Τῷ αὐτῷ μηνί Γ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Σοφονίου. Τῇ 3ῃ τοῦ μηνός Δεκεμβρίου μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Μάρτυρος Ἀγγελῆ τοῦ ἐξ Ἄργους († 1813).

Τῷ αὐτῷ μηνί Γ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Σοφονίου.

 Αὐτός ἦταν  υἱός τοῦ Χουσί, καταγόμενος ἀπό τήν φυλή τοῦ Πατριάρχου Συμεών, υἱοῦ τοῦ Ἰακώβ, ἐκ τοῦ ἀγροῦ, δηλαδή τοῦ ἀγροκτήματος Σαβάραθα, ὄντας πρό Χριστοῦ ἔτη 600. Δέχθηκε τό χάρισμα τῆς προφη-τείας καί προφήτευσε γιά τήν ἅλωσι τῆς Ἱερουσαλήμ καί γιά τό τέλος καί τήν καταστροφή τῶν Ἰουδαίων. Καί ὅτι ὁ λαός πού προέρχεται ἀπό τά ἔθνη, θά γίνη  λαός περιούσιος τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό θά εἶναι αἰσχύνη τῶν ἀσεβῶν, δόξα ὅμως τῶν δικαίων. Καί ὅτι θά γίνη Χριστός ὁ Κύριος, Κριτής κάθε πνοῆς λογικῆς. Καί θά ἀνταποδώση στόν καθένα κατά τά ἔργα του. Ὅταν λοιπόν αὐτός πέθανε, τάφηκε στό δικό του ἀγρόκτημα προσμένοντας τήν τελική καί παγκόσμια ἀνάστασι. Σοφονίας δέ σημαίνει “σκοπιά Κυρίου” ἤ “αὐτός πού καταλαβαίνει τά κρυπτά”. Ἦταν δέ ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου, ὅμοιος μέ τόν Θεολόγο Ἰωάννη, ἔχοντας τό γένειο κάπως λίγο στρογγυλότερο ἀπό τό γένειο ἐκείνου[1].

[1]      Γιά τόν Προφήτη αὐτόν λέει τά ἑξῆς ὁ Ἀλέξανδρος στά Ἰουδαϊκά· ὅτι ἔζησε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰωσία, καταγόμενος ἀπό τόν Λευϊτικό δῆμο, δηλαδή ἀπό τό ἱερατικό τάγμα καί ἀπό τόν προφητικό χορό. Ὁ ὁποῖος δίδαξε τόν βασιλιά Ἰωσία, ὅταν ἦταν ἀκόμη νεαρός, νά ἔχη σέβας πρός τόν Θεό, σεμνότητα στά ἤθη καί χρηστότητα. Καί κατά κάποιον τρόπον ἑτοίμασε τίς ἀκοές τους τό νά δεχθοῦν εὔκολα ἐκεῖνα, πού θά τοῦ ἔλεγε ὁ Προφήτης Ἱερεμίας. Καί κάθε πόθο καί γλυκύτητα ἀρετῆς ἐνέσταξε στήν ψυχή του. Σέ τρία δέ κεφάλαια μοιράζεται ἡ προφητεία του. Στό δέ τελευταῖο, ἀφοῦ προφήτευσε γιά τήν μυστική Ἱερουσαλήμ, δηλαδή τήν Ἐκκλησία, προεῖπε τήν ἔλευσι τοῦ Σωτῆρα μας. Λέγει ἀκόμη καί ὁ Κανονικός Κλήμης, ὅτι ὁ Σοφονίας ἦταν  σύγχρονος μέ τόν Ἀββακούμ καί τόν Ἱερεμία. Ἄλλος πάλι ἰσχυρίζεται ὅτι ὁμιλεῖ ὑψηλά καί μεγαλοπρεπῆ.

* Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γαβριήλ, τοῦ Γάνου μέν ὄντος πρότερον Ἐπισκόπου, ὕστερον δέ ἐν Προύσῃ μαρτυρήσαντος  κατά τό 1659 ἔτος.

