Τῷ αὐτῷ μηνί KE΄, μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρός ἡμῶν Εὐφροσύνης, θυγατρός Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου.
Τό θῆλυ κρύπτεις ἀνδρικῶς Εὐφροσύνη,
Καί κρυπτά τόν βλέποντα Δεσπότην βλέπεις.
Εἰκάδα Εὐφροσύνη κατά πέμπτην πότμον ὑπέστη.
Αὐτή ἡ Ἁγία Εὐφροσύνη ἔζησε στά χρόνια τοῦ Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ κατά τό ἔτος 410 καί ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τά χαροποιά πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί τήν φαντασία καί τήν δόξα τῆς παρούσης ζωῆς καί ἔφυγε κρυφά ἀπό τήν οἰκία τοῦ πατέρα της, μετασχημάτισε τόν ἑαυτό της. Ἀφοῦ φόρεσε, δηλαδή, ἀνδρική ἐνδυμασία ἀντί γιά Εὐφροσύνη μετωνομάσθηκε Σμάραγδος. Καί ἐπειδή ἀγάπησε τῶν Μοναχῶν τήν πολιτεία, πῆγε σέ ἕνα Μοναστήρι ἀνδρικό, πα-ρουσιαζόμενη ὡς εὐνοῦχος βασιλικός καί, ἀφοῦ ἔγινε μοναχή, φρόντιζε μέ κάθε τρόπο, πῶς νά κρυφθῆ καί νά μή τήν μάθη ὁ πατέρας της Παφνούτιος. Ἀφοῦ λοιπόν πέτυχε αὐτό πού ποθοῦσε, ἀγωνιζόταν μέ ἀγῶνες καί κόπους πολλούς καί μέ προσευχές ἐκτενεῖς καί ἀδιάκοπες, ἕως ὅτου κατεξήρανε μέ ὑπερβολή τό ἁπαλό καί γυναικεῖο της σῶμα, στό σημεῖο, πού παραξενευόταν καί θαύμαζαν ὅλοι οἱ ἀδελφοί, πού ἦταν στό Μοναστήρι, βλέποντας τήν μεγάλη κακοπάθεια, πού χρησιμοποιοῦσε ἡ ἀοίδιμη.
Καί πράγματι ἦταν ἕνα πρᾶγμα παράξενο, πού ἀδυνατεῖ νά τό παρουσιάση λόγος· δηλαδή, τό νά βλέπη κανείς μία ὡραία γυναίκα νά κατοικῆ ἀνάμεσα σέ ἄνδρες Μοναχούς. Ἡ ὁποία μπόρεσε νά κρυφθῆ τόσο ἀπό τόν πατέρα της, ὁ ὁποῖος τήν ζητοῦσε ἐπίμονα στά ὄρη καί τά λαγκάδια καί σέ κάθε τόπο καί ἔτρεχε ἐδῶ καί ἐκεῖ ἀναστενάζοντας γιά τόν μακρύ καί πολυχρόνιο χωρισμό της, ὅσο καί ἀπό τούς Μοναχούς, μέ τούς ὁποίους συγκατοικοῦσε. Καί στήν συνέχεια μπόρεσε νά ἀστράψη ἀνάμεσα στούς ἄνδρες μέ τίς ἀρετές, ὅπως καί ὁ πολύτιμος λίθος σμάραγδος ἀστράφτει ἀνάμεσα στούς ἄλλους λίθους.
Πράγματι, σμάραγδος φάνηκε ἡ μακάρια αὐτή Εὐφροσύνη, μένοντας ἀγνώριστη, ὄχι γιά ἕνα χρόνο ἤ δύο ἤ τρεῖς, ἀλλά γιά διάστημα τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρων ἐτῶν, δηλαδή μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της. Μόνο στό τέλος της φανέρωσε, ὅτι ἦταν γυναῖκα καί ὄχι ἄνδρας. Ὅταν, δηλαδή, ὁ πατέρας της Παφνούτιος πῆγε μία φορά στό Μοναστήρι, τόν καιρό πού ἐπρόκειτο ἡ Ὁσία νά πεθάνη, αὐτή βλέποντάς τον τοῦ εἶπε μόνο αὐτόν τόν τελευταῖο λόγο· «Ὦ πάτερ». Καί ἔτσι παρέδωσε τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ Θεοῦ, χαρούμενη καί εὐφραινόμενη γιά τά ἀγαθά, πού ἐπρόκειτο νά ἀπολαύση γιά τούς ἀγῶνες καί τούς κόπους της.
Ὁ πατέρας της, μόλις ἄκουσε τόν λόγο αὐτόν, θαύμασε καί τότε ἀπό τήν ὑπερβολική χαρά πού ἔλαβε, ἐπειδή ἀξιώθηκε νά ἰδῆ τήν θυγατέρα του, ἔπεσε στήν γῆ σάν νεκρός. Διότι τί ἄλλο ἔπρεπε νά πάθη, ὅταν ἄκουσε τέτοιον χαροποιό λόγο; Καί ὅταν ἀξιώθηκε νά ἰδῆ τήν θυγατέρα του, πού τήν ἀναζητοῦσε καί τήν ἐπιθυμοῦσε τριάντα ὀκτώ χρόνια; Τότε, ἐπειδή ἀξιώθηκε νά ἰδῆ τό γέννημά του πού τό ἐπιθυμοῦσε, ἐγκατέλειψε πατρίδα καί κόσμο καί τά τοῦ κόσμου καί ἀφοῦ ἔβαλε μέ ζῆλο μαζί καί πόθο στήν ψυχή του τούς ἀσκητικούς ἀγῶνες τῆς θυγατέρας του, ἔγινε καί αὐτός Μοναχός. Ἔτσι φάνηκε διάδοχος καί κληρονόμος τόσο τοῦ τόπου, ὅσο καί τοῦ τρόπου· δηλαδή τοῦ Μοναστηριοῦ καί τῶν ἀρετῶν τῆς θυγατέρας του, ὡς πατέρας τέτοιου εὐλογημένου τέκνου, χαίρων καί εὐφραινόμενος ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο. (Βλέπε τόν ἐκτενῆ της Βίο στόν Παράδεισο[1].)
Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος, ὁ πατήρ τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Μύσας ὁ Παφνούτιος ἐν τῷ σαρκίῳ,
Τῷ Πνεύματι ζῆ, καί θεωρεῖ φῶς μέγα.
Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Παφνούτιος σταυρωθείς τελειοῦται.
Σταυροῦσι Παφνούτιον οἱ κόσμου φίλοι,
Τόν παντί κόσμῳ καί πρίν ἐσταυρωμένον.
Στά χρόνια τοῦ ἀσεβέστατου αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, ἔγινε ἐξουσιαστής τοῦ Μισηρίου κάποιος εἰδωλολάτρης, Ἀριανός ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος πηγαίνοντας στό Μισήρι κίνησε μεγάλο διωγμό κατά τῶν Χριστιανῶν καί ἀκούγοντας, ὅτι στά μέρη τῆς χώρας, Γεντυρίας καλούμενης, ὑπῆρχε κάποιος ἀναχωρητής, Παφνούτιος ὀνομαζόμενος, ἄνθρωπος δίκαιος καί γνωστός σέ ὅλη τήν περιοχή ἐκείνη, πρόσταξε δύο ἑκατόνταρχους νά πᾶνε νά τόν φέρουν σιδηροδέσμιο σ’ αὐτόν· ὁ Ἅγιος Παφνούτιος, μήν ξέροντας τά ἀποφασισθέντα ἐναντίον του, ἀνέβηκε στό ὄρος καί διανυκτέρευε κατά τήν συνήθειά του· καί ἐκεῖ πού προσευχόταν, ἐμφανίσθηκε Ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ λέει· «Χαῖρε, Παφνούτιε, ἀθλητά τοῦ Χριστοῦ»· εἶπε καί ὁ Παφνούτιος πρός αὐτόν· «Χαῖρε καί ἐσύ κύριέ μου»· κατόπιν τοῦ λέει ὁ Ἄγγελος· «Ἀκολούθησέ με Παφνούτιε, γιά νά σκεπάσω τό σπίτι πού ἀπό μικρό παιδί ἔκτισες», (φανέρωνε μέ αὐτά τά λόγια ὁ Ἄγγελος, ὅτι τήν ἀρετή, πού ἀγωνιζόταν νά κατορθώση ἀπό τήν νεότητά του, ἔφθασε πλέον ὁ καιρός νά τήν τελειώση καί νά βάλη σ’ αὐτήν σάν σκέπασμα καί τέλος τό ὑπέρ Χριστοῦ Μαρτύριο). «Πήγαινε λοιπόν στά κελλί σου καί φόρεσε τήν ἱερατική σου στολή, μέ τήν ὁποία προσφέρεις στόν Θεό τήν ἀναίμακτη καί θεία προσφορά ὡς ἱερέας τοῦ ὑψίστου Θεοῦ καί ὥπλισε τόν ἑαυτό σου, διότι ἦλθα σήμερα νά σέ καλέσω στόν νυμφῶνα τοῦ Κυρίου σου, γιά νά ἀπολαύσης τά αἰώνια ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά ἔχης πλέον καμμία φροντίδα· διότι σέ διέβαλαν μερικοί ἀσεβεῖς καί μισόχριστοι στόν Ἀριανό τόν ἐξουσιαστή καί αὐτός διέταξε διακόσιους στρατιῶτες νά σέ πᾶνε δέσμιο στό κριτήριό του. Ἀλλ' ἔχε θάρρος καί μή φοβῆσαι, διότι ἐγώ εἶμαι Ἄγγελος Κυρίου καί ὅπως ἤμουν προηγουμένως μαζί μέ τούς γονεῖς σου, εἶμαι καί τώρα μαζί σου καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός θά σέ δυναμώση καί θά σέ κάνη νά καταισχύνης τόν Ἀριανό καί τά εἴδωλά του». Ἀκούγοντας αὐτά ὁ μακάριος Παφνούτιος, μπῆκε στό κελλί του καί φορῶντας τήν ἱερατική στολή, βγῆκε ἔξω εὐφραινόμενος, σάν νά ἐκαλεῖτο σέ κανένα τραπέζι καί ξεφάντωμα· καί, καθώς ξεκίνησε στόν δρόμο τοῦ Μισηρίου, τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι ὁ Ἄγγελος καί πήγαινε συνομιλῶντας μέ αὐτόν γιά τά μυστήρια πού ὑπάρχουν στούς Οὐρανούς, ἕως ὅτου πῆγαν στόν Νεῖλο ποταμό καί τότε ὁ Ἄγγελος φανερώνοντάς του ἐκεῖνα, ὅπου ἐπρόκειτο νά τοῦ συμβοῦν, ἀνέβηκε στόν Οὐρανό.
