Τῷ αὐτῷ μηνί Γ΄, μνήμη τοῦ Ἁγίου Προφήτου Σοφονίου.
Αὐτός ἦταν υἱός τοῦ Χουσί, καταγόμενος ἀπό τήν φυλή τοῦ Πατριάρχου Συμεών, υἱοῦ τοῦ Ἰακώβ, ἐκ τοῦ ἀγροῦ, δηλαδή τοῦ ἀγροκτήματος Σαβάραθα, ὄντας πρό Χριστοῦ ἔτη 600. Δέχθηκε τό χάρισμα τῆς προφη-τείας καί προφήτευσε γιά τήν ἅλωσι τῆς Ἱερουσαλήμ καί γιά τό τέλος καί τήν καταστροφή τῶν Ἰουδαίων. Καί ὅτι ὁ λαός πού προέρχεται ἀπό τά ἔθνη, θά γίνη λαός περιούσιος τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό θά εἶναι αἰσχύνη τῶν ἀσεβῶν, δόξα ὅμως τῶν δικαίων. Καί ὅτι θά γίνη Χριστός ὁ Κύριος, Κριτής κάθε πνοῆς λογικῆς. Καί θά ἀνταποδώση στόν καθένα κατά τά ἔργα του. Ὅταν λοιπόν αὐτός πέθανε, τάφηκε στό δικό του ἀγρόκτημα προσμένοντας τήν τελική καί παγκόσμια ἀνάστασι. Σοφονίας δέ σημαίνει “σκοπιά Κυρίου” ἤ “αὐτός πού καταλαβαίνει τά κρυπτά”. Ἦταν δέ ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου, ὅμοιος μέ τόν Θεολόγο Ἰωάννη, ἔχοντας τό γένειο κάπως λίγο στρογγυλότερο ἀπό τό γένειο ἐκείνου[1].
[1] Γιά τόν Προφήτη αὐτόν λέει τά ἑξῆς ὁ Ἀλέξανδρος στά Ἰουδαϊκά· ὅτι ἔζησε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἰωσία, καταγόμενος ἀπό τόν Λευϊτικό δῆμο, δηλαδή ἀπό τό ἱερατικό τάγμα καί ἀπό τόν προφητικό χορό. Ὁ ὁποῖος δίδαξε τόν βασιλιά Ἰωσία, ὅταν ἦταν ἀκόμη νεαρός, νά ἔχη σέβας πρός τόν Θεό, σεμνότητα στά ἤθη καί χρηστότητα. Καί κατά κάποιον τρόπον ἑτοίμασε τίς ἀκοές τους τό νά δεχθοῦν εὔκολα ἐκεῖνα, πού θά τοῦ ἔλεγε ὁ Προφήτης Ἱερεμίας. Καί κάθε πόθο καί γλυκύτητα ἀρετῆς ἐνέσταξε στήν ψυχή του. Σέ τρία δέ κεφάλαια μοιράζεται ἡ προφητεία του. Στό δέ τελευταῖο, ἀφοῦ προφήτευσε γιά τήν μυστική Ἱερουσαλήμ, δηλαδή τήν Ἐκκλησία, προεῖπε τήν ἔλευσι τοῦ Σωτῆρα μας. Λέγει ἀκόμη καί ὁ Κανονικός Κλήμης, ὅτι ὁ Σοφονίας ἦταν σύγχρονος μέ τόν Ἀββακούμ καί τόν Ἱερεμία. Ἄλλος πάλι ἰσχυρίζεται ὅτι ὁμιλεῖ ὑψηλά καί μεγαλοπρεπῆ.
* Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γαβριήλ, τοῦ Γάνου μέν ὄντος πρότερον Ἐπισκόπου, ὕστερον δέ ἐν Προύσῃ μαρτυρήσαντος κατά τό 1659 ἔτος.
+ Εἴληφε διπλοῦν Γαβριήλ νέος στέφος,
Ὡς Ἱεράρχης καί ἀθλητής Κυρίου[1].
