βα­λε στόν βω­μό, ἔ­πει­τα εἶ­πε καί στό παι­δί· «Βά­λε καί ἐ­σύ τέ­κνο, λι­βά­νι στόν βω­μό»· τό παι­δί πλη­σι­ά­ζον­τας στόν βω­μό, ἔρριξε μέ­σα σ’ αὐ­τό τά προ­στάγ­ματα τοῦ βασιλιᾶ καί φώ­να­ξε· «Ἕ­νας εἶ­ναι ὁ Θε­ός, ὁ Πα­τήρ τοῦ Κυ­ρί­ου ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ»· οἱ δέ Ἱ­ε­ρεῖς τῶν εἰ­δώ­λων, βλέ­πον­τας ὅ­τι κά­η­κε τό βα­σι­λι­κό πρό­σταγ­μα, τρελ­λά­θη­καν καί τραβοῦ­σαν τά μαλ­λιά τοῦ κε­φα­λιοῦ τους καί πλή­γω­σαν τά σώ­μα­τά τους μέ τά μα­χαί­ρια· πα­ρό­μοι­α καί ὁ ἐ­ξου­σια­στής ἀ­γα­να­κτῶντας μέ ὑ­περ­βο­λή, δι­έ­τα­ξε καί ἔρριξαν τό παι­δί μέ­σα στόν βω­μό, θαύ­μα­ζε ὅ­μως γιά τήν τόλ­μη τοῦ παι­διοῦ· πα­ρό­μοι­α καί οἱ ἄλ­λοι εἰ­δω­λω­λά­τρες ἔ­μει­ναν ἐκ­στα­τι­κοί στήν φρό­νη­σί του· ἐ­νῷ τά ἄλ­λα παι­διά, οἱ συμ­μα­θη­τές του καί συ­νηλ­ικι­ῶ­τες του, τοῦ ἔ­λε­γαν· «Ἀ­δελ­φέ μνή­σθη­τι καί ἡμῶν πρός τόν ὕ­ψι­στο Θε­ό, τόν ποι­η­τή τοῦ παν­τός καί πα­ρα­κά­λε­σέ τον γιά μᾶς, ἐ­πει­δή ἐ­σύ μέ τήν φρό­νη­σί σου ἔ­γι­νες ἀ­παρ­χή στόν Θε­ό καί πρῶ­τος ἀ­πό τήν συ­νο­δί­α μας δό­θη­κες σ’ αὐ­τόν δῶ­ρο ἄ­ξιο, γι’ αὐ­τό καί ἐ­μεῖς, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τό δι­κό σου πα­ρά­δειγ­μα, θά γί­νου­με πο­λί­τες τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν μα­ζί μέ τούς πα­τέ­ρες μας»· τό παι­δί πού ἦ­ταν μέ­σα στήν φω­τιά, κοί­τα­ξε στόν οὐ­ρα­νό καί εὐ­χα­ρι­στῶντας τόν Θε­ό, σφρά­γι­σε τό πρό­σω­πό του μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ καί ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν Ἁ­γί­α του ψυ­χή στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ· ὁ δέ κρι­τής ση­μει­ώ­νον­τας τά ὀ­νό­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων παι­δι­ῶν, πρό­στα­ξε νά τά λογ­χεύ­σουν καί μέ τόν τρό­πο αὐ­τό νά τά θα­να­τώ­σουν καί βγά­ζον­τάς τα οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι, τά θα­νά­τω­σαν μέ τά κον­τά­ρια, κα­τά τήν προ­στα­γή τοῦ κρι­τοῦ· καί ἔ­τσι τε­λει­ώ­θη­κε ἐν Κυ­ρί­ῳ καί τῶν ἄλ­λων παι­δι­ῶν τό Μαρ­τύ­ριο.

