+ Στίς ἡμέρες τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλεντα, τοῦ Ἀρειανοῦ, κατά τό ἔτος 364, ἐπικρατῶντας ἡ αἵρεσι τῶν Ἀρειανῶν, ἔκανε νά ἀποκλεισθοῦν οἱ Ἐκκλησίες τῶν Ὀρθοδόξων, πού ὅλοι θρηνοῦσαν καί ἔκλαιγαν. Τότε λοιπόν συγκεντρώθηκε στόν ποταμό Δούναβι μεγάλο πλῆθος βαρβάρων, πού ὀνομάζονται Γότθοι, οἱ ὁποῖοι σχεδίαζαν νά ἐπιτεθοῦν ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τότε ὁ Οὐάλης, ἀφοῦ συγκέντρωσε τά στρατεύματά του, βγῆκε νά τούς πολεμήση. Τότε καί ὁ Ὅσιος αὐτός Ἰσάκιος στόν κατάλληλο καιρό βγῆκε ἀπό τήν Ἀνατολή καί, ἀφοῦ συνάντησε τόν βασιλιά, τοῦ εἶπε· «Βασιλιά, πρόσταξε νά ἀνοιχθοῦν οἱ Ἐκκλησίες τῶν Χριστιανῶν. Ἐάν λοιπόν κάνης αὐτό, γνώριζε, ὅτι θά γυρίσης νικητής ἀπό τούς ἐχθρούς». Ὁ βασιλιάς ὅμως πωρωμένος ὄντας νόμισε φλυαρίες τά λόγια τοῦ Ὁσίου. Ὁπότε πῆγε πάλι τήν δεύτερη ἡμέρα ὁ Ὅσιος πρός τόν βασιλιά καί τοῦ εἶπε· «Βασιλιά, ἄνοιξε τίς Ἐκκλησίες, καί γνώριζε ὅτι θα ἐπιστρέψης εἰρηνικά νικητής». Ὁ βασιλιάς ὅμως καταφρονῶντας τόν Ὅσιο, βάδιζε τόν δρόμο του. Τήν τρίτη ἡμέρα πῆγε καί γιά τρίτη φορά ὁ Ὅσιος πρός αὐτόν καί, ἀφοῦ ἔπιασε τό χαλινάρι τοῦ ἀλόγου του, ἄρχισε ἄλλοτε νά τόν ἐλέγχη, ἄλλοτε πάλι καί νά τόν παρακαλῆ. Ἐνῶ ἔλεγε αὐτά ὁ Ἅγιος, ἔφθασαν σέ ἕνα βαθύ καί φοβερό φαράγγι, πού ἦταν γεμᾶτο ἀπό πολύ μυτερά ἀγκάθια. Ὁ βασιλιάς λοιπόν ἔκανε νεῦμα στούς στρατιῶτες νά ρίξουν τόν Ἅγιο μέσα στό φαράγγι. Πέφτοντας ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπάνω στά ἀγκάθια καί νομίζοντας, ὅτι βρίσκεται ἐπάνω σέ στρῶμα ἁπαλό, εὐχαρίστοῦσε τόν Κύριο. Καί ἀμέσως, νά, ἦλθαν δύο ἀσπροφόροι καί μέ πολλή χάρι ἄνδρες[1], οἱ ὁποῖοι ἀνέβασαν τόν Ἅγιο ἀπό τό φαράγγι ἀβλαβῆ καί, ἀφοῦ τόν ἄφησαν μέσα στήν ἀγορά, μπρο-στά στόν βασιλιά, ἀναχώρησαν. Βλέποντάς τον ὅμως ὁ βασιλιάς, ἐξεπλάγη καί εἶπε· «Δέν εἶναι αὐτός ἐκεῖνος, πού ρίχθηκε στό φοβερό φαράγγι;». Καί ὁ Ἅγιος εἶπε πάλι στόν βασιλιά· «Ἄνοιξε τίς Ἐκκλησίες, σέ παρακαλῶ καί θά γυρίσης ἀπό τόν πόλεμο μέ χαρά. Ἄν ὅμως δέν κάνης αὐτό, γνώριζε, ὅτι ὅταν ὁ πόλεμος συγκροτηθῆ μέ τούς βαρβάρους, ἐσύ θά φύγης μέ ἕναν ἄνθρωπο καί θά κρυφθῆς μέσα σέ ἕναν ἀχυρῶνα καί ἐκεῖ θά καῆς ἀπό τούς ἐχθρούς». Ὁ βασιλιάς, μολονότι καί γιά πολλά πράγματα ἐξεπλάγη καί ἔφριξε αὐτόν τόν Ἅγιο, παρ’ ὅλα αὐτά τόν καταφρόνησε ὡς ἀσύνετος, πού ἦταν. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί τόν παρέδωσε σέ δύο στρατιῶτες, Σατόρνικο καί Βίκτωρα λεγόμενους καί τούς πρόσταξε νά τόν φυλᾶνε μέ ἀσφάλεια, ἕως ὅτου ἐπιστρέψη ἀπό τόν πόλεμο. Διότι, τότε, εἶπε, θα τόν θανατώση μέ φωτιά. Καί ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Ἐάν ἐσύ γυρίσης ἀπό τόν πόλεμο ὑγιής καί εἰρηνικός, τότε σίγουρα σ’ ἐμένα δέν μίλησε ὁ Θεός»[2].