 + Εἴληφε διπλοῦν Γαβριήλ νέος στέφος,

Ὡς Ἱεράρχης καί ἀθλητής Κυρίου[1].

 Αὐ­τός ὁ Μα­κά­ριος Γα­βρι­ήλ, ἐ­νῷ ἦ­ταν ἀρ­χι­ε­ρέ­ας Γά­νου καί Χώ­ρας, τόν και­ρό πού ὁ Ἅ­γιος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς Παρ­μέ­νιος ἔ­φυ­γε γιά τίς οὐ­ρα­νί­ες σκη­νές μέ μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το, ὅ­πως προ­εί­πα­με, ἀ­φοῦ βρέ­θη­κε στήν Βα­σι­λεύ­ου­σα ἀ­νέ­βη­κε στόν Πα­τρι­αρ­χι­κό θρό­νο. Με­τά ἀ­πό λί­γον και­ρό ὅ­μως, ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στά γράμ­μα­τα, ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε προ­ε­δρι­κῶς τήν Προῦσ­σα, πῆ­γε ἐ­κεῖ καί ἡ­σύ­χα­ζε στά ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἀλ­λά με­τά ἀ­πό δύ­ο χρό­νια, ἐ­πει­δή ἔ­τυ­χε νά βα­πτί­ση ἕ­ναν Ἑ­βραῖ­ο, πού πί­στε­ψε στόν Χρι­στό, οἱ ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκό­με­νοι Ἑ­βραῖ­οι, ὡς χρι­στι­α­νο­μά­χοι, πῆ­γαν στόν Βε­ζύ­ρη, πού ἦ­ταν τό­τε μα­ζί μέ τόν Βα­σι­λέ­α στήν Προῦσ­σα, καί κα­τη­γό­ρη­σαν ψευ­δῶς τόν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, ὅ­τι βά­πτι­σε ἕ­ναν Τοῦρ­κο. Ὁ Βε­ζύ­ρης ἀ­φοῦ ἔ­στη­σε μπρο­στά του τόν Ἅ­γιο τοῦ λέ­ει μέ με­γά­λο θυ­μό· «Ἐ­πει­δή τόλ­μη­σες νά βα­πτί­σης Τοῦρ­κο, εἶ­σαι ἄ­ξιος θα­νά­του καί πρέ­πει νά κρε­μα­σθῆς, ἐ­κτός μό­νο ἄν  θε­λή­σης νά  τουρ­κέ­ψης καί  ἔ­τσι νά  σοῦ χα­ρί­σου­με τήν  ζω­ή καί νά ἀ­ξι­ω­θῆς με­γά­λης τι­μῆς καί δό­ξης, ἔ­τσι ὥ­στε νά γί­νης μέ­γας καί τρα­νός σέ ὅ­λο τό Βα­σί­λει­ο». Μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τά τά ἀ­νέλ­πι­στα ὁ πα­νύ­μνη­τος, χω­ρίς νά δει­λιά­ση κα­θό­λου, ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Τό ὅ­τι ἐ­γώ μέν δέν βά­πτι­σα Τοῦρ­κο καί ψευ­δῶς μέ κα­τη­γο­ροῦν οἱ Ἑ­βραῖ­οι ἀ­πό τήν κα­κί­α τους, εἶ­ναι φα­νε­ρό σέ ὅ­λους καί ἐ­σεῖς οἱ ἴ­διοι τό γνω­ρί­ζε­τε καί τό ξέ­ρε­τε πο­λύ κα­λά, ὅ­τι αὐ­τό τό γέ­νος τῶν Ἑ­βραί­ων ἀ­πό πα­λιά καί ἐξ ἀρ­χῆς μᾶς κα­τα­δι­ώ­κουν καί ὅ­πως θα­νά­τω­σαν τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, μέ τόν ἴ­διο τρό­πο καί ἐ­μᾶς τούς Χρι­στια­νούς, ἄν ἦ­ταν στήν ἐ­ξου­σί­α τους, ὅ­λους θά μᾶς θα­νά­τω­ναν. Ὁ­πό­τε ἄ­δι­κα πά­σχω. Τό νά ἀ­φή­σω ὅ­μως τήν πί­στι μου καί νά γί­νω Τοῦρ­κος, γιά νά γλυ­τώ­σω τήν ζω­ή μου, μέ κα­νέ­ναν τρό­πο δέν θά τό κά­νω πο­τέ στόν αἰ­ῶ­να, τό νά ἀρ­νη­θῶ τόν γλυ­κύ­τα­τό μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τόν ἀ­λη­θι­νό Θε­ό, ἀλ­λά εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νά πε­θά­νω, ὄ­χι μί­α φο­ρά ἀλ­λά ἑ­κα­τό, ἄν εἶ­ναι δυ­να­τόν, γιά τό ὄ­νο­μά του τό ἅ­γιο».