Τήν ὥρα ἐκείνη βγῆκε ἀπό τό καΐκι καί ὁ Ἀριανός ὁ ἐξουσιαστής, συνοδευόμενος μέ ὅλους τούς ἄρχοντες καί στρατιῶτες του, καί κάθισε σέ θρόνο κοντά στό χεῖλος τοῦ ποταμοῦ· ὁ θεῖος Παφνούτιος, πηγαίνοντας μπροστά ἀπό τόν Ἀριανό φώναξε μέ θάρρος· «Ἐγώ εἶμαι ὁ ζητούμενος Παφνούτιος καί μή βάζης σέ κόπο τούς στρατιῶτες νά πᾶνε νά μέ ψάχνουν, διότι ἐσύ ἔχεις στρατεύματα πού συγεντρώνουν τούς Χριστιανούς, γιά νά χύνουν τό αἷμα τους, ἐμεῖς ὅμως οἱ Χριστιανοί ἔχουμε τούς Ἁγίους Ἀγγέλους, πού μᾶς συγκεντρώνουν στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Λοιπόν Χριστιανός εἶμαι καί ἐγώ καί ὅ,τι θέλεις κάνε σέ ἐμένα». Τότε κοίταζοντάς τον ἄγρια ὁ ἐξουσιαστής εἶπε· «Ἐσύ εἶσαι ὁ Παφνούτιος ὁ ἀποστάτης πού καταφρονεῖς τούς νόμους τούς βασιλικούς καί ἀτιμάζεις τούς θεούς;». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Ναί, ἐγώ εἶμαι». Ὁ κριτής εἶπε· «Τόσο ἄθεος εἶσαι καί βρίζεις τούς μεγάλους θεούς»; ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Δέν εἶμαι ἄθεος, ἀλλά ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία λατρεύω καί προσκυνῶ Θεό ζῶντα καί ἀληθινό, ἐνῷ ἐσύ πού ἔχεις πολλούς θεούς εἶσαι ἀληθινά ἄθεος». Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ Κριτής, θύμωσε πολύ καί εἶπε· «Μά τούς μεγάλους θεούς, μέ πικρές καί σκληρές τιμωρίες θά σέ παιδέψω». Καί ἀμέσως πρόσταξε νά τοῦ βάλλουν σίδερα στά χέρια καί στά πόδια καί νά τόν φυλᾶνε μαζί μέ τούς ἄλλους ἁλυσοδεμένους· πρᾶγμα πού καί ἔγινε· καί ἦταν ὁ Ἅγιος ἀνάμεσα στούς κλέφτες καί κακούργους· καί ὁ μέν ἐξουσιαστής πήγαινε στήν πολιτεία, ὁ δέ μακάριος Παφνούτιος, μή μπορῶντας νά βαδίση ἐλεύθερα ἀπό τίς ἁλυσίδες πού εἶχε, τόν ἀκολουθοῦσε μέ πολλή βία καί ἔδινε θάρρος στόν ἑαυτό του λέγοντας· «Παφνούτιε, συλλογίσου τόν κλῆρο, πού σοῦ ἔτυχε, καί θυμήσου, ὅτι καί ὁ Κύριός σου ἀνάμεσα σέ ληστές ἦταν κρεμασμένος».
Μπαίνοντας ὁ ἐξουσιαστής στήν πολιτεία, κάθισε ἀμέσως στόν θρόνο τοῦ κριτηρίου καί ζήτησε τόν Παφνούτιο. Ὁ Ἅγιος, συρόμενος ἀπό τούς στρατιῶτες τῆς ἀδικίας, δόξαζε τόν Θεό καί μόλις ἀνέβηκε στό κριτήριο λύθηκαν σάν νερό τά σίδερα καί ἔπεσαν ἀπό τά χέρια καί τά πόδια του μπροστά στόν Ἀριανό, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε. «Παφνούτιε, γιατί εἶσαι τόσο τρελλός καί δέν θυσιάζεις στούς μεγάλους θεούς, ἀλλά προτίμησες νά πεθάνης μέ κακό θάνατο;». Ὁ Μάρτυρας τοῦ εἶπε· «Ὁ θάνατος αὐτός, δέν εἶναι γιά μᾶς τούς Χριστιανούς θάνατος, ἀλλά ζωή αἰώνια· λοιπόν ἐγώ σέ κανένα ἄλλο δέν προσφέρω θυσία, παρά στόν Παντοκράτορα Θεό, τόν Βασιλέα τῶν αἰώνων». Τότε ὁ κριτής πρόσταξε καί ἔφεραν ὅλα τά τιμωρητικά ἐργαλεῖα μπροστά στόν Μάρτυρα καί τοῦ λέει· «Παφνούτιε, ἐάν δέν μοῦ ὑπακούσης νά θυσιάσης στούς μεγάλους θεούς, θά βασανισθῆς μέ ὅλα αὐτά τά βασανιστήρια πού βλέπεις»· καί ὁ Μάρτυρας χαμογελῶντας τοῦ εἶπε· «Ἀριανέ τύραννε, νομίζεις ὅτι φοβοῦμαι ἐγώ τά βασανιστήριά σου καί νά ἀρνηθῶ τόν Θεό μου; ἄς μή γίνη· αὐτό ὅμως σοῦ λέω, ὅτι ἡ δική μας ζωή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τά βασανιστήριά σου, καί δέν τά φοβούμαστε καθόλου, διότι εἴμαστε δοκιμασμένοι καί γυμνασμένοι σέ πολλούς ἀγῶνες καί κακοπάθειες καί ὁ Κύριός μας καί λυτρωτής, πού μᾶς δυναμώνει νά νικήσουμε τούς ἀπόκρυφους πολέμους τοῦ Σατανᾶ, θά μᾶς δυναμώση πάλι νά νικήσουμε καί τόν δικό σου ἀσήμαντο διωγμό». Ὁ δέ κριτής εἶπε· «Μακρολογεῖς, Παφνούτιε καί τό κριτήριο δέν ἀνέχεται νά ἀκούη τήν πολυλογία σου»· καί ἀμέσως διέταξε τούς στρατιῶτες καί κρέμασαν τόν Μάρτυρα καί ἔξυσαν τίς σάρκες του τόσο πολύ, ὥστε χύθηκαν τά ἔντερά του καί ἔπεσαν στήν γῆ· καί ὅλο τό ἔδαφος κοκκίνησε ἀπό τά αἵματα. Ὁ δέ Ἅγιος ὑψώνοντας τά μάτια καί τόν νοῦ του στόν οὐρανό, εἶπε· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέν ἀποφεύγω τήν οἰκονομία πού ἔκανες γιά μένα, διότι ἕτοιμος εἶμαι νά πεθάνω γιά τό ὄνομά Σου τό Ἅγιο, ἀλλά παρακαλῶ τήν ἀγαθότητά σου, μή μέ ἀφήσης νά πεθάνω ἀκόμη, ἕως ὅτου νά καταντροπιάσω τόν Ἀριανό καί τούς θεούς του, γιά νά γονατίσουν καί νά σέ προσκυνήσουν οἱ ἐπουράνιοι καί οἱ ἐπίγειοι καί οἱ καταχθόνιοι καί νά σέ δοξάζουν ὅλα τα ἔθνη»· καί μόλις τελείωσε ὁ Ἅγιος τήν προσευχή αὐτή, στάλθηκε Ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό καί τόν κατέβασε ἀπό τήν κρεμάλα κάτω στήν γῆ καί παίρνοντας μέ τά χέρια του τά χυμένα ἔντερα, τά ἔβαλε στήν θέσι τους· ἔπειτα σφραγίζοντάς τον τρεῖς φορές μέ τό σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τόν ἔκανε ὁλόκληρο ὑγιῆ καί ἦταν σάν νά μή βασανίσθηκε καθόλου.