Ὅταν λοιπόν συγκροτήθηκε ὁ πόλεμος, δέν μπόρεσε νά ἀντισταθῆ ὁ βασιλιάς, ἀλλά ἔφυγε μαζί μέ τόν πραιπόσιτό του, ὁ ὁποῖος πάντοτε παρακινοῦσε τόν βασιλιά ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, καί μαζί μέ αὐτόν κρύφθηκε μέσα σέ ἕναν ἀχυρῶνα. Οἱ βάρβαροι, ἀφοῦ τούς κυνήγησαν κατόπιν, ἔβαλαν φωτιά στόν ἀχυρῶνα καί τόν κατέκαψαν μαζί μέ τόν βασιλιά καί τόν πραιπόσιτο. Τά δέ στρατεύματα τοῦ βασιλιᾶ ἐπέστρεψαν ἀπό τόν πόλεμο καί, θέλοντας νά πειράξουν τόν Ὅσιο Ἰσάκιο, τοῦ ἔλεγαν· «Ἑτοιμάσου, νά δώσης ἀπολογία στόν βασιλιά, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νά ἀποτελειώση ἐκεῖνο, πού εἶπε ἐναντίον σου». Ὁ Ἅγιος ἀποκρίθηκε· «Ἑπτά ἡμέρες τώρα πέρασαν, ἀπό τότε, πού ἐγώ μύρισα τήν δυσωδία τῶν κοκκάλων τοῦ βασιλιᾶ, τά ὁποῖα κατακάηκαν ἀπό τήν φωτιά». Οἱ στρατιῶτες, ὅταν ἄκουσαν αὐτά, καταφοβήθηκαν, ἐπειδή καί ὁ Θεός τοῦ φανέρωσε ὅλα τά γεγονότα. Τότε, ἀφοῦ ἔπεσαν στά πόδια τοῦ Ὁσίου, τόν παρακαλοῦσαν νά κατοικήση στήν Κωνσταντινούπολι. Ὁ Ἅγιος ὅμως εἶπε· «Ἀφῆστε με ἑπτά ἡμέρες νά παρακαλέσω τόν Θεό, γιά νά μοῦ φανερώση, ἄν αὐτό εἶναι θέλημά του». Ἀφοῦ λοιπόν παρακάλεσε τόν Θεό, ἔμαθε ὅτι εἶναι θέλημά του νά μείνη στήν πόλι, ὁπότε καί τό ἀνήγγειλε σ’ ἐκείνους πού τόν παρακάλεσαν. Ὅλοι λοιπόν οἱ πολίτες συνερίζονταν νά κτίσουν Μοναστήρι, γιά νά κατοικήση ὁ Ἅγιος. Ἕνας δέ ἀπό αὐτούς, πού λεγόταν Σατορνῖλος, αὐτός, ἀφοῦ φάνηκε προθυμότερος ἀπό τούς ἄλλους, πρόλαβε καί ἔκτισε Μοναστήρι σέ τόπο σεμνό καί ἁρμόδιο. Τότε ὁ Ἅγιος μπῆκε σ’ αὐτό καί δόξασε τόν Θεό. Οἱ δέ προαναφερθέντες ἄνθρωποι, πού παρακαλοῦσαν τόν Ἅγιο, ἀφιέρωσαν στό Μοναστήρι σιτηρέσια καί ὑποστατικά πολλά. Ὁπότε συγκεντρώθηκαν ἐκεῖ πολλοί Χριστιανοί καί ἔγιναν Μοναχοί, φροντίζοντας νά ποιμαίνωνται ἀπό τέτοιον ποιμένα καί διδάσκαλο καί νά ὁδηγοῦνται στήν ἐργασία τῶν τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν. Ἀφοῦ ἀνατράφηκε λοιπόν ὁ Ἅγιος μέ γῆρας καλό καί προγνώρισε τήν κοίμησί του μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ, συγκέντρωσε ὅλους τούς ἀδελφούς καί τούς κατήχησε. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ διάλεξε ἕναν ἀπό αὐτούς, Δαλμᾶτο λεγόμενο, τόν ἐγκατάστησε ὡς Ἡγούμενο ἀντί γιά τόν ἑαυτό του καί ἔτσι ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο[3].