Τό­τε ὁ Βε­ζύ­ρης πρό­στα­ξε νά τόν φυ­λα­κί­σουν καί νά τόν βα­σα­νί­ζουν μέ δι­ά­φο­ρα βα­σα­νι­στή­ρια, ἕ­ως ὅ­του νά τόν κά­νουν καί βια­ίως νά δε­χθῆ τήν θρη­σκεί­α τους. Ἀλ­λά ὁ γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώ­της τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­με­νε ἀ­με­τά­πει­στος καί στα­θε­ρός στήν πί­στι τοῦ Χρι­στοῦ, πα­ρ’­ ὅ­λο πού οἱ 

ἀ­νη­λε­εῖς ἐ­κεῖ­νοι καί ὠ­μοί τύ­ραν­νοι τόν παί­δευ­αν μέ πολ­λά καί πάν­δει­να μαρ­τύ­ρια, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πέ­φε­ρε ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος μέ χα­ρά με­γά­λη τῆς ψυ­χῆς του, δο­ξά­ζον­τας τόν Θε­ό καί πα­ρα­κα­λῶν­τας νά τόν δυ­να­μώ­ση νά ὑ­πο­μεί­νη καί ἄλ­λα πε­ρισ­σό­τε­ρα γιά τήν ἀ­γά­πη του. Βλέ­πον­τας λοι­πόν ἐ­κεῖ­νοι τό ἀ­με­τά­θε­το τῆς γνώ­μης του, τό ἀ­νήγ­γει­λαν στόν Βε­ζύ­ρη, καί  ἔ­τσι ὥ­ρι­σε ἐ­κεῖ­νος νά τόν κρε­μά­σουν. Ὁ­πό­τε, ἀ­φοῦ πα­ρέ­λα­βε τόν Ἅ­γιο ὁ δή­μιος, τόν πῆ­γε στόν τό­πο τῆς κα­τα­δί­κης χα­ρού­με­νο καί ἐ­κεῖ τόν ­κρέ­μα­σε καί ἔ­τσι ἔ­λα­βε ὁ Τρι­σμα­κά­ριος τόν στέ­φα­νο τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ἀ­πό τόν  Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό. Στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νή­κει ἡ δό­ξα στούς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.



[1]      Ἀναφορά σ’ αὐτόν κάνει ὁ Δοσίθεος στό ἔργο του γιά τούς Πατριάρχες τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐπίσης καί ὁ Μελέτιος στόν γ΄ τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. 

 Τῇ 3 τοῦ μη­νός Δε­κεμ­βρί­ου μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Μάρ­τυ­ρος Ἀγ­γε­λῆ τοῦ ἐξ Ἄρ­γους († 1813).

Μαρ­τύ­ρη­σε στήν Χίο. Ἡ κα­τα­γω­γή του ἦ­ταν ἀ­πό τό Ἄρ­γος τῆς Πε­λο­πον­νή­σου καί ζοῦ­σε στό Κου­σάν­τα­σι (Ἔ­φε­σο) τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας.

Ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς πρα­κτι­κός ἰα­τρός. Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἥ­συ­χος, εὐ­λα­βής, φι­λα­κό­λου­θος καί ἐ­λε­ή­μων.

Κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα σέ μί­α συ­νάν­τη­σι ἔ­τυ­χε νά βρί­σκε­ται ἕ­νας Γάλ­λος ἄ­θε­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος χλεύ­α­ζε τήν χρι­στι­α­νι­κή πί­στι. Ὁ Ἀγ­γε­λῆς μέ παρ­ρη­σί­α ἀν­τέ­κρου­σε τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τοῦ Φράγ­κου. Τοῦ πρό­τει­νε μά­λι­στα νά μο­νο­μα­χή­σουν, ἐ­κεῖ­νος πά­νο­πλος καί ὁ ἅ­γιος μό­νο μέ ἕ­να ξύ­λο, πι­στεύ­ον­τας, ὅτι θά τόν νι­κή­ση μέ τήν δύ­να­μι τῆς πί­στε­ως. Ὁ Γάλ­λος δέ­χθη­κε. Ἔ­κα­ναν μά­λι­στα καί ἔγ­γρα­φη συμ­φω­νί­α στήν πρε­σβεί­α. Ὁ Ἀγ­γε­λῆς ἔ­τρε­ξε στόν πνευ­μα­τι­κό του, ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε καί ζή­τη­σε τήν εὐ­χή του. Ὁ πνευ­μα­τι­κός πά­σχι­σε νά τόν ἀ­πο­τρέ­ψη, ἀλ­λά ὁ Ἀγ­γε­λῆς ἐ­πέ­με­νε. Ἔ­τσι ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ ἔ­δω­σε τε­λι­κά εὐ­λο­γί­α.

Ὁ Ἀγ­γε­λῆς ἔ­μει­νε ἄ­γρυ­πνος ὅ­λη τήν νύ­χτα προ­σευ­χό­με­νος καί ζη­τῶν­τας ἀ­πό τόν Θε­ό νά τόν ἐ­νι­σχύ­ση ἐ­ναν­τί­ον τοῦ βλά­σφη­μου Γάλ­λου. Μέ αὐ­τό τόν τρό­πο προ­ε­τοι­μά­σθη­κε πνευ­μα­τι­κά γιά τήν μο­νο­μα­χί­α. Ὅ­μως, ὁ Θε­ός δέν ἐ­πέ­τρε­ψε νά γί­νη τε­λι­κά ἀν­θρω­πο­κτο­νί­α. Ἀ­φοῦ κοι­νώ­νη­σε ὁ Ἀγ­γε­λῆς τῶν ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων, ἐμ­φα­νί­σθη­κε μπρο­στά στόν Γάλ­λο. Τό­τε τρό­μος καί δει­λί­α κυ­ρί­ευ­σε τόν Φράγ­κο καί μπρο­στά σέ ὅ­λους ἐγ­κα­τέ­λει­ψε κα­ταν­τρο­πι­α­σμέ­νος τήν μο­νο­μα­χί­α. Ἔ­τσι, νι­κη­τής ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ὁ ἅ­γιος.