Αὐτός ὁ Μακάριος Γαβριήλ, ἐνῷ ἦταν ἀρχιερέας Γάνου καί Χώρας, τόν καιρό πού ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Παρμένιος ἔφυγε γιά τίς οὐρανίες σκηνές μέ μαρτυρικό θάνατο, ὅπως προείπαμε, ἀφοῦ βρέθηκε στήν Βασιλεύουσα ἀνέβηκε στόν Πατριαρχικό θρόνο. Μετά ἀπό λίγον καιρό ὅμως, ἐπειδή δέν εἶχε ἐμπειρία στά γράμματα, ἀφοῦ ἔλαβε προεδρικῶς τήν Προῦσσα, πῆγε ἐκεῖ καί ἡσύχαζε στά ἰδιαίτερα. Ἀλλά μετά ἀπό δύο χρόνια, ἐπειδή ἔτυχε νά βαπτίση ἕναν Ἑβραῖο, πού πίστεψε στόν Χριστό, οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι Ἑβραῖοι, ὡς χριστιανομάχοι, πῆγαν στόν Βεζύρη, πού ἦταν τότε μαζί μέ τόν Βασιλέα στήν Προῦσσα, καί κατηγόρησαν ψευδῶς τόν ἀρχιερέα, ὅτι βάπτισε ἕναν Τοῦρκο. Ὁ Βεζύρης ἀφοῦ ἔστησε μπροστά του τόν Ἅγιο τοῦ λέει μέ μεγάλο θυμό· «Ἐπειδή τόλμησες νά βαπτίσης Τοῦρκο, εἶσαι ἄξιος θανάτου καί πρέπει νά κρεμασθῆς, ἐκτός μόνο ἄν θελήσης νά τουρκέψης καί ἔτσι νά σοῦ χαρίσουμε τήν ζωή καί νά ἀξιωθῆς μεγάλης τιμῆς καί δόξης, ἔτσι ὥστε νά γίνης μέγας καί τρανός σέ ὅλο τό Βασίλειο». Μόλις ἄκουσε αὐτά τά ἀνέλπιστα ὁ πανύμνητος, χωρίς νά δειλιάση καθόλου, ἀποκρίθηκε: «Τό ὅτι ἐγώ μέν δέν βάπτισα Τοῦρκο καί ψευδῶς μέ κατηγοροῦν οἱ Ἑβραῖοι ἀπό τήν κακία τους, εἶναι φανερό σέ ὅλους καί ἐσεῖς οἱ ἴδιοι τό γνωρίζετε καί τό ξέρετε πολύ καλά, ὅτι αὐτό τό γένος τῶν Ἑβραίων ἀπό παλιά καί ἐξ ἀρχῆς μᾶς καταδιώκουν καί ὅπως θανάτωσαν τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ἐμᾶς τούς Χριστιανούς, ἄν ἦταν στήν ἐξουσία τους, ὅλους θά μᾶς θανάτωναν. Ὁπότε ἄδικα πάσχω. Τό νά ἀφήσω ὅμως τήν πίστι μου καί νά γίνω Τοῦρκος, γιά νά γλυτώσω τήν ζωή μου, μέ κανέναν τρόπο δέν θά τό κάνω ποτέ στόν αἰῶνα, τό νά ἀρνηθῶ τόν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά εἶμαι ἕτοιμος νά πεθάνω, ὄχι μία φορά ἀλλά ἑκατό, ἄν εἶναι δυνατόν, γιά τό ὄνομά του τό ἅγιο».
Τότε ὁ Βεζύρης πρόσταξε νά τόν φυλακίσουν καί νά τόν βασανίζουν μέ διάφορα βασανιστήρια, ἕως ὅτου νά τόν κάνουν καί βιαίως νά δεχθῆ τήν θρησκεία τους. Ἀλλά ὁ γενναῖος στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ ἔμενε ἀμετάπειστος καί σταθερός στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, παρ’ ὅλο πού οἱ
ἀνηλεεῖς ἐκεῖνοι καί ὠμοί τύραννοι τόν παίδευαν μέ πολλά καί πάνδεινα μαρτύρια, τά ὁποῖα ὑπέφερε ὁ εὐλογημένος μέ χαρά μεγάλη τῆς ψυχῆς του, δοξάζοντας τόν Θεό καί παρακαλῶντας νά τόν δυναμώση νά ὑπομείνη καί ἄλλα περισσότερα γιά τήν ἀγάπη του. Βλέποντας λοιπόν ἐκεῖνοι τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, τό ἀνήγγειλαν στόν Βεζύρη, καί ἔτσι ὥρισε ἐκεῖνος νά τόν κρεμάσουν. Ὁπότε, ἀφοῦ παρέλαβε τόν Ἅγιο ὁ δήμιος, τόν πῆγε στόν τόπο τῆς καταδίκης χαρούμενο καί ἐκεῖ τόν κρέμασε καί ἔτσι ἔλαβε ὁ Τρισμακάριος τόν στέφανο τοῦ Μαρτυρίου ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό. Στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.
