Τῷ αὐτῷ μηνί ΙΕ΄, μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Παύλου τοῦ Θηβαίου.
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Δεκίου καί Οὐαλλεριανοῦ τῶν βασιλέων, κατά τό ἔτος 255, καταγόμενος ἀπό τήν Θηβαΐδα, πόλι τῆς Αἰγύπτου. Ὅταν ὅμως πληροφορήθηκε, ὅτι ὁ ἄνδρας τῆς ἀδελφῆς του ἐπρόκειτο νά τόν προδώση στούς τυράννους ὡς Χριστιανό, μέ σκοπό νά κληρονομήση ἐκεῖνος τό μερίδιο τῆς γονικῆς κληρονομίας τοῦ Ἁγίου, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, ὅπως λέει ὁ Δαβίδ, «ἐμάκρυνε φυγαδεύων» στήν ἔρημο καί στά βουνά, φοβούμενος τά βάσανα, πού ἔκαμναν οἱ τύραννοι στούς Χριστιανούς. Ὅσο περνοῦσε ὅμως ὁ καιρός, λιγόστευσε ὁ τῶν βασάνων φόβος καί εἰσῆλθε στήν καρδιά τοῦ Ὁσίου περισσότερο φόβος Θεοῦ καί ἐπιθυμία του νά ἀρέση στόν Θεό. Γι’ αὐτό πηγαίνοντας σ’ αὐτήν τήν βαθύτατη ἔρημο, πλησιάζει ἕνα σπήλαιο, μέσα στό ὁποῖο, ἀφοῦ πέρασε ὅλο τό διάστημα τῆς ζωῆς του μέ εἰρήνη καί ἀταραξία τῶν παθῶν ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο. Αὐτόν τόν τόν Ὅσιο λένε, ὅτι βρῆκε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καί τόν ἐμακάρισε γιά τόν ἥσυχο καί ἐρημικό τόπο, ὅπου κατοικοῦσε γιά τό μεγάλο χρονικό διάστημα, πού πέρασε σέ ἕναν τέτοιο τόπο καί γιά τήν ἀναχώρησι καί φυγή ἀπό τόν κόσμο. Διότι πρῶτος αὐτός ἀπό τούς Ὁσίους τόλμησε νά προχωρήση μέσα στά ἐνδότερα μέρη τῆς ἐρήμου καί σχεδόν πρῶτος αὐτός ἐξέτεινε τόν δρόμο τῆς ἀσκήσεως γιά πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Διότι ἀναχωρῶντας ἀπό τίς φροντίδες τοῦ κόσμου ἀπό τήν νεαρή του ἡλικία, ἔζησε στήν ἔρημο 113 ἔτη. (Τόν ἐκτενέστερο Βίο του βλέπε στόν Παραδεισο[43]).
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου.
Ἀρνησίκοσμος παῖς λιπών γῆς καλύβαν,
Ἐν Οὐρανοῖς ἔπηξε καινήν καλύβαν.
Αὐτός ὁ Ἅγιος εἶχε πατρίδα τήν Κωνσταντινούπολι· ὁ πατέρας του ὠνομαζόταν Εὐτρόπιος καί ἦταν συγκλητικός καί ἡ μητέρα του Θεοδώρα, κατά τούς χρόνους Λέοντος τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 460. Αὐτός λοιπόν στήν ἀρχή τῆς παιδικῆς ἡλικίας του, καί ἀπό αὐτό ἀκόμη τό βασικό σχολεῖο τῶν γραμμάτων, ἀνεχώρησε κρυφά ἀπό τούς γονεῖς του καί ἀπό τούς δασκάλους του καί, ἀφοῦ ἀκολούθησε ἕναν Μοναχό, πῆγε στήν Μονή τῶν Ἀκοιμήτων καί ντύθηκε τό σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Ἐκεῖ λοιπόν συνήθισε νά γυμνάζη τόν ἑαυτό του ὁ τρισμακάριστος μέ μία δίαιτα πολλή σκληρή. Καί ἐπειδή ὁ Διάβολος ἐνοχλοῦσε τόν νέο μέ τήν ἀγάπη πρός τούς γονεῖς του, γι’ αὐτό ὁ Ἅγιος πολεμεῖ καί νικᾶ τόν ἐχθρό. Πῶς καί μέ ποιόν τρόπο; Ἀφοῦ ὁ Ὅσιος φανέρωσε τά σχετικά μέ αὐτό στόν καθηγούμενο τῆς Μονῆς, τοῦ ζήτησε ἄδεια νά γυρίση πίσω στούς γονεῖς του. Καί, ἀφοῦ πῆρε εὐχή ἀπό ὅλη τήν ἀδελφότητα, μεταβαίνει ἀγνώριστος στό σπίτι τοῦ πατέρα του μέ σχῆμα πτωχικό καί μέ εὐτελέστατα φορέματα. Ἔτσι σάν ἕνας ζητιάνος, παίρνοντας ἀπό τόν πατέρα του ἐλάχιστο μέρος μπροστά ἀπό τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τους, ἐκεῖ ἔκτισε μία καλύβη καί περνοῦσε τήν ζωή του, κρατῶντας ἀγνώριστο τόν ἑαυτό του. Καί μάλιστα, ὅταν ἔβλεπε τόν πατέρα του καί τήν μητέρα του, πού περνοῦσαν ἀπό μπροστά του μέ κοσμική φαντασία. Καί ὄχι μόνον ἐστενοχωρεῖτο ὁ ἀοίδιμος στήν μικρή ἐκείνη καλύβη, ἀλλά καί τό χειρότερο, τόν περιέπαιζαν καί τόν ἔσπρωχναν οἱ δοῦλοι του.
Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε ἐκεῖ τρία χρόνια μέ μεγάλη ἐγκράτεια καί στενότητα, προγνώρισε τήν ἐκδημία του πρός τόν Θεό καί τήν κοίμησί του. Τότε κάλεσε τήν μητέρα του καί τῆς ἔγινε γνωστός διά μέσου τοῦ χρυσοκατασκεύαστου Εὐαγγελίου, τό ὁποῖο οἱ γονεῖς τοῦ εἶχαν φτιάξει γιά χάρι του, ὅταν ἦταν ἀκόμη παιδί στό σχολεῖο. Καί μετά τήν γνωριμία, ἀμέσως ἐκοιμήθη ὁ μακάριος καί ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο. (Τόν ἐκτενέστερο Βίο του βλέπε στόν Παράδεισο. Αὐτόν συνέγραψε ἑλληνικά ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Τυραννικόν τι χρῆμα τεκόντων». Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες. Στήν Μεγίστη Λαύρα σῴζεται καί ἄλλος Βίος αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Βίον θεάρεστον καί ἀμόλυντον ἀνδρός δικαίου»).
Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πανσοφίου.
Αὐτός ὁ Ἅγιος ἦταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια κατά τούς χρόνους Δεκίου τοῦ βασιλέως κατά τό ἔτος 250· ὁ πατέρας του ὠνομαζόταν Νεῖλος καί ἦταν τιμημένος μέ τήν ἀξία τοῦ ἀνθυπάτου. Αὐτός λοιπόν ἐξ αἰτίας τοῦ μεγάλου πλούτου καί τῆς εὐστροφίας, πού εἶχε καί τῆς φιλοκαλίας τοῦ πατέρα του, ἔφθασε στήν κορυφή τῆς μαθήσεως καί παιδείας, τόσο τῆς ἐξωτερικῆς τῶν Ἑλλήνων, ὅσο καί τῆς ἐσωτερικῆς τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, μοίρασε τόν πλοῦτο του στούς πτωχούς καί κατόπιν πῆγε στήν ἔρημο ζητῶντας νά βρῆ τόν Κύριο μέ τήν ἀποστροφή τῶν γηΐνων πραγμάτων. Καί ὅταν πέρασε στήν ἔρημο 27 ὁλόκληρα χρόνια, ἀποσύρθηκε κατά μόνας στόν Θεό μέ τήν ἡσυχία καί τήν προσευχή. Καί ἀφοῦ ἀνέβασε τόν νοῦ του στούς οὐρανούς, τότε συκοφαντήθηκε στόν αὐγουστάλιο, δηλαδή στόν μικρό αὔγουστο τῆς Ἀλεξάνδρειας καί ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε τόν κατά τῶν Χριστιανῶν πόλεμο ἀπό τόν βασιλέα Δέκιο, (διότι δέν ἦταν δυνατό νά κρυφθῆ ἡ τόση μεγάλη ἀρετή τοῦ Ἁγίου). Ἀφοῦ παρουσιάσθηκε ἐνώπιόν του ὁ Ἅγιος, ἔλεγξε τήν πλάνη τῶν Ἑλλήνων ἀπό τούς ἴδιους τούς δικούς τους μύθους καί ἀφοῦ πρόσβαλε τό φρόνημα τοῦ τυράννου, δέρνεται δυνατά. Καί ἔτσι δέχθηκε ὁ ἀοίδιμος τόν τοῦ μαρτυρίου ἀμάραντο στέφανο.
Οἱ Ἅγιοι ἕξ Πατέρες οἱ ἐν τῇ πανερήμῳ, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται.
[43] Τόν Βίο του συνέγραψε ἑλληνικά ὁ Μεταφραστής, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχή εἶναι· «Καί ζωγράφοις τῶν ἀρχετύπων ἐκεῖνα πρός μίμησιν». (Σῴζεται στήν Λαύρα, στήν Μονή τῶν Ἰβήρων καί σέ ἄλλες Ἱερές μονές).
[2] Βλέπε αὐτό τό ἴδιο δίστιχο καί στούς ἕξι Μάρτυρες πού ἑορτάζουν κατά τήν 4η Ἰανουαρίου. Σημείωσε, ὅτι περιττά γράφεται ἐδῶ ἡ μνήμη καί τό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, Ἐπισκόπου Μαϊουμᾶ. Διότι αὐτά προαναφέρθηκαν κατά τήν 14η τοῦ Ὀκτωβρίου.


Login