Οἱ δύο στρατιῶτες, πού τόν ἔξυναν, βλέποντας τόν Ἄγγελο, πού ἔκανε τόν Ἅγιο ὑγιῆ, πίστεψαν στόν Χριστό καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν μπροστά στόν κριτή, ἔρριξαν τίς στρατιωτικές τους ζῶνες καί φώναξαν μέ θάρρος· «Γνώριζε, Ἀριανέ, ὅτι καί ἐμεῖς ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς Χριστιανοί εἴμαστε»· ὁ δέ Κριτής εἶπε πρός αὐτούς· «Πέστε μου τήν ἀλήθεια, τρισάθλιοι, τί θαῦμα εἴδατε καί πιστεύσατε καί ἤλθατε σέ τέτοια τρέλλα καί καταφρονήσατε τό κριτήριο καί ἀρνηθήκατε τούς δίκαιους θεούς καί τό σέβας τῶν βασιλέων;» Καί ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν μέ μία φωνή καί οἱ δύο· «Ἐμεῖς ἐκεῖνα, πού εἴδαμε, ἐξουσιαστά, δέν μποροῦμε νά σοῦ τά ποῦμε, διότι ἔτσι γράφει στήν Ἁγία Γραφή τῶν Χριστιανῶν· «Μή δώσετε τά ἅγια στούς σκύλους, οὔτε νά βάλλετε τά μαργαριτάρια μπροστά στούς χοίρους». Ὁ Ἀριανός εἶπε· «Λοιπόν ἴσον μέ κάνετε μέ τούς σκύλους καί μέ τούς χοίρους»; Καί οἱ στρατιῶτες εἶπαν· «Χειρότερος εἶσαι, ἐπειδή περισσότερο δίκαια εἶναι ἐκεῖνα τά ἄλογα ζῷα ἀπό ἐσένα, διότι κάθε ἄλογο ζῷο δοξάζει τόν Θεό μέ τήν φωνή πού ἔχει φυσικά, ἐνῷ ἐσύ, πού εἶσαι λογικός καί κατ' εἰκόνα Θεοῦ πλασμένος, ἀρνεῖσαι καί ἀτιμάζεις τόν ποιητή σου Θεό· τί ἄλλο χειρότερο λοιπόν ἀπό αὐτό μπορεῖ νά γίνη»; τότε ὁ κριτής θύμωσε ἐναντίον τους πολύ καί διέταξε ἀμέσως νά τούς ἀποκεφαλίσουν καί, σημειώνοντας τά ὀνόματά τους, τούς ἔστειλε ἔξω ἀπό τήν πόλι καί ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔτσι τελείωσε τό Μαρτύριο τῶν δύο αὐτῶν στρατιωτῶν, τοῦ Διονυσίου, λέω, καί τοῦ Καλλιμάχου καί ἀνέβηκαν μέ δόξα μαρτυρική στόν οὐρανό.
Ὁ Ἀριανός, ἀφοῦ διέταξε νά φυλακισθῆ ὁ Μάρτυς Παφνούτιος, πῆγε στό παλάτι του· οἱ δέ στρατιῶτες, ἀφοῦ ἅρπαξαν τόν Μάρτυρα, τόν ἔκλεισαν σ’ ἕνα σκοτεινό μέρος τῆς φυλακῆς· καί τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἀναζήτησε ὁ ἐξουσιαστής ἐκείνους πού χρωστοῦσαν δημόσια χρήματα καί, ἐπειδή μερικοί δέν τά εἶχαν πληρωμένα, διάταξε καί τούς ἔβαλαν στήν φυλακή· ἦταν δέ ἐκεῖνοι πού φυλακίσθηκαν σαράντα ἄνδρες, βουλευτές στό ἀξίωμα καί τήν νύκτα ἐκείνη, πού ἦταν φυλακισμένοι αὐτοί, ἔλαμπε φῶς μεγάλο στήν φυλακή, ὅπως λάμπει ὁ ἥλιος· τό ὁποῖο βλέποντας οἱ σαράντα ἐκεῖνοι ἄρχοντες, εἶπαν στόν δεσμοφύλακα· «Τί εἶναι αὐτό πού ἔκανες; γιατί ἔβαλες φωτιά μέσα στήν φυλακή; ὅπως φαίνεται θέλοντας νά κάψης τήν φυλακή, γιά νά ἐλευθερώσης τούς φυλακισμένους καί νά βάλης ἐμᾶς σέ κίνδυνο, γι’ αὐτό τό ἔκανες»· ὁ δεσμοφύλακας ὅμως εἶπε· «Καί ἐγώ, ἀδελφοί, θαυμάζω πολύ γι’ αὐτό, διότι φωτιά μέσα στήν φυλακή δέν ἔφερα καθόλου καί εἶναι τώρα δύο νύχτες, πού λάμπει αὐτός ὁ τόπος καί δέν σκοτείνιασε καθόλου, ἀπό τότε πού ἦλθε ἐδῶ μέσα ὁ Χριστιανός Παφνούτιος, ἀλλά τό φῶς του ἁπλώνεται σέ μᾶς ὅλη τήν νύχτα»· αὐτά ὅταν ἄκουσαν οἱ ἄρχοντες ἐκεῖνοι, πῆγαν ἀμέσως στό μέρος ἐκεῖνο πού ἦταν ὁ Παφνούτιος καί ἄκουσαν ὅτι προσευχόταν γιά τήν σωτηρία τῆς πόλεως καί ἀνοίγοντας τήν πόρτα μπῆκαν μέσα καί τόν εἶδαν νά ἔχη ὑψωμένα τά χέρια του στόν οὐρανό, τά ὁποῖα ἔλαμπαν σάν λαμπάδες ἀναμμένες καί γύρω ἀπό αὐτόν ἦταν εὐωδία ἄρρητη· καί ἀμέσως ἔπεσαν στά πόδια του καί τόν προσκύνησαν καί πέρασαν μαζί του ὅλη ἐκείνη τήν νύχτα· καί ὅταν ξημέρωσε, τούς ρώτησε ὁ Ἅγιος· «Γιατί βρίσκεσθε μέσα στήν φυλακή»; καί ἐκεῖνοι ἀπάντησαν· «Διότι χρεωστοῦμε δημόσια χρήματα». Ὁ Ἅγιος τούς εἶπε· «Γιατί δέν ὑπακούετε ἐμένα νά πιστέψτε στόν Θεό μου, γιά νά μήν ἐνοχλῆσθε πλέον; διότι, ἄν ὁμολογήσετε τό Ὄνομά του τό Ἅγιο, θά ἐλευθερωθῆτε ἀπό ὅλα τά χρέη τῶν ἁμαρτημάτων σας καί θά ἐξαλειφθῆ τό χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν σας καί θά γίνετε πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ καί τά ὀνόματά σας θά γραφοῦν στήν βίβλο τῆς αἰώνιας ζωῆς». Μόλις ἄκουσαν αὐτά οἱ ἄρχοντες ἀποκρίθηκαν ὅλοι μέ μία φωνή· «Ἐμεῖς ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς, μέ ὅλη μας τήν ψυχή πιστεύουμε καί ὁμολογοῦμε τόν Θεό πού πιστεύεις καί σύ»· τούς λέει ὁ Ἅγιος· «τό λοιπόν, σηκωθῆτε, ὦ τέκνα μου, νά πᾶμε καί στόν ἐξουσιαστή, διότι τά ὀνόματα σας γράφθηκαν πλέον στούς οὐρανούς».