Ὁ δέ Ἅ­γιος Παφ­νού­τιος γύ­ρι­ζε ζη­τῶντας νά ἐ­πι­στρέ­ψη καί ἄλ­λους πλα­νε­μέ­νους στήν θε­ο­σέ­βεια καί πη­γαί­νον­τας μέ­χρι τό χεῖ­λος τοῦ πο­τα­μοῦ, εἶ­δε ἐ­κεῖ συγ­κέν­τρω­σι πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων, καί τούς πλη­σί­α­σε· καί ἐ­κεῖ­νοι σκύ­βον­τας τόν προ­σκύ­νη­σαν· ὁ Ἅ­γιος τούς εὐ­λό­γη­σε λέ­γον­τας· «Χαί­ρε­τε τέ­κνα ἐν Κυ­ρίῳ· για­τί δέν ἤλ­θα­τε καί ἐ­σεῖς νά ἀ­γω­νι­σθῆ­τε, τήν ὥ­ρα πού ἦ­ταν ἕ­τοι­μος ὁ ἀ­γῶ­νας καί ἡ πλη­ρω­μή τοῦ ἀ­γῶ­να εἶ­ναι ἑ­τοι­μα­σμέ­νη σ’ ἐ­σᾶς; ὑ­πα­κοῦ­στε μου του­λά­χι­στον τώ­ρα καί πι­στέψ­τε στόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό τόν Βα­σι­λιά τῶν αἰ­ώ­νων καί ὁ­μο­λο­γῆ­στε τό Ἅ­γιό του ὄ­νο­μα μπροστά στόν Κρι­τή καί θά σᾶς χα­ρί­ση ὁ Κύ­ριος τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή». Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ἐ­κεῖ­νοι αὐ­τά, πί­στε­ψαν ὅ­λοι στόν Χριστ­ό καί ἔ­λα­βαν Πνεῦ­μα Ἅ­γιο καί δό­ξα­ζ­αν τόν Θε­ό καί ἀ­μέ­σως ἀ­φή­νον­τας τά κα­ΐ­κια τους (δι­ό­τι ἦταν ψα­ρά­δες ὀ­γδόν­τα στόν ἀ­ριθ­μό) πῆ­γαν στήν πο­λι­τεί­α. Ὁ Ἅ­γιος τρέ­χον­τας μπρο­στά πῆ­γε στόν Κρι­τή καί φώ­να­ξε πά­λι ὅ­πως καί πρίν· «Βῆ­μα, βῆ­μα, ἐ­ναν­τί­ον σου ἦλθα πά­λι, ὦ Ἀ­ρια­νέ, ἐ­σύ μέ τόν Ἀ­πόλ­λω­να, ἐ­νῷ ἐ­γώ μέ τό Κύ­ριό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ἦλθα σ’ ἐ­σέ­να, γιά νά σέ νι­κή­σω». Ὁ Κρι­τής θύ­μω­σε πο­λύ καί δι­έ­τα­ξε τούς στρα­τι­ῶ­τες νά τόν πε­ρι­κυ­κλώ­σουν. Τό­τε πλέ­ον Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἔ­δω­σε θάρ­ρος στόν Μάρ­τυ­ρα νά στα­θῆ καί νά μή γί­νη ἄ­φαν­τος, ὅ­πως τίς ἄλ­λες φο­ρές· καί συλ­λαμ­βά­νον­τάς τον οἱ στρα­τι­ῶ­τες τόν ἔ­δε­σαν καί με­τά ἀ­πό αὐ­τά ἀ­νέ­βη­καν στό κρι­τή­ριο οἱ ὀ­γδόν­τα ψα­ρά­δες καί φώ­να­ξαν μέ θάρ­ρος· «Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε καί ἐ­μεῖς»· ὁ κρι­τής τούς εἶ­πε· «Ποι­ός σᾶς γέ­λα­σε νά πε­θά­νε­τε κα­κῶς»; ἐ­κεῖ­νοι τοῦ εἶ­παν ὅ­λοι μα­ζί σάν μέ ἕ­να στό­μα· «Ἤλ­θα­με ἐ­δῶ, γιά νά κα­ταντροπιάσου­με καί ἐ­σέ­να καί τά εἴ­δω­λά σου»· τούς λέ­ει ὁ κρι­τής· «Κα­κοῦρ­γοι ἄν­θρω­ποι γιά ποι­ά αἰ­τί­α, τήν ὥ­ρα, πού ἐ­γώ σᾶς ὁ­μι­λῶ ἥ­με­ρα, ἐ­σεῖς μοῦ ἀ­πο­κρί­νε­σθε μέ αὐ­θά­δεια»; καί ἀ­μέ­σως πρό­στα­ξε νά τούς δεί­ρουν. Οἱ ἑ­βδο­μῆν­τα ὅ­μως ἀ­πό αὐ­τούς πῆ­γαν καί γκρέ­μι­σαν τόν θρό­νο τοῦ κρι­τῆ· καί βλέ­πον­τάς τους οἱ στρα­τι­ῶ­τες, ἔ­βγα­λαν τά σπα­θιά τους καί τούς πλή­γω­σαν. Τό­τε ὁ κρι­τής δι­έ­τα­ξε νά τούς θα­να­τώ­σουν καί παίρ­νον­τάς τους οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τῆς ἀ­δι­κί­ας, τούς ἔ­φε­ραν σέ ἔ­ρη­μο τό­πο καί ἀ­φοῦ τούς ἔ­κα­ναν ­κομ­μά­τια, τούς θα­νά­τω­σαν καί ἔ­τσι ἐ­τε­λει­ώ­θη ἐν Χρι­στῷ καί τό Μαρ­τύ­ριο αὐ­τῶν.