[1] Ἴσως νά ἦταν αὐτοί οἱ δύο Ἀρχάγγελοι, ὁ Μιχαήλ καί ὁ Γαβριήλ, καθώς καί σέ πολλούς ἄλλους ἔτσι ἐμφανίσθηκαν.
[2] Ὁ δέ Θεοδώρητος, ἀπό τόν ὁποῖο ἔγινε τό Συναξάρι αὐτό, δέν λέει ἔτσι, ἀλλά διαφορετικά· «Ἀπόδωσε, (εἶπε ὁ Ἰσάκιος) στίς ποίμνες τούς ἄριστους νομεῖς, καί ἄκοπα θά δεχθῆς τήν νίκη· ἐάν ὅμως δέν κάνης τίποτε ἀπό αὐτά, καί θά πολεμήσης, θά μάθης μέ τήν πεῖρα, ὅτι “σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν”. Διότι οὔτε ἐσύ θά ἐπιστρέψης, ἀλλά ἐπί πλέον θά καταστρέψης τήν στρατιά». Ἀφοῦ ὠργίσθηκε τότε ὁ βασιλιάς εἶπε· «Καί θά ἐπιστρέψω καί θά σέ σκοτώσω καί θά σέ τιμωρήσω γιά τίς ψεύτικες προρρήσεις σου». Καί ἐκεῖνος, χωρίς νά φοβηθῆ καθόλου τήν ἀπειλή, εἶπε δυνατά· «Σκότωσέ με, ἐάν ἀποδειχθῆ τῶν λόγων τό ψεῦδος» (Ἐκκλησιαστ. Ἱστορ., βιβλ. Δ΄, Λόγ. λα΄).
[3] Τό Συναξάρι αὐτό τοῦ Ἁγίου Ἰσακίου διηγεῖται ὁ Κύρου Θεοδώρητος στό κεφάλ. λ΄, λα΄ καί λβ΄ τοῦ τετάρτου Βιβλίου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. Προσθέτει ἀκόμη καί τά ἑξῆς· ὅτι μαζί μέ τόν Ἅγιο Ἰσάκιο ἔλεγξε τόν Οὐάλεντα καί Βρετανίονα ὁ τῆς Σκυθίας Ἀρχιερέας, ὁ ὁποῖος ἦταν στολισμένος μέ κάθε ἀρετή. «Διότι αὐτός, ἀφοῦ ἄναψε μέ τόν ζῆλο τό φρόνημα, ἔλεγξε τήν τῶν δογμάτων διαφθορά καί τίς κατά τῶν Ἁγίων παρανομίες τοῦ Οὐάλεντα καί μαζί μέ τόν θειότατο Δαβίδ φώναζε· «Ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καί οὐκ ᾐσχυνόμην». Λέει ἀκόμη καί αὐτό, ὅτι ἐπειδή ὁ Οὐάλης κατηγοροῦσε τόν στρατηγό Τραϊανό, ὅτι ἀπό τήν δειλία νικήθηκε ἀπό τούς Γότθους, ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε μέ θάρρος· «Δέν νικήθηκα ἐγώ, εἶπε, ὦ βασιλιά, ἀλλά ἐσύ πρόδωσες τήν νίκη, κατά τοῦ Θεοῦ παρατασσόμενος καί δίνοντας στούς βαρβάρους τήν βοήθειά του. Διότι ἀπό ἐσένα πολεμούμενος, μέ ἐκείνους συντάσσεται. Ἡ δέ νίκη ἀκολουθεῖ τόν Θεό καί προστίθεται σ’ ἐκείνους, πού ἐπιστρατεύονται ἀπό τόν Θεό. Ἤ δέν γνωρίζεις, εἶπε, πόσες ἀπό τίς Ἐκκλησίες σέ ποιούς τίς παρέδωσες;» Σέ αὐτά συμφώνησαν καί ὁ Ἀρίνθεος καί ὁ Βίκτωρ (διότι ἦταν στρατηγοί καί αὐτοί), ὅτι ἔτσι εἶναι, καί συμβούλευσαν τόν βασιλιά νά μή φέρεται σκληρά».