Τότε βγῆκε ἀπό τήν φυλακή ὁ Ἅγιος μαζί μέ τούς σαράντα ἄρχοντες καί πῆγε στό κριτήριο τοῦ Ἀριανοῦ καί εἶπε· «Βῆμα, βῆμα, δηλαδή κριτήριο, κριτήριο ἦλθα ἐναντίον σου, διότι ἐσύ εἶσαι μαζί μέ τόν Ἀπόλλωνα, καί ἐγώ εἶμαι μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό». Ὁ Ἀριανός διέταξε νά τόν συλλάβουν καί μόλις ὥρμησαν οἱ στρατιῶτες νά τόν συλλάβουν, ἔγινε ἄφαντος· τότε οἱ σαράντα ἐκεῖνοι ἄρχοντες φώναξαν μέ θάρρος· «Χριστιανοί εἴμαστε καί ἐμεῖς καί κάνε σέ ἐμᾶς ὅ,τι θέλεις». Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ ἐξουσιαστής, ἀγανάκτησε καί λέει πρός αὐτούς· «Τί πάθατε; μήπως σᾶς κακοφάνηκε, πού σᾶς φυλάκισα γιά τά δημόσια χρήματα»; Τοῦ λένε οἱ ἄρχοντες ὅλοι μέ μία φωνή· «Δέν προσέχουμε πρόσκαιρα, ἐλπίζουμε τά αἰώνια· καί γιά νά γνωρίσης τήν σταθερότητα τῆς γνώμης μας, σοῦ ἀφήνουμε ὅλα μας τά ὑπάρχοντα καί ἔχε τήν ἐξουσία καί τῶν εἰσοδημάτων καί τῶν πραγμάτων μας· οἱ δέ γυναῖκες καί τά παιδιά μας, ἐάν θέλουν, ἄς μᾶς ἀκολουθήσουν, ἄν ὅμως δέν θέλουν, ἄς μᾶς συγχωρήσουν». Τούς λέει ὁ ἐξουσιαστής· «Τί εἶναι αὐτή ἡ τρέλλα πού ἔχετε; διότι, ὅπως βλέπω, τήν ἀνοησία τοῦ ἀποστάτη Παφνουτίου ἔχετε καί ἐσεῖς»· οἱ δέ Μάρτυρες τοῦ εἶπαν· «Κλεῖσε τό στόμα σου καί μή μιλᾶς· μή βλασφημῆς τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ». Ὅταν ἄκουσε αὐτά ὁ ἐξουσιαστής, ἄναψε ἀπό τόν θυμό καί ἔγινε σάν τρελλός. Τότε πρόσταξε νά τούς βασανίσουν καί, ἀφοῦ τούς βασάνισαν γιά ὥρα πολλή, τούς ἔφεραν σέ ἔρημο τόπο, καί, ἀνάβοντας φωτιά μεγάλη, τούς ἔρριξαν μέσα σ’ αὐτήν καί ὅλοι μαζί οἱ σαράντα κρατῶντας ὁ ἕνας τό χέρι τοῦ ἄλλου καί ὁ ἄλλος τοῦ ἄλλου τελειώθηκαν μέ τήν φωτιά σέ μία ἡμέρα καί ἔτσι ἀπέλαβαν τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου.
Ὁ Ἅγιος ΙΙαφνούτιος βαδίζοντας μέσα στήν πολιτεία καί βλέποντας ἀνοικτή τήν πόρτα ἑνός πλουσίου, πῆγε ἐκεῖ καί εἶπε στήν θυρωρό· «Δός μου λίγο νερό νά πιῶ»· ἐκείνη, ἐπειδή προηγουμένως τόν γνώριζε, τοῦ εἶπε, «Ἔλα μέσα Πάτερ»· καί ἀμέσως ἔτρεξε στήν κυρία της καί τῆς εἶπε· «Βγές ἔξω, κυρία, γιά νά δῆς τόν Ἅγιο Παφνούτιο, πού ἔκανε πολλά θαύματα μπροστά στόν ἐξουσιαστή Ἀριανό»· καί ἀμέσως βγῆκε ἡ κυρία της στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ καί μόλις εἶδε τόν Ἅγιο, πού ἔστεκε ὡς Ἄγγελος Θεοῦ, τόν προσκύνησε καί εἶπε· «Ἀλήθεια, ὅλο μου τόν πλοῦτο νά ξώδευα, δέν ἦταν ἄξιος νά σέ κάνη νά ἔλθης στό σπίτι μου· εὔχομαι νά δοξασθῶ σήμερα δόξα θεϊκή, διότι θέλησες νά ἔλθης σέ μᾶς»· καί ἔτσι τόν ἔφερε μέσα στό σπίτι της καί τόν ἔβαλε νά καθίση ἐπάνω σέ ἀσημένιο θρόνο· ἀλλά ὁ Μακάριος Παφνούτιος χαμογελῶντας τῆς εἶπε· «Κόρη μου, σέ τί σᾶς χρησιμεύει τό πολύ χρυσό καί ἀσῆμι; Διότι ἐκεῖνος πού τά ἔχει καυχιέται σέ μάταιες ἐλπίδες; ἄκουσέ μου, τέκνο καί διάλεξε γιά τόν ἑαυτό σου τήν ἀγγελική καί ἀθάνατη πολιτεία, ἀντί νά ἔχης αὐτά τά ἐπίγεια καί φθαρτά ἀγαθά». Μόλις τά ἄκουσε αὐτά ἡ κόρη της ἀπό τήν χαρά της, βγῆκε ἀμέσως ἔξω, φορῶντας πολύτιμο ἔνδυμα καί χρυσό στεφάνι στό κεφάλι. Ὁ Ἅγιος ΙΙαφνούτιος σηκώθηκε ἀπό τόν θρόνο καί κάθισε κάτω στό ἔδαφος· παρόμοια καί ἡ μητέρα μέ τήν θυγατέρα της κάθισαν μπροστά στά τίμια πόδια του.
Τότε ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε· «Τέκνα, ἀφῆστε τόν μάταιο καί φθαρτό πλοῦτο πού ἔχετε, διότι εἶναι γραμμένο, πώς ἡ σκουριά θά φθείρη τόν χρυσό καί τά σκουλήκια θά φᾶνε τά ἐνδύματά σας καί ἡ ὀμορφιά τοῦ σώματός σας θά μεταβληθῆ σέ ἀσχήμια μέσα στόν τάφο. Μόνη ὅμως ἡ δόξα τοῦ Κυρίου καί ἡ βασιλεία του θά μένουν στούς αἰῶνες»· καί πρίν νά τελειώση αὐτά τά λόγια ὁ θεῖος Παφνούτιος, μπῆκε στό σπίτι ὁ ἄνδρας τῆς γυναίκας καί ἀμέσως βγῆκε ἔξω ἐκείνη νά τόν εἰδοποιήση γιά τόν Παφνούτιο καί πρίν νά τοῦ τό πῆ ἐκείνη, τῆς λέγει ἐκεῖνος· «Γιατί δέν ἀξιώθηκα καί ἐγώ νά βρεθῶ μαζί μέ τούς ὁμοίους μου βουλευτές, πού ἀξιώθηκαν τήν αἰώνια ζωή; Μακάρι νά εὕρισκα καί ἐγώ τόν ἄνδρα ἐκεῖνον, πού λέγεται ΙΙαφνούτιος καί νά τόν ἔφερνα στό σπίτι μου νά εὐχηθῆ γιά μᾶς, διότι ἴσως μέ τίς εὐχές του, μποροῦσε νά κληθοῦμε καί ἐμεῖς ἀπό τόν Θεό του καί νά ἀξιωθοῦμε τῆς δόξας του». Καί λέγοντας αὐτά ὁ Εὐστόργιος (αὐτό ἦταν τά ὄνομά του) τοῦ εἶπε ἡ γυναίκα του· «Ἐκπληρώθηκε, κύριέ μου, ὁ πόθος σου, διότι μέσα στό σπίτι σου βρίσκεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παφνούτιος, στολισμένος μέ κάθε χάρι καί σοφία Θεοῦ»· καί μπαίνοντας μέ χαρά ὁ Εὐστόργιος καί βλέποντάς τον, ἔπεσε στήν γῆ καί τόν προσκύνησε· ὁ δέ Ἅγιος σηκώνοντάς τον ἐπάνω εἶπε· «Ἀλήθεια, υἱέ μου ἀγαπητέ, ὁ Κύριος μέ ἔστειλε σήμερα σέ σᾶς, ἐπειδή καί εἶσθε σκεύη ὄντως ἐκλεκτά· γι’ αὐτό μήν ἀμελήσετε, ἀλλά σηκωθῆτε νά πᾶμε στόν Κριτή, γιά νά ὁμολογήσετε μέ παρρησία τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά λάβετε τόν οὐράνιο στέφανο»· καί μόλις εἶπε αὐτά, σηκώθηκε καί βάδιζε μπροστά καί ἐκεῖνοι τόν ἀκολουθοῦσαν, ὁ Εὐστόργιος ἀπό τά δεξιά καί ἡ Ἐρμιόνη ἡ γυναίκα του ἀπό ἀριστερά καί ἡ Στεφανώ ἡ θυγατέρα τους πήγαινε μπροστά· ἡ δέ Ἐρμιόνη εἶπε τά ἑξῆς· «Κύριέ μου, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, νά πού ἀφήσαμε τήν πόρτα μας ἀνοικτή γιά τό ὄνομά σου τό Ἅγιο καί σύ, λοιπόν, Κύριέ μου, ἄνοιξε τίς θύρες τοῦ οὐρανοῦ καί δεῖξέ μας τό ἀληθινό φῶς, πού ἔταξες σ’ ἐκείνους πού σέ ἀγαποῦν»· ὅταν πλησίασαν στό κριτήριο πρόλαβε ὁ θεῖος Παφνούτιος καί πηγαίνοντας μπρός στόν Κριτή εἶπε· «Βῆμα, βῆμα, ἐναντίον σου πάλι ἦλθα καί ἐσύ εἶσαι μέ τόν Ἀπόλλωνα, ἐνῷ ἐγώ μέ τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό»· ὁ Ἀριανός θύμωσε πολύ μέ τά λόγια αὐτά καί σηκώθηκε σάν ἄγριος λύκος, γιά νά ἁρπάξη τόν Ἅγιο μέ τά ἴδια του τά χέρια· καί ἀμέσως Ἄγγελος Κυρίου τόν ἅρπαξε ἀπό τήν μέση καί δέν φάνηκε τί ἔγινε. Ὁ δέ Εὐστόργιος καί ἡ Ἐρμιόνη καί ἡ κόρη της Στεφανώ ἀνέβηκαν στό κριτήριο καί φώναξαν μέ θάρρος· «Χριστιανοί εἴμαστε καί ἐμεῖς καί κάνε σέ μᾶς ὅ,τι θέλεις».
Τότε ὁ Κριτής κοιτάζοντας ἄγρια τόν Εὐστόργιο τοῦ εἶπε· «Εὐστόργιε, σάν ἀπό μία βρύσι ποτισθήκατε τρέλλα καί οἱ δύο (ὁ ἄνδρας δηλ. καί ἡ γυναίκα) καί τρελλαθήκατε; ἤ δέν γνωρίζετε ὅτι οἱ ληστές καί οἱ ἱερόσυλοι κρίνονται στό κριτήριό μου; προσκύνησε τούς μεγάλους θεούς τῶν βασιλέων καί πήγαινε στό σπίτι σου ἐν εἰρήνῃ, διότι, ἐάν δέν ὑπακούσης, θά πεθάνης μέ κακό θάνατο». Ὁ Εὐστόργιος τοῦ εἶπε· «Μή σέ ἐνδιαφέρη γι’ αὐτό· διότι δέν εἶμαι τέτοιος νά δελεασθῶ ἀπό τήν δική σου κακοτεχνία ἤ νά πλανηθῶ ἀπό τίς προτροπές τοῦ πατέρα σου τοῦ διαβόλου καί τῆς μητέρας σου τῆς ἀνομίας»· ὁ δέ Κριτής στράφηκε στήν κόρη καί τῆς λέει· «Πῶς ὀνομάζεσαι»; ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε· «Στεφανώ»· τῆς λέει ἐκεῖνος, «θυσίασε, Στεφανώ, στούς θεούς, γιά νά λάβης μεγάλη τιμή ἀπό μένα»· ἡ Στεφανώ τοῦ ἀποκρίθηκε· «Δέν θά θυσιάσω ποτέ στούς ἀκάθαρτούς σου θεούς, ἀλλά προσφέρω τό σῶμα μου θυσία ζωντανή, εὐάρεστη στόν ἐπουράνιο Θεό καί Κύριο Ἰησοῦ Χριστό». Τότε ὁ κριτής θύμωσε ὑπερβολικά καί πρόσταξε νά τήν κρεμάσουν μπροστά στούς γονεῖς της· καί ἀμέσως κρεμάσθηκε ἀπό τούς στρατιῶτες καί τήν ἔξυναν· ἦταν δέ τότε στήν ἡλικία περίπου τῶν δεκαοκτώ ἐτῶν. Οἱ στρατιῶτες λοιπόν ἐξέσχιζαν ἀνελέητα τά πλευρά της, ἐνῷ ἡ μητέρα της τήν ἐνθάρρυνε λέγοντας· «Τέκνο μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε ἀκόμη λίγη ὥρα τήν δοκιμασία καί θά νικήσης, γιά νά λάβης ἀπό τόν Θεό τῆς νίκης τόν στέφανο. Γνωρίζεις, φιλτάτη μου θύγατερ, ὅτι σοῦ ἑτοίμασα προίκα μεγάλη, γιά νά σέ παντρεύσω μέ τόν πρῶτο τῆς πολιτείας· τώρα ὅμως, τέκνο μου ἀγαπητό, θά κληρονομήσης τήν ἀληθινή καί παντοτινή κληρονομιά, διότι ὁ νυμφίος σου εἶναι ἀθάνατος καί ὁ νυμφῶνας, στόν ὁποῖο πηγαίνεις, ἔχει αἰώνια εὐωδία καί εἶναι ἀδιάφθορος· μόνο ὑπόμεινε μέχρι τέλους, γιά νά στεφανωθῆς καί νά δοξασθῆς». Παρόμοια καί ὁ πατέρας της τήν ἐνθάρρυνε λέγοντας· «Ἔχε δύναμι καί ἀνδρεία, κόρη μου, διότι σήμερα γνώρισα, ὅτι ἀξιώθηκα νά κληθῶ ἀπό τόν Θεό στόν ἄφθαρτο νυμφῶνα του καί χαίρομαι καί ἀγάλλομαι, διότι πρίν ἀπό μένα, σέ ἔστειλα δῶρο στόν Δεσπότη Χριστό». Αὐτά ἔλεγαν οἱ τίμιοι γονεῖς της, οἱ δέ στρατιῶτες ξέσχισαν τίς πλευρές της, ἕως μέσα στά σπλάγχνα της· καί τότε ἡ μακαρία Στεφανώ παρέδωσε τήν ἁγία της ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ· καί παίρνοντάς την νεκρή οἱ γονεῖς της μέ τά ἴδια τους τά χέρια, τήν ἔβαλαν μπροστά στόν ἐξουσιαστή, ὁ ὁποῖος πρόσταξε καί ἀποκεφάλισαν καί αὐτούς τήν ἴδια ὥρα καί ἔτσι τελείωσαν τόν ἀγῶνα τοῦ Μαρτυρίου καί οἱ τρεῖς καί ἀνέβηκαν στούς οὐρανούς μέ δόξα μαρτυρική.
Ὁ δέ ὄντως γενναῖος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητής ΙΙαφνούτιος τήν νύκτα προσευχόταν στόν Θεό, ἐνῷ τήν ἡμέρα γύριζε ὅλη τήν πολιτεία καί ἀναζητοῦσε ἐκείνους πού γνώριζε, ὅτι θά πιστέψουν στόν Χριστό καί θά λάβουν τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου. Μιά μέρα λοιπόν βρῆκε δεκαέξι παιδιά, πού πήγαιναν στό σχολεῖο, τά ὁποῖα ἦταν τέκνα τῶν σαράντα βουλευτῶν, πού μαρτύρησαν προηγουμένως, ὅπως εἴπαμε, καί εἶπε πρός αὐτά· «Θαυμάζω, τέκνα μου ἀγαπητά, πῶς ἀνέχεσθε νά ἀποχωρισθῆτε ἀπό τούς Πατέρες σας, πού διάλεξαν τήν ἀπόλαυσι τοῦ Χριστοῦ καί βασίλευσαν στούς Οὐρανούς καί χαίρονται τώρα μαζί μέ τούς Ἀγγέλους· εὔχομαι καί ἐσεῖς, ὦ φίλτατα τέκνα μου, νά μοῦ ὑπακούσετε ὅλα μαζί, ὅπως εἶσθε, νά πιστέψετε στόν δικό μου Θεό καί νά μέ ἀκολουθῆστε νά πᾶμε μπρός στόν ἐξουσιαστή, νά ὁμολογήσετε τόν Ἰησοῦ Χριστό Θεό ἀληθινό καί Βασιλέα τῶν αἰώνων· διότι, ἄν πᾶτε πρός τόν Χριστό, τόν δάσκαλο τῆς ἀληθείας, θά μάθετε τήν μάθησι καί σοφία τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων». Αὐτά εἶπε ὁ Ἅγιος καί ἀμέσως ὁ νοῦς τῶν παιδιῶν ὑπάκουσε στά λόγια του καί τά δέχθηκαν καί πίστεψαν στόν Χριστό καί εἶπαν ὅλα μαζί· «Ἄς πᾶμε, Πάτερ Παφνούτιε, στόν ἐξουσιαστή καί κανένα πρᾶγμα δέν θά ἐμποδίση τήν προθυμία μας, διότι ἀπό τώρα πλέον ἀποξενωθήκαμε ἀπό αὐτόν τόν μάταιο κόσμο, ἐπειδή καί οἱ καρδιές μας γέμισαν ἀπό Πνεῦμα Ἅγιο καί ὑψώθηκαν στόν Οὐρανό, ἐκεῖ πού βρίσκονται οἱ γονεῖς μας».
Τότε ὁ θεῖος Παφνούτιος ἔτρεχε μπροστά τους, ὅπως ὁ καλός ποιμένας πηγαίνει μπροστά ἀπό τό ποίμνιό του καί πρῶτος ἀνέβηκε στό κριτήριο λέγοντας ὅπως καί προηγουμένως· «Βῆμα, βῆμα, ἐναντίον σου ἦλθα πάλι, ὦ Ἀριανέ, ἐσύ εἶσαι μαζί μέ τόν Ἀπόλλωνα καί ἐγώ μέ τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό». Ὁ ἐξουσιαστής πρόσταξε τούς στρατιῶτες του καί ξεγύμνωσαν τά σπαθιά τους καί, κρατῶντας τα γυμνά στά χέρια, περικύκλωσαν τόν Ἅγιο, ἀλλά ἀμέσως ἁρπάχθηκε ἀπό μπροστά τους καί ἐξαφανίσθηκε· τήν ὥρα ἐκείνη ἀνέβηκαν στό κριτήριο τά δεκαέξι παιδιά φωνάζοντας· «καί ἐμεῖς Χριστιανοί εἴμαστε»· λέει πρός αὐτούς ὁ ἐξουσιαστής· «Ποῦ εἶναι οἱ γονεῖς σας; γιατί ἐσεῖς εἶσθε παιδιά ἀκόμη καί δέν εἶσθε ἱκανά γιά ἀπολογία, ἀλλά πηγαίνετε νά παίζετε»· τοῦ ἀπεκρίθηκαν τά τίμια παιδιά· «Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιά τῶν σαράντα βουλευτῶν πού μαρτύρησαν προηγουμένως καί ἔχουμε ἡλικία ἀρκετή καί ρώτησέ μας ὅ,τι θέλεις καί σοῦ ἀποκρινόμαστε». Ὁ ἐξουσιαστής τούς εἶπε· «Θυσιάστε στούς θεούς, γιά νά μήν ἐξαφανιστοῦν τά σώματά σας βασανιζόμενα»· οἱ δέ τίμιοι παῖδες τοῦ εἶπαν· «Βασάνισέ μας, ὅπως θέλεις καί τότε θά δῆς τήν δόξα τοῦ Θεοῦ μας». Ὁ ἐξουσιαστής βλέποντας ἕνα, τό πιό μικρό ἀπό τά ἄλλα, τό ὁποῖο ἦταν ἕως δεκατριῶν ἐτῶν, τοῦ εἶπε· «Παιδί μου, τί θά κερδίσης, ἐάν πεθάνης μέ κακό θάνατο; Ἄκουσέ μου πού σέ συμβουλεύω, σάν πατέρας σου, γιά νά σέ τιμήσω πολύ καί νά σοῦ δώσω πολλά χρήματα καί νά γράψω στόν βασιλιά νά σοῦ δώση καί ἀξίωμα, μόνο θυσίασε στούς μεγάλους θεούς, στόν Ἀπόλλωνα λέω καί στήν Ἄρτεμι, γιά τούς ὁποίους ἔγραψε ὁ βασιλιάς, ὅτι αὐτοί εἶναι οἱ ζωντανοί θεοί»· τοῦ λέει τό παιδί· «Ποῦ εἶναι τό πρόσταγμα τοῦ βασιλιᾶ σας;». Ὁ ἐξουσιαστής διέταξε καί τό ἔφεραν καί παίρνοντάς το οἱ μιαροί ἱερεῖς τῶν εἰδώλων τό προσκύνησαν, παρόμοια πρῶτος τό ἀσπάθηκε καί ὁ ἐξουσιαστής, ἔπειτα τό ἔδωσε στό παιδί καί παίρνοντάς το τό διάβασε καί εἶδε ὅτι ἦταν γραμμένο μέσα σ’ αὐτό ἑβδομήντα θεοί, τούς ὁποίους ἔγραφε ὁ Διοκλητιανός νά προσκυνοῦν· μετά ἀπό αὐτά διέταξε ὁ ἐξουσιαστής καί ἄναψαν τόν βωμό καί παίρνοντας λιβάνι, ἔβαλε στόν βωμό, ἔπειτα εἶπε καί στό παιδί· «Βάλε καί ἐσύ τέκνο, λιβάνι στόν βωμό»· τό παιδί πλησιάζοντας στόν βωμό, ἔρριξε μέσα σ’ αὐτό τά προστάγματα τοῦ βασιλιᾶ καί φώναξε· «Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ὁ Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»· οἱ δέ Ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, βλέποντας ὅτι κάηκε τό βασιλικό πρόσταγμα, τρελλάθηκαν καί τραβοῦσαν τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ τους καί πλήγωσαν τά σώματά τους μέ τά μαχαίρια· παρόμοια καί ὁ ἐξουσιαστής ἀγανακτῶντας μέ ὑπερβολή, διέταξε καί ἔρριξαν τό παιδί μέσα στόν βωμό, θαύμαζε ὅμως γιά τήν τόλμη τοῦ παιδιοῦ· παρόμοια καί οἱ ἄλλοι εἰδωλωλάτρες ἔμειναν ἐκστατικοί στήν φρόνησί του· ἐνῷ τά ἄλλα παιδιά, οἱ συμμαθητές του καί συνηλικιῶτες του, τοῦ ἔλεγαν· «Ἀδελφέ μνήσθητι καί ἡμῶν πρός τόν ὕψιστο Θεό, τόν ποιητή τοῦ παντός καί παρακάλεσέ τον γιά μᾶς, ἐπειδή ἐσύ μέ τήν φρόνησί σου ἔγινες ἀπαρχή στόν Θεό καί πρῶτος ἀπό τήν συνοδία μας δόθηκες σ’ αὐτόν δῶρο ἄξιο, γι’ αὐτό καί ἐμεῖς, ἀκολουθῶντας τό δικό σου παράδειγμα, θά γίνουμε πολίτες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν μαζί μέ τούς πατέρες μας»· τό παιδί πού ἦταν μέσα στήν φωτιά, κοίταξε στόν οὐρανό καί εὐχαριστῶντας τόν Θεό, σφράγισε τό πρόσωπό του μέ τό σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί ἔτσι παρέδωσε τήν Ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ· ὁ δέ κριτής σημειώνοντας τά ὀνόματα τῶν Ἁγίων παιδιῶν, πρόσταξε νά τά λογχεύσουν καί μέ τόν τρόπο αὐτό νά τά θανατώσουν καί βγάζοντάς τα οἱ στρατιῶτες ἔξω ἀπό τήν πόλι, τά θανάτωσαν μέ τά κοντάρια, κατά τήν προσταγή τοῦ κριτοῦ· καί ἔτσι τελειώθηκε ἐν Κυρίῳ καί τῶν ἄλλων παιδιῶν τό Μαρτύριο.