Με­τά τό γε­γο­νός αὐ­τό ὁ Ἀγ­γε­λῆς κλεί­σθη­κε στόν ἑ­αυ­τό του. Ἔ­με­νε διαρκῶς στό σπί­τι του. Μό­νο δύ­ο φί­λοι του τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν, τοῦ      ἔ­φερ­ναν τρο­φή καί προ­σπα­θοῦ­σαν νά τοῦ δι­ώ­ξουν τήν με­λαγ­χο­λί­α καί τήν ὑ­πο­χον­δρί­α, ὅ­πως νό­μι­ζαν. Αὐ­τός ὅ­μως τούς ἔ­λε­γε νά μήν κο­πιά­ζουν μά­ται­α, δι­ό­τι εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει νά μαρ­τυ­ρή­ση γιά τόν Χρι­στό. Νυ­χθη­με­ρόν φαν­τα­ζό­ταν τά στίγ­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ στό σῶ­μα του. Τόν κα­τέ­τρω­γε δυ­στυ­χῶς ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια, ὅ­τι τά­χα νί­κη­σε τόν ἀν­τί­πα­λο λό­γῳ τῆς με-­γά­λης πί­στε­ώς του. Βρί­σκον­τας τό­τε εὐ­και­ρί­α ὁ ἀν­θρω­πο­κτό­νος δι­ά­βο­λος, τοῦ ὑ­πέ­βα­λε τήν ἰ­δέ­α νά τουρ­κέ­ψη γιά νά μαρ­τυ­ρή­ση στήν συ­νέ­χεια. Ἔ­τσι, τό Σάβ­βα­το τοῦ Λα­ζά­ρου τοῦ ἔ­τους 1813 πῆ­γε ζη­τῶν­τας νά γί­νη μουσουλμᾶνος. Οἱ Τοῦρ­κοι ἀρ­χι­κά τόν ἔ­δι­ω­χναν μέ βρι­σι­ές, ὕ­στε­ρα ὅ­μως μπρο­στά στήν ἐ­πι­μο­νή του, τόν δέ­χθη­καν. Ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἐ­ξώ­μο­σί του ἄρ­χι­σε νά κά­νη δι­ά­φο­ρες πα­ρά­λο­γες πρά­ξεις, ὥ­στε νά τόν ὁ­δη­γή­σουν στό δι­κα­στή­ριο, νά ὁ­μο­λο­γή­ση τόν Χρι­στό καί νά μαρ­τυ­ρή­ση. Ὅ­μως, δέν ἔ­γι­νε ἔ­τσι, ἀλ­λά τόν ἔ­δι­ω­ξαν ὡς τρελ­λό καί τόν ἔ­στει­λαν στήν Χίο. Στήν Χίο συ­νέ­χι­σε τήν πα­ρά­ξε­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά. Σέ κά­θε ἐκ­κλη­σί­α πού  συ­ναν­τοῦ­σε, ἔμ­παι­νε μέ­σα καί μέ λυγ­μούς ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες, χτυ­ποῦ­σε ἀ­λύ­πη­τα τό κε­φά­λι του στό δά­πε­δο, τό­σο πού ὁ χτύ­πος ἀ­κου­γό­ταν μα­κριά καί ὕ­στε­ρα ἀ­σπα­ζό­ταν μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια τίς εἰ­κό­νες.

Συμ­με­τεῖ­χε στίς ἀ­κο­λου­θί­ες λέ­γον­τας τό­σο κα­τα­νυ­κτι­κές προ­σευ­χές στόν Χρι­στό, στήν Πα­να­γί­α καί στούς ἁ­γί­ους, ὥ­στε ὅ­λοι θαύ­μα­ζαν, πῶς εἶ­χε προ­σαρ­μό­σει τό­σο ὡ­ραῖ­α καί εἶ­χε ἀ­πο­στη­θί­σει ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τίς εὐ­χές, οἱ ὁ­ποῖ­ες προ­κα­λοῦ­σαν στούς ὑ­πο­λοί­πους δά­κρυ­α καί συμ­πά­θεια πρός τόν μάρ­τυ­ρα. Ἄλ­λο­τε πά­λι, ἔ­δι­νε λει­τουρ­γί­ες στούς ἱ­ε­ρεῖς καί ἐ­λε­η­μο­σύ­νες στούς φτω­χούς, ὥ­στε νά δέ­ων­ται στόν Θε­ό γι’ αὐ­τόν. Στούς Χρι­στια­νούς ἔ­λε­γε, νά προ­σεύ­χων­ται στόν Θε­ό, γιά νά φέ­ρη εἰς πέ­ρας τόν ἀ­γῶ­να του. Ἄν τόν ἐ­παι­νοῦ­σαν γιά τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του αὐ­τή, ἀ­γρί­ευ­ε, ἔ­βρι­ζε καί γι­νό­ταν ἀ­πει­λη­τι­κός. Προ­κα­λοῦ­σε καί μέ ἄλ­λους τρό­πους τούς Τούρ­κους, γιά νά τούς ἐ­ρε­θί­ση, ὥ­στε νά κα­τα­φέ­ρη τόν σκο­πό του.