[1] Ἴσως νά ἦταν αὐτοί οἱ δύο Ἀρχάγγελοι, ὁ Μιχαήλ καί ὁ Γαβριήλ, καθώς καί σέ πολλούς ἄλλους ἔτσι ἐμφανίσθηκαν.
[1] Ὁ δέ Θεοδώρητος, ἀπό τόν ὁποῖο ἔγινε τό Συναξάρι αὐτό, δέν λέει ἔτσι, ἀλλά διαφορετικά· «Ἀπόδωσε, (εἶπε ὁ Ἰσάκιος) στίς ποίμνες τούς ἄριστους νομεῖς, καί ἄκοπα θά δεχθῆς τήν νίκη· ἐάν ὅμως δέν κάνης τίποτε ἀπό αὐτά, καί θά πολεμήσης, θά μάθης μέ τήν πεῖρα, ὅτι “σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν”. Διότι οὔτε ἐσύ θά ἐπιστρέψης, ἀλλά ἐπί πλέον θά καταστρέψης τήν στρατιά». Ἀφοῦ ὠργίσθηκε τότε ὁ βασιλιάς εἶπε· «Καί θά ἐπιστρέψω καί θά σέ σκοτώσω καί θά σέ τιμωρήσω γιά τίς ψεύτικες προρρήσεις σου». Καί ἐκεῖνος, χωρίς νά φοβηθῆ καθόλου τήν ἀπειλή, εἶπε δυνατά· «Σκότωσέ με, ἐάν ἀποδειχθῆ τῶν λόγων τό ψεῦδος» (Ἐκκλησιαστ. Ἱστορ., βιβλ. Δ΄, Λόγ. λα΄).
[1] Τό Συναξάρι αὐτό τοῦ Ἁγίου Ἰσακίου διηγεῖται ὁ Κύρου Θεοδώρητος στό κεφάλ. λ΄, λα΄ καί λβ΄ τοῦ τετάρτου Βιβλίου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. Προσθέτει ἀκόμη καί τά ἑξῆς· ὅτι μαζί μέ τόν Ἅγιο Ἰσάκιο ἔλεγξε τόν Οὐάλεντα καί Βρετανίονα ὁ τῆς Σκυθίας Ἀρχιερέας, ὁ ὁποῖος ἦταν στολισμένος μέ κάθε ἀρετή. «Διότι αὐτός, ἀφοῦ ἄναψε μέ τόν ζῆλο τό φρόνημα, ἔλεγξε τήν τῶν δογμάτων διαφθορά καί τίς κατά τῶν Ἁγίων παρανομίες τοῦ Οὐάλεντα καί μαζί μέ τόν θειότατο Δαβίδ φώναζε· «Ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καί οὐκ ᾐσχυνόμην». Λέει ἀκόμη καί αὐτό, ὅτι ἐπειδή ὁ Οὐάλης κατηγοροῦσε τόν στρατηγό Τραϊανό, ὅτι ἀπό τήν δειλία νικήθηκε ἀπό τούς Γότθους, ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε μέ θάρρος· «Δέν νικήθηκα ἐγώ, εἶπε, ὦ βασιλιά, ἀλλά ἐσύ πρόδωσες τήν νίκη, κατά τοῦ Θεοῦ παρατασσόμενος καί δίνοντας στούς βαρβάρους τήν βοήθειά του. Διότι ἀπό ἐσένα πολεμούμενος, μέ ἐκείνους συντάσσεται. Ἡ δέ νίκη ἀκολουθεῖ τόν Θεό καί προστίθεται σ’ ἐκείνους, πού ἐπιστρατεύονται ἀπό τόν Θεό. Ἤ δέν γνωρίζεις, εἶπε, πόσες ἀπό τίς Ἐκκλησίες σέ ποιούς τίς παρέδωσες;» Σέ αὐτά συμφώνησαν καί ὁ Ἀρίνθεος καί ὁ Βίκτωρ (διότι ἦταν στρατηγοί καί αὐτοί), ὅτι ἔτσι εἶναι, καί συμβούλευσαν τόν βασιλιά νά μή φέρεται σκληρά».


Login