Τῷ αὐτῷ μηνί IΣΤ Οἱ Ἅγιοι πέντε Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι, Ἠλίας, Ἱερεμίας, Ἠσαΐας, Σαμουήλ καί Δανιήλ ξίφει τελειοῦνται.
Αὐτοί ὅλοι οἱ ἀνωτέρω ἔνδοξοι Μάρτυρες ἔζησαν τόν ἕκτο χρόνο τοῦ διωγμοῦ, τόν ὁποῖο κίνησε ὁ Διοκλητιανός ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, δηλαδή κατά τό ἔτος 290 ἀπό τήν Γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Ὡδηγήθηκαν στό μαρτύριο ἀπό διαφορετικούς τόπους καί τέχνες καί ἀξιώματα καί ἑνώθηκαν μαζί σέ ἕνα σῶμα γιά τήν πίστι στόν Χριστό. Ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο τούς συνέλαβαν, ἦταν ὁ ἑξῆς· Ὅταν ἐπρόκειτο νά εἰσέλθουν στίς πόρτες τῆς πόλεως Καισαρείας, τούς ρώτησαν οἱ φύλακες, ποιοί εἶναι καί ἀπό ποῦ κατάγονται. Οἱ Μάρτυρες ἀποκρίθηκαν, ὅτι εἶναι Χριστιανοί καί ὅτι ἔχουν πατρίδα τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Τότε τούς συνέλαβαν καί τούς ὡδήγησαν στόν Φιρμιλιανό, τόν ἡγεμόνα τῆς Καισάρειας. Καί οἱ μέν πέντε Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι, ὁ Ἠλίας, ὁ Ἱερεμίας, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Σαμουήλ καί ὁ Δανιήλ, ὕστερα ἀπό διάφορα βασανιστήρια, πού δέχθηκαν, τελευταῖα ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Ἀποκεφαλίσθηκε μάλιστα μαζί μέ αὐτούς καί ὁ Πάμφιλος καί ὁ Σέλευκος καί ὁ Οὐάλης καί ὁ Παῦλος. Ὁ δέ Πορφύριος, δοῦλος ὄντας τοῦ Ἁγίου Παμφίλου, ζήτησε νά πάρη τό λείψανο τοῦ κυρίου του, καί ἀφοῦ συνελήφθη, παραδόθηκε στήν φωτιά καί τελειώθηκε. Παρόμοια καί ὁ Ἅγιος Ἰουλιανός, ἐπειδή ἀσπαζόταν τά λείψανα τῶν Ἁγίων, ρίχθηκε καί αὐτός στήν πυρκαϊά καί τελειώθηκε. Ὁ δέ Θεόδουλος, ἀφοῦ κρεμάσθηκε σέ σχῆμα σταυροῦ ἐπάνω σέ ἕνα ξύλο, τελείωσε τό μαρτύριο. Καί ἔτσι ἔλαβαν ὅλοι τῆς ἀθλήσεως τούς στεφάνους.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί τους στήν ἁγιώτατη Μεγάλη Ἐκκλησία. Τό Μαρτύριο αὐτῶν συνέγραψε ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Καιρός δή καλεῖ». (Σῴζεται στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες.)
Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς, ὁ ἀνεγείρας τήν ἀνωτέρω πόλιν ἐπ’ ὀνόματι τῶν ρηθέντων Μαρτύρων, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
Ὁ Ἅγιος Αὐτός Μαρουθᾶς ἔγινε Ἐπίσκοπος. Στάλθηκε ἀπό τόν Μέγα Θεοδόσιο, τόν αὐτοκράτορα τῶν Ρωμαίων, κατά τό ἔτος 380, πρός τόν βασιλέα τῶν Περσῶν. Ἔτσι, ὅταν μετέβη στήν Περσία, δέχθηκε μεγάλη τιμή ἀπό τούς Πέρσες γιά τήν ἀρετή του καί τήν ἁγιότητά του. Ἰδιαιτέρως ὅμως ἐπειδή ἐλευθέρωσε ἀπό τό δαιμόνιο τήν δαιμονισμένη θυγατέρα τοῦ βασιλέως. Ἐπειδή ὅμως βρῆκε παρρησία στόν βασιλιά τῶν Περσῶν, ζήτησε καί ἔλαβε τά λείψανα τῶν ἀνωτέρω Ἁγίων Μαρτύρων, πού μαρτύρησαν στήν Περσία καί, ἀφοῦ ἔκτισε πόλι στό ὄνομά τους, ἀποθησαύρισε τά λείψανα μέσα σ’ αὐτήν.
Ὕστερα ἀπό χρόνια κοιμήθηκε ἐκείνη τήν ἴδια ἡμέρα, κατά τήν ὁποία ἐγκαινίασε τήν Μαρτυρούπολι, τήν ὁποία ἔκτισε ὁ ἴδιος. Γι’ αὐτό καί ἡ μνήμη του συνεορτάζεται μέ τήν μνήμη τῶν Μαρτύρων.
Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Φλαβιανοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Σκώλοις νοητοῖς, οὐχί προσκόψας πόδας,
Ὁ Φλαβιανός μέχρι σοῦ Θεέ τρέχει.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ μικροῦ, κατά τό ἔτος 412, καί ἦταν Πρεσβύτερος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἁγίας Ἐκκλησίας. Λόγω τῆς ἐνάρετης ὅμως πολιτείας του χειροτονήθηκε καί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μέ τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόφασι τῆς Συνόδου καί τοῦ αὐτοκράτορος καί τῆς Συγκλήτου. Καί, ἀφοῦ ἔκανε στόν θρόνο ἕνα χρόνο καί ἕξι μῆνες, κατά παραχώρησι τοῦ Θεοῦ ἐκδιώθηκε ἀπό τόν θρόνο του ἀπό τόν Μονοφυσίτη Διόσκορο καί τούς ὁμόφρονές του καί στάλθηκε στήν ἐξορία, ὅπου, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλές θλίψεις γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστι καί ἀσθένησε, πρός Κύριον ἐξεδήμησε[190].
Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Φλαβιανοῦ.
Ζωῆς ματαίας ἐκπεραιώσας χρόνον,
Ζῇ Φλαβιανός εἰς τόν αἰῶνα χρόνον.
Αὐτός ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Φλαβιανός πῆγε σέ μία κορυφή ἑνός βουνοῦ, καί ἀφοῦ ἔκτισε ἕνα μικρό κελλάκι, κλείσθηκε ἐκεῖ μέσα, καί ἐκεῖ πέρασε ἑξῆντα χρόνια, χωρίς νά ὁμιλῆ σέ κανένα καί χωρίς νά βλέπεται ἀπό κανένα, ἀλλά ἔχοντας τόν νοῦ του στήν καρδιά του, φανταζόταν τόν Θεό, καί ἀπό ἐκεῖ δεχόταν κάθε παρηγορία, σύμφωνα μέ τήν προφητεία πού λέει· «Ἀπόλαυσε τόν Κύριο μέ τήν προσευχή σου καί θά σοῦ δώση Ἐκεῖνος ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιά σου» (Ψαλμός 36,4). Εἶχε ἀνοίξει στόν τοῖχο τοῦ κελλιοῦ του ἕνα παραθυράκι καί, ἀπό ἐκεῖ βγάζοντας τό χέρι του, δεχόταν τήν τροφή, πού τοῦ ἔφερναν. Γιά νά μή
φαίνεται σέ ἐκείνους πού ἔρχονταν ἀπό ἔξω, εἶχε τόν τόπο ἐκεῖνο σκαμμένο λοξά καί μέ σχῆμα κύκλου. Ἡ δέ τροφή του ἦταν ὄσπρια βρεγμένα, ἀπό τά ὁποῖα ἔτρωγε μία φορά τήν ἑβδομάδα.
Μέ τέτοιον λοιπόν τρόπο ἔζησε ὁ ἀοίδιμος ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια, χωρίς νά ἀλλάξη τελείως οὔτε τήν τροφή του, οὔτε τήν μεγάλη του ἄσκησι. Ἔτσι ἔλαβε ὡς πλοῦτο ἀπό τόν Θεό τήν χάρι τῶν θαυμάτων. Διότι ἕναν πολύ μεγάλο δράκοντα θανάτωσε μέ τήν προσευχή του καί μία ἀσπίδα φόνευσε καί πλῆθος ἀκρίδων ἔδιωξε ἀπό ἕνα χωράφι, τό ὁποῖο ἐπρόκειτο νά καταφάγουν. Αὐτός ἕναν νέο δαιμονισμένο, ἀπό τό δαιμόνιο ἐλευθέρωσε καί τό μαστό μιᾶς γυναίκας, πού ἐβλάβη ἀπό τήν νόσο τοῦ καρκίνου, θεράπευσε καί ἕναν, πού κτυπήθηκε ἀπό ταῦρο καί πέθανε, τόν ἀνέστησε. Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ πέρασε τήν ζωή του ὁ τρισόλβιος, ἄλλαξε τήν παροῦσα πολύμοχθη καί πρόσκαιρη ζωή μέ τήν αἰώνια ἐκείνη καί μακάρια, στήν ὁποία τώρα εὐφραίνεται.
[189] Ἡ Μαρτυρούπολις, τώρα ὀνομάζεται Μιεφερκίν, βρίσκεται στήν μεγάλη Ἀρμενία πρός τόν Νυμφαῖο ποταμό, τιμημένη μέ ἕδρα Ἐπισκόπου, ὑπό τόν Μητροπολίτη Ἀμίδας, σύμφωνα μέ τόν Μελέτιο.
[190] Στόν Μελέτιο Ἀθηνῶν, στόν δεύτερο τόμο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, σελ. 22, γράφεται, ὅτι ὁ Ἅγιος Αὐτός Φλαβιανός ἔκανε πατριάρχης ὀκτώ μῆνες μόνο καί στήν ἐν Ἐφέσῳ λῃστρική Σύνοδο φονεύθηκε ἀπό τόν Ἀλεξανδρείας Διόσκορο καί μετά ἀπό αὐτόν ὁ Ἀνατόλιος προήχθη σέ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Τό ἅγιο λείψανο τοῦ Φλαβιανοῦ αὐτοῦ μεταφέρθηκε στήν Κωνσταντινούπολι καί τοποθετήθηκε στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Ἀνατολίου, ὅπως ἀναφέρεται στό Συναξάρι ἐκείνου κατά τήν 3η Ἰουλίου.


Login