Κά­πο­τε, ἐ­νῷ ἦ­ταν πε­ρί­ο­δος ρα­μα­ζα­νιοῦ, κά­θι­σε κά­τω ἀ­πό ἕ­να τούρ­κι­κο σπί­τι, ἔ­πι­νε νε­ρό καί κά­πνι­ζε. Κα­τέ­βη­κε λοι­πόν κά­τω ὁ σπι­το­νοι­κο­κύ­ρης καί ἔ­δει­ρε τόν Ἀγ­γε­λῆ. Ἄλ­λο­τε πά­λι, ἐ­νῷ ἦ­ταν ρα­μα­ζά­νι, κά­θι­σε μπρο­στά στήν πόρ­τα τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου, ἅ­πλω­σε τό μαν­τή­λι του, ἔ­τρω­γε καί ἔ­πι­νε κρα­σί. Κα­νείς ὅ­μως δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μα­ζί του.

Συ­χνά πή­γαι­νε στόν τά­φο τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου Νο­τα­ρᾶ, κα­θο­δη­γη­τῆ πολ­λῶν νε­ο­μαρ­τύ­ρων, καί προ­σευ­χό­ταν μέ δά­κρυ­α ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τό μνη­μεῖ­ο, ὥ­στε μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ἁ­γί­ου, νά ἀ­ξι­ω­θῆ νά μαρ­τυ­ρή­ση. Ἄλ­λο­τε πή­γαι­νε σέ ἕ­να ἐ­ξω­κκλή­σι, ὅ­που συ­ναν­τι­ό­ταν μέ ἕ­ναν πνευ­μα­τι­κό. Προ­σευ­χό­ταν μέ πολ­λή κα­τά­νυ­ξι καί συν­τρι­βή, μέ­νον­τας γιά πολ­λή ὥ­ρα ἐκ­στα­τι­κός, λές καί ἁρ­πα­ζό­ταν ὁ νοῦς του σέ θεί­α θε­ω­ρί­α. Ὅ­μως, δέν ἀ­πο­κά­λυ­πτε τίς πνευ­μα­τι­κές του ἐμ­πει­ρί­ες, ἀλ­λά προ­σποιεῖτο τόν σα­λό.

Ἔ­χον­τας πλέ­ον συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει, ὅ­τι ξε­γε­λά­στη­κε ἀ­πό τόν δό­λιο δαί­μο­να, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α του καί με­τα­νό­η­σε εἰ­λι­κρι­νῶς ἀ­να­θέ­τον­τας ὅ­λη του τήν ἐλ­πί­δα στόν Θε­ό. Τό­τε λοι­πόν ὁ Θε­ός τόν ἀ­ξί­ω­σε γιά ἐ­κεῖ­νο, πού τό­σο σφο­δρά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε.

Ἀ­φοῦ πα­ρέ­μει­νε ἕ­ξι μῆ­νες στήν Χίο, προ­ε­τοι­μα­ζό­με­νος πνευ­μα­τι­κά, μέ συντριμ­μέ­νη πλέ­ον καρ­διά εἰ­σῆλ­θε στό στά­διο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Μί­α ἡ­μέ­ρα ξύρισε τά γέ­νια του καί πῆγε στό τε­λω­νεῖ­ο. Μό­λις τόν εἶ­δαν οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­πο­ρη­μέ­νοι τόν ρώ­τη­σαν, για­τί ξύ­ρι­σε τά γέ­νια του. Ἐ­κεῖ­νος τούς ἀ­πάν­τη­σε, ὅτι ὅ­σο ἦ­ταν Τοῦρ­κος τά ἄ­φη­νε, ἐ­πει­δή οἱ Τοῦρ­κοι τά ἔ­χουν πε­ρί πολ­λοῦ. Τώ­ρα ὅ­μως, πού ξα­να­έ­γι­νε Χρι­στια­νός, τά ἔ­κο­ψε ὡς πε­ριτ­τά καί ἄ­χρη­στα, ἐ­πει­δή ἐ­δῶ οἱ Χρι­στια­νοί συ­νή­θι­ζαν νά ξυ­ρί­ζων­ται.