[1] Ἀναφορά σ’ αὐτόν κάνει ὁ Δοσίθεος στό ἔργο του γιά τούς Πατριάρχες τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐπίσης καί ὁ Μελέτιος στόν γ΄ τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.
Τῇ 3ῃ τοῦ μηνός Δεκεμβρίου μνήμη τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Μάρτυρος Ἀγγελῆ τοῦ ἐξ Ἄργους († 1813).
Μαρτύρησε στήν Χίο. Ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπό τό Ἄργος τῆς Πελοποννήσου καί ζοῦσε στό Κουσάντασι (Ἔφεσο) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Ἐργαζόταν ὡς πρακτικός ἰατρός. Ἦταν ἄνθρωπος ἥσυχος, εὐλαβής, φιλακόλουθος καί ἐλεήμων.
Κάποια ἡμέρα σέ μία συνάντησι ἔτυχε νά βρίσκεται ἕνας Γάλλος ἄθεος, ὁ ὁποῖος χλεύαζε τήν χριστιανική πίστι. Ὁ Ἀγγελῆς μέ παρρησία ἀντέκρουσε τά ἐπιχειρήματα τοῦ Φράγκου. Τοῦ πρότεινε μάλιστα νά μονομαχήσουν, ἐκεῖνος πάνοπλος καί ὁ ἅγιος μόνο μέ ἕνα ξύλο, πιστεύοντας, ὅτι θά τόν νικήση μέ τήν δύναμι τῆς πίστεως. Ὁ Γάλλος δέχθηκε. Ἔκαναν μάλιστα καί ἔγγραφη συμφωνία στήν πρεσβεία. Ὁ Ἀγγελῆς ἔτρεξε στόν πνευματικό του, ἐξωμολογήθηκε καί ζήτησε τήν εὐχή του. Ὁ πνευματικός πάσχισε νά τόν ἀποτρέψη, ἀλλά ὁ Ἀγγελῆς ἐπέμενε. Ἔτσι ὁ ἱερέας τοῦ ἔδωσε τελικά εὐλογία.
Ὁ Ἀγγελῆς ἔμεινε ἄγρυπνος ὅλη τήν νύχτα προσευχόμενος καί ζητῶντας ἀπό τόν Θεό νά τόν ἐνισχύση ἐναντίον τοῦ βλάσφημου Γάλλου. Μέ αὐτό τόν τρόπο προετοιμάσθηκε πνευματικά γιά τήν μονομαχία. Ὅμως, ὁ Θεός δέν ἐπέτρεψε νά γίνη τελικά ἀνθρωποκτονία. Ἀφοῦ κοινώνησε ὁ Ἀγγελῆς τῶν ἀχράντων Μυστηρίων, ἐμφανίσθηκε μπροστά στόν Γάλλο. Τότε τρόμος καί δειλία κυρίευσε τόν Φράγκο καί μπροστά σέ ὅλους ἐγκατέλειψε καταντροπιασμένος τήν μονομαχία. Ἔτσι, νικητής ἀνακηρύχθηκε ὁ ἅγιος.