Ὁ δέ Ἅγιος Παφνούτιος γύριζε ζητῶντας νά ἐπιστρέψη καί ἄλλους πλανεμένους στήν θεοσέβεια καί πηγαίνοντας μέχρι τό χεῖλος τοῦ ποταμοῦ, εἶδε ἐκεῖ συγκέντρωσι πολλῶν ἀνθρώπων, καί τούς πλησίασε· καί ἐκεῖνοι σκύβοντας τόν προσκύνησαν· ὁ Ἅγιος τούς εὐλόγησε λέγοντας· «Χαίρετε τέκνα ἐν Κυρίῳ· γιατί δέν ἤλθατε καί ἐσεῖς νά ἀγωνισθῆτε, τήν ὥρα πού ἦταν ἕτοιμος ὁ ἀγῶνας καί ἡ πληρωμή τοῦ ἀγῶνα εἶναι ἑτοιμασμένη σ’ ἐσᾶς; ὑπακοῦστε μου τουλάχιστον τώρα καί πιστέψτε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό τόν Βασιλιά τῶν αἰώνων καί ὁμολογῆστε τό Ἅγιό του ὄνομα μπροστά στόν Κριτή καί θά σᾶς χαρίση ὁ Κύριος τήν αἰώνια ζωή». Ὅταν ἄκουσαν ἐκεῖνοι αὐτά, πίστεψαν ὅλοι στόν Χριστό καί ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί δόξαζαν τόν Θεό καί ἀμέσως ἀφήνοντας τά καΐκια τους (διότι ἦταν ψαράδες ὀγδόντα στόν ἀριθμό) πῆγαν στήν πολιτεία. Ὁ Ἅγιος τρέχοντας μπροστά πῆγε στόν Κριτή καί φώναξε πάλι ὅπως καί πρίν· «Βῆμα, βῆμα, ἐναντίον σου ἦλθα πάλι, ὦ Ἀριανέ, ἐσύ μέ τόν Ἀπόλλωνα, ἐνῷ ἐγώ μέ τό Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό ἦλθα σ’ ἐσένα, γιά νά σέ νικήσω». Ὁ Κριτής θύμωσε πολύ καί διέταξε τούς στρατιῶτες νά τόν περικυκλώσουν. Τότε πλέον Ἄγγελος Κυρίου ἔδωσε θάρρος στόν Μάρτυρα νά σταθῆ καί νά μή γίνη ἄφαντος, ὅπως τίς ἄλλες φορές· καί συλλαμβάνοντάς τον οἱ στρατιῶτες τόν ἔδεσαν καί μετά ἀπό αὐτά ἀνέβηκαν στό κριτήριο οἱ ὀγδόντα ψαράδες καί φώναξαν μέ θάρρος· «Χριστιανοί εἴμαστε καί ἐμεῖς»· ὁ κριτής τούς εἶπε· «Ποιός σᾶς γέλασε νά πεθάνετε κακῶς»; ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν ὅλοι μαζί σάν μέ ἕνα στόμα· «Ἤλθαμε ἐδῶ, γιά νά καταντροπιάσουμε καί ἐσένα καί τά εἴδωλά σου»· τούς λέει ὁ κριτής· «Κακοῦργοι ἄνθρωποι γιά ποιά αἰτία, τήν ὥρα, πού ἐγώ σᾶς ὁμιλῶ ἥμερα, ἐσεῖς μοῦ ἀποκρίνεσθε μέ αὐθάδεια»; καί ἀμέσως πρόσταξε νά τούς δείρουν. Οἱ ἑβδομῆντα ὅμως ἀπό αὐτούς πῆγαν καί γκρέμισαν τόν θρόνο τοῦ κριτῆ· καί βλέποντάς τους οἱ στρατιῶτες, ἔβγαλαν τά σπαθιά τους καί τούς πλήγωσαν. Τότε ὁ κριτής διέταξε νά τούς θανατώσουν καί παίρνοντάς τους οἱ ὑπηρέτες τῆς ἀδικίας, τούς ἔφεραν σέ ἔρημο τόπο καί ἀφοῦ τούς ἔκαναν κομμάτια, τούς θανάτωσαν καί ἔτσι ἐτελειώθη ἐν Χριστῷ καί τό Μαρτύριο αὐτῶν.
Μετά ἀπό αὐτά ὁ Ἀριανός, ὁ τύραννος, κρίνοντας τόν Ἅγιο τοῦ εἶπε· «Ἀποστάτα καί κακέ ἄνθρωπε καί μάγε· τώρα θά κάνω τούς παρευρισκόμενους ὅλους νά γνωρίσουν, ὅτι δέν θά σέ γλυτώση ἀπό τά χέρια μου ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού πιστεύεις καί ἐπικαλεῖσαι»· καί ἀμέσως προστάζει νά ἀνεβάσουν τόν Ἅγιο στόν σιδερένιο τροχό· (…) κατόπιν πρόσταξε ὁ ἀσεβέστατος ἐξουσιαστής νά τοποθετηθῆ τό σῶμα τοῦ Ἁγίου ἐπάνω στό πτερύγιο τοῦ ναοῦ τῶν εἰδώλων, γιά νά τό καταφᾶνε τά πτηνά τοῦ οὐρανοῦ καί ἔτσι πῆγε στό παλάτι του, διότι ἦταν ὥρα μεσημεριοῦ. Τό δέ σῶμα τοῦ Ἁγίου ἦταν ριγμένο στό πτερύγιο, γιά νά τό φᾶνε τά πτηνά, ὅμως δέν πῆγε κανένα νά τό πλησιάση, διότι κατέβηκε Ἄγγελος Κυρίου καί τό σκέπασε· ἔπειτα κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἔχοντας στά δεξιά του τόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ καί ἀπό ἀριστερά τόν Γαβριήλ καί στάθηκε στό σῶμα τοῦ Ἁγίου· καί οἱ μέν Ἄγγελοι συγκέντρωσαν τά κατακομμένα μέλη του καί τά ἔσμιξαν τό ἕνα μέ τό ἄλλο· ὁ Σωτῆρας ἁπλώνοντας τό δεξί του χέρι, εἶπε· «Τό χέρι, πού ἔπλασε τόν πρωτόπλαστο ἄνθρωπο, αὐτό πάλι τώρα ἀναπλάττει καί ἐσένα»· ἔπειτα ἐμφύσησε σ’ αὐτόν πνεῦμα ζωῆς καί δυνάμεως, καί, ὤ τοῦ θαύματος!, ἀμέσως ἀνέζησε καί τόν δόξαζε. Καί ὁ Κύριος εὐλογῶντας τον εἶπε· «Δοῦλε μου, ἀγαπητέ καί πιστέ Παφνούτιε, πήγαινε νά ἐλέγξης τόν ἀναίσχυντο Ἀριανό, πού προσβάλλει τό ὄνομά μου»· καί ἔτσι ἀνέβηκε στούς οὐρανούς. Ὁ δέ Ἅγιος ἔψαχνε τόν Ἀριανό καί, βρίσκοντάς τον ὅπου ἔκρινε στήν ἀγορά, τοῦ εἶπε· «Μέ γνωρίζεις, Ἀριανέ; Ἐγώ εἶμαι ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Παφνούτιος, πού μέ κατάκοψες καί μέ τήν χάρι τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνέζησα καί μιλῶ μπροστά σου· γιατί προσβάλλεις τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου τοῦ ποιητῆ ὅλων τῶν ὄντων; Νά πού ὁ Κύριός μου μέ ἀνέστησε, γιά νά ἐλέγξω τήν ἀσέβειά σου καί νά κάνω νά γνωρίσουν ὅλοι, ὅτι εἶσαι ἀδύνατος καί λατρεύεις εἴδωλα κωφά καί τυφλά, κατασκευασμένα ἀπό ὕλη ἀναίσθητη».
Τότε ὁ πραιπόσιτος Εὐσέβιος, βλέποντας τόν Ἅγιο Παφνούτιο ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς, πίστεψε στόν Χριστό καί εἶπε στούς στρατιῶτες, πού εἶχε ὑπό τήν ἐξουσία του, οἱ ὁποῖοι ἦταν τετρακόσιοι· «Ὑπακοῦστε μου, ἀδελφοί, καί πιστέψετε στόν Θεό τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὁ ὁποῖος ἀνέστησε τόν δοῦλο του Παφνούτιο καί τόν ἔστειλε νά ἐλέγξη τόν Ἀριανό γιά τήν πλάνη του καί γιά τήν μάταιη ἐλπίδα, πού ἔχει στά εἴδωλα, γιά νά πιστέψουν καί ἄλλοι, ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, παρά ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· καί ὅπως ἐγώ ἔκανα ἀρχή καί σᾶς ἄνοιξα δρόμο στήν πίστι, ἔτσι καί ὁ Κύριός μας θά σᾶς ἀνοίξη δρόμο στόν οὐρανό»· καί ἀμέσως ὅλοι μέ μία φωνή ὡμολόγησαν τόν Χριστό, ὡς Θεό ἀληθινό. Τότε παίρνοντάς τους ὁ μακάριος Εὐσέβιος πῆγε στόν ἐξουσιαστή φωνάζοντας· «Χριστιανός εἶμαι»· παρόμοια καί οἱ στρατιῶτες του ἔλεγαν μέ θάρρος· «Χριστιανοί εἴμαστε καί ἐμεῖς καί κάνε μας ὅ,τι θέλεις»· ὁ ἐξουσιαστής ἀκούγοντας αὐτά