Με­τά ἀ­πό αὐ­τά ὁ Ἀ­ρια­νός, ὁ τύ­ραν­νος, κρί­νον­τας τόν Ἅ­γιο τοῦ εἶ­πε· «Ἀ­πο­στά­τα καί κα­κέ ἄν­θρω­πε καί μά­γε· τώ­ρα θά κά­νω τούς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους ὅ­λους νά γνω­ρί­σουν, ὅ­τι δέν θά σέ γλυ­τώ­ση ἀ­πό τά χέ­ρια μου ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, πού πι­στεύ­εις καί ἐ­πι­κα­λεῖ­σαι»· καί ἀμέσως προ­στά­ζει νά ἀ­νε­βά­σουν τόν Ἅ­γιο στόν σι­δε­ρέ­νιο τρο­χό· (…) κατόπιν πρό­στα­ξε ὁ ἀ­σε­βέ­στα­τος ἐ­ξου­σια­στής νά το­πο­θε­τη­θῆ τό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου ἐ­πά­νω στό πτε­ρύ­γιο τοῦ να­οῦ τῶν εἰ­δώ­λων, γιά νά τό κα­τα­φᾶ­νε τά πτη­νά τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί ἔ­τσι πῆ­γε στό πα­λά­τι του, δι­ό­τι ἦ­ταν ὥ­ρα με­ση­με­ριοῦ. Τό δέ σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου ἦ­ταν ριγ­μέ­νο στό πτε­ρύ­γιο, γιά νά τό φᾶ­νε τά πτη­νά, ὅ­μως δέν πῆ­γε κα­νέ­να νά τό πλη­σιά­ση, δι­ό­τι κα­τέ­βη­κε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου καί τό σκέ­πα­σε· ἔ­πει­τα κα­τέ­βηκε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἔ­χον­τας στά δε­ξιά του τόν Ἀρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ καί ἀ­πό ἀ­ρι­στε­ρά τόν Γα­βρι­ήλ καί στά­θη­κε στό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου· καί οἱ μέν Ἄγ­γε­λοι συγ­κέν­τρω­σαν τά κα­τα­κομ­μέ­να μέ­λη του καί τά ἔ­σμι­ξαν τό ἕ­να μέ τό ἄλ­λο· ὁ Σω­τῆ­ρας ἁ­πλώ­νον­τας τό δε­ξί του χέρι, εἶ­πε· «Τό χέ­ρι, πού ἔ­πλα­σε τόν πρω­τό­πλα­στο ἄν­θρω­πο, αὐ­τό πά­λι τώ­ρα ἀ­να­πλάτ­τει καί ἐ­σέ­να»· ἔ­πει­τα ἐ­μ­φύ­ση­σε σ’ αὐ­τόν πνεῦ­μα ζω­ῆς καί δυ­νά­με­ως, καί, ὤ τοῦ θαύ­μα­τος!, ἀ­μέ­σως ἀ­νέ­ζη­σε καί τόν δό­ξα­ζε. Καί ὁ Κύ­ριος εὐ­λο­γῶντας τον εἶ­πε· «Δοῦ­λε μου, ἀ­γα­πη­τέ καί πι­στέ Παφ­νού­τι­ε, πή­γαι­νε νά ἐ­λέγ­ξης τόν ἀ­ναί­σχυν­το Ἀ­ρια­νό, πού προ­σβάλ­λει τό ὄ­νο­μά μου»· καί ἔ­τσι ἀ­νέ­βη­κε στούς οὐ­ρα­νούς. Ὁ δέ Ἅ­γιος ἔ­ψα­χνε τόν Ἀ­ρια­νό καί, βρί­σκον­τάς τον ὅ­που ἔ­κρι­νε στήν ἀ­γο­ρά, τοῦ εἶ­πε· «Μέ γνω­ρί­ζεις, Ἀ­ρια­νέ; Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ Παφ­νού­τιος, πού μέ κα­τά­κο­ψες καί μέ τήν χά­ρι τοῦ Κυ­ρί­ου μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἀ­νέ­ζη­σα καί μι­λῶ μπρο­στά σου· για­τί προ­σβάλ­λεις τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ μου τοῦ ποι­η­τῆ ὅλων τῶν ὄν­των; Νά πού ὁ Κύ­ριός μου μέ ἀ­νέ­στη­σε, γιά νά ἐ­λέγ­ξω τήν ἀ­σέ­βειά σου καί νά κά­νω νά γνω­ρί­σουν ὅ­λοι, ὅ­τι εἶ­σαι ἀ­δύ­να­τος καί λα­τρεύ­εις εἴ­δω­λα κω­φά καί τυ­φλά, κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πό ὕ­λη ἀ­ναί­σθη­τη».

Τό­τε ὁ πραι­πό­σι­τος Εὐ­σέ­βιος, βλέ­πον­τας τόν Ἅ­γιο Παφ­νού­τιο ἀ­να­στη­μέ­νο ἀ­πό τούς νε­κρούς, πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί εἶ­πε στούς στρα­τι­ῶ­τες, πού εἶ­χε ὑ­πό τήν ἐ­ξου­σί­α του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἦταν τε­τρα­κό­σιοι· «Ὑ­πα­κοῦ­στε μου, ἀ­δελ­φοί, καί πι­στέψ­ετε στόν Θε­ό τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νέ­στη­σε τόν δοῦ­λο του Παφνούτιο καί τόν ἔ­στει­λε νά ἐ­λέγ­ξη τόν Ἀ­ρια­νό γιά τήν πλά­νη του καί γιά τήν μά­ται­η ἐλ­πί­δα, πού ἔ­χει στά εἴ­δω­λα, γιά νά πι­στέ­ψουν καί ἄλ­λοι, ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος Θε­ός, πα­ρά ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός· καί ὅ­πως ἐ­γώ ἔ­κα­να ἀρ­χή καί σᾶς ἄ­νοι­ξα δρό­μο στήν πί­στι, ἔ­τσι καί ὁ Κύ­ριός μας θά σᾶς ἀ­νοί­ξη δρό­μο στόν οὐ­ρα­νό»· καί ἀ­μέ­σως ὅ­λοι μέ μί­α φω­νή ὡμολό­γη­σαν τόν Χρι­στό, ὡς Θε­ό ἀ­λη­θι­νό. Τό­τε παίρ­νον­τάς τους ὁ μα­κά­ριος Εὐ­σέ­βιος πῆ­γε στόν ἐ­ξου­σια­στή φω­νά­ζον­τας· «Χρι­στια­νός εἶμαι»· πα­ρό­μοι­α καί οἱ στρα­τι­ῶ­τες του ἔ­λε­γαν μέ θάρ­ρος· «Χρι­στια­νοί εἴ­μα­στε καί ἐ­μεῖς καί κά­νε μας ὅ,τι θέ­λεις»· ὁ ἐ­ξου­σια­στής ἀ­κού­γον­τας αὐ­τά ἔ­μει­νε ἐκ­στα­τι­κός καί λέ­γει στόν Εὐ­σέ­βιο· «Δέν ἔ­χω ἐ­ξου­σί­α γιά νά σέ κρί­νω, ἀλ­λά πή­γαι­νε στόν Δού­κα, γιά νά σέ κρί­νη ἐ­κεῖ­νος»· τοῦ λέ­ει ὁ Εὐ­σέ­βιος· «Σοῦ δό­θη­κε ἐ­ξου­σί­α, Ἀ­ρια­νέ, νά μέ κρί­νης»· «Δέν θέ­λω (ἀ­πο­κρί­θηκε ὁ Ἀ­ρια­νός), νά ἀ­κού­σω κα­θό­λου Χρι­στια­νό». Τοῦ λέ­ει ὁ Εὐ­σέ­βιος· «Ὁ­μο­λό­γη­σε, ὅ­τι δέν εἶ­ναι ἄλ­λος Θε­ός πα­ρά ἕ­νας μό­νος, ἐ­κεῖ­νος ­πού κα­τοι­κεῖ στούς οὐ­ρα­νούς καί ἀρ­νή­σου τά εἴ­δω­λα, γιά νά ζή­σης καί ἐ­σύ μα­ζί μας στούς αἰ­ῶ­νες». Ὁ δέ Ἀ­ρια­νός εἶ­πε· «Ἄς μή γίνη νά ἀρ­νη­θῶ πο­τέ τούς θε­ούς, δι­ό­τι ὁ Ἀ­πόλ­λων καί ἡ Ἄρ­τε­μις εἶ­ναι ζων­τα­νοί θε­οί» τό­τε ὁ μα­κά­ριος Εὐ­σέ­βιος γε­μί­ζον­τας τά δύ­ο του χέ­ρια μέ σκό­νι λε­πτή, τήν ἔρριξε στό πρό­σω­πο τοῦ ἐ­ξου­σια­στῆ λέ­γον­τας· «Αὐ­τή ἡ σκό­νις εἶ­ναι ἡ δύ­να­μίς σου καί ἡ δύ­να­μις τῶν θε­ῶν σου· μό­νο τέ­λει­ω­σε τά ἔρ­γα τοῦ πα­τέ­ρα σου τοῦ Σα­τα­νᾶ». Ὁ ἐ­ξου­σια­στής θύ­μω­σε πο­λύ καί πρό­στα­ξε νά τόν δεί­ρουν, λέ­γον­τας πρός αὐ­τόν· «Εὐ­σέ­βι­ε, δέν σέ θα­να­τώ­νω τώ­ρα, ἀλ­λά θά σέ βα­σα­νί­σω λί­γο λί­γο καί θά σέ βά­λω στήν φυ­λα­κή, ἕ­ως ὅ­του νά ἀ­κού­ση ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­τι πε­ρι­φρό­νη­σες τό κρι­τή­ριό μου». Ὁ Εὐ­σέ­βιος εἶ­πε· «Μά τήν δύ­να­μι τοῦ Κυ­ρί­ου μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δέν περ­νᾶ ἡ ση­με­ρι­νή ἡ­μέ­ρα, ἐ­άν δέν με­τα­λά­βω μυ­στι­κά τῆς τρά­πε­ζας τοῦ Κυ­ρί­ου μου, (ἐν­νο­ῶντας μέ αὐ­τά τά λό­για, ὅ­τι τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη θά πέ­θαι­νε)· καί ἐ­σύ δέν μπο­ρεῖς νά κά­νης ἐ­κεῖ­νο πού θέ­λεις, ἐ­άν δέν δώ­σης τήν ἀ­πό­φα­σι τοῦ θα­νά­του μου»· τό­τε ὁ ἐ­ξου­σια­στής ἀ­να­βαί­νον­τας στό ἁ­μά­ξι του, πή­γαι­νε τόν δρό­μο του· ἐ­πι­στρέ­φον­τας με­τά ἀ­πό αὐ­τά καί θέ­λον­τας νά κα­τε­βῆ ἀ­πό τό ἁ­μά­ξι, κρα­τή­θη­κε ἀ­ό­ρα­τα καί δέν μπο­ροῦ­σε νά κα­τε­βῆ· ἀλ­λ’­ ὅ­μως δέν με­τα­νό­η­σε ἐν­τε­λῶς ὁ πα­ρά­νο­μος, ἀλ­λά πρό­στα­ξε νά τοῦ φέ­ρουν ἐ­πά­νω στό ἁ­μά­ξι τό με­ση­με­ρι­ανό φα­γη­τό· τό­τε ὁ μά­γει­ρας γε­μί­ζον­τας ἕ­να δί­σκο ἀ­πό δι­ά­φο­ρα φα­γη­τά, τοῦ τά ἔ­φε­ρε καί μό­λις ἅ­πλω­σε ἐ­κεῖ­νος τό χέ­ρι του στόν δί­σκο, ξη­ρά­θη­κε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό κι­νή­ση· τό­τε τοῦ λέ­ει ὁ συγ­κά­θε­δρός του· «Ἀφέν­τη, ἄς μήν