Μετά τό γεγονός αὐτό ὁ Ἀγγελῆς κλείσθηκε στόν ἑαυτό του. Ἔμενε διαρκῶς στό σπίτι του. Μόνο δύο φίλοι του τόν ἐπισκέπτονταν, τοῦ ἔφερναν τροφή καί προσπαθοῦσαν νά τοῦ διώξουν τήν μελαγχολία καί τήν ὑποχονδρία, ὅπως νόμιζαν. Αὐτός ὅμως τούς ἔλεγε νά μήν κοπιάζουν μάταια, διότι εἶχε ἀποφασίσει νά μαρτυρήση γιά τόν Χριστό. Νυχθημερόν φανταζόταν τά στίγματα τοῦ Χριστοῦ στό σῶμα του. Τόν κατέτρωγε δυστυχῶς ἡ ὑπερηφάνεια, ὅτι τάχα νίκησε τόν ἀντίπαλο λόγῳ τῆς με-γάλης πίστεώς του. Βρίσκοντας τότε εὐκαιρία ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, τοῦ ὑπέβαλε τήν ἰδέα νά τουρκέψη γιά νά μαρτυρήση στήν συνέχεια. Ἔτσι, τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου τοῦ ἔτους 1813 πῆγε ζητῶντας νά γίνη μουσουλμᾶνος. Οἱ Τοῦρκοι ἀρχικά τόν ἔδιωχναν μέ βρισιές, ὕστερα ὅμως μπροστά στήν ἐπιμονή του, τόν δέχθηκαν. Ἀμέσως μετά τήν ἐξώμοσί του ἄρχισε νά κάνη διάφορες παράλογες πράξεις, ὥστε νά τόν ὁδηγήσουν στό δικαστήριο, νά ὁμολογήση τόν Χριστό καί νά μαρτυρήση. Ὅμως, δέν ἔγινε ἔτσι, ἀλλά τόν ἔδιωξαν ὡς τρελλό καί τόν ἔστειλαν στήν Χίο. Στήν Χίο συνέχισε τήν παράξενη συμπεριφορά. Σέ κάθε ἐκκλησία πού συναντοῦσε, ἔμπαινε μέσα καί μέ λυγμούς ἔκανε μετάνοιες, χτυποῦσε ἀλύπητα τό κεφάλι του στό δάπεδο, τόσο πού ὁ χτύπος ἀκουγόταν μακριά καί ὕστερα ἀσπαζόταν μέ πολλή εὐλάβεια τίς εἰκόνες.
Συμμετεῖχε στίς ἀκολουθίες λέγοντας τόσο κατανυκτικές προσευχές στόν Χριστό, στήν Παναγία καί στούς ἁγίους, ὥστε ὅλοι θαύμαζαν, πῶς εἶχε προσαρμόσει τόσο ὡραῖα καί εἶχε ἀποστηθίσει ὅλες ἐκεῖνες τίς εὐχές, οἱ ὁποῖες προκαλοῦσαν στούς ὑπολοίπους δάκρυα καί συμπάθεια πρός τόν μάρτυρα. Ἄλλοτε πάλι, ἔδινε λειτουργίες στούς ἱερεῖς καί ἐλεημοσύνες στούς φτωχούς, ὥστε νά δέωνται στόν Θεό γι’ αὐτόν. Στούς Χριστιανούς ἔλεγε, νά προσεύχωνται στόν Θεό, γιά νά φέρη εἰς πέρας τόν ἀγῶνα του. Ἄν τόν ἐπαινοῦσαν γιά τήν ἐπιθυμία του αὐτή, ἀγρίευε, ἔβριζε καί γινόταν ἀπειλητικός. Προκαλοῦσε καί μέ ἄλλους τρόπους τούς Τούρκους, γιά νά τούς ἐρεθίση, ὥστε νά καταφέρη τόν σκοπό του.
Κάποτε, ἐνῷ ἦταν περίοδος ραμαζανιοῦ, κάθισε κάτω ἀπό ἕνα τούρκικο σπίτι, ἔπινε νερό καί κάπνιζε. Κατέβηκε λοιπόν κάτω ὁ σπιτονοικοκύρης καί ἔδειρε τόν Ἀγγελῆ. Ἄλλοτε πάλι, ἐνῷ ἦταν ραμαζάνι, κάθισε μπροστά στήν πόρτα τοῦ δικαστηρίου, ἅπλωσε τό μαντήλι του, ἔτρωγε καί ἔπινε κρασί. Κανείς ὅμως δέν ἀσχολήθηκε μαζί του.
Συχνά πήγαινε στόν τάφο τοῦ ἁγίου Μακαρίου Νοταρᾶ, καθοδηγητῆ πολλῶν νεομαρτύρων, καί προσευχόταν μέ δάκρυα ἀγκαλιάζοντας τό μνημεῖο, ὥστε μέ τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου, νά ἀξιωθῆ νά μαρτυρήση. Ἄλλοτε πήγαινε σέ ἕνα ἐξωκκλήσι, ὅπου συναντιόταν μέ ἕναν πνευματικό. Προσευχόταν μέ πολλή κατάνυξι καί συντριβή, μένοντας γιά πολλή ὥρα ἐκστατικός, λές καί ἁρπαζόταν ὁ νοῦς του σέ θεία θεωρία. Ὅμως, δέν ἀποκάλυπτε τίς πνευματικές του ἐμπειρίες, ἀλλά προσποιεῖτο τόν σαλό.