ἔμεινε ἐκστατικός καί λέγει στόν Εὐσέβιο· «Δέν ἔχω ἐξουσία γιά νά σέ κρίνω, ἀλλά πήγαινε στόν Δούκα, γιά νά σέ κρίνη ἐκεῖνος»· τοῦ λέει ὁ Εὐσέβιος· «Σοῦ δόθηκε ἐξουσία, Ἀριανέ, νά μέ κρίνης»· «Δέν θέλω (ἀποκρίθηκε ὁ Ἀριανός), νά ἀκούσω καθόλου Χριστιανό». Τοῦ λέει ὁ Εὐσέβιος· «Ὁμολόγησε, ὅτι δέν εἶναι ἄλλος Θεός παρά ἕνας μόνος, ἐκεῖνος πού κατοικεῖ στούς οὐρανούς καί ἀρνήσου τά εἴδωλα, γιά νά ζήσης καί ἐσύ μαζί μας στούς αἰῶνες». Ὁ δέ Ἀριανός εἶπε· «Ἄς μή γίνη νά ἀρνηθῶ ποτέ τούς θεούς, διότι ὁ Ἀπόλλων καί ἡ Ἄρτεμις εἶναι ζωντανοί θεοί» τότε ὁ μακάριος Εὐσέβιος γεμίζοντας τά δύο του χέρια μέ σκόνι λεπτή, τήν ἔρριξε στό πρόσωπο τοῦ ἐξουσιαστῆ λέγοντας· «Αὐτή ἡ σκόνις εἶναι ἡ δύναμίς σου καί ἡ δύναμις τῶν θεῶν σου· μόνο τέλειωσε τά ἔργα τοῦ πατέρα σου τοῦ Σατανᾶ». Ὁ ἐξουσιαστής θύμωσε πολύ καί πρόσταξε νά τόν δείρουν, λέγοντας πρός αὐτόν· «Εὐσέβιε, δέν σέ θανατώνω τώρα, ἀλλά θά σέ βασανίσω λίγο λίγο καί θά σέ βάλω στήν φυλακή, ἕως ὅτου νά ἀκούση ὁ βασιλιάς, ὅτι περιφρόνησες τό κριτήριό μου». Ὁ Εὐσέβιος εἶπε· «Μά τήν δύναμι τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν περνᾶ ἡ σημερινή ἡμέρα, ἐάν δέν μεταλάβω μυστικά τῆς τράπεζας τοῦ Κυρίου μου, (ἐννοῶντας μέ αὐτά τά λόγια, ὅτι τήν ἡμέρα ἐκείνη θά πέθαινε)· καί ἐσύ δέν μπορεῖς νά κάνης ἐκεῖνο πού θέλεις, ἐάν δέν δώσης τήν ἀπόφασι τοῦ θανάτου μου»· τότε ὁ ἐξουσιαστής ἀναβαίνοντας στό ἁμάξι του, πήγαινε τόν δρόμο του· ἐπιστρέφοντας μετά ἀπό αὐτά καί θέλοντας νά κατεβῆ ἀπό τό ἁμάξι, κρατήθηκε ἀόρατα καί δέν μποροῦσε νά κατεβῆ· ἀλλ’ ὅμως δέν μετανόησε ἐντελῶς ὁ παράνομος, ἀλλά πρόσταξε νά τοῦ φέρουν ἐπάνω στό ἁμάξι τό μεσημεριανό φαγητό· τότε ὁ μάγειρας γεμίζοντας ἕνα δίσκο ἀπό διάφορα φαγητά, τοῦ τά ἔφερε καί μόλις ἅπλωσε ἐκεῖνος τό χέρι του στόν δίσκο, ξηράθηκε καί δέν μποροῦσε νά τό κινήση· τότε τοῦ λέει ὁ συγκάθεδρός του· «Ἀφέντη, ἄς μήν μείνουμε στήν πολιτεία αὐτή, διότι νά πού κινδυνεύει νά ἐξαφανισθῆ καί ἡ πολιτεία μέ τίς μαγεῖες τοῦ Παφνουτίου»· ἀγανακτῶντας λοιπόν, ὁ ἐξουσιαστής γιά τό κακό πού τοῦ συνέβη, πρόσταξε νά κάψουν ζωντανούς τόν Πραιπόσιτο καί τούς στρατιῶτες του· οἱ ὑπηρέτες τῆς ἀδικίας, ἀφοῦ ἄναψαν τέσσερα καμίνια, κατέκαψαν μέσα σ’ αὐτά τούς Ἁγίους Μάρτυρες καί ἔτσι ἐτελειώθησαν ἐν Κυρίῳ καί ἀπέλαβαν τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου.
Ὁ Ἀριανός βγῆκε ἀπό τήν πολιτεία καί πρόσταξε νά τόν ἀκολουθῆ ὁ Μάρτυρας Παφνούτιος· καί πηγαίνοντας στόν ποταμό Νεῖλο καί μπαίνοντας στό καΐκι του, πρόσταξε καί ἔδεσαν μία μυλόπετρα στόν λαιμό τοῦ Μάρτυρα καί τόν ἔρριξαν στόν ποταμό. Περιερχόμενος ὁ ἐξουσιαστής τήν ἡμέρα ἐκείνη τόν ποταμό μέ τό καΐκι του καί πηγαίνοντας σ’ ἕνα μέρος, ἐμφανίσθηκε ἐμπρός στό καΐκι του ὁ Ἅγιος Παφνούτιος, μέ τήν μυλόπετρα στόν λαιμό, καί τοῦ λέει· «Ἀριανέ, Ἀριανέ, ἐσύ βέβαια χρειάζεσαι καΐκι καί ἄνεμο γιά νά πλέης, ἐγώ ὅμως οὔτε καΐκι οὔτε ἄνεμο χρειάζομαι, διότι εἶναι κυβερνήτης μου ὁ Κύριός μου Ἰησοῦς Χριστός· καί ἐσύ στέλνεις ἀνθρώπους, γιά νά σοῦ ἑτοιμάσουν κατοικίες, ἀλλ' ἐγώ ἑτοιμάζω στόν Κύριό μου ψυχές λογικές, γιά νά κατοικήσουν στά οὐράνιά του παλάτια». Τότε ὁ συγκάθεδρος τοῦ Ἀριανοῦ λέει· «Ἂς μήν ἀφήσουμε τόν ἄνθρωπο αὐτόν νά μᾶς ἀκολουθήση, διότι θά ἐξαφανίση ὅλο τόν τόπο μέ τίς μαγεῖες του». Παρόμοια καί ὁ Ἀριανός ἀποροῦσε καί δέν ἤξερε τί νά κάνη. Τότε βγαίνοντας ἀπό τό καΐκι, πρόσταξε νά γραφθοῦν στά ὑπομνήματα τοῦ Μάρτυρα, τί ἔκανε, δηλαδή, καί τί ἔπαθε.
Ἔπειτα παρέδωσε τά γραμμένα μαζί μέ τόν Ἅγιο Παφνούτιο σέ τέσσαρες στρατιῶτες, γιά νά τόν πᾶνε στόν βασιλιά Διοκλητιανό, οἱ ὁποῖοι πηγαίνοντας στόν βασιλιά, τοῦ ἔδωσαν τά γράμματα τοῦ Ἀριανοῦ καί διαβάζοντας τά ὑπομνήματα τοῦ Ἁγίου, θαύμασε καί ἀμέσως ἀποφάσισε νά σταυρωθῆ ὁ θεῖος Παφνούτιος καί, βγάζοντάς τον οἱ στρατιῶτες ἔξω ἀπό τήν πόλι, τόν σταύρωσαν σέ μία ξερή Φοινικιά, καί, ἐνῷ σταυρωνόταν ὁ μακάριος, εὐλογοῦσε καί δόξαζε τόν Θεό. Ἡ δέ ξηρή ἐκείνη Φοινικιά, ἀναβλάστησε ἀμέσως μέ προσταγή τοῦ Θεοῦ καί ἔβγαλε δώδεκα κλαδιά γεμᾶτα ἀπό καρπούς· τό ὁποῖο βλέποντας οἱ στρατιῶτες, πού τόν σταύρωσαν, πίστεψαν στόν Χριστό. Ἦταν, ὅταν σταυρώθηκε ὁ Ἅγιος, δεύτερη ὥρα τῆς ἡμέρας καί ἔμεινε στά βάσανα μέχρι τήν ἐννάτη ὥρα τῆς ἡμέρας, καί τότε παρέδωσε τήν Ἁγία του ψυχή στόν Χριστό καί ἔλαβε ἀπό αὐτόν ἀμαράντινο στέφανο, οἱ δέ στρατιῶτες κατέβασαν τό ἅγιό του λείψανο καί τό ἐνταφίασαν μέ τιμή κατά τήν 25η τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός· ἔπειτα πῆγαν στόν Διοκλητιανό καί ὡμολόγησαν μπροστά του τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί ξευτέλισαν τά εἴδωλα ἐκείνου· γι’ αὐτό θυμωμένος ὁ τύραννος ἐναντίον τους, πρόσταξε νά ἀποκεφαλισθοῦν ἀμέσως καί ἔτσι τελείωσαν καί αὐτοί τό Μαρτύριο καί ἀπέλαβαν τόν ἄφθαρτο στέφανο. Ὅσοι μέ τό μέσο τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου μαρτύρησαν εἶναι πεντακόσιοι σαράντα ἕξι· οἱ ὁποῖοι κληρονόμησαν τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
[1] Σημείωσε, ὅτι τό Συναξάρι τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης συνετέθη μέ ἰαμβικούς στίχους, ἀπό τούς ὁποίους καί μεταφράσθηκε. Ἀλλά καί ὁ Μεταφραστής συνέγραψε τόν Βίο της λογογραφικά, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Ἄρτι τά Ρωμαίων σκῆπτρα». (Σῴζεται στήν Μεγίστη Λαύρα, στήν τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες).


Login