μεί­νου­με στήν πο­λι­τεί­α αὐ­τή, δι­ό­τι νά πού κιν­δυ­νεύ­ει νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ καί ἡ πο­λι­τεί­α μέ τίς μα­γεῖ­ες τοῦ Παφ­νου­τί­ου»· ἀ­γα­να­κτῶντας λοι­πόν, ὁ ἐ­ξου­σια­στής γιά τό κα­κό πού τοῦ συ­νέ­βη, πρό­στα­ξε νά κά­ψουν ζων­τα­νούς τόν Πραι­πό­σι­το καί τούς στρα­τι­ῶ­τες του· οἱ ὑ­πη­ρέ­τες τῆς ἀ­δι­κί­ας, ἀ­φοῦ ἄ­να­ψαν τέσ­σε­ρα κα­μί­νια, κα­τέ­κα­ψαν μέ­σα σ’ αὐ­τά τούς Ἁ­γί­ους Μάρ­τυ­ρες καί ἔ­τσι ἐ­τε­λει­ώ­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ καί ἀ­πέ­λα­βαν τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου.

Ὁ Ἀ­ρια­νός βγῆ­κε ἀ­πό τήν πο­λι­τεί­α καί πρό­στα­ξε νά τόν ἀ­κο­λου­θῆ ὁ Μάρ­τυρας Παφ­νού­τιος· καί πη­γαί­νον­τας στόν πο­τα­μό Νεῖ­λο καί μπαί­νον­τας στό κα­ΐ­κι του, πρό­στα­ξε καί ἔ­δε­σαν μί­α μυ­λό­πε­τρα στόν λαι­μό τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί τόν ἔρριξαν στόν πο­τα­μό. Πε­ρι­ερ­χό­με­νος ὁ ἐ­ξου­σια­στής τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη τόν πο­τα­μό μέ τό κα­ΐ­κι του καί πη­γαί­νον­τας σ’ ἕ­να μέ­ρος, ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἐμ­πρός στό κα­ΐ­κι του ὁ Ἅ­γιος Παφ­νού­τιος, μέ τήν μυ­λό­πε­τρα στόν λαι­μό, καί τοῦ λέ­ει· «Ἀ­ρια­νέ, Ἀ­ρια­νέ, ἐ­σύ βέ­βαι­α χρει­ά­ζε­σαι κα­ΐ­κι καί ἄ­νε­μο γιά νά πλέ­ης, ἐ­γώ ὅ­μως οὔ­τε κα­ΐ­κι οὔ­τε ἄ­νε­μο χρει­ά­ζο­μαι, δι­ό­τι εἶ­ναι κυ­βερ­νή­της μου ὁ Κύ­ριός μου Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός· καί ἐ­σύ στέλ­νεις ἀν­θρώ­πους, γιά νά σοῦ ἑ­τοι­μά­σουν κα­τοι­κί­ες, ἀλ­λ' ἐ­γώ ἑ­τοι­μά­ζω στόν Κύ­ριό μου ψυ­χές λο­γι­κές, γιά νά κα­τοι­κή­σουν στά οὐ­ρά­νιά του πα­λά­τια». Τό­τε ὁ συγ­κά­θε­δρος τοῦ Ἀ­ρια­νοῦ λέ­ει· «Ἂς μήν ἀ­φή­σου­με τόν ἄν­θρω­πο αὐ­τόν νά μᾶς ἀ­κο­λου­θή­ση, δι­ό­τι θά ἐ­ξα­φα­νί­ση ὅ­λο τόν τό­πο μέ τίς μα­γεῖ­ες του». Πα­ρό­μοι­α καί ὁ Ἀ­ρια­νός ἀ­πο­ροῦ­σε καί δέν ἤ­ξε­ρε τί νά κά­νη. Τό­τε βγαί­νον­τας ἀ­πό τό κα­ΐ­κι, πρό­στα­ξε νά γρα­φθοῦν στά ὑ­πο­μνή­μα­τα τοῦ Μάρ­τυ­ρα, τί ἔ­κα­νε, δη­λα­δή, καί τί ἔ­πα­θε.