Ἔχοντας πλέον συνειδητοποιήσει, ὅτι ξεγελάστηκε ἀπό τόν δόλιο δαίμονα, ἀναγνώρισε τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία του καί μετανόησε εἰλικρινῶς ἀναθέτοντας ὅλη του τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Τότε λοιπόν ὁ Θεός τόν ἀξίωσε γιά ἐκεῖνο, πού τόσο σφοδρά ἐπιθυμοῦσε.
Ἀφοῦ παρέμεινε ἕξι μῆνες στήν Χίο, προετοιμαζόμενος πνευματικά, μέ συντριμμένη πλέον καρδιά εἰσῆλθε στό στάδιο τοῦ μαρτυρίου. Μία ἡμέρα ξύρισε τά γένια του καί πῆγε στό τελωνεῖο. Μόλις τόν εἶδαν οἱ Τοῦρκοι ἀπορημένοι τόν ρώτησαν, γιατί ξύρισε τά γένια του. Ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε, ὅτι ὅσο ἦταν Τοῦρκος τά ἄφηνε, ἐπειδή οἱ Τοῦρκοι τά ἔχουν περί πολλοῦ. Τώρα ὅμως, πού ξαναέγινε Χριστιανός, τά ἔκοψε ὡς περιττά καί ἄχρηστα, ἐπειδή ἐδῶ οἱ Χριστιανοί συνήθιζαν νά ξυρίζωνται.
Προσπάθησαν νά τόν συνετίσουν. Βλέποντας ὅμως, ὅτι δέν γίνεται τίποτα, τόν ἔκλεισαν σιδηροδέσμιο στό κάστρο. Ὅλη τήν νύχτα τόν βασάνιζαν. Τήν ἄλλη ἡμέρα τόν ὡδήγησαν στόν διοικητή τοῦ νησιοῦ, ὅπου εἶχαν συγκεντρωθῆ καί οἱ ἀγάδες. Ἐπεχείρησαν μέ ὑποσχέσεις καί ἀπειλές νά τόν μεταπείσουν. Θέλησαν νά τόν ἀνεβάσουν βιαίως στό τζαμί σέρνοντάς τον καί χτυπῶντας τον ἄσπλαχνα. Ὅμως ὁ μάρτυρας φώναζε, ὅτι ἦταν καλύτερα γι’ αὐτόν νά τόν θανατώσουν ἐκείνη τήν στιγμή, παρά νά ἀνέβη στό Τζαμί, διότι ἦταν πλέον καί πάλι Χριστιανός.
Ἐπειδή ὁ Ἀγγελῆς ἔμενε σταθερός στόν Χριστό, τόν ἔκλεισαν καί πάλι στήν σκοτεινή φυλακή μέ τά πόδια στό τουμπρούκι. Τήν ἄλλη ἡμέρα, 3 Δεκεμβρίου τοῦ 1813, μή καταφέρνοντας νά τοῦ ἀλλάξουν γνώμη, τόν ὡδήγησαν στήν θέσι Βουνάκι, ὅπου τόν ἀποκεφάλισαν.
Τό μαρτυρικό του λείψανο τρία μερόνυχτα ἔμεινε στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως. Οἱ Χριστιανοί προσπαθοῦσαν, νά πάρουν κάτι ἀπό τά ἐνδύματα τοῦ μάρτυρα ἤ ἀπό τό αἷμα του, δίνοντας χρήματα στούς φρουρούς. Ἕνας Χριστιανός πρότεινε χιλιάδες γρόσια νά πάρη τό ἅγιο λείψανο γιά ταφή, ἀλλά οἱ Τοῦρκοι δέν δέχτηκαν. Ἐπειδή κάποιος ἱερέας ἅρπαξε τήν τιμία κάρα τοῦ ἁγίου καί τήν καταφιλοῦσε μπροστά στούς Τούρκους, σκλήρυναν τήν στάσι τους καί σήκωσαν τό ἅγιο λείψανο μαζί μέ τήν κεφαλή καί τό χῶμα, πού εἶχε βραχεῖ ἀπό τό αἷμα καί τά ἔρριξαν στό πέλαγος σέ 25 ὀργυιές βάθος. Τή νύχτα προσπάθησαν κάποιοι φιλομάρτυρες Χριστιανοί νά τά βγάλουν, ἀλλά δέν τό κατόρθωσαν.


Login