Προ­σπά­θη­σαν νά τόν συ­νε­τί­σουν. Βλέ­πον­τας ὅ­μως, ὅ­τι δέν γί­νε­ται τί­πο­τα, τόν ἔ­κλει­σαν σι­δη­ρο­δέ­σμιο στό κά­στρο. Ὅ­λη τήν νύ­χτα τόν βα­σά­νι­ζαν. Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα τόν ὡ­δή­γη­σαν στόν δι­οι­κη­τή τοῦ νη­σιοῦ, ὅ­που εἶ­χαν συγ­κεν­τρω­θῆ καί οἱ ἀ­γά­δες. Ἐ­πε­χεί­ρη­σαν μέ ὑ­πο­σχέ­σεις καί ἀ­πει­λές νά τόν με­τα­πεί­σουν. Θέ­λη­σαν νά τόν ἀ­νε­βά­σουν βια­ίως στό τζα­μί σέρ­νον­τάς τον καί χτυ­πῶν­τας τον ἄ­σπλα­χνα. Ὅ­μως ὁ μάρ­τυ­ρας φώ­να­ζε, ὅτι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα γι’ αὐ­τόν νά τόν θα­να­τώ­σουν ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, πα­ρά νά ἀ­νέ­βη στό Τζα­μί, δι­ό­τι ἦ­ταν πλέ­ον καί πά­λι Χρι­στια­νός.

Ἐ­πει­δή ὁ Ἀγ­γε­λῆς ἔ­με­νε στα­θε­ρός στόν Χρι­στό, τόν ἔ­κλει­σαν καί πά­λι στήν σκο­τει­νή φυ­λα­κή μέ τά πό­δια στό τουμ­πρού­κι. Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα, 3 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 1813, μή κα­τα­φέρ­νον­τας νά τοῦ ἀλ­λά­ξουν γνώ­μη, τόν ὡ­δή­γη­σαν στήν θέ­σι Βου­νά­κι, ὅ­που τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.

Τό μαρ­τυ­ρι­κό του λεί­ψα­νο τρί­α με­ρό­νυ­χτα ἔ­μει­νε στόν τό­πο τῆς ἐ­κτε­λέ­σε­ως. Οἱ Χρι­στια­νοί προ­σπα­θοῦ­σαν, νά πά­ρουν κά­τι ἀ­πό τά ἐν­δύ­μα­τα τοῦ μάρ­τυ­ρα ἤ ἀ­πό τό αἷ­μα του, δί­νον­τας χρή­μα­τα στούς φρου­ρούς. Ἕ­νας Χρι­στια­νός πρό­τει­νε χι­λιά­δες γρό­σια νά πά­ρη τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο γιά τα­φή, ἀλ­λά οἱ Τοῦρ­κοι δέν δέ­χτη­καν. Ἐ­πει­δή κά­ποι­ος ἱ­ε­ρέ­ας ἅρ­πα­ξε τήν τι­μί­α κά­ρα τοῦ ἁ­γί­ου καί τήν κα­τα­φι­λοῦ­σε μπρο­στά στούς Τούρ­κους, σκλή­ρυ­ναν τήν στά­σι τους καί σή­κω­σαν τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο μα­ζί μέ τήν κε­φα­λή καί τό χῶ­μα, πού εἶ­χε βρα­χεῖ ἀ­πό τό αἷ­μα καί τά ἔρριξαν στό πέ­λα­γος σέ 25 ὀρ­γυι­ές βά­θος. Τή νύ­χτα προ­σπά­θη­σαν κά­ποι­οι φι­λο­μάρ­τυ­ρες Χρι­στια­νοί νά τά βγά­λουν, ἀλ­λά δέν τό κα­τόρ­θω­σαν.

 

 

 

 

 

 

 



banks
Login-iconLogin
active³ 5.3 · IPS κατασκευή E-shop · Όροι χρήσης