 Ἔ­πει­τα πα­ρέ­δω­σε τά γραμ­μέ­να μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο Παφ­νού­τιο σέ τέσ­σα­ρες στρα­τι­ῶ­τες, γιά νά τόν πᾶ­νε στόν βα­σι­λιά Δι­ο­κλη­τια­νό, οἱ ὁ­ποῖ­οι πη­γαί­νον­τας στόν βα­σι­λιά, τοῦ ἔ­δω­σαν τά γράμ­μα­τα τοῦ Ἀ­ρια­νοῦ καί δι­α­βά­ζον­τας τά ὑ­πο­μνή­μα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου, θαύ­μα­σε καί ἀ­μέ­σως ἀ­ποφά­σι­σε νά σταυ­ρω­θῆ ὁ θεῖ­ος Παφ­νού­τιος καί, βγά­ζον­τάς τον οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λι, τόν σταύ­ρω­σαν σέ μί­α ξε­ρή Φοι­νι­κιά, καί, ἐνῷ σταυρωνόταν ὁ μα­κά­ριος, εὐ­λο­γοῦ­σε καί δό­ξα­ζε τόν Θε­ό. Ἡ δέ ξη­ρή ἐ­κεί­νη Φοι­νι­κιά, ἀ­να­βλά­στη­σε ἀ­μέ­σως μέ προ­στα­γή τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­βγα­λε δώ­δε­κα κλαδιά γε­μᾶ­τα ἀ­πό καρ­πούς· τό ὁ­ποῖ­ο βλέ­πον­τας οἱ στρα­τι­ῶ­τες, πού τόν σταύ­ρω­σαν, πί­στε­ψαν στόν Χρι­στό. Ἦ­ταν, ὅ­ταν σταυ­ρώ­θη­κε ὁ Ἅ­γιος, δεύ­τε­ρη ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας καί ἔ­μει­νε στά βά­σα­να μέ­χρι τήν ἐν­νά­τη ὥ­ρα τῆς ἡ­μέ­ρας, καί τό­τε πα­ρέ­δω­σε τήν Ἁ­γί­α του ψυ­χή στόν Χρι­στό καί ἔ­λα­βε ἀ­πό αὐ­τόν ἀ­μα­ράν­τι­νο στέ­φα­νο, οἱ δέ στρα­τι­ῶ­τες κα­τέ­βα­σαν τό ἅ­γιό του λεί­ψα­νο καί τό ἐν­τα­φί­α­σαν μέ τι­μή κα­τά τήν 25η τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου μη­νός· ἔ­πει­τα πῆ­γαν στόν Δι­ο­κλη­τια­νό καί ὡμολό­γη­σαν μπρο­στά του τόν Κύ­ριο ἡμῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό καί ξευ­τέ­λι­σαν τά εἴ­δω­λα ἐ­κεί­νου· γι’ αὐ­τό θυ­μω­μέ­νος ὁ τύ­ραν­νος ἐ­ναν­τί­ον τους, πρό­στα­ξε νά ἀ­πο­κε­φα­λι­σθοῦν ἀ­μέ­σως καί ἔ­τσι τε­λεί­ω­σαν καί αὐ­τοί τό Μαρ­τύ­ριο καί ἀ­πέ­λα­βαν τόν ἄ­φθαρ­το στέ­φα­νο. Ὅ­σοι μέ τό μέ­σο τοῦ Ἁ­γί­ου Παφ­νου­τί­ου μαρ­τύ­ρη­σαν εἶ­ναι πεν­τα­κό­σιοι σα­ράν­τα ἕ­ξι· οἱ ὁ­ποῖ­οι κλη­ρο­νό­μη­σαν τήν αἰ­ώ­νια Βα­σι­λεί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ· στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος στούς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



[1] Σημείωσε, ὅτι τό Συναξάρι τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης συνετέθη μέ ἰαμβικούς στίχους, ἀπό τούς ὁποίους καί μεταφράσθηκε. Ἀλλά καί ὁ Μεταφραστής συνέγραψε τόν Βίο της λογογραφικά, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἄρτι τά Ρωμαίων σκῆπτρα». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης